Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ Ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ Ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Η νεοποντιστική ιδεοληψία περί “κεμαλοφασισμού”, Όμηρος Ταχμαζίδης


Φωτό: ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ.
Χαρακηριστικὴ φωτογραφία ληφθείσα εἰς τὰς 29 Αὐγούστου 1922 (π. Η) ὑπὸ τοῦ κ. Αν., Στεφάνου, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν παρεχώρησεν εἰς τὸν συγγραφέα. Οἱ εἰκονιζόμενοι ἔρχονται ἀπὸ τὴν Προύσαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ σύζυγος δὲν ἠδύνατο νὰ βαδίσῇ, φέρεται ἐπὶ τῶν ὤμων Τούρκου μισθωθέντος ἤ ἐπιταχθέντος πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἀκολουθοῦντως πεζῇ συζύγου. Τὶ ἀπὸ τὰ δύο συνέβαινε δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ διευκρινίσῃ ὁ περιγράφων τὴν σκηνὴν λαβὼν τὴν φωτογραφίαν.

Σπύρου Μαρκεζίνη, Πολιτική Ἱστορία τῆς Συγχρόνου Ἑλλάδος, τομ. Ι., σελ. 372, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1973. 


Η νεοποντιστική ιδεοληψία περί “κεμαλοφασισμού”


Όμηρος Ταχμαζίδης

Οι εξελίξεις στην γειτονική Τουρκία και οι κίνδυνοι  που ελλοχεύουν για την ειρήνη στην περιοχή, μας εξαναγκάζουν σε έναν γενικότερο αναστοχασμό επί των συνθηκών μιας εξαιρετικώς περίπλοκης και αντιφατικής γειτνίασης. Ωστόσο, εάν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς πρωτίστως προς εμάς τους ίδιους, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι μας λείπουν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις για μια νηφάλια συζήτηση, η οποία θα παραμερίσει στερεότυπα, εμμονές και ιδεοληψίες και θα ανοίξει το δρόμο για μια “εφ΄ όλης της ύλης” συζήτηση των σχέσεων μας με την γειτονική χώρα.
Και για να συμβεί τούτο θα πρέπει να αποκαθάρουμε τη σκέψη μας από διάφορα εμπόδια: ανέδειξα ένα από αυτά υπό την ονομασία “νεοποντισμός”, πριν από πολλά χρόνια, σε ένα κείμενό μου στην επιθεώρηση πολιτισμού “Ένεκεν”.  Στο συγκεκριμένο άρθρο με τον εύγλωττο τίτλο “Ασυναρτησίες εν ροή. Η Γενοκτονία των Εβραίων και η τραγωδία των λαών της Μικράς Ασίας” προσδιόρισα την “ιδιοτυπία του νεοποντιστικού επιχειρήματος” και επέστησα την προσοχή “στην ανιστόρητη ταύτιση του κεμαλισμού με το νατσισμό”. [ΕΝΕΚΕΝ, 2007, τχ. 7, σ. 46] Επέμενα στη διάκριση του κεμαλισμού από τον νατσισμό και επέκρινα την ταύτιση του Άουσβιτς με τα όποια έκτροπα, διωγμούς και σφαγές στο χώρο της Μικράς Ασίας,  υπογραμμίζοντας στη μοναδικότητα του νατσισμού και της εγκληματικής του φύσης: “Οι διαρκείς, αδικαιολόγητες και αντιεπιστημονικές ταυτίσεις του κεμαλισμού με το χιτλερισμό, του Χίτλερ με τον Μουσταφά Κεμάλ, πλήττουν την ιστορική (και συμβολική) μοναδικότητα του Άουσβιτς και των άλλων στρατοπέδων εξόντωσης και “ιστορικοποιούν” την “εξαίρεση” του νατσισμού”. [ΕΝΕΚΕΝ, σ. 46] Οι αιχμές της επιχειρηματολογίας μου στρεφόταν κατά του Ελληνοαυστριακού ιστορικού Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, ο οποίος  σε ένα άρθρο του, στην εφημερίδα “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ” (17 Αυγούστου 1997), χρησιμοποίησε τον τίτλο “Άουσβιτς εν ροή” για να περιγράψει το είδος των εγκλημάτων που συντελέσθηκαν στην περιοχή του οθωμανικού Πόντου κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, ακυρώνοντας και μόνο με αυτόν τον ακραίο χαρακτηρισμό τους τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος. Ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης προσχώρησε, όχι χωρίς κάποια ιδιοτέλεια, πολύ όψιμα στο νεοποντιστικό ιδεολόγημα περί γενοκτονίας των Ελλήνων της περιοχής του οθωμανικού Πόντου. Παρότι δεν υπάρχει καμία συγκριτική μελέτη στα ελληνικά για τις σχέσεις του κεμαλισμού-φασισμού-σοσιαλισμού, οι νεοποντιστές αναφέρονταν υποτιμητικώς στο φαινόμενο του κεμαλισμού, ως κεμαλοφασισμό και στον Μουσταφά Κεμάλ, ως σφαγέα των Ελλήνων. Ούτε και η άνοδος της νεοχιτλερικής συμμορίας στο προσκήνιο της πολιτικής μας ζωής, επέφερε κάποια αλλαγή στις ιδεοληπτικές και τυχοδιωκτικές προσεγγίσεις του ιστορικού φαινομένου του κεμαλισμού.
