Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ λογοτεχνίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ ΣΤΗ ΔΥΣΤΟΠΙΑ-Δημήτρης Μανούκας





H ανατροπή των αξιών του Διαφωτισμού  μέσα από τα 1984 (1949) και Όρυξ και Κρέικ (2003)

«Στον Thomas More, η ποθητή χώρα υπάρχει ήδη έτοιμη σ’ ένα νησί, αλλά εγώ δε βρίσκομαι εκεί, […] θα μπορούσε να υπάρξει μόνο αν κάναμε κάτι για να υπάρξει. Όχι μόνο αν ταξιδέψουμε εκεί, αλλά επειδή ταξιδεύουμε εκεί, το νησί της ουτοπίας αναδύεται από τη θάλασσα του πιθανού –ουτοπία, πλην όμως με νέα περιεχόμενα».1 


Mε τα παραπάνω λόγια σχολιάζει ο Bloch την ουτοπική παρόρμηση, «την επιθυμία πέραν της επιθυμίας, δηλαδή μια εικόνα ή μια πρόσβλεψη προς αυτό το πλεονάζον και το ουσιώδες που πρέπει να υπάρχει, ασχέτως αυτού που υπάρχει [...]», όπως σημειώνει και ο Στέφανος Ροζάνης2, με αφορμή πάντα το πρώτο κείμενο της ουτοπικής λογοτεχνικής παράδοσης, την Ουτοπία του More, που εκδίδεται το 1516, όταν ακόμη μεσουρανεί το πνεύμα της Αναγέννησης, ενώ προετοιμάζεται σταδιακά ο ερχομός της εποχής της Νεωτερικότητας, δύο σχεδόν αιώνες αργότερα. Ξεκινώντας από την πρώτη αυτή ουτοπία των Νεότερων Χρόνων, η οποία βέβαια έχει τις ρίζες της στη Βίβλο, στην Πολιτεία του Πλάτωνα και σε άλλα κείμενα της αρχαιοελληνικής και λατινικής φιλοσοφίας, ο Ροζάνης, επεκτείνοντας τις απόψεις του Walter Benjamin και του Ernst Bloch3, παρουσιάζει την ουτοπία ως «ομιλούσα εικόνα», δηλαδή ως εικόνα του «τι πρέπει να υπάρχει» με βάση τις απόψεις του οραματιστή. Έτσι λοιπόν, η ουτοπία είναι ένας «ου (=μη) –τόπος», ένας χώρος που δεν υπάρχει, δε συναντάται στη βιωμένη εμπειρία αλλά αποτελεί μια αμφίδρομη κίνηση, από και προς την πραγματικότητα, όπως τη συλλαμβάνει ο εκάστοτε συγγραφέας. Ιδρυτικούς όρους της ουτοπικής παρόρμησης συνιστούν το κατάλοιπο του ανέφικτου και του ανολοκλήρωτου και η επιθυμία της περάτωσης όλων των θετικών απόψεων του συγγραφέα για τον κόσμο στον οποίο ζει, οι οποίες, αν επεκταθούν και γίνουν καθολικές θα συστήσουν μια ουτοπία, μια ευ (=καλά, άριστα) —τοπία του μέλλοντος, μία «εικόνα του πλεονάζοντος και του ουσιώδους»4. Η σύνδεση των όρων «ευτοπία» και «ουτοπία», βέβαια, δίνει ευνόητα την εντύπωση ότι ένας «ευ –τόπος» είναι, ουσιαστικά, ένας «ου –τόπος».
   Αυτή η δυναμική εικονοποιία του ανολοκλήρωτου αποτελεί την κινητήρια δύναμη κάθε ουτοπικής γραφής, η οποία, κατά τον Αντώνη Λιάκο, συνδέει την αρχιτεκτονική του παρελθόντος (ιστορία) με την αρχιτεκτονική του μέλλοντος (ουτοπία)5. Η ουτοπία, δηλαδή, εκτείνεται τόσο στο παρελθόν όσο και στο μέλλον με βάση ένα αφετηριακό παρόν. Από αυτό ο συγγραφέας, φορέας ενός διακειμενικού πλέγματος παρελθόντων κειμένων και εμπειριών, προφητεύει ένα μέλλον γεμάτο ιδεολογικοπολιτικές προσδοκίες (πόθους και όνειρα) του παρόντος. Μπορεί λοιπόν η ουτοπική αφήγηση να φαίνεται αχρονική και ατοπική, αλλά περιέχει διακριτά στοιχεία της ιστορικότητας του συγγραφέα και της εποχής του. Τελικά, ο πολυσυζητημένος λόγος του ουτοπικού είδους φαίνεται να αποτελεί μία (υπερ) προσωπική βλέψη «εκείνου που πρέπει να υπάρχει», το οποίο ξεπερνά την προσωπική επιθυμία, η οποία βέβαια το γεννά, και, συνδεδεμένο με την κρατούσα κατάσταση της ανθρωπότητας, εικονοποιεί ένα καθολικό όραμα, κοινό για όλους, όπως μια θρησκευτική αποκάλυψη ή μια φιλοσοφική ιδέα6.
   Ένα τέτοιο καθολικό όραμα, βασισμένο στις αξίες του Διαφωτισμού, ή μάλλον στις πρώιμες προτάσεις του, αποτελούν η Νέα Ατλαντίς (1627) του Francis Bacon και η Νήσος των Πάιν (1668) του Henry Neville, σημαντικά δείγματα ουτοπικής γραφής των αρχών της Νεωτερικότητας. «Η διαμόρφωση της Νεωτερικότητας έχει ως βασικό θέμα τη διαμόρφωση —επινόηση και αναπαραγωγή— ενός σύγχρονου τρόπου σκέψης για την κοινωνία», όπως σημειώνει ο Peter Hamilton, αναφερόμενος στις ιδέες που συνιστούν τον τρόπο σκέψης των Νεότερων Χρόνων7. Οι ιδέες που συνιστούν τον τρόπο αυτό σκέψης έχουν τις ρίζες τους στα έργα του ίδιου του Bacon, του Hobbes και του Locke (16ος και 17ος αι.), αλλά συστηματοποιούνται από τους «φιλοσόφους» του λεγόμενου αιώνα των Φώτων ή του Διαφωτισμού (18ος αι.). Ο τρόπος αυτός της σκέψης «μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την ίδια την κοινωνία ως κάτι ανώτερο από το άτομο […], ως κάτι μοναδικό, την κοινωνία ως κοινωνικό γεγονός “sui generis”»8. Την ιδέα αυτή, μιας κοινωνίας ανώτερης του ατόμου, τη συναντά κανείς στις πρώιμες αυτές ουτοπίες του Διαφωτισμού, οι οποίες θα αποτελέσουν και την αφετηρία αυτής της εργασίας. Το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist) του Διαφωτισμού περιλαμβάνει, όπως είναι γενικά γνωστό, μία στροφή της φιλοσοφίας, της κοινωνικής δραστηριότητας και πολιτικής, αλλά και της επιστήμης στον άνθρωπο (ανθρωπισμός-ανθρωποκεντρισμός), ο οποίος προικισμένος με τον Λόγο (λογική και γλώσσα-λογοκεντρισμός) έρχεται να φωτίσει όλες τις σκοτεινές πλευρές της άγνοιας και της δεισιδαιμονίας. Οι «φιλόσοφοι» του Διαφωτισμού, φορείς ενός κριτικού ορθολογισμού και με την ιδέα της επιστήμης και της προόδου, επιδίωξαν να γκρεμίσουν και να αντικαταστήσουν καθιερωμένα πρότυπα γνώσης που βασίζονταν στη θρησκευτική εξουσία, όπως π.χ. η βιβλική αφήγηση για τη δημιουργία του κόσμου9. Βέβαια, στις πρώιμες ουτοπίες που θα παρουσιαστούν στη συνέχεια, η θρησκεία —και μάλιστα η ευρωπαϊκή χριστιανική— κατέχει πρωτεύοντα ρόλο στη δόμηση και την εξέλιξη των συγκεκριμένων κοινωνιών, ακόμη και αν αποτελεί επένδυση και τέχνασμα νομιμοποίησης πολλών γεγονότων. Η ανεξιθρησκεία δε φαίνεται να είναι ακόμη ευρέως αποδεκτή, όπως ακόμη δεν αναιρείται η οργάνωση των κοινωνιών αυτών σε τάξεις, σε ένα κοινωνικό σύστημα δηλαδή το οποίο ελέγχεται πάντοτε από ένα πρόσωπο υψηλής ηθικής ή/και φορέα εξουσίας. Η έννοια της τάξης και της σταθερότητας, ο έλεγχος και η διατήρησή της, συνιστούν θεμελιώδεις αξίες στις οποίες ρέπουν και οι δύο ουτοπίες. Είναι αλήθεια ότι «στην πραγματικότητα λίγοι «φιλόσοφοι» ενδιαφέρθηκαν για την ουσιαστική συμμετοχή της μεγάλης μάζας στη διακυβέρνηση της κοινωνίας», ενώ «η κοσμική και θρησκευτική εξουσία διέκριναν συγκεκριμένα επικίνδυνα και επαναστατικά στοιχεία» στις απόψεις του Διαφωτισμού για τα ιδανικά της δημοκρατίας και της ισότητας10. Στις ουτοπίες λοιπόν αυτές, των αρχών της Νεωτερικότητας, παρατηρείται μια ιδιαίτερη (πετυχημένη) προσπάθεια συνδυασμού της θρησκευτικής χριστιανικής πίστης και ταυτόχρονα της ανοχής, της επιστημονικής και κοινωνικής προόδου και τέλος της ανώτατης (θρησκευτικής και κοσμικής) εξουσίας, η οποία γίνεται ευρέως αποδεκτή από τη μάζα. Έτσι, στην ουτοπία του Bacon το «sapere aude» (τόλμησε τη γνώση), του Καντ, γίνεται το βασικό moto ενός θεοκρατούμενου κράτους:
   «Πρόκειται για το στήσιμο ή την ίδρυση μιας αδελφότητας ή εταιρείας που την ονομάζουμε Οίκο του Σολωμόντος, και είναι το καλύτερο ίδρυμα στον κόσμο και, όπως πιστεύουμε, ο φωτοδότης αυτού του βασιλείου. Αποστολή του είναι να παρατηρεί και να μελετά τα έργα και τα πλάσματα του Θεού. […] Επιδιώκουμε να αποκτήσουμε το πρώτο πράγμα που δημιούργησε ο Θεός, δηλαδή το Φως. Να αποκτήσουμε το φως, λέω, της προόδου από όλα τα μέρη του κόσμου11».
   Ο ορθολογισμός και ο εμπειρισμός πορεύονται μαζί με την πνευματική και θρησκευτική εξουσία του απομονωμένου αυτού νησιού που συναντούν οι ταξιδιώτες, καθώς την ανώτατη εξουσία φαίνεται να ασκούν όχι οι άρχοντες αλλά οι θρησκευτικοί παράγοντες του Οίκου του Σολωμόντος, της εταιρείας που μελετά, με τυφλή πίστη στην παρατήρηση και το πείραμα, όλα τα φυσικά φαινόμενα και καταλήγει σε ανακαλύψεις και εφευρέσεις που οι άνθρωποι του 17ου αιώνα, όπου και τοποθετείται το έργο, ούτε καν τις διαννοούνται:
   «Σκοπός του ιδρύματός μας είναι […] η διεύρυνση των ορίων της ανθρωπότητας με στόχο την πιθανή τελεσφόρηση όλων των πραγμάτων. […] Παίρνουμε όρκο σιωπής για τη μη αποκάλύψη όσων αποφασίσαμε να κρατήσουμε μυστικά. Αν και μερικά από αυτά ενίοτε τα αποκαλύπτουμε στους άρχοντες —άλλα όχι. […]»
   Είναι εμφανής από τα παραπάνω η άκρατη πίστη των ανθρώπων αυτών στην ιδέα της προόδου, ότι δηλαδή η φυσική και κοινωνική κατάσταση των ανθρώπων μπορεί να βελτιωθεί με την εφαρμογή της επιστήμης και της λογικής, με αποτέλεσμα ένα διαρκώς αυξανόμενο επίπεδο ευτυχίας και ευημερίας. Ο Οίκος του Σολωμόντος, αποθήκη όλης της γνώσης του κόσμου και βασισμένος στην παρατήρηση και στο πείραμα, μοιάζει τελικά με την Εγκυκλοπαίδεια του Διαφωτισμού, που «αντιπροσώπευε την πεποίθηση ότι με την επιστημονική μέθοδο θα δημιουργούνταν ένας νέος άνθρωπος, που θα κατανοούσε τη φύση και θα κυριαρχούσε επάνω της». Όπως η Εγκυκλοπαίδεια, έτσι και αυτή η ουτοπική εκδοχή της, θέτει τον άνθρωπο στο κέντρο και προσδίδει «οικουμενικό» χαρακτήρα στα συμπεράσματά της12. Ο άνθρωπος και η φύση, ως δημιουργήματα του Θεού, αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο σεβασμό από τους πολίτες και τους επιστήμονες της Νέας Ατλαντίδας, ενώ αυτό γίνεται διακριτό και από τους επισκέπτες στο νησί, αφηγητές αυτής της ιστορίας.
   Ανάλογη έμφαση στην αξία της οικογένειας, του γένους και της φυλής,στην κοινωνία που ξεπερνά τα όρια της ατομικότητας, χωρίς όμως να αναιρεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθένα, καθώς αυτά τη συνιστούν, μέσα όμως σε ένα πρωτογονικό, αρχετυπικό, θα έλεγε κανείς, πλαίσιο, δίνεται και στη Νήσο των Πάιν. Η Νήσος των Πάιν αποτελεί, αν μιλήσει κανείς με σύγχρονους όρους, μία οικο -τοπία. Στην ουτοπία αυτή η υλική ευημερία και η χριστιανική/ηθική εγκράτεια εκφράζονται, όχι μέσα από την επιστήμη, την πρόοδο και το λογοκεντρισμό, αλλά μέσα από τη στροφή στον πρωτογονισμό. Τα πρωτόγονα ένστικτα των ανθρώπων αυτής της κοινωνίας, που ξεκινά από πέντε ναυαγούς σε ένα νησί, έναν άντρα και τέσσερις γυναίκες, και διαιωνίζεται ύστερα από (αρχικά) νομιμοποιημένες αιμομιξίες, δικαιολογούν την ανάγκη για πίστη, για βιολογική διαιώνηση του είδους αλλά και για κυβέρνηση και ταξική σταθερότητα.
   Τόσο στη Νέα Ατλαντίδα, όσο και στη Νήσο των Πάιν, αξίζει τέλος να σημειωθεί η έμφαση που δίνεται στην ανθρώπινη ομοιογένεια, που αποτελεί συστατικό στοιχείο των κοινωνιών αυτών. Κυριαρχεί λοιπόν η πεποίθηση ότι τα βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης είναι παντού τα ίδια. Βέβαια, αν και υπάρχει ανοχή προς τις διαφορετικές θρησκείες, γλώσσες και φυλές, φαίνεται ότι, καθώς ο Διαφωτισμός αποτελεί δυτική επινόηση, η λευκή ευρωπαϊκή φυλή και η χριστιανική θρησκεία υπερτερούν των υπολοίπων, οι οποίες παρουσιάζονται σαν ετερότητες, ανεκτές από το σύστημα, αλλά βρίσκονται σε μία πορεία αφομοίωσης από την ανώτερη λευκή φυλή. Έτσι στο έργο του Bacon, στο νησί ζούσαν αρχικά πολλές διαφορετικές φυλές με πίστη σε ποικίλα θρησκεύματα, αλλά σταδιακά αφομοιώθηκαν, παρά την ανοχή με την οποία αντιμετωπίστηκαν, από τη χριστιανική θρησκεία και την κυρίαρχη φυλή.13 Από την άλλη, στη Νήσο των Πάιν, το ταξίδι τόσο του πρώτου Πάιν, που ναυαγεί στο νησί, όσο και των ταξιδευτών που βρίσκονται εκεί έναν αιώνα αργότερα και παρατηρούν τη δομή της ουτοπικής αυτής κοινωνίας, έχουν χαρακτήρα καθαρά αποικιοκρατικό. Η υποβάθμιση και κατάπνιξη της ετερότητας είναι εμφανής στα παρακάτω και αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της εποχής του Διαφωτισμού, όταν οι διακηρύξεις των δικαιωμάτων και της ισότητας πορεύονταν μαζί με τα σκλαβοπάζαρα και την «επιστημονικά» αποδεδειγμένη ανωτερότητα της λευκής φυλής: «[…] Την αραπίνα, τη λιγότερο μυαλωμένη από τις υπόλοιπες, τη βάλαμε να φυλάει σκοπιά. […] έπεισα τις δύο υπηρέτριες να πλαγιάσουν μαζί μου […] και η τρίτη βρέθηκε επίσης στην ίδια κατάσταση, και δεν έμενε καμία τώρα εκτός από τη νέγρα μου, η οποία βλέποντας όσα κάναμε λαχταρούσε και αυτή να πάρει το μεράδι της. […] [η μαύρη] έμενε έγκυος με την πρώτη φορά που πλαγιάζαμε μαζί (κάτι που γινόταν τη νύχτα αποκλειστικά, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να το ανεχθώ διαφορετικά, παρόλο που εκείνη ήταν από τις ομορφότερες μαύρες που είχα δεί και τα παιδιά που έκανε ήταν το ίδιο ευειδή με όλα τ’ άλλα)14.
   Έτσι, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός του Διαφωτισμού, όπως τον περιγράφει ο Hamilton15, η συνειδητοποίηση δηλαδή από πολλούς φιλοσόφους ότι η ευρωπαϊκή κοινωνία στην οποία ζούσαν δεν αντιπροσώπευε την καλύτερη ή την πιο αναπτυγμένη μορφή κοινωνικής οργάνωσης, αποδεικνύεται εδώ προκατειλημμένος. Σχετικά με την παρατήρηση αυτή, αξιοπρόσεκτος είναι ο ρόλος του επιστημονικού παρατηρητή που αναλαμβάνουν, όταν έρχονται αντιμέτωποι με το εξωτικό και το διαφορετικό. Στο έργο του Bacon τόσο οι επισκέπτες όσο και οι κάτοικοι του νησιού, ζητούν να μάθουν τα πάντα για τον κόσμο που τους περιβάλλει, αναλύοντάς τον βασισμένοι στις σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Σκοπός αυτής της επιστημονικής, σχεδόν, παρατήρησης είναι να προσλάβουν και οι δύο πλευρές ό,τι κρίνουν θετικό από τις κοινωνίες στις οποίες έρχονται σε επαφή και να το ενσωματώσουν στις δικές τους, κάτι που αποτελεί και μία βασική αρχή της ουτοπίας, ως γραπτό ή ως ιδέα16.
