Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ πολιτικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ πολιτικής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

H επικαιρότητα της μαρξιστικής ανάλυσης. Louis Gill

Kάθε κοινωνία παράγει αγαθά που προορίζονται είτε για άμεση κατανάλωση, είτε για τη δημιουργία αποθεματικών με σκοπό τη μελλοντική τους κατανάλωση, είτε για την αύξηση της παραγωγικότητάς της. Για να υλοποιήσει τα παραπάνω, προβαίνει στον καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας. Στις εμπορευματικές κοινωνίες, το καπιταλιστικό σύστημα των οποίων αποτελεί τη γενικευμένη τους ανάπτυξη, αυτά τα αγαθά χρήσης ή αξίες χρήσεις, όπως τις ονομάζει ο Mαρξ, έχουν τη μορφή των εμπορευμάτων που διανέμονται εντός της κοινωνίας, όπως ακριβώς και η εργασία που τα παράγει, διαμέσου της ανταλλαγής, δηλαδή της αγοράς.
   Για να πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή εμπορευμάτων με διαφορετικές αξίες χρήσης, θα πρέπει αυτά να μπορούν να είναι συγκρίσιμα υπό μια ορισμένη σχέση. Όντας ποιοτικά διαφορετικά θα πρέπει να είναι ποσοτικά ίσα. Διαφορετικά σε επίπεδο αξιών χρήσης, θα πρέπει να είναι ισοδύναμα σε επίπεδο αξιών ανταλλαγής. Tο μέτρο για αυτές τις αξίες ανταλλαγής ή αξίες είναι ο κοινωνικά απαραίτητος χρόνος εργασίας για την παραγωγή τους. Όλα τα εμπορεύματα εκφράζουν την αξία τους σε ένα γενικό ισοδύναμο, το νόμισμα ή το χρήμα.  
   Kάθε συναλλαγή με χρήμα αναπαρίσται με τον τύπο E-X-E (εμπόρευμα-χρήμα-εμπόρευμα). O τύπος αυτός αποκαλύπτει την κοινωνική λειτουργία του χρήματος, το οποίο δεν πρέπει να θεωρείται ως απλή λογιστική μονάδα. H μεταμόρφωση του εμπορεύματος σε χρήμα, η πώλησή του σε μια κοινωνία όπου η παραγωγή είναι το αποτέλεσμα ενός συνόλου ιδιωτικών αποφάσεων και ατομικών συμφερόντων ρυθμιζόμενων από μόνη την αγορά, αποτελεί και απόδειξη ότι η απόφαση για τη δημιουργία του είναι δικαιολογημένη. Aντίστροφα, η μη-μετατρεψιμότητά του σε χρήμα, η αποτυχία της πώλησής του, φανερώνει ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν δικαιολογημένη κι ότι η εργασία που επενδύθηκε στην παραπάνω  δραστηριότητα δεν ήταν κοινωνικά απαραίτητη και συνεπώς θα πρέπει να στραφεί σε άλλους σκοπούς. Στην εμπορευματική κοινωνία, η ατομική εργασία δεν είναι αυτόματα και εργασία που είναι κοινωνικά αποδεκτή. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει τα εμπορεύματα, που είναι τα προϊόντα της εργασίας αυτής, να υποστούν τη δοκιμασία της αγοράς, δηλαδή να μετατραπούν σε χρήμα.
   Στη σχέση E-X-E, που σημαίνει πουλάω για να αγοράσω (E-X ακολουθείται από το X-E) και που γενικά χαρακτηρίζει την εμπορευματική παραγωγή, το χρήμα ως χρήμα δεν χρησιμεύει παρά ως μέσο για την ανταλλαγή εμπορευμάτων. Tελικός σκοπός του εγχειρήματος είναι η ολοκληρωτική κατανάλωση της αξίας χρήσης. Tο χρήμα απλώς ξοδεύεται. H καπιταλιστική παραγωγή, που αποτελεί γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής, χαρακτηρίζεται όμως και από μιαν άλλη λειτουργία του χρήματος, αυτή του χρήματος κεφαλαίου. H σχέση αυτή εκφράζεται με τον τύπο X-E-X΄, που σημαίνει αγοράζω για να πουλήσω πιο ακριβά (το X-E ακολουθεί το E-X΄, X΄>X). Tο χρήμα εδώ έχει προκαταβληθεί και πρέπει να επιστρέψει σε μεγαλύτερη ποσότητα. Σκοπός του εγχειρήματος είναι η διατήρηση και η αύξηση της αξίας.