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, κατά την οποία κάνει την πρώτη εμφάνισή του το νεοποντιστικό ρεύμα, στη δημοσιότητα της χώρας έως και σήμερα, φαίνεται να έχει παγιωθεί μια στεγανή αφήγηση, η οποία δεν επιτρέπει το διάλογο, εχθρεύεται ανοικτά τις όποιες επιστημονικές αντιρρήσεις και προσπαθεί να αποκλείσει – με μεγάλη επιτυχία έως τώρα – από το δημόσιο λόγο κάθε διαφορετική άποψη επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Η ταύτιση του κεμαλισμού με τον νατσισμό οφειλόταν και οφείλεται αφενός στην πλήρη άγνοια της διεθνούς επιστημονικής συζητήσεως επί συναφών ζητημάτων και από την άλλη στη μόνιμη προσπάθεια στιγματισμού του κεμαλισμού ως “φασιστικής” ιδεολογίας: εξ ου και ο νεολογισμός της νεοποντιστικής ιδιολέκτου - “κεμαλοφασισμός”.
Τα επόμενα έτη είναι γεμάτα επετείους “εκατονταετηρίδων”: η εκστρατεία στην Ουκρανία, η προσπάθεια ίδρυσης ποντιακού κράτους, η απόβαση ελληνικών στρατευμάτων και η κατοχή της Σμύρνης, η δίκη της Αμάσειας, η συνθήκη των Σεβρών, η καταστροφή της Σμύρνης, η συνθήκη της Λωζάννης. Μια απέραντη terra incognita της ελληνικής ιστοριογραφίας.
Στη συνέχεια θα παραθέσω ένα απόσπασμα, χωρίς τις υποδείξεις των σημειώσεων, από ένα βιβλίο, αναφορικά με τον κεμαλισμό, το φασισμό και τον σοσιαλισμό. Το παράθεμα αφορά στην συγκρότηση και δράση των μουσουλμάνων ατάκτων μετά την απόβαση και κατοχή της δυτικής Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό και στο φαινόμενο των διώξεων, ένθεν και ένθεν:
“Επιπροσθέτως οι βιαιότητες των ελληνικών στρατευμάτων στον μουσουλμανικό πληθυσμό οδήγησαν τους Τούρκους στην αγκαλιά των ομάδων των ατάκτων. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αποκάλυπτε σε τι αφορούσε η κατάσταση, όταν απευθυνόταν στους στρατιώτες του, οι οποίοι φόνευαν και πυρπολούσαν: “ Δείχνετε ποια είναι η θέση μας, εμάς των Ελλήνων (…) χύσατε το αίμα σας, το ακριβό ελληνικό αίμα, για να απελευθερώσετε τους σκλαβωμένους αδελφούς σας και να επαναφέρετε τον πολιτισμό”. Οποία αντιστροφή των στερεοτύπων πολιτισμού, όταν ο Τούρκος Μουσταφά Κεμάλ κατηγορούσε τους Έλληνες της ευρωπαϊκής πλευράς δικαίως για >βαρβαρότητα και αγριότητα<. >Σκέπασαν τη χώρα μας με φωτιά και ξίφος, δολοφόνησαν τον άοπλο πληθυσμό και ακόμη και εκείνους που δε μπορούσαν να φέρουν όπλα<. Η αποτέφρωση ολόκληρων πόλεων, η λεηλασία και ο φόνος επακολούθησαν κατόπιν διαταγής των Ελλήνων διοικητών από ειδικά τμήματα. Τα ελληνικά στρατεύματα έκαμαν εθνοκάθαρση σε μια περιοχή, στην οποία οι Έλληνες αποτελούσαν το 14% του πληθυσμού. Περίπου 1,2 εκατομμύρια μουσουλμάνοι διέφυγαν από την Θράκη και την Δυτική Ανατολία [σ.