   Τελικά, ύστερα από την παραπάνω περιδιάβαση στον κόσμο των ουτοπικών κοινωνιών του Bacon και του Neville, στις δομές τους και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τον κόσμο με τον οποίο τους περιβάλλει, διακρίνει κανείς κάποιες βασικές ομοιότητες ως προς το περιβάλλον της ουτοπίας και ως προς τον αφηγηματικό χαρακτήρα που χαρακτηρίζει το ουτοπικό είδος. Ο εξωτισμός που τις περιβάλλει, η στενή σχέση με τη φύση και τα πλάσματά της, (είτε ως άκρατη εκμετάλλευσή τους στον βωμό της επιστήμης και της προόδου είτε ως στροφή στον πρωτογονισμό) που παίζει καθοριστικό ρόλο στην υλιστική και κοινωνική ευημερία των κατοίκων της, το έντονο θρησκευτικό πλαίσιο και ένα σταθερό σύστημα βασισμένο σε ένα δίκτυο από νόμους και αρχές, που αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερο ενθουσιασμό και θέληση για μεταρρύθμιση και τάξη, τα οργανωμένα εθιμοτυπικά, ο κοσμοπολιτισμός και η πίστη στην αξία της ηθικής, των νόμων και του υλισμού αποτελούν κάποια μόνο από τα συστατικά τους στοιχεία, κινούμενα στο πλαίσιο της πρώιμης Νεωτερικότητας.
   Αν θεωρήσει κανείς ως συνταγή για τη δόμηση μιας ουτοπίας, είτε ως ιδανικού είτε ως κειμενικής καταγραφής, τη συλλογή και την οργάνωση των θετικών στοιχείων της βιωμένης εμπειρίας και του διακειμενικού-πολιτισμικού πλέγματος που φέρει ένας συγγραφέας και η ιστορικότητά του, τότε, η συλλογή των αντίθετων υλικών, των «σάπιων» στοιχείων που επίσης μπορεί κανείς να διακρίνει σε μία κοινωνία και εποχή, δίνει το αντίθετο σκηνικό από το ουτοπικό. Καταλήγει στην εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία, σε μία «παρωδία» της ουτοπικής αφήγησης, τη λεγόμενη δυστοπία. Η δυστοπία, ως ιδέα και κειμενικό είδος, δομείται στις βάσεις ενός εφιαλτικού σκηνικού, το οποίο, είτε φωτίζει και εκτείνει σε υπερβολικό βαθμό τις αρνητικές όψεις μιας κοινωνίας είτε ανατρέπει εξ ολοκλήρου όλα τα ιδανικά τα οποία συστήνουν μια ουτοπία, προσδίδοντάς τους αρνητικά πρόσημα. Σε αυτό το πλαίσιο κινούνται οι δύο λογοτεχνικές δυστοπίες που θα παρουσιαστούν στη συνέχεια, το 1984 του George Orwell (1948) και το Όρυξ και Κρέικ της Margaret Atwood (2003). Μέσα από τα δύο αυτά κείμενα, τα οποία επιτρέπουν να διαφανούν οι ορίζουσες του (ύστερου) μοντερνισμού της λεγόμενης πολιτικής κινητοποίησης και του μεταμοντερνισμού αντίστοιχα (ή η κορύφωση της «νεωτερικότητας» και η θολή έκφανση της «μετανεωτερικότητας» στην τέχνη) και με άξονα το λογοτεχνικό γένος της ουτοπίας-δυστοπίας είναι δυνατό να διαγραφεί ο τρόπος με τον οποίο ανατρέπονται οι λογοτεχνικές και πολιτισμικές αξίες του Διαφωτισμού, όπως αυτές περιγράφηκαν προηγουμένως.
   Βασική διαφοροποίηση της δυστοπικής αφήγησης από την ουτοπική αποτελεί η σύγκρουση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο αγανακτισμένο υποκείμενο και στο σύστημα που το περιβάλλει, η οποία και στα δύο έργα, όπως και στις περισσότερες δυστοπίες, καταλήγει σε παταγώδη αποτυχία. Στο 1984 το σύστημα που κυριαρχεί περίπου στο ένα τρίτο του πλανήτη είναι μονοκομματικό, υπό τον παραπλανητικό τίτλο «Αγγλικός Σοσιαλισμός». Ο πρωταγωνιστής, ο Γουίνστον Σμιθ, ξεκινά να αμφιβάλλει για τις αρχές του Κόμματος και τους απώτερους στόχους της εξουσίας που ασκεί. Αυτή ακριβώς η πρώτη αμφιβολία που του γεννιέται αποτελεί και την εγγύηση της τελικής καταστροφής του, όπως το συνειδητοποιεί και ο ίδιος στις πρώτες σελίδες του έργου:
   «Η Αστυνομία της Σκέψης θα τον έπιανε έτσι και αλλιώς. Είχε διαπράξει —θα το είχε διαπράξει και χωρίς να έχει πιάσει πένα στο χέρι του— το βασικό έγκλημα που περιείχε όλα τ’ άλλα μέσα του. Έγκλημα Σκέψης το έλεγαν»17.
   Το έγκλημα σκέψης σχετίζεται με την καταπάτηση της πρωταρχικής θέσης που επιβάλλει το κόμμα σε όλους τους πολίτες της Ωκεανίας, που ονομάζεται «διπλή σκέψη»: «Να ξέρεις και να μη ξέρεις, να έχεις συνείδηση όλης της αλήθειας και παράλληλα να λες έντεχνα κατασκευασμένα ψέμματα, να έχεις ταυτόχρονα δύο γνώμες που η μία αναιρούσε την άλλη, πιστεύοντας και τις δύο. [...] η ύστατη πανουργία: ενσυνείδητα να πάψεις να έχεις συνείδηση, και μετά να επιβάλλεις στον εαυτό σου άγνοια της πράξης αυτοΰπνωσης που μόλις διέπραξες. Ακόμη και η κατανόηση του όρου “διπλή σκέψη” προϋπέθετε την χρησιμοποίηση της διπλής σκέψης»18.
   Μία άλλη ονομασία της διπλής σκέψης είναι «κατασκευή της πραγματικότητας». Με αυτή την επιβεβλημένη αρχή το κράτος μπορεί να διαμορφώνει, ανά πάσα στιγμή, την πραγματικότητα, το παρόν του κάθε πολίτη, όπως επιθυμεί. Μόνο το παρόν της στιγμής μετράει ουσιαστικά στην εφιαλτική αυτή κοινωνία του Orwell, καθώς, ανάλογα με την εντολή του κράτους, το παρελθόν, άρα και το παρόν και το μέλλον, κατασκευάζεται. Αυτή την κατασκευή της πραγματικότητας, που τελικά μηδενίζει κάθε ιστορικότητα και αναιρεί οποιοδήποτε ντοκουμέντο, αρνείται να δεχθεί ο Σμιθ, υποκύπτοντας στο «Έγκλημα Σκέψης».
   Η δύναμη της προπαγάνδας δε σταματά βέβαια σε αυτό. Επεκτείνεται και στους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, οι οποίοι, όπως διδάσκεται στους πολίτες της Ωκεανίας, αντιμετωπίζονται με τρομερό, αυθόρμητο μίσος. Σε κάθε όψη της προπαγανδιστικής τακτικής του Κόμματος, τα ΜΜΕ, όλα κατευθυνόμενα φυσικά, παίζουν καθοριστικό ρόλο. Φαίνεται, θα έλεγε κανείς σαν το Κόμμα να είχε ενταγμένη στο πρόγραμμά του τη θεωρία του Walter Benjamin για τον κινηματογράφο και τα υπόλοιπα μέσα «μαζικής κουλτούρας»19. Στη δυστοπία του 1984 κάθε «έργο τέχνης», κάθε ταινία, κάθε βιβλίο, κάθε εφημερίδα και κάθε «Δίλεπτο Μίσους», στοχεύουν στην ένταση της προπαγάνδας ενάντια στην υποτιθέμενη εχθρική απειλή και στην αχαλίνωτη, συνεχή κατασκευή της πραγματικότητας. Ως κατεξοχήν φαινόμενα της μάζας, ως λαϊκό θέαμα και μέσο διασποράς ιδεών και δημιουργίας μύθων ή στερεοτυπικών εικόνων, ο κινηματογράφος (και κατ’ επέκταση τα υπόλοιπα έργα τέχνης) ασκεί επίδραση σε ένα μεγάλο κοινό και μεταβάλλει εν τέλει την ποιοτική σύνθεση και πρόσληψη αυτού του κοινού. Απευθύνεται σε μια ομάδα την οποία μεταβάλλει ισοπεδωτικά σε κοινωνία, την αποπροσανατολίζει και τελικά την αναισθητοποιεί. Ό Benjamin τον βλέπει ως το αγαπημένο ιδεολογικό εργαλείο του φασισμού, που με τις μαζικά παραγόμενες εικόνες του που αποθεώνουν πανηγυρικές εκδηλώσεις, επιθυμεί να δημιουργήσει γύρω του μια μυθική «αύρα». Αυτή η δυνατότητα κατευθυνόμενης μαζικής τέχνης επιλέγεται και από το Κόμμα, καθώς βέβαια αγνοείται η θετική χρειά των ΜΜΕ, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική αλλαγή: «[…] Αυτή η διαδικασία των διορθώσεων […] αφορούσε κάθε είδος λογοτεχνίας ή εγγράφου που θα μπορούσε να έχει πολιτική ή ιδεολογική σημασία. Από μέρα σε μέρα, σχεδόν από λεπτό σε λεπτό, το παρελθόν γινόταν παρόν. Έτσι κάθε προφητεία του Κόμματος μπορούσε να αποδειχτεί σωστή με μάρτυρες τα ντοκουμέντα. Δεν επιτρεπόταν να καταχωρηθεί καμιά πληροφορία ή γνώμη αντίθετη προς τις ανάγκες της στιγμής [...]»20.
   Η αναπαράσταση της πραγματικότητας μέσα από πολλές, χαοτικές διαστάσεις, διαφαίνεται στο έργο της Atwood, το οποίο κινείται στον πυρήνα της μετανεωτερικής εποχής. Αν η παγκοσμιοποίηση στο 1984 δεν υφίσταται (ή τουλάχιστον αν το κράτος, που ίσως έχει κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο, δεν την έχει αποκρύψει μέσα από τους εχθρούς που παρουσιάζει), στο Όρυξ και Κρέικ είναι δεδομένη. Το Όρυξ και Κρέικ διαδραματίζεται σε ένα σκοτεινό και απροσδιόριστο μέλλον, κοντά στο 2025 και ανήκει στην επιστημονική φαντασία, υποείδος (sub-genre) της λεγόμενης «λογοτεχνίας του φανταστικού», αν και η ίδια η Atwood πάντοτε αποφεύγει τον όρο και προτιμά να δηλώνει ότι γράφει «speculative fiction» (σκεπτική ή κερδοσκοπική μυθοπλασία)21. Το έργο κινείται σε τρία επίπεδα, τα οποία αποτελούν όλα δυστοπίες και είναι γνωστά από άλλα έργα έργα δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας και τον κινηματογράφο. Υπάρχει έτσι το προαποκαλυπτικό σκηνικό, μία δυστοπία μαζικού καταναλωτισμού, ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου που ελέγχεται από φαρμακευτικές εταιρίες και εμπορικές επιχειρήσεις, που έχουν καταστήσει ολόκληρο τον πλανήτη ένα πείραμα, το αποκαλυπτικό σκηνικό, που ξεκινά από αυτή την «καθοριστική στιγμή», όπως λέει η συγγραφέας, «μετά την οποία τα πράγματα δε θα είναι τα ίδια» και σηματοδοτείται από μια παγκόσμια βιολογική καταστροφή, για την οποία ευθύνεται αυτοβούλως ο Κρέικ, και το μετααποκαλυπτικό σκηνικό, τα απομεινάρια αυτής της καταστροφής, ένας ρημαγμένος πλανήτης, με μόνες μορφές ζωής τον αφηγητή, το Χιονάνθρωπο, πρώην Τζίμι, τους τεχνητούς ανθρώπους που κατασκεύασε ο Κρέικ και τα μεταλλαγμένα ζώα που δημιουργήθηκαν από τις εταιρίες πριν την καταστροφή. Το αφηγηματικό παρόν είναι το μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό, όπου ο Χιονάνθρωπος, μέσα από έναν τριτοπρόσωπο αφηγητή με εσωτερική εστίαση και αφήγηση γεμάτη χάσματα και αναδρομές, χωρίς παρελθόν και μέλλον, φροντίζει τα «Παιδιά του Κρέικ». Ό,τι πληροφορείται ο αναγνώστης για τα τρία σκηνικά, το μαθαίνει μέσα από τα μάτια του Χιονάνθρωπου, ενός διχασμένου μεταμοντέρνου υποκειμένου, που πριν την καταστροφή αυτοαποκαλούνταν «Τζίμι» και τώρα πια προσπαθεί να ανασυνθέσει το παρελθόν του και να διηγηθεί την ιστορία του. Δεν υπάρχει κανένας αποδέκτης παρά μόνο ο αναγνώστης, αφού οι τεχνητοί άνθρωποι είναι πρωτόγονοι, αρχετυπικοί χαρακτήρες, χωρίς συναισθήματα.
   Αν στις ουτοπίες του Διαφωτισμού υπάρχει ένα σταθερό και αξιόπιστο σύστημα και στο 1984 κάθε πτυχή της κοινωνικής και ιδιωτικής ζωής παρατηρείται από ένα θολό αλλά σίγουρο φορέα εξουσίας, το Κόμμα, στη δυστοπία της Atwood δε φαίνεται καμία φανερά οργανωμένη ανώτατη αρχή, παρά μόνο η αξία του χρήματος, του εμπορεύματος, της ακατάσχετης προόδου και της παγκοσμιοποίησης. Το σύστημα του προαποκαλυπτικού σκηνικού είναι αχανές, αν όχι τελικά χαοτικό ή ανύπαρκτο. Δεν υπάρχει καμία σταθερή τάξη πραγμάτων, πέρα από τα Συγκροτήματα, τα οποία στεγάζουν τους εργαζόμενους στις φαρμακευτικές εταιρείες. Μέσα σε ένα τέτοιο Συγκρότημα μεγαλώνει και ο Τζίμι, περιβαλλόμενος από αταξία και ανασφάλεια, ενώ τέτοια ακριβώς είναι και η αφήγησή του. Η αναπαράσταση της πραγματικότητας από τα μάτια του είναι ασταθής και πολυδιάστατη, δε γνωρίζει και ο ίδιος τι είναι πραγματικό και τι όχι από ό,τι υπάρχει τριγύρω του. Αυτή η τακτική της πραγματικότητας ως αναπαράσταση απηχεί στην πρόταση του μεταμοντερνισμού για την αδυναμία του ανθρώπου να προσεγγίσει την καθαυτώ πραγματικότητα, παρά μόνο μέσα από εικόνες, αναπαραστάσεις της, χωρίς ποτέ να φτάνει σε αυτή: «Έχουμε ποτέ γνωρίσει την πραγματικότητα καθαυτή, πέρα από τις αναπαραστάσεις της; Οι προϋποθέσεις μας της κοινής λογικής σχετικά με το “πραγματικό” εξαρτώνται από το πώς το «πραγματικό» περιγράφεται, πώς τίθεται προς συζήτηση και μεταφράζεται. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό όσον αφορά το «πραγματικό» και ποτέ δεν υπήρχε»22.
   Έτσι, στο νεαρό Τζίμι τα πάντα δίνονται μέσα από εικόνες, στις οποίες δίνει έμφαση η πολιτική του μεταμοντερνισμού, εικόνες αποσπασματικές, σημείων μόνο της πραγματικότητας, που καθιστούν απρόσιτη την αναπαράστασή της. Στη δυστοπία της Atwood τα ΜΜΕ συμβάλλουν σημαντικά στην αποτύπωση της παγκοσμιοποιημένης αυτής κοινωνίας, των διεστραμμένων ηθών και των πολυδιάστατων ρόλων που μπορεί να παίξει το υποκείμενο: «Παρακολουθούσαν εγχειρήσεις ανοιχτής καρδιάς live [...] Υπήρχε και μια διεύθυνση με υποβοηθούμενες αυτοκτονίες —kalinihta.com τη λέγανε— […] Οι υποβοηθούμενες αυτοκτονίες αυξήθηκαν δραματικά όταν άνοιξε αυτή η σελίδα στο διαδίκτυο. Λέγανε πως υπήρχε τεράστια λίστα αναμονής από ανθρώπους που ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν περιουσίες ολόκληρες προκειμένου να βγουν και να τα τεζάρουν δοξασμένοι στο Ίντερνετ. Οι τυχεροί διαλέγονταν με κλήρωση. […] Ο Κρέικ έλεγε ότι αυτά τα επεισόδια ήταν στημένα […] Τι γίνεται στ’ αλήθεια και τι όχι, τι είναι πραγματικότητα και τι όχι...»23.
   Η κυβερνοκουλτούρα, όπως παρουσιάζεται στα παραπάνω αποσπάσματα, αποτελεί μία χαρακτηριστική ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η πραγματικότητα στο έργο αυτό κατασκευάζεται «πολιτισμικά», στιγμιαία και αποσπασματικά. Η κοινωνική ζωή, παίρνει τώρα το χαρακτήρα του life style, της αυτοπροβολής, με οποιοδήποτε κόστος, και εμπορευματοποιείται όπως σημειώνει και ο Terry Eagleton: «Η κουλτούρα απέκτησε ζωτική σημασία στις μέρες μας για πολλούς λόγους. Για πρώτη φορά προέκυψε μια εμπορικά οργανωμένη μαζική κουλτούρα, ισοδύναμη με μια επικίνδυνη απειλή για την επιβίωση των αξιών του πολιτισμού. […] [Υπάρχει] η κουλτούρα ως ευγένεια, η κουλτούρα ως ταυτότηα, η κουλτούρα ως εμπορικότητα και η κουλτούρα ως ριζοσπαστική διαμαρτυρία»24.… 


απόσπασμα από το δοκίμιου του Δημήτρη Μανούκα στο τεύχος 30 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. O Δημήτρης Μανούκας είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Τμήματος Φιλολογίας του Α.Π.Θ.