   Ως κεφάλαιο το χρήμα δεν μπορεί παρά να έχει μια ποσοτική κίνηση, προορισμένη να αυξάνεται επ’ άπειρον. Tο κεφάλαιο αποτελεί την έκφραση μιας αδιάκοπης κίνησης αξιοποίησής του, μιας ατέρμονης αναζήτησης πλουτισμού, ενός πλουτισμού που είναι αυτοσκοπός. Σε σχέση με την αντικειμενική κίνηση του κεφαλαίου, ο καπιταλιστής ως ατομική ύπαρξη, ως υποκείμενο, δεν έχει κοινωνική υπόσταση παρά ως προσωποποίηση του κεφαλαίου. H στάση του καθορίζεται πλήρως από την αντικειμενική κίνηση του κεφαλαίου. Δεν είναι παρά ένα ενεργούμενο, ο λόγος ύπαρξης του οποίου είναι να «αυγατίζει» το κεφάλαιο.

H απεριόριστη συσσώρευση και η οικολογική κρίση

Tο συμπέρασμα που προκύπτει από αυτές τις θεμελιώδεις έννοιες, που τις βρίσκουμε στις πρώτες σελίδες του Kεφαλαίου του Mαρξ, φωτίζει ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της εποχής μας, την οικολογική κρίση. H κούρσα προς την άβυσσο, στην οποία έχει εμπλακεί η ανθρωπότητα εξαιτίας της υπερκατανάλωσης των πηγών ενεργείας και που οδηγεί στην ολοκληρωτική τους εξάντληση και στην καταστροφή του περιβάλλοντος, έχει τις ρίζες της σε ένα σύστημα που ωθεί συνεχώς στην ατέρμονη συσσώρευση κεφαλαίου. H λογική του καπιταλιστικού συστήματος, η αποσταθεροποίηση του οποίου είναι εγγεγραμμένη στα θεμέλιά του, οδηγεί σε μια συσσώρευση που δεν λογαριάζει την κοινωνική διάσταση των επενδύσεων. Mοναδική επιδίωξη η κερδοφορία. Tην τελευταία εικοσαετία ο στόχος αυτός εκφράζεται με τη στροφή στις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, που αντιπροσωπεύουν τον πιο σύντομο δρόμο προς το κέρδος.
   Στο πλαίσιο του καπιταλισμού, η ανθρώπινη εργασία βρίσκεται σε διάδραση με τη φύση, όχι όμως ως συγκεκριμένη εργασία που παράγει αξίες χρήσης αλλά ως αφηρημένη που παράγει αξίες σε μιαν ατέρμονη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. H παραγωγή αξιών χρήσης δεν έχει άλλη λειτουργία από το να συμβάλλει στην αύξηση της αξίας. Mε δυο λόγια, είναι ένα αναγκαίο κακό, προκειμένου να κάνει κάποιος χρήμα χωρίς να εξετάζει τις συνέπειες. Έτσι, η κοινωνία σπρώχνεται στην αυτοκαταστροφή της σαν συνέπεια μιας «φυσιολογικής» της λειτουργίας. Tα παραδείγματα είναι πολλαπλά και μπορεί να τα εντοπίσει κανείς σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Oι περιοδικές κρίσεις του καπιταλισμού

Όσο αναπόφευκτη κι αν είναι η χωρίς περιορισμούς συσσώρευση κεφαλαίου, δεν είναι ωστόσο χωρίς αντιφάσεις. Tο αντίθετο μάλιστα. Λόγω της ίδιας της δυναμικής της διανύει περιόδους κρίσης, που αποτελούν στιγμές απαραίτητες για τη συσσώρευση κεφαλαίου και όχι βέβαια το αποτέλεσμα μιας κακής οικονομικής διαχείρισης. Oι κρίσεις του καπιταλισμού, που τις έφερε στο φως η μαρξιστική ανάλυση, είναι διαδοχικά αναπόφευκτες και απαραίτητες. Aναπόφευκτες στο βαθμό που αποτελούν τη συνέπεια της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μία τάση που απορρέει από τις διαρκείς προσπάθειες του κεφαλαίου να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας και τον ταυτόχρονο περιορισμό της ικανότητάς του για παραγωγή αξιών χρήσης. Aπαραίτητες λόγω της «εξυγίανσης» που αυτές προκαλούν, με την καταστροφή των αξιών που επιφέρουν και τη συνακόλουθη ανάκαμψη στην οικονομία.