σ. Δυτική Μικρά Ασία] προς την ανατολή. Ο Άρνολντ Τόιμπι περιέγραψε ως αυτόπτης μάρτυρας τις συνέπειες της βίας. Αυτός μιλούσε για “war of extermination”. Αυτό που συμβαίνει στην Δυτική Ανατολία, χλευάζει [περιφρονεί] κάθε περιγραφή, έγραφε ο σοβιετικός στρατηγός Frunze σε μια ταξιδιωτική αναφορά του τον Νοέμβριο/Δεκέμβριο 1921. >Οι Έλληνες καταστρέφουν συστηματικά όλο τον τουρκικό πληθυσμό στα βιλαέτια Σμύρνης και Προύσας. Σε μερικές περιοχές δεν έχουν απομείνει από έναν πληθυσμό από κάποτε 90-100.000 παρά μόνο μερικές χιλιάδες. Ολόκληρες πόλεις για παράδειγμα το Αϊδίνιο, από τον τουρκικό πληθυσμό που κάποτε περιλάμβανε 50.000 άτομα, έχουν απομείνει μόνο μερικές εκατοντάδες. Οι υπόλοιποι δολοφονήθηκαν ή εκδιώχθηκαν<. Σε εγκυκλίους της Μοσχοβίτικης επιτροπής για τις υποθέσεις του εξωτερικού μπορεί κανείς να διαβάσει, ότι οι Έλληνες περιφρονούσαν το διεθνές πολεμικό δίκαιο με τον “πιο άγριο τρόπο”. >Ο μουσουλμανικός κόσμος θα πρέπει να βγάλει το συμπέρασμα, ότι οι ευρωπαϊκές μορφές διοίκησης βασίζονται εξίσου στη βία όπως και οι τουρκικές<. Πράγματι: οι ρωσικές πηγές βιαζόταν να υποδείξουν, ότι και η τουρκική πλευρά δε συμπεριφερόταν διαφορετικά από την ελληνική. >Χωρίς εξαίρεση όλοι οι λαοί, που κατοικούν στη σημερινή Τουρκία, εφαρμόζουν τις ίδιες μεθόδους για την επίλυση του εθνικού ζητήματος΄ αυτή είναι πολύ απλή: γίνεται μέσω της γενικής εξολόθρευσης του αντιπάλου<. Αυτή η φράση του Frunze παρέβλεψε μια σημαντική μειονότητα: Οι Εβραίοι δεν παίρνουν μέρος στις γενικές σφαγές. Αυτοί ήσαν τα θύματα: Από πηγές, οι οποίες όμως δεν είναι ασφαλείς, προκύπτει, ότι στην κατακτημένη από τους Έλληνες περιοχή της Ανατολίας πάνω από το μισό των Εβραίων είτε δολοφονήθηκαν, είτε εκδιώχτηκαν.
Οι άτακτοι άρχισαν τον αγώνα εναντίον του προελαύνοντος ελληνικού στρατεύματος τον Μάιο του 1919. Συγκεντρώθηκαν σε μονάδες μερικών χιλιάδων ανδρών. Άτακτοι μάχονταν όμως και με το kuva-i-milliye (εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις), όπως ονομαζόταν ο τακτικός στρατός των εθνικιστών. Στον πόλεμο εναντίον των Αρμενίων στους τελευταίους μήνες του έτους 1920 σχημάτιζαν μια “σημαντική δύναμη”, γιατί μαζί τους συνδέθηκαν και πολλοί μουσουλμάνοι. Αιτία ήταν το γεγονός, ότι το αρμενικό εθνικό κίνημα εκδίωκε τους μουσουλμάνους και είχε οργανώσει πογκρόμ. Η αριθμητικώς μικρή πληθυσμιακή ομάδα των μουσουλμάνων Λαζών, που μιλούσαν μια γεωργιανή διάλεκτο και οι οποίοι κατοικούσαν στην Μαύρη Θάλασσα, στην περιοχή της Τραπεζούντας, είχε ένα μεγάλο ποσοστό σε ατάκτους. Αυτό το γεγονός εξηγείται από το δεδομένο, ότι οι Λαζοί ερχόταν αντιμέτωποι με τις αυτονομιστικές τάσεις των άμεσων γειτόνων τους, των Ελλήνων του Πόντου. Οι αντάρτες βοήθησαν πέραν τούτου, να ματαιωθεί ο από τους νικητές του πολέμου διατεταγμένος αφοπλισμός του οθωμανικού στρατού, ενόσω έθεσαν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρες αποθήκες όπλων και τη μεταφορά των όπλων. Ο αριθμός