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΗ Στο έργο του Τζ. Μ. Κουτσί, Μαρία Λιλιμπάκη-Σπυροπούλου


Η διερεύνηση και μελέτη σε ό,τι αφορά τη θέση που έχει ο χώρος και η φύση στο έργο του Τζ. Μ. Κουτσί έγινε κυρίως μέσα από τρία έργα του2, τα οποία εκτίμησα ότι αποτελούν μία κλιμάκωση από το μυθιστόρημα στο δοκίμιο. Την πορεία αυτή ομολογεί και ο ίδιος3 ως επιλογή που του επιβάλλει το πέρασμα του χρόνου και οι αντοχές της ηλικίας. Το τέταρτο έργο αναφοράς εκδόθηκε στη διάρκεια συγγραφής του παρόντος και ως το τελευταίο και επομένως το πλέον «ώριμο» και αντιπροσωπευτικό του συγγραφέα συμπεριλήφθηκε στο κείμενο. Η προσέγγιση του θέματος γίνεται κυρίως μέσα από αντικείμενα και θέσεις όπως τα στρατόπεδα, οι φυλακές, η πόλη και η πολεοδομία, τα κτίσματα και τα μετρικά μεγέθη, η γεωγραφία και το περιβάλλον, η αλληγορία και η νοητική αντίληψη του χώρου.

Τα έργα

Η δομή στα έργα του Τζ. Μ. Κουτσί είναι προσεκτικά επεξεργασμένη και στοχευμένη στην οικονομία της, ενώ διατηρεί θεματική και εκφραστική πρωτοπορία. Με τον τρόπο αυτόν η γραφή του συμβάλλει στη σφαιρική θεώρηση του κόσμου όπου θέματα πολιτικά4, κοινωνικά, πολιτισμικά αλλά και υπαρξιακά εκφέρονται ως αιχμές, χωρίς φλυαρίες, για να αποκτήσουν έτσι μεγαλύτερη και βαρύνουσα σημασία.
   Στο βιβλίο Θέρος (Α) τα Σημειωματάρια στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου, συμπυκνώνουν όλο το νόημα που προσλαμβάνουμε στα αυτόνομα μεταξύ τους κείμενα που ακολουθούν ή προηγούνται και παρατακτικά δομούν το έργο καθιστώντας το, μέσω του κεντρικού ήρωα, ενιαίο κείμενο5. Ο βιογράφος του υποτιθέμενου αποθανόντος συγγραφέα Τζον Κουτσί, στην προσπάθεια του να δημιουργήσει ένα ακριβές πορτρέτο του τελευταίου, συνομιλεί με ανθρώπους που θεωρεί πως καθόρισαν την προσωπικότητα του συγγραφέα όταν ήταν περίπου 30 ετών. Αδιάφοροι, σχεδόν όλοι τους, για τη λογοτεχνική του αξία, μέσα από τις διηγήσεις τους, παρουσιάζουν με σοκαριστική σκληρότητα την εικόνα ενός δυσλειτουργικού ανθρώπου6. Η απόδοση του υποτιθέμενου χαρακτήρα του βιογραφούμενου είναι στενά συνδεδεμένη με τον χώρο που ζει και κινείται. Ο χώρος προβάλλεται όχι μόνο ως πλαίσιο αλλά και ως δομικό στοιχείο στην απόδοση της βιογραφίας: ένα από τα στοιχεία που εκφράζουν και παράλληλα διαμορφώνουν την προσωπικότητα του ήρωα. Με την ευχέρεια που του δίνει η λογοτεχνική γραφή (ποιητική αδεία) φαντασιώνεται τον ήρωά του σε τόπους συνυφασμένους με αυτόν έτσι ώστε να λειτουργούν ως αντανάκλαση του προσώπου του, π.χ. η εσωστρέφειά του ταυτίζεται με το ετοιμόρροπο σπίτι που χωρίς γνώση προσπαθεί αδέξια να αποκαταστήσει μόνος του. Επιχειρεί έτσι μία αυτοβιογραφία, έναν απολογισμό ζωής, μια αυτοαξιολόγηση, ίσως σ’ ένα δρόμο αναχωρητισμού, ηθελημένης αφάνειας, μετανάστευσης προς τα έσω7. Προσβλέπει όχι μόνο στο πώς πιθανόν τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι, αλλά και πώς βιώνει ο ίδιος τον εαυτό του.
   Το Ημερολόγιο μιας κακής χρονιάς (Β) οργανώνεται σε τρία μέρη που διαπλέκονται μεταξύ τους αποδίδοντας στο βιβλίο ενιαία μορφή. Αν θεωρήσουμε ενότητα τα 55 δοκιμιακού χαρακτήρα κείμενα, το 2ο μέρος είναι η σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση του συγγραφέα, ενώ το 3ο μέρος αποτελεί η αφήγηση του κεντρικού προσώπου (Άνυα). Η αφήγηση υπεισέρχεται τόσο ώστε να αποδώσει και να αποκαταστήσει την αλήθεια και την ισορροπία στη σχέση των προσώπων όσο και για λόγους μορφολογικούς και οικονομίας: να καταστήσει το έργο πιο ανθρώπινο και οικείο, άρα πιο ελκυστικό και ευανάγνωστο. Χωρίς να μειωθεί η αξία των δοκιμίων, αξιοποιώντας τη μικροκλίμακα ενός οικοδομικού συγκροτήματος, όπου κυρίως διαδραματίζεται η ιστορία, καταφέρνει να δώσει έμφαση στο κεντρικό ερέθισμα αυτό του φόβου του γήρατος και του τέλους. Στο έργο επαναφέρει το ζήτημα της αποξένωσης αναφερόμενος στους κατοίκους των μεγάλων πόλεων όπου άνθρωποι συγκατοικούν για χρόνια χωρίς να έχουν την ευκαιρία να γνωριστούν, με τρόπο ρεαλιστικό χωρίς τον ιδεαλισμό του ποιητή στην αναφορά του «εκεί που ο κόσμος δεν έχει κομματιαστεί από τους στενούς τοίχους των σπιτιών»8. Θέτει ταυτόχρονα τη βεβαιότητα ότι στις καλοσχεδιασμένες πολυκατοικίες δεν είναι εύκολο ούτε καν να εντοπίσεις τους γείτονές σου.9 O ίδιος δεν αφήνει περιθώρια να αποδεχτείς ένα τέτοιο σχεδιασμό κριτικάροντας με ειρωνεία το αποτέλεσμα. Η καθ’ ύψος συγκατοίκηση,10 με διαφορά 25 ορόφων όπου και η οπτική επαφή περιορίζεται, είναι μια μακρινή γειτνίαση.
   Σε ό,τι αφορά το Βίος και Πολιτεία του Μάικλ Κ (Γ), η παρούσα κριτική προσέγγιση θα μπορούσε να προσφέρει μια ακόμα ανάγνωση αν δεν ήταν επικεντρωμένη στο θέμα χώρος11: η αναφορά στον περιβάλλοντα χώρο, συνολική αλλά και σημειακή είναι παρούσα, έντονη και αναγκαία για την οργάνωση και απόδοση της ατμόσφαιρας του έργου —συνηθίζουμε να την αποκαλούμε καφκική. Εδώ ο χώρος είναι αναπόσπαστος παράγοντας, είναι ένας από τους συντελεστές. Για το κεντρικό πρόσωπο με τις τάσεις και τις επιθυμίες του που άλλοτε αποδίδονται ως ένστικτο, άλλοτε ως αύρα ελευθερίας (δεν ανήκω στον πόλεμο12), ο χώρος προβάλλεται ως η συνέχειά του, γίνεται ένα με την επιβίωσή του. Ο ήρωας, συνδεδεμένος με τη γη, εξουσιάζει και διαμορφώνει τον περίγυρό του με πάθος στα μέτρα του. Διεκδικεί μέχρι τέλους την επιστροφή στη γη του, αυτή που αισθάνεται και βιώνει ως το μόνο του κατάλυμα. Ο κυρίαρχος χώρος στοχευμένα εντάσσεται στη φύση ως αντίθεση στον δομημένο χώρο —το καμαράκι της μητέρας του, εσωστρεφές, χωρίς αέρα, ήλιο και θέα, σε διαστάσεις σχεδόν ενός σώματος— έχοντας ταυτόχρονα τον ρόλο να αποδώσει την ατμόσφαιρα και τις αντιστάσεις.
   Στο μυθιστόρημα Η παιδική ηλικία του Ιησού (Δ) αποδίδεται μια χρονική φάση στη ζωή κάποιων μεταναστών, ένα διάλειμμα στην προσπάθεια ένταξης κάπου που δεν ομολογείται, δεν καταγράφεται13. Στους δύο αρχικούς ήρωες προστίθενται ή προσκολλώνται προοδευτικά νέα πρόσωπα, ενώ ιδέες και πεποιθήσεις θέτονται σε αμφισβήτηση από το παιδί σε μία στοχευμένη αφέλεια-ανατροπή. Στο κείμενο μέσα σε μια αργόσυρτη πορεία συναντάμε τα ίδια νοηματικά και εκφραστικά μέσα που συνηθίζει ο συγγραφέας, όπως την αντοχή και άρνηση στην τροφή, τη διαμονή στην ύπαιθρο ή σε πρόχειρα καταλύματα, τη χρήση χώρων συγκέντρωσης ή στρατοπέδευσης, παράλληλα στις νέες έννοιες όπως καλή προαίρεση, υπέρτατος σκοπός, καινούρια ζωή14. Οι εσωτερικοί χώροι παρουσιάζονται απογυμνωμένοι σε πλήρη αντιστοιχία με τους χαρακτήρες και τα συναισθήματα των ηρώων.