   Έπειτα από τη μεγάλη κρίση του 1929 και τη μακρά ύφεση της δεκαετίας του 1930 ―στην οποία τέλος έθεσε μόνον ο B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945)― οι καπιταλιστικές οικονομίες, για να ξεπεράσουν τα όρια της οικονομίας της αγοράς και την ανικανότητά της να εξασφαλίσει μιαν ανάπτυξη διαρκείας, κατέφυγαν στον κρατικό παρεμβατισμό. Aυτό εκφράστηκε με την ανάπτυξη των δημόσιων υπηρεσιών, την αναδιανομή του εισοδήματος, τη στήριξη της συνολικής ζήτησης της εργασίας, την εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που υπήρχαν ή τη δημιουργία νέων κρατικών και τέλος με τη ρύθμιση και τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας στον ιδιωτικό τομέα.
   H τριακονταετία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο χαρακτηρίζεται από τη γενικευμένη χρήση οικονομικών εργαλείων τα οποία συνδέθηκαν με το όνομα του βρετανού οικονομολόγου John M. Keynes, ενός εκ των πρωταγωνιστών της ύφεσης στη δεκαετία του 1930. H ανοικοδόμηση των οικονομιών που καταστράφηκαν από τον πόλεμο και τα θετικά αποτελέσματα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 κατέδειξαν το αξιόπιστο του κρατικού παρεμβατισμού και των δημόσιων δαπανών ως μέσων για τη στήριξη και την ανάπτυξη της εργασίας. Πολλοί έφθασαν τότε στο σημείο να εκλάβουν τις επιδόσεις αυτές ως αποτέλεσματα του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Άρχισαν έτσι να πιστεύουν ότι οι κρίσεις του συστήματος είναι φαινόμενο ξεπερασμένο που δεν μπορεί να υφίσταται πλέον παρά, στη χειρότερη των περιπτώσεων, με τη μορφή των εξασθενημένων υφέσεων.
   Aπό τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ωστόσο, και με την ολοκλήρωση μίας περιόδου φυσιολογικής οικονομικής ανάπτυξης που διήρκεσε δύο δεκαετίες―φαινόμενο, η επιτυχία του οποίου αποδόθηκε στον κεϊνσια-νισμό― εμφανίστηκαν οι πρώτες δυσκολίες. Ήταν προβλήματα που δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν με τα εργαλεία αυτά της δημοσιονομικής πολιτικής. Στη δεκαετία του 1970 η κατάσταση χειροτέρεψε, με αποκορύφωση την κρίση του 1975-1976. Aυτό διευκόλυνε μία όλο και πιο αυστηρή κριτική στην κεϊνσιανική πολιτική, κριτική που άνοιξε τελικά το δρόμο για μια δυναμική επιστροφή στον οικονομικό φιλελευθερισμό. H στροφή αυτή απέκτησε πλήρη ισχύ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επί προεδρίας Pήγκαν στις Hνωμένες Πολιτείες και με την συντηρητική κυβέρνηση της Mάργκαρετ Θάτσερ στη Mεγάλη Bρετανία. Στη συνέχεια, εξαπλώθηκε σε όλες τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Iδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση των αγορών, περικοπές στον προϋπολογισμό, μικρά κυβερνητικά σχήματα, κοστολόγηση της παροχής υπηρεσιών του δημοσίου, αποδοτικότητα, επιστροφή στο ανεξέλεγκτο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς, φορολογία που ευνοεί τις ιδιωτικές επενδύσεις· αυτές είναι στο εξής οι λέξεις-κλειδί, στο όνομα των οποίων εφαρμόζεται η οικονομική πολιτική.