των ανταρτών στην Ανατολία υπολογιζόταν από τους Έλληνες σε περίπου 40.000. Εδώ αυτό όμως πρέπει να αφορά τους αντάρτες που μπορούσαν να καταγραφούν στο μέτωπο της δυτικής Ανατολίας, στους οποίους θα έπρεπε να προστεθούν εκείνοι της βόρειας και της ανατολικής Ανατολίας. Μάλιστα υπήρχαν  από την πλευρά των κεμαλιστών ακόμη και ομάδες ανταρτών, που αποτελούνταν μόνο από γυναίκες και ευρισκόταν κάτω από τις διαταγές μιας γυναίκας”. [Stefan Plaggenborg, Ordnung und Gewalt. Kemalismus - Faschismus- Sozialismus, Μόναχο 2012, σ.223-225 (η μετάφραση δική μου)]
Δε θα σχολιάσω όλα τα σημεία του παραθέματος, ούτε και τις πηγές στις οποίες ανατρέχει ο συγγραφέας της μελέτης: παραμένω μόνο στην αναφορά του στον Βρετανό ιστορικό Arnold Toynbee και στον ισχυρισμό του περί “war of extermination” στον οποίο προέβησαν οι Έλληνες στην περιοχή της Δυτικής Μικράς Ασίας. Στο βιβλίο του Κώστα Φωτιάδη, “Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου”, το οποίο υποτίθεται “αποδεικνύει” τη γενοκτονία εις βάρος των Ρωμιών του Πόντου, ο άγγλος ιστορικός αποκαλείται “αργυρώνητος”, υποβιβάζεται δηλαδή σε ανάξιο -από ηθικής πλευράς- λόγου επιστήμονα, και έτσι παρακάμπτεται ένα σημαντικό ερώτημα, το οποίο θα έθετε κάθε έντιμος μελετητής των ιστορικών γεγονότων της εποχής και της ευρύτερης συνάφειάς τους: διέπραξε ή δε διέπραξε ο ελληνικός στρατός τέτοιας εκτάσεως εγκλήματα; Ο Κώστας Φωτιάδης, απαλλάσσει εαυτόν από τη βάσανο της έρευνας με τη χυδαία μομφή του “αργυρώνητου” προς τον Arnold Toynbee, αποσιωπώντας συγχρόνως ότι αναφέρεται σε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ιστορικής επιστήμης κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Η ύβρις προς τον Toynbee και προς την ιστορική επιστήμη, ωστόσο, δε σημαίνει ότι εξαφανίζεται από το προσκήνιο το ερώτημα, όπως δεν εξαφανίζεται και η συνάφεια της ελληνικής κατοχής στη Δυτική Μικρά Ασία με το κίνημα και τη βία του κεμαλισμού στην υπόλοιπη Μικρά Ασία.
Κάθε ερώτημα ανοίγει νέους ορίζοντες στην έρευνα και μας παρέχει πληρέστερη κατανόηση όσων συνέβησαν. Εκτός εάν στόχος του μελετητή δεν είναι η διαύγαση των διαφόρων συναφειών, η ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ερμηνείας και, εν τέλει, η όποια κατανόησή τους, αλλά ο στιγματισμός του αντιπάλου στο πλαίσιο μιας στρατευμένης μεροληψίας εθνοκεντρικού τύπου. Σήμερα με την άνοδο του ισλαμικού αναθεμελιωτισμού και στην Τουρκία, η έντιμη αντιμετώπιση του κεμαλισμού ως ιστορικού φαινομένου, είναι προϋπόθεση για κάθε ρεαλιστική στάση απέναντι στους γείτονες μας: το ερώτημα αναφορικά με το ποια Τουρκία επιθυμούμε να έχουμε απέναντί μας συνδέεται άμεσα με την ερμηνεία του κεμαλικού φαινομένου και καθορίζει τη στάση μας απέναντι στην διατήρηση ή όχι του κοσμικού χαρακτήρα του τουρκικού κράτους.