Χώρος και φύση

Και στα τέσσερα έργα που προαναφέρθηκαν η αλληγορία είναι χαρακτηριστική, αφανής πρωταγωνίστρια, ενώ η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός λειτουργούν με τρόπο που εξισορροπεί τον βαθύ προβληματισμό των δοκιμιακών κειμένων. Καλύτερα δε θα μπορούσε κανείς να το πει από τον ίδιο15: «η παραμονή σου στο στρατόπεδο δεν ήταν παρά μια αλληγορία, αν την ξέρεις αυτή τη λέξη. Ηταν μια αλληγορία —για να σου το πω επιστημονικά— για τον τόσο σκανδαλώδη, τον τόσο εξοργιστικό τρόπο με τον οποίο ένα νόημα μπορεί να εγκατασταθεί σ’ ένα σύστημα χωρίς να αποτελέσει όρο του συστήματος». Στο πνεύμα του συμβολισμού χρησιμοποιούνται τολμηρά μέσα όπως η χαραμάδα, η ρωγμή στους αριθμούς16, ως χάσμα σε παραδεκτές αρχές, ή ρήξη με τον συντηρητισμό και το κατεστημένο.
   Οι περιγραφές, η αξιοποίηση των χώρων και της σημειολογικής τους έννοιας είναι διακριτές και προβάλλουν πολύτιμες για την οικονομία των έργων. Η κλίμακα αναφοράς του συγγραφέα ποικίλει από τις αρχές της οικολογίας και την περιγραφή της πόλης έως την καταγραφή των αντικειμένων ενός κομοδίνου17. Συνδέει τα δρώμενα με τον χώρο και εξαρτά τη γνώση, εν προκειμένω της ιστορίας, από τον τόπο. Αγαπημένοι του τόποι τα αγροκτήματα και οι μικρές πόλεις της ενδοχώρας, όπου η κλίμακα των αλλαγών είναι τέτοια, ώστε η δυναμική τους να μπορεί να εκτιμηθεί και να ελεγχθεί18. Οταν αλλάζει θέμα, η πρώτη του ενέργεια είναι η περιγραφή του χώρου19, η απεικόνιση της οργάνωσης του περιβάλλοντος, φυσικού και μη και η γενική εντύπωση που αποπνέει (βλ. συμπαθητικό δωμάτιο, σκυθρωπή σάλα κλπ) επι πλέον της τυπικής καταγραφής της διαμόρφωσης και του εξοπλισμού. Το σκηνικό που στήνεται συμβάλλει στο έργο και στους χαρακτήρες των ηρώων.
   Επανερχόμενοι σε ό,τι σημειώνεται παραπάνω για το νοηματικό περιεχόμενο και την κοινωνική άποψη του Κουτσί θα αναφερθούν επιλεκτικά κάποιες καταστάσεις, έννοιες και θέσεις με περιεχόμενο που διαφέρει σε βαθμό έντασης και συμμετοχής στο κάθε έργο, ανάλογα με τις προθέσεις και τη σχετική με το αντικείμενο ευαισθητοποίηση του συγγραφέα.
   Ήπια αλλά και αιφνιδιαστικά εισάγει την κριτική του πάνω στο ζήτημα του Απαρτχάιντ20, όπως όταν μιλά για τη χρήση χώρων αναψυχής μόνο από λευκούς ή πολύ περισσότερο για τον κοινωνικό εξοπλισμό, διαχωρισμένο για λευκούς και έγχρωμους, έκφραση στον χώρο της κοινωνικής ανισότητας. Αν και πολλοί θα θεωρήσουν την οικολογική άποψη κοινοτυπία, δεν μπορεί να αγνοηθεί καθώς είναι διακριτή και σημειακά εμφατική στο έργο του. Γράφει λοιπόν: «σε μια κοινωνία αρκούντως ουτοπική θα συνέβαιναν πράγματα όπως, το κλείσιμο των ορυχείων, η ανασκαφή των αμπελώνων, η κατάργηση του αυτοκινήτου, η οικουμενική χορτοφαγία, η ποίηση στους δρόμους»21: οι οικολογικού χαρακτήρα πεποιθήσεις είναι σαφείς.
   Ο συγγραφέας περνά άνετα, χωρίς συμπλέγματα και αναστολές από τις πολιτικές και κοινωνικές έννοιες στα απλά και ασήμαντα: «Μετά τη βροχή ο Κ σπρώχνει τα πολλά νερά στο μπαλκόνι και ξεβουλώνει τις βουλωμένες υδρορροές»22... Απλές καθημερινές δράσεις δοσμένες στην λεπτομέρειά τους που όμως τονίζουν τη σύνδεση με τον χώρο και το άμεσο περιβάλλον.
   Τέλος τα αντιπολεμικά αισθήματα που τόσο αθόρυβα θέτει στα κείμενά του: «στο κάτω κάτω για ποιό λόγο αρχίσαμε αυτόν τον πόλεμο αν όχι για να αυξήσουμε το άθροισμα της ευτυχίας στην οικουμένη;» Ή αλλού: «η περίοδος του πολέμου είναι περίοδος αναμονής». Και αποφασιστικά: «Εγώ δεν είμαι στον πόλεμο»23.
   Ενώ ένα άλλο ζήτημα ανάλογο του προηγούμενου, η οικουμενικότητά του24 αλλά και η φιλοσοφία που δηλώνει ότι προτιμά25. «Ό,τι έρχεται από τη γη είναι ολωνών. Είμαστε όλοι παιδιά της γης», ταυτίζεται με την προσωπικότητα ενός νομπελίστα ή καλύτερα αιτιολογεί τη βράβευσή του με ένα θεσμό που συχνά λέγεται ότι εξυπηρετεί σκοπιμότητες.
   Σε αντίθεση με την οικουμενικότητα, συχνή είναι η παρουσία στα κείμενα του Τζ. Μ. Κουτσί των τόπων και γενικά της έννοιας του εγκλεισμού, του ασφυκτικού περιορισμού, της φυλακής, όπως δηλώνεται με τα χωρικά μέσα που μεταχειρίζεται, αλλά και με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που υιοθετεί26. Για τα στρατόπεδα, τις περιοχές που δεν λείπουν από καμιά χώρα, που ίσως δε θα λείψουν ποτέ, γράφει: «Ή μήπως δεν θα κλείσει ούτε τότε το στρατόπεδο, αφού τα στρατόπεδα με τους ψηλούς τοίχους όλο και σε κάτι χρησιμεύουν»27. Κι αλλού: «Στρατόπεδο είναι εδώ, όπου στήνουμε στα πόδια τους ανθρώπους και τους στέλνουμε να δουλέψουν»28. Είναι φανερό από τα λεγόμενά του ο πραγματικός σκοπός της διατήρησης των γηπέδων αυτών… Αξίζει  όμως να παρουσιασθεί ολόκληρο το κείμενο: «Τώρα έχουν τα στρατόπεδα για τα παιδιά που οι γονείς τους το έσκασαν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που βγάζουν αφρούς από το στόμα και βαράνε κλωτσιές στον αέρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους με μεγάλο κεφάλι και για τους ανθρώπους με μικρό κεφάλι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν έχουν τρόπο να συντηρηθούν, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που τους έδιωξαν από τη χώρα, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζουν στους υπονόμους, στρατόπεδα για τα κορίτσια του δρόμου, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που δεν ξέρουν πόσο κάνει δύο και δύο, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ξεχνάνε τα χαρτιά τους στο σπίτι, στρατόπεδα για τους ανθρώπους που ζούνε στα βουνά και ανατινάζουνε γεφύρια τις νύχτες. Ισως τελικά αρκεί και με το παραπάνω να είσαι έξω από τα στρατόπεδα, έξω από όλα τα στρατόπεδα ταυτόχρονα. Ισως από μόνο του αυτό είναι για την ώρα μεγάλος άθλος. Πόσοι άνθρωποι έχουν μείνει που να μην είναι κλεισμένοι πίσω από τα σύρματα ή που να μη φυλάνε σκοπιά στην πύλη; Εγώ τη γλίτωσα από τα στρατόπεδα —ίσως αν κάνω τον ψόφιο, να τη γλιτώσω και από τη φιλανθρωπία. Και για να μην έχει κανείς αυταπάτες: Δεν είναι ντροπή να είσαι κουτός. Τα κουτορνίθια τα κλείσανε μέσα πριν από όλους τους άλλους»29. Αποδίδει έτσι την καθολικότητα του εγκλεισμού, του περιορισμού, της φυλάκισης, με τα θύματα που καταγράφει, με την περιγραφή της ατμόσφαιρας του στρατοπέδου30, ως χώρου-συμβόλου του περιορισμού και της αυταρχικότητας και παραπέμπει στην επανένταξη, όχι εκούσια πάντα, όχι αθώα: «δεν θέλω να είμαι σε στρατόπεδο αυτό είναι όλο»31, μια δήλωση ξεκάθαρης απαίτησης. «Μα ναι είναι ο τόπος που ακουμπάνε τους ανθρώπους για να τους ξεχάσουν»32· πολλαπλές αξιολογήσεις ενός χώρου που θα μπορούσε να έλειπε από τις πόλεις και την περιφέρεια επίσης. Στρατόπεδα, φυλακές, περιφράξεις, ένας συνεχής εγκλεισμός33, όλα υπαινίσσονται τη βία και την καταστολή. Κι ακόμα χειρότερα, ότι δύσκολα μπορείς να κρατηθείς μακριά από τα στρατόπεδα. Αυτό που απομένει ίσως δώσει τη λύση...34. Σε αυτό το καθεστώς αναρωτιέται ποιος είναι ο ξενιστής και ποιος το παράσιτο ανάμεσα στα δύο, την πόλη και το στρατόπεδο35. Με αφορμή την περιγραφή των φυλακών (Πάλσμορ)36, αναφέρεται στη χωροθέτησή τους και τους μετασχηματισμούς της πόλης. Εκτός αστικού ιστού το συγκρότημα εγκλωβίστηκε με την επέκταση της πόλης και απρογραμμάτιστα εντάχθηκε στην προνομιούχα περιοχή των προαστίων σε πλήρη αντίθεση με τη φυσιογνωμία της περιοχής. Το κοινωνικό πρόσωπο του χώρου όπως πασχίζει να προβάλλει η εφησυχασμένη τάξη των αστών, έρχεται σε αντίθεση συχνά με την πραγματικότητα, αυτή ακριβώς που η ίδια επιδιώκει να αποβάλλει ή να κουκουλώσει (π.χ. φυλακές, κέντρα απεξάρτησης, θέσεις συγκέντρωσης απόρων κ.ά. σε αστικές περιοχές). Η κυκλοφορία λόγω της λειτουργίας αυτής είναι ό,τι απόμεινε στη μνήμη της πρώτης αφηγήτριας-ηρωίδας και συγκεκριμένα η μεταφορά των φυλακισμένων, η πλέον άμεση επαφή τους με το κοινό, επαφή αναπόφευκτη και υποκριτική. Ως χώροι εγκλεισμού όμως παρουσιάζονται και ο καταυλισμός, το ειδικό σχολείο καθώς και το αναρρωτήριο των λιμενεργατών (Δ). Είναι συχνή η οργάνωση της πόλης για καινούριους      ανθρώπους από συγκροτήματα με χρήση κατοικίας (π.χ. Recidencia)37   αλλά και από καταυλισμούς, αναρρωτήρια κ.ά.
   Αν και δε δηλώνεται στα βιογραφικά του στοιχεία κάποια σχέση με γνώσεις τεχνικές περιγράφει με ακρίβεια την κατάσταση του οικείου χώρου, στη συγκεκριμένη περίπτωση του σπιτιού που διαμένει, τη χρονολόγησή του, την κλίμακα και την παθογένειά του, τα υλικά δόμησης38, πράγμα που μαρτυρεί τη σημασία που έχει για αυτόν. Δεν πρόκειται για το μοναδικό τεχνοκρατικό σημείο39. Συχνά καταγράφονται μετρικά μεγέθη, αναλογίες, δείκτες κ.ά. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά από τον συγγραφέα στο ζήτημα της εξασφάλισης στέγης και κυρίως μέσω της ιδιοκατασκευής (της αυτοστέγασης). Η ιδιοκτησία της γης και κάθε δομημένης επιφάνειας, ένα θέμα σύνθετο τόσο από κοινωνικής όσο και από οικονομικής άποψης, προβάλλεται από την άποψη του πατροπαράδοτου, του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος στη γη. Για αυτόν η προσήλωση στη γη και η καλλιέργειά της διασφαλίζουν την κυριαρχία, την κατοχή, την ουσιαστική κυριότητα. Με τον δικό του τρόπο διεκδικεί απέναντι στην πόλη-κοινότητα, για αυτό και η κραυγή40, «ποιος σας χτίζει σπίτια όταν δεν έχετε πού να μείνετε;»
   Επιχειρεί την περιγραφή μιας πόλης σε παρακμή41, με τα μισά σπίτια ακατοίκητα, πόλη που σου δίνει την ευκαιρία να κερδοσκοπήσεις αγοράζοντας ακίνητο, ένα μελαγχολικό σπίτι σε καταθλιπτική γειτονιά. Το περιβάλλον όπως το περιγράφει ανταποκρίνεται στο είδος της σχέσης των προσώπων στο κείμενο, σχέση αδιέξοδη και μάταιη. Η λάσπη που κάνει την εμφάνισή της εδώ —εικόνα που προβάλλει έντονα και επανειλημμένα στο Γ — εισάγει τον βάλτο, παραπέμποντας στην αλληγορία του στο βάλτωμα, στη στασιμότητα. Οταν θίγει τη διαδικασία επέκτασης της πόλης42, ανάλωσης του αγροτικού τοπίου: «όλα αυτά τα σπίτια ήταν αγροκτήματα κάποτε, μετά κατατμήθηκαν και πουλήθηκαν σαν οικόπεδα», είναι σα να μιλά χωρίς περιστροφές για την αιώνια παραγωγή του οικιστικού χώρου. Θεωρεί την πόλη ως σύνολο, ως σύστημα και η έξοδος από αυτήν σημαίνει χωρική και νοητική αναχώρηση με τις πολλαπλές και αμφισβητήσιμες διεξόδους που δίνει μια κατάσταση ανατροπής: «δε γίνεται να έχουν μπλοκάρει όλους τους δρόμους που σε βγάζουν από την πόλη...» Περιγράφει κάποιους από τους δρόμους αυτούς καθώς και βίαια επεισόδια με τις φάλαγγες και τα εξαγριωμένα παιδιά που σε αντίστιξη με τις στάσεις των υπό αποχώρηση ηρώων, επιτείνουν την κατάσταση ασφυξίας και πολιορκίας43. Σκιαγραφεί μια περιοχή ρημαγμένη (από τον πόλεμο), με υπό κατεδάφιση κτίρια μετά από πυρκαγιά, με ιστορικό καταλήψεων από συμμορίες του δρόμου: ο χώρος που περιγράφει αποδίδει εκτός από την υφιστάμενη κατάσταση, τα αίτιά της και την κοινωνική της ανταπόκριση44. Ετσι προχωράει στον πρώτο από τους πυλώνες —πεμπτουσία του έργου: «το σχέδιο να εγκαταλείψει μια ελάχιστα υποσχόμενη πόλη και να επιστρέψει στη γαλήνια ύπαιθρο της παιδικής ηλικίας» (όραμα αρχικά της μητέρας του καταλήγει να γίνει και δικό του)45. .....


Απόσπασμα από το δοκίμιο της Μαρίας Λιλιμπάκη-Σπυροπούλου που δημοσιεύεται στο τεύχος 30 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η Μαρία Λιλιμπάκη-Σπυροπούλου είναι Δρ αρχιτέκτων, αρχαιολόγος.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ «ΕΓΩ» ΩΣ ΕΠΙΝΟΗΣΗ - Αγγελική Δημουλή









Μέσα από την ποίηση του Λαπαθιώτη, του Ουράνη, του Παπαντωνίου, του Μελαχρινού, του Μπάρα και των υπόλοιπων νεορομαντικών και μετασυμβολιστών ποιητών του Μεσοπολέμου, θα δούμε πώς το ποιητικό υποκείμενο το οποίο έχει πλήρη συνείδηση της ετερότητάς του, επιλέγει να την εκφράσει υιοθετώντας προσωπεία. Το ποιητικό υποκείμενο εντοπίζει την ετερότητά του, τη συνειδητοποιεί, την εσωτερικεύει μέσω συγκεκριμένων διαδικασίών και τελικά τη μετατρέπει σε έργο.
   Η ετερότητα ως έννοια άπτεται μεθοδολογικά της θεωρίας του Εmmanuel Levinas έτσι όπως αναπτύχθηκε στα βιβλίο του Le temps et l’autre1 και στο Altérité et transcendance.2 Μέσα από τη φιλοσοφία του Levinas, ο οποίος έχει έχει ασχοληθεί εκτεταμένα με την έννοια της ετερότητας σε μεταφυσικό επίπεδο, θα χρησιμοποιήσουμε την ερμηνεία της ετερότητας ως τον ορίζοντα του περάσματος από τη γνώση του «είναι» στην πιο σύνθετη γνώση του «υπάρχειν» μέσω της κατανόησης του άλλου ως έννοιας αφηρημένης αφενός και αφετέρου, μέσω της κοινωνικότητας ως υπάρχουσας σχέσης με τον άλλο.3
   Οι ποιητές, ζουν και δημιουργούν στη νεοελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου, μιας ταραγμένης από κάθε άποψης εποχής στην οποία είναι βαρύς ο ίσκιος της καταστροφής του 1922 είναι λογικό η ποίησή τους να εμπνέεται από την αβεβαιότητα της εποχής.
   Η εικόνα μετά το ’22, εξωτερικά, «παρουσιάζει μια παραδοξότητα».4 Είναι αναπόφευκτο οι ποιητές να εμφανίζουν κάποιες παραδοξότητες και οι ίδιοι, που τους αναγκάζουν ως ευαίσθητους κοινωνικούς δέκτες των  αλλαγών, να προσλαμβάνουν τα κύματα, και μη μπορώντας να αντέξουν την ορμή τους εμφανίζονται με όποια μορφή μπορεί να τους διασφαλίσει μια δυνητική σωτηρία.
   Μέσω της ευαίσθητης ετερότητάς απορροφούν τα κύματα των κοινωνικών αναταράξεων και καταλήγουν να δημιουργούν οι ίδιοι μια άλλη ατομική ετερότητα διαφορετική από την προηγούμενη, αποκύημα της ευαίσθητης φύσης τους και συνώνυμη της ποιητικής δημιουργίας. Αυτές οι εκφάνσεις της ετερότητας αποτελούν τις όψεις του ίδιου νομίσματος.
   Η ετερότητα των ποιητών, αυτή η οποία ξεκινά από τους ίδιους, θα λέγαμε επίσης ότι σχετίζεται σε ένα πρώτο πλάνο, άμεσα, με την αντίληψη των άλλων. Για να μπορέσει ο ποιητής να δει τον εαυτό του ως άτομο, ως ξέχωρο Υποκείμενο πρέπει να μπει στη διαδικασία αναγνώρισης του άλλου, είτε ως εναντίου είτε ως συμμάχου είτε του άλλου ως μέρος του ίδιου του εαυτού του. Κατασκευάζει δηλαδή μια ετερότητα η οποία εφορμάται από τον ίδιο του τον εαυτό και κατευθύνεται προς τους άλλους.
   Στους μετασυμβολιστές ποιητές, ο άλλος αρχικά είναι η κοινωνία. Είναι, το σύνολο των ατομικοτήτων, που αδυνατούν να κατανοήσουν τον ποιητή και να τον αποδεχτούν ως υπαρξιακά αυτόνομο ον και τον αντιλαμβάνονται άλλοτε ως τρυφερή ανάμνηση ύπαρξης, άλλοτε ως φορέα αναψυχής και άλλοτε τον αγνοούν παντελώς.
   Έτσι, για να προχωρήσουμε πρέπει να ορίσουμε σχηματικά ένα χώρο μεταξύ του άλλου και του ποιητικού Υποκειμένου και θα λέγαμε ότι είναι το κενό που ο Levinas αποκαλεί υπόσταση (hypostase) και ορίζεται ως την ανώνυμη κατάσταση μέσα στην οποία εμφανίζεται ένα Υποκείμενο με την απόλυτη γνωση ενός ατομικού «υπάρχειν». Αλλά για να αποκτήσει το Υποκείμενο τη γνώση του «υπάρχειν»,  εφόσον τη γνώση του «είναι» την κατέχει βιωματικά, πρέπει να ταυτοποιηθεί και αυτό μπορεί να συμβεί μονάχα μέσω της ματιάς του άλλου.
   Το «είναι» του ποιητικού υποκειμένου καθορίζεται από τη μοναξιά του εφόσον το ίδιο παρουσιάζεται ως αέναη μονάδα5 που δίχως τον άλλο δε μπορεί να διαπεράσει το «είναι» του περνώντας έτσι στο ανώτερο επίπεδο του «υπάρχειν»6. Και εφόσον το γεγονός της συνειδητοποίησης της υπόστασης ανήκει ως πράξη αποκλειστικά στο παρόν, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί οι μετασυμβολιστές ποιητές βιώνουν στο παρόν τους μια εξαιρετικά βαθιά δυσθυμία και γιατί ο μόνος χώρος ψυχικής ανάπαυλας βρίσκεται σε ανάδρομες σκέψεις του παρελθόντος.
   Δεδομένου του γεγονότος ότι δεν υπάρχουμε ποτέ μόνοι μας7 αλλά είμαστε περιτριγυρισμένοι από όντα και πράγματα με τα οποία διαπραγματευόμαστε σχέσεις με ποικίλους τρόπους, όπως με τις αισθήσεις, με τη συλλογική εργασία και ιδωμένες οι σχέσεις αυτές με μια μεταφυσική ματιά, χαρακτηρίζονται μεταβατικές: αγγίζοντας ένα αντικείμενο βλέπουμε τον Άλλο δίχως όμως εμείς να γίνομαστε ο Άλλος. Η υπόσταση λοιπόν είναι ακριβώς η συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι υπάρχουμε αλλά ως μονάδες, δηλαδή μέσα σε μια αιώνια μοναξιά μολονότι ή επειδή υπάρχουν άλλοι.
   Μοιραία λοιπόν, οποιαδήποτε γνώση από το σημείο της συνειδητοποίησης αυτής και έπειτα δε θα δημιουργεί ποτέ την ευφορία της άγνοιας που υπήρχε στο παρελθόν, όταν δεν ξέραμε. Κατά συνέπεια και οποιαδήποτε σκέψη ή συναίσθημα αφορά στο παρόν ή στο μέλλον διακατέχεται από τη γνώση η οποία δεν προκαλεί στη συγκεκριμένη περίπτωση παρά αβεβαιότητα. Γεννιούνται ερωτήματα ασταθή όπως το πώς οι άλλοι αντιλαμβάνονται την ποιητική προσωπικότητα, το τι είναι ο ποιητής.
   Ο ποιητής από αυτή την οπτική μπορεί να ιδωθεί  υποστασιακά σαν ένα ον μεταξύ πολλαπλών προσωπικοτήτων αφού στο παρόν στο παρελθόν και στο μέλλον υπάρχει αναπόφευκτα και με άλλη μορφή αλλά και με άλλη ψυχική διάθεση. Μια από τις περισσότερο επαναλαμβανόμενες μορφές εμφάνισης των μετασυμβολιστών ποιητών είναι να παρουσιάζονται με προσωπεία. Το σύνολο των προσωπείων αποτελεί μονάχα μια από τις παράμετρους παρουσίασης των ποιητικών υποκειμένων και με βάση την ποίηση τους τα πιο συχνά επαναλαμβανόμενα είναι αφενός ο περιπλανώμενος περιπατητής κι αφετέρου ο παλιάτσος.
   Τα προσωπεία αυτά εναλάσσονται στους ποιητές με το πραγματικό τους πρόσωπο διαμορφώνοντας μια εναλλακττική πραγματικότητα μέσα στο ίδιο το ποίημα.