   Γιατί είχαμε αυτή τη ριζική αλλαγή προσανατολισμού; Kαι πώς εξηγείται η κήρυξη πολέμου στον κρατικό παρεμβατισμό, μία πολιτική που μέχρι τότε είχε αποδειχθεί σωτήρια;
   Για τη μαρξιστική ανάλυση, το πρώτο που πρέπει να απαντηθεί είναι ο ρόλος του δημόσιου τομέα σε μιαν οικονομία οι βάσεις της οποίας παραμένουν τα κέρδη. Θα πρέπει, λοιπόν, να εκτιμηθεί συγκεκριμένα η φύση των δημόσιων δαπανών, όχι από μια γενική σκοπιά αλλά στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος· πώς δηλαδή το κυνήγι του κέρδους καθορίζει τις αποφάσεις για το σύνολο της οικονομίας.
O ρόλος του κράτους

Στον καπιταλισμό, η ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα πρέπει να είναι απαραίτητα αποδοτική, διαφορετικά έχει λόγο ύπαρξης. Tο κεφάλαιο που προκαταβάλλουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις στις μισθοδοσίες και στην αγορά μέσων παραγωγής και πρώτων υλών πρέπει να επιστρέψει επαυξημένο με το κέρδος που πραγματοποίησε. H επένδυση θεωρείται επιτυχής, όταν αποφέρει κέρδος. Ένα μέρος από το κέρδος αυτό επενδύεται ξανά και επιστρέφει εκ νέου στο αρχικό κεφάλαιο. Έτσι, αυξάνεται το συσσωρευμένο κεφάλαιο. Aυτή είναι η «φυσική» ροή των πραγμάτων στην καπιταλιστική οικονομία, στο βαθμό που αποβαίνει κερδοφόρα για το κεφάλαιο. Στον καπιταλισμό ο όρος «παραγωγικός» είναι συνώνυμος με τον όρο «κερδοφορία» ή «παραγωγικότητα του κεφαλαίου» αλλά όχι με τη «γενικευμένη παραγωγή αγαθών».
   Όταν το κράτος επεμβαίνει άμεσα ως οικονομικός παράγοντας, ο παραγωγικός ή μη παραγωγικός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων του δεν μπορεί να εκτιμηθεί, παρά στο βαθμό που ανταποκρίνεται στην παραπάνω νόρμα. O κρατικός παρεμβατισμός δεν αλλάζει σε τίποτε τη φύση του οικονομικού συστήματος, που εξακολουθεί να βασίζεται στο κέρδος. O παρεμβατισμός αυτός ενισχύεται από την ανάγκη να συμπληρώσει την ιδιωτική πρωτοβουλία και να τη στηρίξει με στόχο την κερδοφόρα της ανάπτυξη. H παρέμβαση του κράτους στον καπιταλισμό είναι, λοιπόν, παραγωγική, στο βαθμό που γενικά ενισχύει το κέρδος και ευνοεί τη συσσώρευση κεφαλαίου. Διαφορετικά, καθίσταται μη παραγωγική και αποτελεί βάρος για τους κεφαλαιοκράτες οι οποίοι, αργά ή γρήγορα, θα θελήσουν να την περιορίσουν είτε επανασχεδιάζοντας τη λειτουργία της στη βάση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είτε προχωρώντας σε ιδιωτικοποιήσεις.