Σε αυτή την κατεύθυνση δε συμβάλλει ούτε η χρήση ψευδεπίγραφων όρων, όπως “κεμαλοφασισμός”, ούτε και η αντιεπιστημονική και άστοχη ρητορεία περί γενοκτονίας: χωρίς, βεβαίως, αυτό να σημαίνει ότι πρέπει, για διάφορες σκοπιμότητες “φιλίας και καλής γειτνίασης”, να αποσιωπούνται τα όποια εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας συντελέστηκαν εκείνη την έκρυθμη περίοδο της κοινής ιστορίας των δύο λαών. Σε κάθε περίπτωση το ζήτημα πρέπει να περάσει από τα “χέρια” των λογής-λογής απατεώνων που συνωστίζονται σε πολιτιστικούς συλλόγους, σε πολιτικά κόμματα και, εσχάτως λίαν εντόνως, γύρω από οικονομικώς ισχυρούς επιχειρηματίες ποντιακής καταγωγής, στους καθ΄ ύλην αρμόδιους επιστήμονες. Δυστυχώς, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει στα ελληνικά καμία επιστημονική μελέτη επί του συγκεκριμένου ζητήματος. Αντιθέτως, κυκλοφορούν εκατοντάδες συμπιληματογραφίες, έργα εμπειροτεχνιτών ιστοριοδιφών, μεταξύ αυτών και κάποιοι που σταδιοδρόμησαν ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, και διάφορων αυτοδίδακτων “ιστορικών”, στις οποίες αναπαράγονται στερεότυπα και κοινοί τόποι του ατεκμηρίωτου επιστημονικώς ισχυρισμού περί γενοκτονίας.


Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Ενοχή και χρέη, Διαμάχη για τις απαιτήσεις της Ελλάδας της Sigrid Weigel









Επακόλουθα κόστη της ιστορίας: Η Ελλάδα απαιτεί επανορθώσεις από την Γερμανία και τη μείωση των δανείων της – δικαίως.
Προσφάτως πήραν θέση πολιτικοί του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και του κόμματος των “Πρασίνων” υπέρ της άποψης ότι δεν πρέπει να απορρίπτονται απολύτως οι ελληνικές απόψεις για επανορθώσεις και αποζημιώσεις για την κατοχή της Ελλάδος από την Γερμανία του Χίτλερ. Συγχρόνως ακουγόταν συνεχώς ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ελληνική επιθυμία για μείωση των χρεών. Στην πραγματικότητα όμως είναι αδύνατον, να διαχωριστούν εντελώς τα δύο θέματα. Γιατί η ίδια η Γερμανία είχε αποφασίσει κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950 για την επανόρθωση ως κύρια οδό για την κατίσχυση του παρελθόντος. Με αυτό τέθηκε σε κίνηση μια διαδικασία του υπολογισμού της ενοχής ως χρεών, η δυναμική της οποίας πλέον δεν είναι τόσο εύκολο να ανακοπεί.
Ακόμη λιγότερο μπορεί να συμβεί αυτό με μια αυστηρά νομική στάση όπως με την αναφορά της γερμανικής κυβέρνησης στη σύμβαση Δύο συν τέσσερα του 1990 και την επεξήγηση ότι με αυτή έχουν κλείσει οριστικώς όλα τα ζητήματα των επανορθώσεων.
Αφορά όμως περισσότερα πράγματα από πληρωμές
Μέχρι τώρα έχει συγχρόνως παραβλεφθεί ολότελα  η επισφαλής συμβολική και ψυχολογική οικονομία της σχέσης ενοχής-χρεών. Η ιστορία όμως της επανόρθωσης διδάσκει, ότι στην περίπτωση των αποζημιώσεων αυτή αφορά συνεχώς κάτι παραπάνω από πληρωμές. Η αποζημίωση εγκλημάτων πολέμου με χρήματα λειτουργεί όμως μέσω της μεταμόρφωσης της ιστορικής ενοχής σε χρηματικά χρέη, η οποία όμως ποτέ δεν πετυχαίνει. Απομένει κάτι στο λογαριασμό της ενοχής, κάτι, που δεν μπορεί να υπολογιστεί: το μη-οικονομικό τμήμα μιας ανεξόφλητης χρέωσης. Η πολιτική ξεπερνιέται διαρκώς από αυτό το “υπόλοιπο”. Ακριβώς για αυτό είναι ελάχιστα εξοπλισμένη μια πολιτική παρελθόντος η οποία έχει αναπτύξει πολύπλοκες διαδικασίες για τη διεύθυνση, τον υπολογισμό και την εκνομίκευση των επακόλουθων κοστών της ιστορίας της.
Η μετέπειτα ιστορία, η οποία είναι και πιο ενδιαφέρουσα, διαδραματίζεται εκείθεν των νομικών αντιπαραθέσεων. Εδώ φαίνεται, πως οδηγεί η μεταμόρφωση της ενοχής σε χρέη σε μια σήψη της εθνικής μνήμης μέσω της νομισματικής λογικής. Ενόσω οι απόγονοι έρχονται αντιμέτωποι με τα επακόλουθα κόστη και τους τόκους ανεξόφλητης ενοχής, δημιουργεί η πολιτική των αποζημιώσεων μια σχέση χρεών μεταξύ των γενεών και έτσι εντάσσεται η ενοχή στη λογική του δανείου: με την παράδοση ανοικτών χρεών αποζημίωσης παράγει και η ενοχή τόκους.