O περιπλανώμενος περιπατητής

Οι μετασυμβολιστές ποιητές δυσθυμούν με την περιρρέουσα κοινωνική κατάσταση που τους περιβάλλει και καθώς δεν ανήκουν σε μια ποιητική γενιά με συγκεριμένη ποδηγεσία8 βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε αρνητικές συντεταγμένες και παγιδευμένοι σε όρια που δεν επέλεξαν οι ίδιοι και τα οποία συχνά είναι δυσβάσταχτα όπως διαπιστώνει και ο Μήτσος Παπανικολάου:9
    Τί μένει; Τί μένει;
    Μιά νύχτα γεμάτη φωνές τήν πόλη τυλίγει.
    Οι δρόμοι είναι τρόμος. Γιά πάντα έχουν φύγει
    οι αγαπημένοι.

    Μας λύγισε η πείνα...Μας τσάκισε ο πόνος...
    Μας έριξε κάτω κι εδώ μας πατάει
    ο νόμος...ο νόμος...
    Κανείς πιά στη νύχτα δεν μας τραγουδάει
    κανένας δυό λόγια γλυκά δεν μας λέει
    η μάνα μας κλαίει.

Μέσα από την ποίηση των μετασυμβολιστών αναδύονται η αποκαρδίωση και η κόπωση10 της καθημερινότητας που σε συνδυασμό με τη διάχυτη κοινωνική αβεβαιότητα επιτρέπουν στους ποιητές να περιπλανώνται στην πόλη τους. Η αιτία της εξόδου από το σπίτι και η έναρξη της περιπλάνησης είναι καθαρά ρεαλιστική, εξωτερικής προέλευσης, δηλαδή η επιθυμία αποφυγής της πραγματικότητας έτσι όπως εκείνη τους καταπιέζει στους εσωτερικούς χώρους11. Στην εποχή των μετασυμβολιστών ποιητών η χρήση του αυτοκινήτου δεν ήταν διαδεδομένη καθώς και τα μέσα μεταφοράς ήταν ασφυκτικά γεμάτα, το να επιλέγει ο ποιητής να περπατήσει ήταν περισσότερο μια πρακτική διευκόλυνσης της καθημερινότητας.
   Έτσι λοιπόν, η άσκοπη βόλτα στο αστικό τοπίο, το κάθε βήμα του ποιητή μακριά από το σπίτι, δεν αναιρεί τα δεινά του αλλά τα επιβεβαιώνει. Όπως παρατηρεί ο Κλέωνας Παράσχος συνειδητοποιεί ότι είναι ξένος μέσα στο πλήθος, χλωμός από τις κακουχίες, μόνος πολύ που διαρκώς περιμένει τον άλλο για να μιλήσει αλλά που δεν έρχεται ποτέ. Και έτσι η στροφή του δρόμου γίνεται συνώνυμο του αδιέξοδου, του τέλους. Ο ποιητής δεν ανακουφίζεται ποτέ, ούτε στους εσωτερικούς ούτε στους εξωτερικούς χώρους:
    Μιας γαλανής στα βάθη μου τα λόγια εφέγγανε βραδειάς▪
    θωπείες γλυκές από παντού να μώρχονται αισθανόμουν,
    αρώματα άφραστα, βαθιοί λικνιστικοί σκοποί,
    πού στήν ψυχή μου αργόλυωναν τη λιγοθυμισμένη...

    Και πάντα εβάδιζα χλωμός, μέσα στα πλήθη τα χλωμά▪
    ως πού έξαφνα ένοιωσα πώς μέσα εκεί ’μουν ένας ξένος.
    Ξένος που ό,τι κι’αν έλεγε δε θα τον άκουγε κανείς.
    Κι’ αρώματα άφραστα με πλημμυρίζανε, κι ολοένα
    μιας γαλανής στα βάθη μου τα λόγια ανθίζανε βραδειάς,
    κι’ ένοιωθα ρόδα κάπου εκεί να φλέγονται σιμά μου...

    Χλωμός απ’το χαρούμενο μεγάλο χτυποκάρδι
    μιας ευτυχίας απίστευτης θα καρτερούσα εκεί,
    σε μιαν απόμερη καμπή του ερημικού του δρόμου:
    [...]Και μές στο δείλι το στερνό που θάλυωνε αχνό φως
    αργά θα επαίρναμε το βραδυσμένο μονοπάτι...

Το πλήθος της πόλης, ως ανώνυμος και μαζικός όγκος, είναι αναπόφευκτη συνέπεια της αστικής σκηνοθεσίας και προκαλεί δυσφορία στον ποιητή. Η μοναξιά του είναι επιβεβλημένη και αναπόφευκτη είτε βρίσκεται εντός του κοινωνικού συνόλου είτε βρίσκεται εκτός. Μολαταύτα η άσκοπη περιήγηση του δίνει την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη μοναχικότητά του και ταυτόχρονα να καταστεί παρατηρητής του αστικού τοπίου.
   Στην περιήγηση ο ποιητής παρατηρεί τον εξωτερικό κόσμο. Συχνά βρίσκει το αντίδοτο στη θλίψη του και στην πλήξη του. Όπως και για τους γάλλους ποιητές του τέλους του προηγούμενου αιώνα ο ποιητής του ’20 βρίσκει στο δρόμο «ένα διαμέρισμα»12. Ο δρόμος του προσφέρει τις προσόψεις των σπιτιών όπου ο ποιητής αισθάνεται όπως οι αστοί μέσα στα σπίτια τους. «Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι ο χώρος όπου αποθέτει το τετράδιό του με τις σημειώσεις»13 και μολονότι συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί μέσα στο αστικό περιβάλλον είναι σα να επανευφευρίσκει μέσα στον ορισμένο χώρο της πόλης, τον δικό του ποιητικό χώρο, ο οποίος τροφοδοτείται από τις παραστάσεις του άστεος. Ο δρόμος και ο εξωτερικός χώρος γίνεται «η γωνιά του ποιητή μέσα στον κόσμο»14 γεγονός που προωθεί την παρατήρηση δράσεων.
   Για παράδειγμα, η θεματική των περαστικών γυναικών συναντάται σε πολλούς ποιητές της εποχής. Πέραν από τον Baudelaire που εγκαινίασε όχι ακριβώς τη θεματική της περαστικής γυναίκας αλλά κυρίως το αστικό πλαίσιο, τη σκηνοθεσία μέσα στο οποίο εκείνη εμφανίζεται και παρουσιάζει με το σονέτο του «Σε μια διαβάτισσα»15 την ίδια θεματική συναντάμε μερικές δεκαετίες αργότερα και στον Ουράνη, στον Στυλιανό Αλεξίου, στον Τέλλο Άγρα, στον Γιάννη Σκαρίμπα αλλά και στον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Η Μπωντλερική επιρροή σ’αυτή τη θεματοποίηση της περιπατήτριας γυναίκας είναι έκδηλη.
     Στο γύρισμα του αιώνα και λίγο αργότερα, αρχίζουν στην Ελλάδα να κυκλοφορούν οι γυναίκες μόνες τους περνώντας μέσα από πάρκα και σταθμούς16 και δίχως αυτό να σημαίνει οτι είναι υπηρέτριες ή πόρνες17. Οι «Περαστικές» του Ουράνη συνοψίζουν το πνεύμα του ποιητή που παρατηρεί αυτές τις γυναίκες που ωστόσο δε μοιάζουν σε τίποτα με τις άυλες μορφές του ρομαντισμού, κι αυτό είναι άλλη μια ένδειξη της μετασυμβολιστικής θεματικής και της ρήξης της με την προηγούμενη γενιά:

    Γυναίκες, που σας είδα σ’ένα τραίνο
    τη στιγμή που κινούσε γι’άλλα μέρη▪
    γυναίκες, που σας είδα σ’άλλου χέρι
    με γέλιο να περνάτε ευτυχισμένο▪
    γυναίκες, σε μπαλκόνια να κοιτάτε
    στο κενό μ’ένα βλέμμα ξεχασμένο
    ή από ένα πλοίο σαλπαρισμένο
    μ’ένα μαντήλι αργά να χαιρετάτε:
    να ξέρατε με πόση νοσταλγία,
    στα δειλινά τα βροχερά και κρύα,
    σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου,
    γυναίκες, που περάσατε μιαν ώρα
    απ’τη ζωή μου μέσα-και που τώρα
    κρατάτε μου στα ξένα την ψυχή μου!

     Oι μορφές των γυναικών μολονότι μένουν απόμακρες για τον ποιητή και πάντα βρίσκονται δεσμευμένες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε άλλες ασχολίες όπως το ταξίδι, τον αγαπημένο τους που είναι άλλος απ’ τον ποιητή, ωστόσο παρατηρούμε και πάλι τη διαφορά από τις γυναίκες άλλων παλαιότερων ποιητών. Το ιδανικό πρόσωπο της γυναίκας μοιάζει εδώ περισσότερο υγιές και επίσης ικανό να διεκπαιρεώσει ένα ταξίδι χωρίς συνοδεία. Ο δρόμος για τη χειραφέτησή της έχει ανοίξει και οποιητής βλέπει την αγάπη του να ακυρώνεται μπρος στην περαστική γυναίκα. Οι «Περαστικές» του Ουράνη μαζί με το η «Γυναίκα στο πάρκο» του Ζαχαρία Παπαντωνίου είναι ίσως οι πιο μπωντλερικές περαστικές της γενιάς των μετασυμβολιστών ποιητών18. Oι οποίες συμπυκνώνονται στην «Άγνωστη του πάρκου» του Λευτέρη Αλεξίου:

    Πάνδημη Βένους; Ή παρθένα Βέστα;
    Μύρο αγιωσύνης; Ή βακχίδας νάζι
    η κυματούσα ή διάβα σου τινάζει
    και μέσα μας ανάβει τέτοια ζέστα;

    Στην προσευκή; Για στης σαρκός τη φέστα;
    Στον έρωτα; Ή στης νηστείας το μαράζι
    το αλαβαστρένιο σου είδωλο μας κράζει;
    Στον άδη, για στο φως μας λέει αλέστα;

    Μας κοίταξες διαβαίνοντας ωστόσο
    και χάθηκες αργά σαν οπτασία
    μες στην πυκνή θαμπή δενροστοιχία.

    Κι άμα σε λίγο ενιώσαμε το πόσο
    μας είχε η αξήγητη όψη σου χτυπήσει,
    για πάντα σαν πεφτάστρι είχες σκορπίσει.

Εδώ η περαστική του Αλεξίου πέρα από τις μπωντλερικές επιρροές της είναι ταυτόχρονα και η πιο ελληνική αντιπροσώπευση της γυναικείας παρουσίας στα χρόνια του μεσοπολέμου που συνδυάζει στην χίμαιρα του άντρα-ποιητή τη θρησκευτικότητα της ορθοδοξίας με την ευρωπαϊκή επιρροή, από το λεξιλόγιο ως τη μορφή και το ρυθμό του ποιήματος.
Τις περισσότερες διαβάτισσες19 ωστόσο της έχει συναντήσει στην ποίησή του ο Τέλλος Άγρας που είναι ο «κατεξοχήν πλανόδιος της νεοελληνικής ποίησης»20. Στο ποίημα του «Εικασία» οι γυναίκες διαδέχονται η μια την άλλη, πλέκοντας τον ιστό του γυναικείου προτύπου της προηγούμενης ποιητικής γενιάς και της σύγχρονης γενιάς. Η «μόνη» γυναίκα της νεωτερικότητας με τ’ «ορφανό της στήθος» συνδιαλέγεται με την « άρρωστη, υστερικιά και τρελή» γυναίκα μιας προηγούμενης εποχής, όλες περνώντας μπροστά από τα μάτια του ποιητή που τελικά αποτυγχάνει να κατακτήσει:

    Πατημασιές, που φαίνεται θ’ αφήκε εδώ σκαρπίνι,21
    βούλες που η μύτη θάνοιξεν ομπρέλλας μες στο χώμα,
    στο λιγοστό, κοκκινωπό χώμα, όσο μένει ακόμα
    στο μονοπάτι το στενό, που έχει η βροχή ξεπλύνει.

    Μιαν άρρωστη, μια υστερικιά μπορεί...Τρελλή από ανία
    κάποιου θαλάμου αφήνοντας την παγερή ατμόσφαιρα,
    διψώντας-νάσυρε ως εδώ-τον παγωμένο αγέρα,
    τ’ άστατο βήμα της, το μεθυσμένο από ατονία.

Η σχέση λοιπόν του μετασυμβολιστή ποιητή με το μοτίβο της περαστικής γυναίκας καταλήγει σχεδόν πάντοτε σε συναισθηματική αβεβαιότητα και επιβεβαίωση των ανεπαρκών σχέσεων που μπορεί να συνάψει. Το οριστικό πέρασμα της γυναικείας μορφής κάποτε σαγηνευτικής και κάποτε στιγματισμένης με ψυχωσικά χαρακτηριστικά αφήνει τον ποιητή για άλλη μια φορά στη μοναξιά του και στην εσωτερική του μοναχικότητα.
     Αυτή η μοναχικότητα του ποιητικού υποκειμένου μέσα στο πολύβουο άστυ με την υπέρογκη συνάθροιση κόσμου άπτεται επίσης στη μετασυμβολιστική θεματική. Ο ποιητής-περιπατητής συχνά χάνεται μέσα στη «βουή του δρόμου» αποτυγχάνει εν τέλει να βρει τη γαλήνη, την τόσο πολύτιμη για να ανασυσταθεί ψυχικά. Αυτή την αποτυχία την εκφράζει ο Μήτσος Παπανικολάου:

    Μέσα στη βουή του δρόμου
    ήταν να βρω τ’ονειρό μου,
    να το βρω και να το χάσω
    κι ούτε πιά που θα το φτάσω.

Το πλήθος επομένως προκαλεί στον ποιητή-περιπατητή μια συναισθηματική δυσφορία. Αυτό συμβαίνει διότι συνταυτίζεται με το αστικό τοπίο, με τα πεζοδρόμια και με τους δρόμους της πόλης και μοιάζει προέκτασή τους. Ο μετασυμβολιστής ποιητής συνεπώς, σε μια συνεχή αναζήτηση ανακούφισης, βρίσκει εκτόνωση στα πάρκα. Αυτά, ως οργανωμένος φυσικός χώρος, αποτελούν σημείο της νεωτερικότητας απ’τη μια συνδέοντας τον ιδανισμό της φύσης με την οργάνωση του άστεως. Έτσι, θα λέγαμε οτι αποτελούν έναν ενδιάμεσο χώρο μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, μεταξύ της πόλεως και της υπαίθρου. Εκεί λοιπόν, πέρα από τα οράματα των περαστικών γυναικών που συχνά πραγματεύονται οι ποιητές βρίσκουν τον απαραίτητο χώρο για να διαλεχθούν με το παρόν τους αλλά και να αναπολήσουν το παρελθόν τους. Εκεί στέκονται σαφώς παρατηρητές του πλήθους:

    Αργά, σαν ένας που βαρειάν επέρασεν αρρώστεια,
    πήγα στο πάρκο το λαμπρό στη θερινήν ημέρα
    και σ’ένα πάγκο απόγειρα, κοντά σ’ένα πεζούλι
    με ρόδα που αναδεύανε στον απαλό αγέρα.
    Μακρυά-περνούσαν όμορφες γυναίκες, και παιδάκια
    Επαίζαν στη δεξαμενή, και τ’ άσπρα περιστέρια
    πετούσαν μέσα στους πυκνούς των φυλλωμάτων ίσκιους,
    κ’οι σπίνοι ψίχουλα έπαιρναν από γερόντων χέρια.
    Κ’ εγώ, μονάχος, κοίταζα τα ρόδα και τη χλόη,
    Τις μέλισσες που των ανθών τη γύρη αναζητούσαν,
    τις πεταλούδες που στο φως ανάλαφρα πετούσαν,
    κ’εχαιρόμουν που μέσα μου είτανε φως κ’ ειρήνη
    και που με τ’άνθη, τα έντομα ζούσα κ’εγώ αντάμα.