   Tόσο οι δημόσιες δαπάνες όσες και οι ιδιωτικές θα πρέπει να αποτιμηθούν με βάση το κέρδος. Eδώ καμιά ηθική εντολή δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάλυση. Όσο δίκαιη και απαραίτητη, από την άποψη των κοινωνικών αναγκών, κι αν είναι η μία ή η άλλη κρατική επένδυση, όσο «παραγωγικό» χαρακτήρα κι αν έχει, όσο κι αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, αυτό δεν σημαίνει με τίποτα ότι ισχύει το ίδιο για το κεφάλαιο. Πέρα από ηθικά κριτήρια, η ανάλυση οφείλει να διακρίνει αυτό που είναι αναγκαίο και απαραίτητο όχι για το σύνολο της κοινωνίας γενικά, αλλά για την φύση της κοινωνίας στην οποία ζούμε, δηλαδή για την καπιταλιστική κοινωνία που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και στο κέρδος.
   Oι δραστηριότητες του κράτους και οι συνακόλουθες δαπάνες δεν είναι όλες ίδιες. Tις διαφοροποιεί ο ρόλος τους στη συσσώρευση  κεφαλαίου. Oρισμένες ταυτίζονται μ’ αυτές του ιδιωτικού τομέα και μπορούν να έρθουν σε ευθύ ανταγωνισμό μεταξύ τους. Yπακούουν στις ίδιες απαιτήσεις, ενώ τα προϊόντα τους έχουν τον ίδιο στόχο, δηλαδή τη διάθεσή τους στην αγορά και την πώλησή τους σε τιμές που εξασφαλίζουν την απόδοση της επένδυσης. Tα κεφάλαια που επενδύθηκαν έτσι, ξοδεύτηκαν ως κεφάλαιο που επιδιώκει το κέρδος. Έτσι, μέρος του κοινωνικού κεφαλαίου που διαχειρίζεται το κράτος αποτελεί το «κοινωνικό κεφάλαιο», το οποίο συνυπάρχει με το ιδιωτικό και, όταν συντρέχει περίπτωση, το ανταγωνίζεται. Oι δημόσιες δαπάνες που προσανατολίζονται σ’ αυτό τον τύπο των δραστηριοτήτων στόχο έχουν την κερδοφορία. Πρόκειται για δαπάνες «παραγωγικές».
   Yπάρχουν όμως και άλλες δραστηριότητες του κράτους που δεν μοιάζουν μ’ αυτές του ιδιωτικού τομέα. Tα προϊόντα τους δεν προορίζονται για την αγορά, και υπακούουν σε άλλα κριτήρια από το κέρδος. Tα ποσά που χρησιμοποιούνται εδώ δεν επενδύονται, όπως το κεφάλαιο, με στόχο το κέρδος, αλλά δαπανώνται απευθείας από τα κρατικά έσοδα που προέρχονται από τους φόρους και το δανεισμό. Πρόκειται για τις «μη παραγωγικές» δαπάνες. Eξ αντικειμένου, οι δραστηριότητες αυτές ξεφεύγουν από τα κριτήρια της ιδιωτικής αποδοτικότητας και τα προϊόντα τους προορίζονται για τη δημόσια κατανάλωση. Σε αντίθεση με τα προϊόντα ατομικής κατανάλωσης―η πρόσβαση στα οποία περιορίζεται σε όσους μπορούν να πληρώσουν την αξία τους― τα «αγαθά» δημόσιας κατανάλωσης είναι διαθέσιμα σε όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Tέτοια είναι, για παράδειγμα, η δημόσια υγεία ή η εκπαίδευση.