Κατοχικό δάνειο ύψους 476 εκατομμυρίων μάρκων του Ράιχ
Επιβαρυντικά προς αυτό προστίθεται  και το γεγονός ότι κάτω από τη σκιά του σχεδίου επανόρθωσης “λησμονήθηκε” συχνά ότι πρέπει να αποπληρωθούν και πραγματικά χρέη, δηλαδή να επιστραφεί κλεμμένη ιδιοκτησία. Τελικώς αυτό δείχνει και το πρόβλημα της διαρπαγείσας τέχνης, το οποίο ακατανοήτως θεματοποιείται με μεγάλη καθυστέρηση. Σε τέτοια λησμονημένα χρέη συγκαταλέγεται και το κατοχικό δάνειο των 476 εκατομμυρίων μάρκων, το οποίο πλήρωσε η Ελλάδα το 1942 στο “Τρίτο Ράιχ”.
Αν τώρα στην παρούσα ευρωκρίση ανοίγει πάλι ο γερμανικός λογαριασμός της ενοχής/χρεών,  αυτό δεν αφορά τελικώς και μια επιστροφή αυτού το οποίο είχε αποκλεισθεί από  τις μετατροπές της ενοχής σε χρέη. Παραγραφέντα ή διαγραφέντα χρέη  φανερώνουν ένα ίχνος διαρκείας στη μνήμη εκείνων, για τους οποίους οι νόμιμες απαιτήσεις έπεσαν στον κενό.
Οι επανορθώσεις επιμηκύνθηκαν για να μπορεί η Γερμανία να πληρώνει
Το 1827 δημοσίευσε ο Balzac τη σάτιρά του “Η τέχνη, να πληρώνεις τα χρέη σου και να ικανοποιείς τους  πιστωτές σου,  χωρίς να βγάζεις ο ίδιος ούτε μία δεκάρα από την τσέπη σου” (1827). Ο σοβαρός πυρήνας του έργου αφορά την αμοιβαία εξάρτηση οφειλετών και πιστωτών, η οποία θεμελιώνει μεταξύ τους ένα ενδιαφέρον μέριμνας. Μια τέτοια αμοιβαία φροντίδα φαίνεται να ισχύει μόνο για τη σχέση χρεών μεταξύ προσώπων. Η μέριμνα για την ευημερία του οφειλέτη ως προϋπόθεση για να μπορέσει κάποια ημέρα να επιστρέψει το δάνειό του, σε διακρατικό επίπεδο λειτουργεί πολύ περιορισμένα – τουλάχιστον στην εποχή των παγκόσμιων χρηματοδοτικών αγορών.
Τα πράγματα ήσαν διαφορετικά πριν -κάτι λιγότερο-  από έναν αιώνα. Αυτό διδάσκει η συμπεριφορά των Η.Π.Α. απέναντι στην Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μερικά χρόνια μετά το τέλος του πολέμου έγινε ορατό, ότι οι υποχρεώσεις της πληρωμής επανορθώσεων της Συνθήκης των Βερσαλλιών του 1919 εμπόδιζαν τόσο πολύ την οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, ώστε η χώρα να μη μπορέσει ποτέ να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της. Μετά από αυτό ανέλαβαν οι Η.Π.Α. την πρωτοβουλία να προχωρήσουν σε μια τροποποιητική διάταξη. Το Σχέδιο Dawes, το οποίο συμφωνήθηκε στο Συνέδριο του Λονδίνο το 1924, δεν προέβλεπε μόνο μια επιμήκυνση των αποπληρωμών των επανορθώσεων. Το υπόλοιπο μέρος [των χρεών] διαγράφηκε αργότερα στη συνθήκη της Λωζάννης το 1932. Πέραν τούτου συμπεριλάμβανε το Σχέδιο Dawes μια χρηματοδοτική ένεση υπό τη μορφή ενός διεθνούς δανείου 800 εκατομμυρίων μάρκων του Ράιχ, με μια διάρκεια αποπληρωμής 25 ετών, δηλαδή μέχρι το 1949.