    Κι από χαράν ανάβλυσε-σαν προσευχή-το κλάμα.

Ο πρώτος στίχος δηλωτικός του spleen του Ουράνη έρχεται σε κατάφωρη αντίθεση με το φως που αποπνέει ο δεύτερος στίχος. Το επίθετο λαμπρό ακολουθούμενο από τον προσδιορισμό του θέρους κάνει το στίχο να γεμίζει φως. Οι περαστικές γυναίκες παραμένουν μακριά και την πρωτοκαθεδρία κατέχει η φύση χάρη στην οποία ο ποιητής κατορθώνει να θυμηθεί τη ζωή που τον καλεί και εν τέλει να κλάψει. Το κενό πριν από τον τελευταίο στίχο υποδηλώνει τη βαρύτητα του φυσικού τοπίου στην ψυχή του ποιητή. Άλλωστε η αντίθεση μεταξύ του πρώτου και του τελευταίου στίχου είναι έκδηλη της μεταστροφής της ψυχικής κατάστασης του ποιητή.
   Ο Λαπαθιώτης μέσα στο πάρκο, στην ηρεμία της νύχτας, βρίσκει την ευκαιρία να αναπολήσει ευφορικές στιγμές του παρελθόντος, στιγμές ερωτικής παραφοράς:

    Μείναμε αργά, δεν ξέρω πόσην ώρα,
    σ’εκείνη την αλλόκοτη σιωπή:
    μα ένιωθα, πάλι, —και με τυραννούσε
    μια γνώριμην ελπίδα χαρωπή,
    —πως το παιδί, που τάχα δε μιλούσε,
    ζητούσε,τώρα, κάτι να μου πει.

Μολονότι λοιπόν για τους μετασυμβολιστές ποιητές η φύση23 είναι δυσπρόσιτη λόγω του αστικού τοπίου ωστόσο, μέσα στα πάρκα έχουν τη δυνατότητα να επανέλθουν σε μια αρχική κατάσταση ηρεμίας και αθωότητας και έχοντας ως πρόγονό τους τον μπωντλερικό περιπατητή τον περιφέρουν στην Αθήνα. Δε βρίσκουν την εποχή τους ελκυστική και όσο κι αν προσπαθήσουν καταλήγουν ανικανοποίητοι και ανίκανοι να βιώσουν την ετερότητά τους σε ρεαλιστικά πλαίσια με θετικό προσανατολισμό και παραμένουν σταθεροί εραστές της χίμαιρας και του ονείρου μολονότι διαρκώς απογοητεύονται:

    πάντα μες στα σύννεφα,
    κι ας περπατούμε μες στην πόλη,
    —κι έτσι, όπως ήρθαμε, και φεύγουμε,
    δειλοί της γης, κι ονειροπόλοι...

O παλιάτσος

Άλλοτε πάλι τα ποιητικά υποκείμενα εμφανίζονται ως ετεροκίνητες μορφές και παρουσιάζονται ως ανδρείκελα24, ως νευρόσπαστα, ως μαριονέτες, ως καραγκιόζηδες και ως κούκλες βιτρίνας. Το προσωπείο καταδεικνύει την εσωτερική κατάσταση των ποιητών. Δηλαδή το αληθινό τους πρόσωπο χάνεται στο προσωπείο τους το οποίο διαγράφει την αληθινή τους συναισθηματική κατάσταση.25 Όπως λέει και ο Καρυωτάκης ο ποιητές με το προσωπείο μοιάζουν:
    σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη,
    σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
    Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
    Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία

Αναφορικά με τη σχέση ποιητή-κοινωνίας και ιδιαίτερα με την έκφραση της ποιητικής ετερότητας, χαρακτηριστικό είναι το ποίημα O Πιερρότος (1923) του Ρώμου Φιλύρα. Η εναλλάγή των αντωνυμιών εγώ, εσύ, εμείς, άλλοι αποδεικνύει ότι αρχικά για τον ποιητή δεν είναι ξεκάθαρο ποιός φοράει το προσωπείο του πιερότου:

    Πιερότοι εσύ κι εγώ κι άλλοι κοντά του
    κι αυτός τόσο σωστός μ’ άσπρη ζακέτα,
    παίζαμε με τη φόρμα του, ρίχναμε κάτου
    τ’ομοίωμά του-χρώμα σε παλέτα.

    Φτιάναμ’ εμείς τη στάση του μαζί του,
    ήταν τυχαία και το σύμβολό μας▪
    στο πέταγμα, στην τοποθετησή του,
    είχε τον ξένο μορφασμό και τον δικό μας.

   Εδώ το προσωπείο του διασκεδαστή εναλάσσεται: άλλοτε είναι το ποιητικό υποκείμενο, άλλοτε είναι οι άλλοι και άλλοτε είναι όλοι μαζί. Το συναίσθημα της ανυποληψίας που αισθάνεται ο ποιητής για τον εαυτό του προκαλείται όταν εκείνος αποτυγχάνει να καθρεφτιστεί μέσα στα μάτια των άλλων και το είδωλό του είναι ο παραμορφωμένος του εαυτός με τη μάσκα και τη στολή του πιερότου.
   Στο ποιήμα του Ρώμου Φιλύρα, Πιερότος, διαφαίνεται ο ρόλος του ποιητή-πιερότου ο οποίος είναι πεπεισμένος πια για την ανικανότητα του να συνυπάρξει ως ίσος πρός ίσο μέσα στη νεωτερική κοινωνία που παραμορφώνει τις κατ’άτομο βιώσιμες συνθήκες και επιβάλλει την απρόσωπη ανθρώπινη μάζα να διαμορφώνει τη ροή της κοινωνίας. Η εποχή των μετασυμβολιστών ποιητών είναι μια γενικότερη εποχή μετάβασης. Η συσσώρευση ανθρώπων στις πόλεις είναι γεγονός. Ένα γεγονός όμως το οποίο περιορίζει τον κατ’ άτομο χώρο μέσα στην πόλη και κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Έτσι το πλήθος είναι ένας αρνητικός παράγοντας ο οποίος υπονομεύει τον συναισθηματικό ορίζοντα του ποιητή. Έτσι, ο ποιητής εμφανίζεται ως αγγελιαφόρος της θλίψης υποσχόμενος ανώδυνη ειμαρμένη αλλά που εν τέλει συντρίβεται κάτω από το βάρος της ίδιας του της μάσκας και ηττάται σαν άτομο κάτω από το βάρος του ανώνυμου και αδαούς πλήθους της πόλης:
    Κάτι που λέει για τάχα ανώδυνη ειμαρμένη,
    γκλιν-γκλιν τα κουδουνάκια παρτέντζες που μηνούν
    μια νίκη δονκιχώτεια, την τέφρα που απομένει
    ενώ τυφλά τα πλήθη για κάπου ξεκινούν.

Η δονκιχώτεια νίκη του ποιητή, αυτή η λεκτική αντίφαση επιβεβαιώνει αφενός την συντριπτική ήττα του αλλά ταυτόχρονα και αντιφατικά, τονίζει ότι τα πλήθη δίχως την παρουσία του ποιητή είναι τυφλά, είναι στάχτη πνευματικότητας και αισθητικής. Ο Φιλύρας εδώ θα μπορούσαμε να πούμε, προωθεί μια έμμεση απάντηση στους Δον Κιχώτες του Ουράνη26 και του Καρυωτάκη27. Ιδίως ο ήρωας του Ουράνη υπογραμμίζει τη νεορομαντική εκδοχή του ήρωα-ποιητή που μεγαλοπρεπής και μόνος πάει εμπρός και γυρνάει τα νώτα του στην ειρωνεία των κοινών ανθρώπων, αφήνοντας πίσω τελεσίδικα τον άλλο28, το πλήθος του Φιλύρα:

    Ω ποιητή! Παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
    οι άνθρωποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:

    οι Δόν Κιχώτες πάν μπροστά κ’οι Σάντσοι ακολουθάνε!

Σ’ αυτόν τον άλλο επαναφέρει το ποιητικό υποκείμενο ο Δον Κιχώτης του Καρυωτάκη:

    Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ως την άκρη
    του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
    Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
    για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

    Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων,
    αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου,
    ο Σάντσος λέει «δέ σ’ τό λεγα;», μα εκείνοι των μεγάλων
    σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’αλογό μου».

Ο ποιητής σέρνει οικτρά ανάμεσα στο πλήθος τους Δον Κιχώτες του, οι άλλοι είναι παντού και βρωμίζουν τον ποιητή ο οποίος βρίσκει ως μόνη οδό διαφυγής την πρόσδεσή του στη χίμαιρα απορρίπτοντας τα αρχικά του οράματα:
    Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές, εγώ τους είδα, μέσα
    στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
    άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
    με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’απαρνηθούν τις πρώτες.

    Τους είδα πίσω να’ρθουνε-παράφρονες, ωραίοι
    ρηγάδες που επολέμησαν γι’ανύπαρχτο βασίλειο-
    Και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικά πως ρέει,
    την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο.

Έτσι, ο συναγελασμός του ποιητικού υποκειμένου με τον όχλο που τον εμπαίζει δίχως έλεος είναι αναπόφευκτος. Ο ποιητής —μετά τη διάψευση των προσδοκιών του— δεν έχει άλλη οδό διαφυγής και μετατρέπεται από έμψυχο και λυπημένο πιερότο σε ανδρείκελο, σε άφωνο και ετεροκατευθυνόμενο αντικείμενο που αφήνει τον όχλο αδιαμαρτύρητα να κάνει τη δουλειά του. Όλη αυτή η στόμωση του ποιητή —ανδρείκελου— κλόουν29 φαίνεται στο ομώνυμο ποίημα του Καρυωτάκη:

    Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
    ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια,
    χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
    άτονα κοιτώντας, παθητικά τ’αστέρια.

    Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
    η ελπίδα κ’ η νεότης έννοια αφηρημένη.
    Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
    όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει

Αυτή η αστάθεια προσδιορίζει την κατάσταση που επικρατεί εκείνη την εποχή. Το πνεύμα του ποιητή βρίσκεται σε μια ιλιγγιώδη κατάσταση υπερβαίνοντας μέσω της ποίησης τη σωματικότητά του.....


Απόσπασμα από το δοκίμιο της Αγγελικής Δημουλή που δημοσιεύεταιστο τεύχος 30 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. H Αγγελική Δημουλή είναι υποψηφία διδάκτωρ στη Νεοελληνική Λογοτεχνία στο ΕΚΠΑ, τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Δοκίμια, μεταφράσεις και ποιήματά της έχουν δημοσιευτείσε διάφορα έντυπα. Το 2011 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή Έρδυλον από τις Εκδόσεις των Φίλων. Τα ποιήματ τςη συλλογής έχουν μεταδφραστεί στα ουκρανικά, μαλτέζικα, βάσκικα, ισπανικά, ρώσικα, σλοβένικα, γαλλικά και αραβικά.

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Η κατάθεση, Κατερίνα Μόντη




Aπό μικρή η Δέσποινα Ντήμα αγαπούσε τη συμμετοχή στα κοινά. Πολιτική, συνδικαλισμό, επιστημονικές και εθελοντικές δραστηριότητες. Το όνομά της είχε βρεθεί σε ψηφοδέλτια, διακηρύξεις, εκλεγμένες επιτροπές και συλλόγους, προγράμματα εκδηλώσεων, δημοσιεύματα στον Τύπο και στο διαδίκτυο. Και μπορεί από κόμματα ή ομάδες να είχε εν πολλοίς αποκοπεί, αλλά η φαγούρα για συμμετοχή και προσφορά επεβίωνε, με νέες κάθε φορά ευκαιρίες και μορφές.
   Ιδέα τώρα δεν είχε ποιο κομμάτι της δικής της ιστορίας θα μπορούσε να συμπληρώνει κάποιο ύποπτο παζλ. Θα χρειαζόταν άραγε, όπως ο πατέρας της πριν σαράντα τόσα χρόνια, να αποδείξει ότι ο «κουβάς» της λάμπει από αθωότητα; Και τι είδους αθωότητα; Λίγες ήταν οι ιστορίες για ανθρώπους που έπεσαν θύματα σκοπιμοτήτων, ή παρεξηγήσεων και συμπτώσεων; Ου μπλέξεις, τα εκάστοτε κυνηγητά κατά της τρομοκρατίας —πάντα το έλεγε— ήταν απλώς μια καλή πρόφαση για την τρομοκρατία της εξουσίας, κάτι στο οποίο προς μεγάλη της ικανοποίηση είχαν καταφέρει εντέλει να συμφωνήσουν με τη φιλενάδα της, η οποία παλαιότερα, σε μια συζήτηση για την υπόθεση «Κρυστάλλη», της είχε φορέσει πειρακτικά την ταμπέλα της αθεράπευτης κνίτισσας. Της Ράνιας τότε οι ιδέες φλέρταραν περισσότερο με τους «υποστηρικτές», για τους οποίους οι ένοπλοι εκτελεστές ήταν απλώς οι ανυπόμονοι εκβιαστές της ιστορίας. Με ενέργειες ίσως όχι πάντα αρεστές, αλλά με κίνητρα φιλολαϊκά και αγνά. «Θα ήθελες με αυτόν τον αγνό τους θυμό να αποφάσιζαν κάποτε για σένα;» την είχε ρωτήσει τότε η Δέσποινα. «Ξεχνάς για πόσα εγκλήματα αγνών και επαναστατικών κινήτρων  χρειάστηκε σαν αριστεροί να απολογηθούμε; Πόσους εξαφάνισε ο Στάλιν για... καλό σκοπό; Ούτε τα ίχνη τους στην ιστορία δεν άφηνε, τους έσβηνε στην κυριολεξία από ιστορικές φωτογραφίες. Και θα εμπιστευτούμε άγνωστους συνωμότες; Ποιον απειλούν μήπως; Ή, να το πω κι αλλιώς, θα ήθελες να μας κυβερνήσουν; Θα μας ρωτούσαν για τις επιλογές τους; Και, βέβαια, δεν είναι όλοι πράκτορες,  αλλά πώς εσύ μπορείς να ξέρεις ποιοι είναι;»
   Ήταν μια συζήτηση, που στην εξέλιξή της οι δύο φίλες είχαν καταλήξει σε πρώτη φάση να μοιραστούν την απόστάσή τους. Και στο πέρασμα του χρόνου, είδαν από την ίδια πλέον πλευρά, πολλούς μύθους να καταρρέουν, διεθνείς και εγχώριους.