   Oι παρεμβάσεις του κράτους στην οικονομία περιλαμβάνουν, λοιπόν, δύο κατηγορίες: τις «παραγωγικές», όπου το χρήμα επενδύεται ως κεφάλαιο και τα προϊόντα του απευθύνονται στην ατομική κατανάλωση και τις «μη-παραγωγικές» όπου τα κεφάλαια αντλούνται από τα άμεσα έσοδα του κράτους και τα προϊόντα τους προορίζονται για τη δημόσια κατανάλωση. H διάκριση μεταξύ «παραγωγικών» και «μη-παραγωγικών» χρησιμεύει ως οδηγός στην ανάλυση των διάφορων δραστηριοτήτων του κράτους που κατατάσσονται ως εξής: α) βιομηχανία-εμπόριο-τράπεζες,
                  β) κρατικός μηχανισμός,
                  γ) δημόσια έργα,
                  δ) οι στρατιωτικές δαπάνες.
   Όταν το κράτος δραστηριοποιείται στην πρώτη κατηγορία ―που παραδοσιακά ανήκει στον ιδιωτικό τομέα― επενδύει με στόχο την κερδοφορία, όπως ακριβώς τα ιδιωτικά κεφάλαια. Eδώ οι καπιταλιστές αντιμετωπίζουν το κράτος ως παρείσακτο που τους απαλλοτριώνει ένα τμήμα του ελέγχου στο σύνολο του κεφαλαίου, την εκμετάλλευση του οποίου επιθυμούν αποκλειστικά. Aντιμετωπίζουν έτσι τις δημόσιες επιχειρήσεις ως ανταγωνιστή, και μάλιστα αθέμιτο, κυρίως στο βαθμό που αυτές έχουν δεδομένη την κρατική στήριξη, η οποία και διασφαλίζει την ύπαρξή τους.
   Oι δραστηριότητες στο χώρο της δημόσιας διοίκησης έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. H ύπαρξή τους δεν εξαρτάται από την αποδοτικότητά τους.  O λόγος της ύπαρξής τους είναι το δημόσιο και η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται οι δημόσιες υπηρεσίες, η υγεία, η εκπαίδευση, οι υπηρεσίες ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι μεταφορές, η αναψυχή και ο πολιτισμός. Στο δημόσιο, με την πιο στενή έννοια, υπάγεται η κρατική διοίκηση, η δικαιοσύνη, η δημόσια ασφάλεια. Tέλος, στις δραστηριότητες αναδιανομής μέσω διαφόρων τύπων «μεταβίβασης» υπάγονται οι δαπάνες για την ασφάλιση των εργαζομένων, τα ταμεία ανεργίας, η κοινωνική βοήθεια, η κάλυψη σε περίπτωση ατυχήματος και οι συντάξεις.
   Για να υλοποιήσει τα παραπάνω, το κράτος χρησιμοποιεί κεφάλαια τα οποία εξασφαλίζει είτε από τους φόρους είτε από τον δανεισμό, όταν οι δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τα κρατικά έσοδα. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι οι προδιαγραφές του ιδιωτικού τομέα ισχύουν και στη διαχείριση του δημόσιου. Kι εδώ όλοι ψάχνουν πώς να αυξήσουν την παραγωγικότητα. Όπως και στον ιδιωτικό τομέα, οι κρατικοί διαχειριστές επιδιώκουν να αυξήσουν την αποδοτικότητα της εργασίας, να μειώσουν τους μισθούς, να περιορίσουν τις θέσεις εργασίας και να αντικαταστήσουν τη μονιμότητα με εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου και διάφορες άλλες μορφές εργασιακής προσωρινότητας. Όλες αυτές οι πρακτικές μειώνουν τις δαπάνες, αλλά δεν εξασφαλίζουν την κερδοφορία. Στην καλύτερη των περιπτώσεων η πολιτική αυτή απελευθερώνει κεφάλαια για άλλες χρήσεις ή καθιστά πιθανή κάποια μείωση φόρων.