Μετά το τέλος του πολέμου υπήρχαν ακόμη σημαντικά παλιά χρέη
Επειδή ο Χίτλερ είχε διακόψει την πληρωμή των τόκων για αυτό το δάνειο, υπήρχαν στο γερμανικό λογαριασμό χρεών μετά το τέλος του πολέμου ακόμη σημαντικά παλιά χρέη. Συγχρόνως οφείλονταν νέες χρηματικές επανορθώσεις στους συμμάχους και στα κράτη που καταλήφθηκαν από τον Χίτλερ. Στη Συνθήκη των Χρεών του Λονδίνου το 1953 διαγράφηκαν τα παλιά “προπολεμικά χρέη” και μειώθηκαν οι τόκοι. Οι επανορθώσεις αντιθέτως, οι οποίες μεταξύ του 1945 και 1953 ήδη υπερέβαιναν τις υποχρεώσεις που τις συνόδευαν, μετατέθηκαν – έως ότου υπάρξει μια “οριστική ρύθμιση” στο πλαίσιο μιας συνθήκης ειρήνης με την επανενωμένη Γερμανία.
Η Ομοσπονδιακή Γερμανία έως το 2010 αποπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις της, τις οποίες αναγνώριζε ως χρέη από προπολεμικά δάνεια από τις Η.Π.Α. και άλλες χώρες. Το ζήτημα των μετατεθεισών  επανορθώσεων όμως τακτοποιήθηκε μέσω της νομικής οδού. Επειδή οι πληρωμές επανορθώσεων δεν προβλέπονται στη συνθήκη Δύο συν τέσσερα, που υπογράφηκε το 1990 στη θέση μιας συνθήκης ειρήνης. Η περικοπή του χρέους, η οποία ακολούθησε de facto αυτήν την υπογραφή, γίνεται ευπρόσδεκτη στην Γερμανία ως επισφράγισμα που βάζει τελεία και παύλα στην νομισματική υπερνίκηση του παρελθόντος. Στη λογική της μετατροπής της ενοχής σε χρέη αξιολογήθηκε η συνθήκη αυτή συγχρόνως και ως περικοπή χρέους.
Περιορισμός σε “ανταποδόσεις σκληρότητας”
Μέσω αυτής της οδού απέκτησε εκ νέου ισχύ η επιθυμία να τεθεί με την επανένωση τελεία και παύλα σε ένα θεατρικό πεδίο, αυτό των πληρωμών των επανορθώσεων. Η πολιτική, όμως,  της ηθικής απενοχοποίησης για τα εγκλήματα των Νάτσηδων συνεχίζεται με τη  δοκιμασμένη οδό της αποκατάστασης. Έτσι διατυπώνεται στο άρθρο 2 της συμφωνίας ένωσης, ότι και η επανενωμένη Γερμανία παίρνει θέση “υπέρ μιας δίκαιης αποζημίωσης υλικών απωλειών των θυμάτων του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος”. “Στη συνέχεια της πολιτικής της Ομοσπονδιακής Γερμανίας” είναι “η Ομοσπονδιακή κυβέρνηση έτοιμη, να συνομολογήσει με την Claims Conference  δεσμεύσεις για την επιπρόσθετη λύση ενός ταμείου βάσης , για να προβλέψει ανταποδόσεις σκληρότητας για τους διωχθέντες, οι οποίοι σύμφωνα με τις νομικές οδηγίες της Ομοσπονδιακής Γερμανίας έως τώρα δεν έλαβαν καθόλου ή μόνο λίγες αποζημιώσεις”. Με αυτόν τον περιορισμό σε ανταποδόσεις σκληρότητας σχετικοποιείται κατά πολύ η διατύπωση για  “δίκαιη αποζημίωση”.
Στην επίκαιρη ευρωπαϊκή κρίση εμφανίζεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στο διεθνές πλαίσιο ως πιστωτής. Συγχρόνως ξεπερνιέται αυτή από τα αναφερθέντα μη-οικονομικά στοιχεία της χρέωσής της. Και τα χρέη που δεν επιστράφηκαν άρχισαν πάλι να γίνονται μεταδοτικά. Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό αφορά – μαζί με τις ανεξόφλητες επανορθώσεις- το δάνειο από την γερμανική κατοχή. Οι υπολογισμοί για την σημερινή αξία του, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, κυμαίνονται ανάμεσα σε μονοψήφιο ή διψήφιο αριθμό εκατομμυρίων. Επιπλέον προστίθεται και η διαμάχη για τις εκκρεμούσες πληρωμές αποζημιώσεων. Τουλάχιστον για την σφαγή στο Δίστομο τον Ιούνιο του 1944 (μια δράση αντιποίνων των SS, κατά την οποία δολοφονήθηκαν 218 κάτοικοι) θα ήταν το κριτήριο της ανταπόδοσης σκληροτήτων κάτι περισσότερο από κατάλληλο. Από ένα ελληνικό δικαστήριο επιδικάσθηκε για αυτό μια αποζημίωση 3,5 εκατομμυρίων ευρώ.