Το ίδιο βράδυ, η Δέσποινα δέχτηκε πρόσκληση από συναδέλφους της από το νοσοκομείο, με τους οποίους συνέφαγε σε ένα συνηθισμένο φωνακλάδικο κομφούζιο από διαφόρων πολιτικών καρυδιών καρύδια. Κύριο καύσιμο της συζήτησης, η επανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και η επερχόμενη οικονομική κρίση. 
   «Τον ακούσατε ρε τον υπουργάρα τον απίστευτο; Του έλεγαν οι δημοσιογράφοι για τους απολυόμενους των stage ότι είναι κι αυτοί εργαζόμενοι, και τι είπε ρε ο ξεφτιλισμένος; Και οι πορτοφολάδες εργαζόμενοι είναι, ναι, το είπε, μ’ εκείνη τη μουτσούνα την ατάραχη. Ποιοι είναι οι πορτοφολάδες, ρε μπαγλαμά να πούμε, πες μου ποιοι-είναι-οι πορτοφολάδες μας-τόσα χρόνια, γαμώ την τυράγνια μου μέσα γαμώ», ο Ηλίας χτυπούσε αφρισμένος το τραπέζι.
   «Ναι αλλά, και οι εποχιακοί, με μέσον δεν είχαν βρεθεί στο Δημόσιο;»
   «Μην το πάμε πάλι από την αρχή ρε συ Τζένη, εδώ μιλάμε για το ελάχιστο ήθος, το επικοινωνιακό που λέμε, δεν τονε τρελαίνεις ρε τον κοσμάκη όταν τον απολύεις, μη μου τους δικαιολογείς και πάθω κανένα εγκεφαλικό».
   «Σας παρακαλώ, λίγο σεβασμό στο Μάη του ’68», αστειεύτηκε η Αλέκα, εξηγώντας στην Τζένη ότι αναφερόταν στα φοιτητικά χρόνια του εν λόγω υπουργού.
   «Τι να σου πω και μ’ αυτόν τον Μάη, λιγώθηκα τόσα χρόνια. Όλοι κουτσοί στραβοί ή σ’ αυτόν το Μάη ήτανε ή στο Πολυτεχνείο».
   «Μα, από αυτήν τη γενιά δεν προέρχονται οι σημερινοί πολιτικοί; Όλη η Ευρώπη λίγο πολύ από υποτιθέμενους σοσιαλιστές δεν κυβερνήθηκε; Ένα σωρό δικτάτορες δεν ανήκουν στη σοσιαλιστική Διεθνή; Ή μήπως δεν είναι ο δικός μας πρόεδρός της; Έχουν ξεφτιλιστεί σας λέω οι έννοιες».
   «Ναι, είδαμε και τους άλλους. Από τον Άννα στον Καϊάφα, σου λέω. Αλλά καλά να πάθουμε».
   «Τι συγκρίνεις κι εσύ τώρα; Εδώ λέμε για ιστορικά κόκαλα που τρίζουν».
   «Θα βάλουν το μαχαίρι, λέει, στο κόκαλο, Χρήστο, το άκουσες κι αυτό;»
   «Αμέ, γιατί; Το βγάζουν και καθόλου; Το θέμα είναι σε ποιανού το κόκαλο, μωρό μου».
   «Να σας πω εγώ περίπτωση, ρε, με την κυράτσα που την είχε χώσει ο μπάρμπας της στην τράπεζα και βγήκε στην πρόωρη απ’ τα σαραντακάτι της και την πληρώνουμε εσείς κι εγώ, ρε πούστη μου, το καταλαβαίνετε;»
   «Μα εκεί είναι τώρα το θέμα; Συγκρίνεται αυτό με τα μεγάλα σκάνδαλα;»
   «Δεν είναι εδώ, δεν είναι εκεί, πού είναι ρε παιδιά; Οι Γερμανοί θα μας το πούνε, μου φαίνεται, να το φχαριστηθούμε! Πού να μεταναστεύσω, Θε μου, πού, απ’ αυτήν την κωλοχώρα».
   «Πού να μεταναστεύεις ρε μαλάκα, ν’ αφήσουμε την Ελλάδα στους ξένους κι εμείς να φύγουμε;»
   «Κι αν δε φύγουμε, τι; Αφού αγορασμένη μας την έχουν. Περιμένατε ποτέ ολόκληρα κράτη να απειλούνται από οικονομικούς οίκους και χρηματιστές, λες και είναι μαγαζάκια; Ξέχνα σου λένε και τις κυβερνήσεις, τώρα μιλάνε οι αγορές».
   «Εγώ θα το έλεγα αυτό η ώρα της αλήθειας. Να θυμηθούμε επιτέλους τι είναι ο καπιταλισμός».
   «Τα παιδιά μας πάντως να φύγουνε, να φύγουνε. Εγώ στα δικά μου το λέω από καιρό, μακάρι να μ’ ακούσουν», ικέτευε με πάθος η Κλειτώ.
   «Εγώ πάντως τη φχαριστήθηκα τη βόμβα στη Βουλή», ξεχώρισε ξαφνικά η φωνή της Καλής σε μια στιγμή που οι φωνές κόπασαν.   «Όχι ότι αλλάζει και τίποτα, αλλά έτσι, γουστάρω που ξεφτιλίστηκε η αστυνομία».
   «Γειά σου Καλιτσάκι, τρομοκράτισσα!» την πείραξε ο άντρας της. «Παιδιά, το λέω: μην είστε σίγουροι για κανέναν, αυτήν τη γυναίκα Πασοκούλα την παντρεύτηκα, αλλά φαίνεται τώρα θύμωσε πολύ με τα σπρεντ και τα ομόλογα».
   Όταν στην ανοιχτή τηλεόραση της ταβέρνας παίχτηκε ρεπορτάζ από τη δίκη για τον Αλέξη, μοιραία η συζήτηση γύρισε στα Δεκεμβριανά του ’08 —φρέσκα ακόμη, έναν χρόνο μετά— και τα αίματα άναψαν για τα καλά.
   «Καλά, είναι δυνατόν να συζητάμε αν εξοστρακίστηκε ή όχι η σφαίρα; Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όλο για εκπυρσοκροτήσεις και εξοστρακισμούς ακούμε».
   «Έναν καιρό, θυμάστε; Εκπυρσοκροτούσαν στις γυναίκες και τις φιλενάδες τους.»
   «Χα χα.. πού τη θυμήθηκες κι εκείνη τη μόδα;»
   «Ε, τι περιμένετε; Υποτίθεται πως έχουμε δημοκρατία, και η δημοκρατία ανέχεται. Απλώς, ρε παιδιά, μερικές φορές χάνει την ψυχραιμία της, πώς κάνετε έτσι;»
   «Βαρόμετρο λοιπόν της δημοκρατίας, η ψυχραιμία των οργάνων της».
   «Η δημοκρατία μας μάρανε. Απλώς αλλάζουν τα ονόματα, η ΚΥΠ έγινε ΕΥΠ, τα ΜΑΤ ΜΕΑ, και δε συμμαζεύεται».
   «Πάντως, μην ξεχνιόμαστε. Με τον Ανδρέα τουλάχιστον μπορέσαμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Και η αστυνομία, άλλαξε».
   «Γιατί άλλαξε, ρε Καλή; Επειδή άρχισε να προσλαμβάνει πράσινα παιδιά;»
   «Γιατί, κακό ήταν; Μέχρι τότε, υπήρχε άνθρωπος σε κρατικά πόστα που να μην ήταν καραδεξιός; Μετά, μέχρι και συνδικαλισμό απέκτησαν».
   «Απ’ τα βλαχαδερά μπατσόνια λοιπόν και τους βασανιστές της χούντας, στην ευρωπαϊκή δεξιά και τον Τρίτο δρόμο».
   «Δεν ρωτάμε καλύτερα τους συνταξιούχους ποιο γκλομπ έτσουζε περισσότερο, το πράσινο ή το γαλάζιο; Και απ’ τα δυο δοκίμασαν».
   «Άσε, κάποιοι δοκίμασαν και κόκκινα».
   «Στο κάτω κάτω, τους χρειαζόμαστε, με τέτοια εγκληματικότητα που αρχίσαμε να έχουμε κι εμείς».
   «Αυτό πάλι! Να φτάσουμε να ζητάμε περισσότερη αστυνομία; Ποιος το περίμενε;»
   «Κουμής! Κανελλοπούλου! Θυμάστε τον Ράλλη; Και ο α-γ-χάγγελος φοβέ-γ-α θέλει». Ο Δημήτρης είχε σηκωθεί όρθιος από το πάθος του, απαριθμώντας στα δάχτυλα τα θύματα της μεταπολίτευσης. «Καλτεζάς! Ο μπάτσος λέει έχασε τότε την ψυχραιμία του επειδή —άκουσον άκουσον— φοβήθηκε, κι έφαγε το παιδί πισώπλατα. Γρηγορόπουλος! Δεν βρίσκω λόγια. Άσε διάφορους περιθωριακούς, μετανάστες, αλλοδαπούς, δεν θυμάμαι ονόματα. Εκείνον που τον εκτέλεσαν πισώπλατα στο μηχανάκι του, τον άλλον στο Ντάτσουν, κανα δυο στη Θεσσαλονίκη πάνω στην εξακρίβωση. Αναρωτιέμαι γιατί δεν εκπυρσοκροτούν ποτέ τα όπλα τους όταν κάνουν τους σωματοφύλακες στους άθλιους αυτούς που μας κυβερνάνε ή στους άλλους, λεφτάδες και δημοσιογράφους και δεν συμμαζεύεται. Και δεν σου βάζω συλλήψεις και κακοποιήσεις. Θυμάστε τους Πακιστανούς; Τη “ζαρντινιέρα”; Τα διάφορα ντου σε τσιγγάνικους καταυλισμούς; Και πόσα ξεχνάω. Μη σας πω ποιον θυμήθηκα τώρα. Εκείνον τον φουκαρά τον γιατρό, τον Τσιρώνη».
   «Τις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις θα σου πω ότι ξεχνάς, φίλτατε», διαμαρτυρήθηκε ο Ηλίας. «Αυτούς που ποτέ δεν προκάλεσαν, ούτε παίζουν βεντέτες με τους μπάτσους, αλλά έπεσαν πάνω στους αγώνες».
   «Πάλι τα κουκουέδικα πιάσαμεεε».
   «Να μας πει όμως τότε και ο Ηλίας πόσο τιμάει τους αγωνιστές που δεν ανήκουν στο κόμμα του» συμπλήρωσε η Βίκυ.
   Ο αντίλογος που προκάλεσε ο Δημήτρης ήταν εξίσου παθιασμένος με τον ίδιο. Αντίλογος από διάφορες πλευρές, για την έννοια του (νεανικού συνήθως) αυθόρμητου, του άσκοπου, της δημοκρατίας, της προστασίας του πολίτη, της προβοκάτσιας, της τρομοκρατίας, του εγκλήματος, των «γνωστών-αγνώστων» και των κουκουλοφόρων. Όταν δε, έφτασαν και στο ποιοι νεκροί δικαιούνται τιμής, από τις φωνές δεν άκουγε πλέον κανείς κανέναν.
   Κάποια στιγμή, η φωνή του Χάρη κατάφερε να επιπλεύσει. «Ρε παιδιά, έλεος και για μένα το φτωχό κεντρώο! Δεν παρατάτε τα αναρχοκομμουνιστικά σας μνημόσυνα, αφού δεν ξέρετε κιόλας πού πρέπει ν’ ανάψετε το κερί σας; Και σ’ αυτά παναθεμά σας διασπασμένοι είστε. Κάντε παρακαλώ ένα διάλειμμα, έχω γενέθλια σήμερα, και θα σβήσω κεράκια».
   Η —μουτρωμένη στην αρχή— ανακωχή επισφραγίστηκε τελικά με πολλά γέλια για τη νέα υστερία συλλογής ταμειακών αποδείξεων, όταν ο Χάρης ζήτησε για δώρο γενεθλίων το λογαριασμό («Όχι βρε, να τον πληρώσω, το χαρτάκι να πάρω!»)

Η Δέσποινα δεν πολυμίλησε εκείνη τη βραδιά. Ήταν απορροφημένη σε μια δική της εσωτερική συζήτηση, στην πάλη να εκλογικεύσει και να παρηγορήσει τον φόβο που είχε αρχίσει να εισβάλει μέσα της σαν παράσιτο. Και απροσδιόριστα επίσης ενοχλημένη από ένα παράξενο ζευγάρι που είχε καθίσει δίπλα τους, απ’ τη δική της μεριά. Ξένοι, χειμωνιάτικα στο νησί, καθημερινή μέρα. Τους πρόσεχε που κοιτούσαν γύρω αμήχανα, χωρίς συζήτηση κανονική μεταξύ τους, λες και έστηναν πιο πολύ αυτί στην παρέα. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
   Βρε, λες; Κιόλας; σκεφτόταν ακόμη κι όταν επέστρεφε στο σπίτι. Παραδεχόμενη πως, όσο και αν της φαινόταν γελοίο και άλλο τόσο ντροπιαστικό, εκείνων η παρουσία ήταν ο κυριότερος λόγος που της είχε κοπεί η μιλιά και είχε χαλάσει τη διάθεσή της, έτσι ώστε να της φαίνεται ακόμη βαρύτερη η κουβέντα για τα διχασμένα μνημόσυνα...

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Κατερίνας Μόντη Η Κατάθεση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.
Photo: Γ. Γιαννόπουλος

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ «ΠΝΕΥΜΑ» ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΤΟΥ ’30, Jean Luc Chiappone



Ο κύκλος των Μακεδονικών Ημερών (1932-1939)
και οι πολιτιστικοί του ορίζοντες*

Όπως και άλλες μεγάλες πόλεις στην περιφέρεια της εθνικής επικράτειας με λιμάνι στη Μεσόγειο —η Μασσαλία με τον εκδοτικό οίκο Cahiers du Sud του Jean Ballard, ή η Τεργέστη με την εκ νέου ανακάλυψη των Italo Svevo και Giani Stuparitch1— η Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια του μεσοπολέμου, γνώρισε τέτοια επιτυχία αναγνώρισης, που βρέθηκε στο καλλιτεχνικό επίκεντρο, όπου πρωταγωνιστούσαν πόλεις με πνευματική ζωή όπως το Παρίσι, η Ρώμη, ιδιαίτερα η Φλωρεντία, το Μιλάνο, το Τορίνο ή στη δική μας περίπτωση η Αθήνα. Μαρτυρία της αναγνώρισης αυτής τα λόγια του Κωνσταντίνου Δημαρά που απηχούσαν την αθηναϊκή διανόηση: «Δεν είμαστε πια μόνοι»1α και ο τεκμηριωμένος έπαινος του Τέλλου Άγρα για την προέλευση της καθιερωμένης έκφρασης «Σχολή της Θεσσαλονίκης» στο κείμενό του «Μια Ματιά στη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη» όπου στην πραγματικότητα γινόταν λόγος για μια «καινούργια σχολή της πεζογραφίας όπως πρωτοφανερώθηκε στη Θεσσαλονίκη».
   Πρόκειται όμως για «σχολή»; Ο όρος αξίζει της προσοχής μας. Στην ιδιόλεκτο της εποχής αυτό παρέπεμπε σε ένα στυλ, με την ευρεία στην ένδειξη κάποιας τοπικής αναφοράς ή συγκροτημένης ομάδας. Στο μακροσκελές άρθρο του, που θυμίζει περισσότερο πανόραμα παρά απλή «επισκόπηση», ο Άγρας πράγματι υπερασπίζεται μιαν «εξευρωπαïσμένη πεζογραφία» μια λογοτεχνία, δηλαδή, ικανή να εκφράσει τις αποχρώσεις του ψυχικού κόσμου με τον τρόπο των μεγάλων πεζογράφων των αρχών του 20ού αιώνα· ικανότητα που χαιρέτιζε επίσης στα κείμενά του ο Κώστας Ουράνης αλλά και οι αθηναϊκοί μονόλογοι του Γιώργου Θεοτοκά στις Ώρες αργίας (1931), που περιγράφει όμως την υποδειγματική της ανάπτυξη στη Βόρεια Ελλάδα. Μέσα από την προώθηση μιας εσωτερικής γραφής κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η οποία για λόγους κύρους ονομάστηκε «εσωτερικός μονόλογος», υπογραμμιζόταν μάλλον ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της κίνησης παρά η πρωτοτυπία της· πράγματι η ανάδυση της Θεσσαλονίκης στο λογοτεχνικό προσκήνιο της χώρας ήταν συνδεδεμένη με την προσμονή μιας εκ βαθέων αλλαγής της ελληνικής τέχνης στην επαφή της με τη δυτική νεωτερικότητα. Υπό την έννοια αυτή διαμορφώθηκε ένα στοίχημα αναφορικά τόσο με τις δυνατότητες μια πόλης, η οποία αντιπροσώπευε μια νέα πραγματικότητα για την Ελλάδα, όσο και με την ομάδα των ανανεωτών συγγραφέων που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το περιοδικό Μακεδονικές Ημέρες, 1932-1939, γεγονός άνευ προηγουμένου αφού η τοπική αντι-νεωτεριστική τάση παρέμενε ισχυρή. 
   Έτσι η εικόνα της πλειάδας αυτής, στη «νέα της επαρχία», αφοσιωμένης στο να ανανεώσει τη νεοελληνική πεζογραφία, ανταποκρίνεται σ’ αυτήν που πάντα διατηρούσε για τον εαυτό της η ομάδα των Μακεδονικών Ημερών· όλα συμβαίνουν σαν ο Τέλλος Άγρας, συνεργάτης από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού, να είχε μιλήσει εξ ονόματος των συντελεστών της. Εδώ συνεπώς θα ασχοληθούμε με ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού μοντερνισμού, ένα κίνημα που συχνότερα εκλαμβάνεται ως «σχολή», η ιδιαιτερότητα της οποίας ωστόσο, θα πρέπει να παραδεχτούμε, δεν κατέστη εμφανής παρά μόνο σε σχέση με τον ανταγωνισμό της με την Αθήνα και βέβαια στο πλαίσιο ενός τυπικού προγράμματος πολιτισμικής ανανέωσης που συνεπαγόταν την οικειοποίηση μιας ανθολογίας ξένων έργων από συγγραφείς οι οποίοι ήταν εξίσου απασχολημένοι με την αναπαράσταση του εσωτερικού κόσμου και με τη μεταφορά, σε μια χώρα των Βαλκανίων, της λογοτεχνικής ζωής της Δυτικής Ευρώπης. H φιλοδοξία αυτή, που χαρακτηρίζει τη «γενιά του ’30» στην πλειοψηφία της, διατυπώθηκε εκτενώς από τον Γιώργο Θεοτοκά το 1929 στο δοκίμιό του Ελεύθερο Πνεύμα όταν, προκειμένου να εναντιωθεί στον στερεοτυπικό ρεαλισμό των Ελλήνων μυθιστοριογράφων που ήταν προσκείμενοι είτε στον εθνικισμό είτε στον κομμουνισμό, καλούσε σε κάτι όπως «η εξερεύνηση του μυστηρίου της ζωής» κατά τα πρότυπα των συγγραφέων της εποχής Προυστ, Ζιντ, Σω ή Τσβάιχ, οι οποίοι ήταν στραμμένοι στην ψυχολογία του βάθους. 
   Βλέπουμε λοιπόν πως η ιδέα προέρχεται από τη φιλελεύθερη σκέψη. Κι αφού υπενθύμιζε ποιοι συγγραφείς της Θεσσαλονίκης ήταν οπαδοί της και σε ποιο βάθρο ιδεών βασίστηκε το εγχείρημα της «αναπροσαρμογής» των ελληνικών γραμμάτων κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ο Θεοτοκάς θα σχεδιάσει έναν πίνακα των έργων τους που εφάρμοσαν σ’ αυτή την αναγέννηση στο ύφος του εσωτερικού μονολόγου. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, πως αυτή η «μεταβίβαση ύλης»2 που με την ευκαιρία επιχείρησαν, υλοποιήθηκε, στον μεγαλύτερο βαθμό, μέσα από ιταλικά και γαλλικά δίκτυα πληροφόρησης, παρόλο που το φάσμα των ενδιαφερόντων τους εκτεινόταν και στο αγγλοσαξονικό ή και το γερμανικό λογοτεχνικό πεδίο. Επικεντρωμένη έτσι στη σημαντική σχέση πρόσληψης και δημιουργίας λογοτεχνικών έργων, αυτή η μη-ακαδημαϊκή κριτική μας παρουσίαση θα παρουσιάσει την εικόνα μιας ομάδας συγγραφέων που συνεργάζονται, χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου λειτουργίας μια ομάδας φιλελεύθερων συγγραφέων «της γενιάς του ’30».
 