Παραπομπή στη συμφωνία αποζημίωσης με την Ελλάδα του 1960
Η επίσημη γερμανική πολιτική κρατάει σε απόσταση τις χρηματικά όσο και ηθικά προκαλούμενες απαιτήσεις με νομικίστικα επιχειρήματα – και παραπέμποντας στη σύμβαση αποζημίωσης με την Ελλάδα του 1960. Όμως με αυτό αποδεικνύει απλώς, ότι δεν έχει διανοηθεί ή δεν έχει κατανοήσει ή δε θέλει να κατανοήσει τις περίπλοκες σχέσεις αμοιβαιότητας μεταξύ ενοχής και χρεών. Επιπροσθέτως δε θα αποφύγει ένα κράτος με την άρνηση απομείωσης του χρέους, το οποίο πολλές φορές το ίδιο είχε κερδίσει από την παραγραφή χρεών και τη μετάθεσή τους, το πάθος της αμοιβαίας δικαιοσύνης.
Ας φαντασθούμε μόνο, ότι η Γερμανία θα απαντούσε στην Ελλάδα στην αρχή της ελληνικής οικονομικής κρίσης με την επιστροφή του κατοχικού δανείου και με την πληρωμή των αποζημιώσεων. Ίσως θα προσλαμβανόταν διαφορετικά όχι μόνο οι προσφορές για την συγκρότηση μιας πιο αποτελεσματικής φορολογικής πολιτικής, αλλά  και άλλες συμβουλές. Ίσως σε τελική ανάλυση να γινόταν και φθηνότερα. Και η Ε.Ε. θα μπορούσε να αποφύγει τις τωρινές κατηγορίες και τις ανάξιες  εθνικιστικές μηχανορραφίες.  

Μετάφραση από την γερμανική Όμηρος Ταχμαζίδης.

Σημείωση του μεταφραστή:
To άρθρο δημοσιεύτηκε στις 6 Απριλίου 2015 στον γερμανικό τύπο. Η μετάφραση στα ελληνικά έγινε από τον Όμηρο Ταχμαζίδη σε συνεννόηση με την Pr. Dr. Sigrid Weigel, σε μια προσπάθεια να διευρυνθεί ο διάλογος για τη συγκεκριμένη θεματολογία στις δύο χώρες.

Η Sigrid Weigel είναι καθηγήτρια στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο (TU) του Βερολίνου και έως το 2015 ήταν Διευθύντρια του Κέντρου για την Λογοτεχνική και Πολιτιστική Έρευνα στο Βερολίνο. Έλαβε το διδακτορικό τίτλο από το πανεπιστήμιο του Αμβούργου, ενώ πραγματοποίησε τη διδακτορική επί υφηγεσία διατριβή της στο πανεπιστήμιου του Μαρβούργου. Δίδαξε ως καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Αμβούργου (1984-1990), της Ζυρίχης (1992-1998), εργάστηκε στο  Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Επιστημών του Πολιτισμού (‘Εσσεν 1990-1993) και διετέλεσε διευθύντρια του Άινσταϊν Forum (Πότσνταμ, 1998-2000).

Δίδαξε ως επισκέπτρια καθηγήτρια στα πανεπιστήμια της Βασιλείας, του Μπέρκλεϋ, του Χάρβαρντ και του Πρίνσετον. Το 2007 έλαβε τον τίτλο της επίτιμου διδάκτορος από το πανεπιστήμιο της Λουβένης. Είναι μέλος της Academia Europea  και επί τιμή μέλος της Modern Language Association.

Οι έρευνες της αφορούν στη λογοτεχνία, τον πολιτισμό, την ιστορία της επιστήμης. Στα ιδιαίτερα επιστημονικά της ενδιαφέροντα συγκαταλέγονται ο Χάινε, ο Φρόιντ, ο Βάρμπουργκ, ο Μπένγιαμιν, ο Σόλεμ, η Άρεντ, η μεθύστερη ζωή της θρησκείας στη νεωτερικότητα, οι αντιλήψεις περί γενεαλογίας/κληρονομιάς, η επιστήμη της εικόνας και της φωνής.

Για το συγκεκριμένο θέμα της ενοχής και των χρεών είχε ανακοινωθεί, στην γερμανική έκδοση του άρθρου, η κυκλοφορία βιβλίου με τον τίτλο: Sigrid Weigel: Geld und Genealogie. Schuld und Schulden in Gegenwart und Kulturgeschichte“. (“Χρήμα  και γενεαλογία. Ενοχή και χρέη στο παρόν και στην ιστορία του πολιτισμού”).

Μέρος της εκτενούς εργογραφίας της Sigrid Weigel δημοσιεύεται στο αντίστοιχο λήμμα της wikipedia.