Η πλειάδα των Μακεδονικών Ημερών
και ο μοντερνισμός της Θεσσαλονίκης

Ποιοι είναι λοιπόν οι εκπρόσωποι του μοντερνισμού της Θεσσαλονίκης; H μηνιαία επιθεώρηση που τους συνένωσε είχε ως «πνευματικό της πατέρα» και εμψυχωτή τον Πέτρο Σπανδωνίδη, καθηγητή Λυκείου. Η οικογένειά του καταγόταν από τη βυζαντινή πόλη του Μελένικου στη Βόρεια Μακεδονία και το 1908 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εμβριθής, «αδηφάγος μελετητής της παγκόσμιας λογοτεχνίας»3, ο Σπανδωνίδης θα αναλάβει ένα μεγάλο τμήμα της κριτικής στο περιοδικό· την ίδια περίοδο ακολουθεί τη δραστηριότητα του πεζογράφου. Γίνεται γνωστός με κείμενα που περιγράφουν την αντίφαση που υφίσταται ανάμεσα στην αστάθεια του εσωτερικού κόσμου και στις σταθερές, το τυπικό, που επιβάλλουν οι κοινωνικές σχέσεις με έργα όπως Βυθός κι επιφάνεια ή το διήγημα Χάρης ο αταίριαστος (1932), το δράμα ενός ανθρωπάκου «θύματος» της εμφάνισής του, ανίκανου να ανταποκριθεί στον έρωτα που εμπνέει εξαιτίας της έντονης αντίληψης που έχει για την προσποίησή του. Ένας άλλος συνιδρυτής των Μακεδονικών Ημερών είναι ο Γιώργος Δέλιος (1897-1980). Ο Δέλιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάζεται ως υπάλληλος και δημοσιογράφος· είναι ο συγγραφέας της ηθογραφικής κωμωδίας Νέοι Κόσμοι (1932), το θέμα της οποίας —η επαγγελματική επιτυχία ενός ιδεαλιστή επιχειρηματία σε βάρος της συζυγικής του ευτυχίας— αποτελεί προάγγελο των σελίδων του για τη νοσταλγία του έρωτα στα μελλοντικά του μυθιστορήματα. Στο πλευρό του συναντούμε καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης με απόσπαση στον «Βορρά»: τoν ποιητή Γιώργο Θέμελη (1900-1976), από τη Σάμο —που σε κάποιο σημείο θα τον δούμε να ασχολείται με μια πεζογραφία η οποία μιμείται την εσωτερική ακαταστασία των συναισθημάτων— τον Βασίλειο Τατάκη (1896-1986), από την Άνδρο, ιστορικό του στωικισμού και φιλόσοφο της εσωτερικής διαδρομής και τέλος τον συμμαθητή του στη Σορβόνη Στέλιο Ξεφλούδα3α (1902-1984), από την Άμφισσα, ήδη γνωστό από τα Τετράδια του Παύλου Φωτεινού (1930) και την Εσωτερική συμφωνία, (1932), δύο βιβλία ελεγειακού ύφους, γραμμένα από σημειωματάρια, ένα μείγμα περιπλανήσεων, ερωτικών αναπολήσεων, αποφθεγμάτων και στοχασμών που κατατείνουν προς το ιδεώδες ενός μυθιστορήματος «δίχως γεγονότα, δίχως υπόθεση» και το οποίο θα ολοκληρωνόταν μέσα από τις σελίδες του περιοδικού. 
   Ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1932 στην ομάδα των πέντε «ιδρυτικών» μελών έρχεται να προστεθεί και ένα έκτο. Πρόκειται για τον Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο (1896-1981), Έλληνα από το Μιλάνο —με το ψευδώνυμο ALKGIAN. O Γιαννόπουλος που διορίζεται υπάλληλος σε τράπεζα στη Θεσσαλονίκης είναι πρώην φουτουριστής ποιητής. κΣυμπληρώνει την ομάδα των Μακεδονικών Ημερών με την ευκαιρία της πρώτης του εμφάνισης στην πεζογραφία με τη νουβέλα Κεφάλια στη σειρά, την οποία γράφει στη μητρική του γλώσσα. Τα εν λόγω «κεφάλια» είναι αυτά των Σοφών τα οποία ένας αυτοδίδακτος, που θεωρεί τον εαυτό του βαθυστόχαστο, θα προσπαθήσει να μελετήσει διαδοχικά μέχρι εξαντλήσεως. Τέσσερις επιπλέον συντάκτες θα συμπληρώσουν τον αρχικό πυρήνα. Το 1935, δύο «βέροι» Θεσσαλονικείς, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1983), που τη χρονιά εκείνη δημοσιεύει τον Ανδρέα Δημακούδη-ένας νέος μοναχός, (1935) —ένα τραχύ αφήγημα απελπισίας στο οποίο περιγράφονται τα ψυχικά προβλήματα ενός Έλληνα φοιτητή στο Στρασβούργο, πόλη όπου και ο ίδιος ο Πεντζίκης σπούδασε φαρμακευτική— και ο διακριτικός ποιητής Γιώργος Βαφόπουλος (1903-1996), με την ποιητική συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης. Το 1936, και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, φθάνει στην ομάδα ο μετρ του ψυχολογικού αφηγήματος Βάσσος Βασιλείου (1915-1985), από την Άρτα. Και στο περιθώριο της λογοτεχνικής παραγωγής του περιοδικού συναντάμε τον γερμανιστή με την υπογραφή Δημ. Στ. Δήμου (1904-1990), μεταφραστή υψηλών προδιαγραφών, ο οποίος δυστυχώς δεν έχει να πει κάτι σημαντικό στις ελάχιστες σελίδες του περιοδικού, τόσο η δουλειά του διαφοροποιείται από αυτή της υπόλοιπης συντακτικής ομάδας: η αξιοσημείωτη μετάφραση του Prosastücke του Κάφκα, μεταξύ 1936 και 1938, ελάχιστη απήχηση θα βρει από τους συγγραφείς των Μακεδονικών Ημερών. Αντίθετα η μεταφραστική του εκδοχή των Σημειώσεων του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε4 του Ρίλκε το 1939 έρχεται καθυστερημένα σε σχέση με την επιρροή που άσκησε στον νεαρό Ξεφλούδα δέκα χρόνια πριν το ίδιο βιβλίο, στη γαλλική του μετάφραση, που συνοδευόταν από το κείμενο του Αντρέ Ζιντ Οι σημειώσεις του André Walter και συμπλήρωναν ελεύθερα σχόλια του ίδιου του Ζιντ αλλά και του Γάλλου μεταφραστή Maurice Betz.
   Εκτός λοιπόν του Δήμου, αυτοί θα είναι οι «άνθρωποι» του περιοδικού. Ανάμεσά τους οι έξι συγγραφείς που θα δώσουν το απόσταγμα της παραγωγής τους και θα καταστήσουν τις Μακεδονικές Ημέρες ένα χώρο αναγέννησης της ελληνικής μυθιστοριογραφίας του 20ού αιώνα. Aς τους αναφέρουμε λοιπόν αμέσως έτσι όπως μας παρουσιάζονται μέσα από τις σελίδες του περιοδικού και από τα βιβλία που εξέδωσαν, σύμφωνα με τις αισθητικές τους προτιμήσεις και όχι σύμφωνα με τις «εκλεκτικές τους συγγένειες», όπως λέγεται.
   Ο Σπανδωνίδης και ο Γιαννόπουλος επαγγέλλονται την αμφιβολία. Μας μιλούν για το φευγαλέο κάτω από τις μάσκες του Εγώ, για το παιχνίδι του Είναι και του Φαίνεσθαι μέσα από αλλόκοτα διηγήματα όπου ασύνδετα κείμενα μπλέκουν την αγωνία με το χιούμορ, την αίσθηση του παράδοξου με τη σάτιρα του μικροαστισμού. Στην ίδια νοσταλγία του Εγώ συγκλίνουν, με τρόπο διαφορετικό, ο Ξεφλούδας και ο Δέλιος με μια μυθιστορηματική μορφή ελεγείας που οδηγεί πέρα από την ημερολογιακή μυθοπλασία: μια ποικιλία του λυρικού μυθιστορήματος με μια μόνο θεματική, τον επώδυνο χωρισμό δύο εραστών, πρόσχημα με πολλαπλές εκδοχές, μιας διακύμανσης των συλλογισμών και του θρυμματισμού των εικόνων που περιστρέφονται μέσα από ένα πρίσμα φωνών και βλεμμάτων. Διατηρώντας αποστάσεις από τον διανοουμενισμό των πρώτων και τον αισθητισμό των δεύτερων, οι Θέμελης και Πεντζίκης δεν ταράζουν ούτε θέλγουν τον αναγνώστη με την αμφισημία ή την ασάφεια των πραγμάτων. Ως συνεπείς υπαρξιστές βυθίζονται σ’ έναν ακαθόριστο κόσμο· η πειραματική τους πεζογραφία, εξίσου μονοθεματική —η κρίση ενός μοναχικού αγοριού— μοιάζει με ένα μωσαϊκό ακατέργαστων εντυπώσεων, ελεύθερων συνειρμών, σπαράγματα κειμένων που μορφοποιούν σταδιακά και διαμέσου του ίδιου τους του κατακερματισμού, την εικόνα μιας θρυμματισμένης ολότητας. 
   Το αμφίσημο, το απροσδιόριστο, το ακαθόριστο —εδώ εντοπίζουμε τις τρεις πτυχές μιας «τέχνης της αβεβαιότητας» που αρνείται τα πυροτεχνήματα της ρεαλιστικής αφήγησης, την καλοδουλεμένη πλοκή και την τυπολογία της. Η ποιητική αυτή του αβέβαιου και του ανολοκλήρωτου συνόλου —όπως εκτίθεται στο πρώτο τεύχος της επιθεώρησης μέσα από μια παράφραση του Edmond Jaloux5, o οποίος είναι ο εκ Παρισίων πνευματικός ηγέτης μιας ολόκληρης «γενιάς»— δεν είναι βέβαια από μόνη της αυθεντική· ιδιαίτερα εξαιρετική ωστόσο θα είναι η συνέπεια με την οποία θα διερευνηθούν από τους έξι συγγραφείς μας οι δυνατότητές της. Με άλλα λόγια, η τάση για την απεξάρθρωση της μυθιστορηματικής αφήγησης (μύθος) υπό την επήρεια ενός υποκειμενικού λόγου διατρέχει την Ελλάδα από το 1936 έως το 1939, από τη Διασπορά του Γιάννη Μπεράτη έως το Το Σόλο του Φίγκαρω του Γιάννη Σκαρίμπα. Αυτό ωστόσο που μετρά είναι ότι το επίκεντρό της βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη κι ότι εδώ διερευνάται ένα σπάνιο στοίχημα για τη γραφή και την ανάγνωση και δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτό γίνεται τη μεριά συγγραφέων-καθηγητών ή υπαλλήλων για τους οποίους η γραφή αντιπροσωπεύει μια δεύτερη ζωή: υπάρχουν πολλοί αντικατοπτρισμοί στην πρόζα τους και ο Σπανδωνίδης στη Ζωή που αγαπά τον εαυτό της6 θα αναπτύξει την ιδέα της «αυτάρκειας» του καλλιτεχνικού κειμένου, μιας τέχνης αποκομμένης από το βίωμα (vita che ama se stessa), που θα δανειστεί από τον Adriano Tilgher7· συγχρόνως, με μια ριζοσπαστική αντίληψη της νεωτερικότητας, διατυπώνει την αυτονομία του υποκειμένου και του έργου το οποίο ανακαλύπτει τον κανόνα του στο εσωτερικό της γλώσσας.

1. To περιοδικό Les Cahiers du Sud ιδρύθηκε το 1925 από τον αυτοδίδακτο συγγραφέα και ποιητή Jean Ballard και φιλοξένησε μερικούς από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Ο Italo Svevo (1861-1928) θεωρείται από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους του 20ού αιώνα. O Giani Stuparich (1891–1961) συγγραφέας, στρατιωτικός από την Τεργέστη. (ΣτΜ).
1α.Νέα Εστία, 1-1-1933.
1β. Άγρας Τέλλος, «Μια ματιά στη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη-Πρόσωπα και κείμενα», Ελληνικά Φύλλα, 5, 7/1935, σ.145.
1γ. Η έκφραση σχετικά με την εκδοτική περιπέτεια των Μακεδονικών Ημερών ανήκει στον Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο: «Η αναπροσαρμογή», πρόλογος στο Ο ποιητής Γιώργος Θέμελης, τόμος τιμητικός, Θεσσαλονίκη, 1971.
2. Μακεδονικές Ημέρες, 1938, τχ. 4, σελ. 125.
2α. Ο Πέτρος Σπανδωνίδης (1890-1964) γεννήθηκε στο Βουκουρέστι. Σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία αναγορεύτηκε διδάκτωρ, και εργάστηκε στη Μέση Εκπαίδευση, φθάνοντας ως τον βαθμό του γυμνασιάρχη. Το 1947 υπέβαλε υποψηφιότητα για την έδρα της Nεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης χωρίς επιτυχία. Από το 1946 υπήρξε συνεργάτης της ραδιοφωνίας Θεσσαλονίκης, όπου πραγματοποίησε λογοτεχνικές εκπομπές, προβάλλοντας τη θεωρία του για την ευρωπαϊκή διάσταση της νεοελληνικής λογοτεχνίας με έμφαση στο έργο της λεγόμενης γενιάς του τριάντα. (ΣτΜ). Πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
3. Nέα Eστία, 1η Δεκεμβρίου 1962, τ. 850, σ. 1710.
3α. Ο Στέλιος Ξεφλούδας γεννήθηκε στην Άμφισσα, πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη και γράφτηκε στη Φιλολογική Σχολή Αθηνών. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1928). Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και ήταν καθηγητής στο Ιταλικό Γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου υπηρέτησε ως αξιωματικός στο μέτωπο. Το 1941 τοποθετείται στο Υπουργείο Παιδείας στην Αθήνα. Το 1960 το βιβλίο του Εσύ ο κύριος Χ κι ένας μικρός πρίγκιπας έλαβε το Α΄ Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. (ΣτΜ).
4. Rainer Maria Rilke, Die Aufzeichnungen des Malte Laurids Brigge, 1910. Άρχισε να το γράφει στη Ρώμη το 1904 και «μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρόδρομος της γραφής των Υπαρξιστών». (ΣτΜ) πηγή: el.wikipedia.org
5. Σημείωση του Σπανδωνίδη για την K. Mansfield, Μακεδονικές Ημέρες, 1932, 1, σελ. 33. Βλ. Edmond Jaloux, Au Pays du roman, 1931, σ. 174.
6. Μακεδονικές Ημέρες, 1938, 5-7.
7. Adriano Tilgher, Estetica, 1931. O Ιταλός φιλόσοφος και δοκιμιογράφος (1887-1941) μελετητής του πιραντελικού θεατρικού έργου θεωρεί ότι αυτό εκφράζει την αντίφαση μεταξύ Ζωής (La vita) και Φόρμας (La Forma). Την άποψη αυτή θα υιοθετήσει ως δική του ο Πιραντέλλο.(ΣτΜ). Πηγή: wikipedia.org.

*Το κείμενο απουτελεί εκτενές απόσπασμα από το δοκίμιο του καθηγητή Jean Luc Chiappone που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ. 21ό. 

Ο Jean Luc Chiappone είναι καθηγητής στη Φρανκφούρτη. Δημοσίευσε δύο βιβλία σχετικά με το θέμα αυτό: Le Mouvement moderniste de Thessalonique, 1932-1939, - t. 1, figures de l’intimisme, - t. 2, figures du cosmopolitisme (εκδόσεις L’Harmattan, Παρίσι, 2006 και 2009), και συμμετείχε σε δυο ομαδικά βιβλία : Autour du roman grec moderne, sept études, dir. H. Tonnet, Mésogeios, 29-30, 2006, et Visages de Salonique au XXe s, dir. S. Sawas, Mésogeios, 34, 2008. Μετάφραση, επιμέλεια Γιώργος Γιαννόπουλος.