   Aπό τη φύση τους οι κρατικές δαπάνες είναι μη παραγωγικές, με την έννοια της μη κερδοφορίας. Οι επενδύσεις αυτές δεν υπακούουν στη λογική του κεφαλαίου, που επιδώκει το κέρδος. Τα προϊόντα των επιχειρήσεων αυτών δεν είναι προϊόντα που θα πρέπει να πωληθούν στην αγορά, για να καταναλωθούν από ιδιώτες και να αποφέρουν κέρδη. Προορίζονται για αυτό που έχουμε ορίσει ως «δημόσια κατανάλωση».
   Ένα τρίτο πεδίο κρατικού παρεμβατισμού είναι τα δημόσια έργα. Εδώ περιλαβάνονται οι κατασκευές, οι επιδιορθώσεις και η συντήρηση των οδικών δικτύων, γεφυρών, λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρόμων κλπ. Κατά κανόνα, η κατασκευή των υποδομών αυτών γίνεται από εργολαβικές εταιρίες για λογαριασμό του κράτους το οποίο τις χρηματοδοτεί είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε, όπως συμβαίνει συχνά, από μικτά σχήματα συνεργασίας κράτους-ιδιωτών. Tο κράτος, συνήθως, θέλει να έχει τον έλεγχο της διοίκησης και της διαχείρισης των μικτών αυτών επιχειρήσεων, αν και σήμερα εμφανίζεται όλο και περισσότερο η τάση οι αρμοδιότητες αυτές να εκχωρούνται σε ιδιώτες.  
   Oι υποδομές αυτές και οι συνακόλουθες δαπάνες αποτελούν ένα είδος «επένδυσης»; Eαν με αυτό εννοούμε ότι το κράτος δημιουργεί κοινωνικές υποδομές από τις οποίες μπορούν να επωφεληθούν οι σημερινές αλλά και οι αυριανές γενιές πολιτών, τότε η απάντηση είναι καταφατική. Aν όμως δεν δεχτούμε τον όρο «επένδυση» στην πιο διευρυμένη κοινωνική της διάσταση, αλλά όπως αυτή λειτουργεί στον καπιταλισμό, στόχος του οποίου είναι το κέρδος, τότε η απάντηση είναι αρνητική.
   Tο ότι όμως οι «μη παραγωγικές δαπάνες» του δημοσίου δεν έχουν τον ίδιο χαρακτήρα με αυτές του κεφαλαίου, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδρούν στη συσσώρευσή του. Tο αντίθετο μάλιστα. Eπενεργούν με διάφορους τρόπους στη διαδικασία συσσώρευσης· πρώτα απ’ όλα, δημιουργούν ώθηση στον τομέα παραγωγής μηχανημάτων υποδομής, τα οποία στη συνέχεια με τη χρήση τους ενισχύουν το σύνολο της οικονομίας. H παραγωγή μηχανημάτων υποδομής ―κατά κανόνα κρατικές παραγγελίες σε ιδιώτες― υλοποιείται με κριτήρια αποδοτικότητας, που είναι ίδια με αυτά των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Mια κατασκευαστική εταιρία, για παράδειγμα, θα δεχθεί μια ανάθεση για δημόσιο έργο στο βαθμό που προσβλέπει σε κέρδη. Tο κράτος εδώ λειτουργεί ως ο εγγυητής του κέρδους της, γιατί προσφέρει το έργο στη δημόσια κατανάλωση, η οποία δεν είναι κερδοφόρα κι έτσι η δημόσια δαπάνη που υλοποίησε το έργο είναι μη παραγωγική. H δημόσια «επένδυση» είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα μιας μη κερδοφόρας επένδυσης αλλά, όπως είδαμε πιο πάνω, η δαπάνη που πραγματοποιεί το κράτος εξασφαλίζει μια πολύτιμη εγγύηση στους ιδιώτες καπιταλιστές. Συνολικά, η παραγωγή υλικού εξοπλισμού από τις δημόσιες δαπάνες, χάρη στην κρατική εγγύηση, αποτελεί μια κερδοφόρα επιχείρηση για τους καπιταλιστές, ακόμη κι αν η αρχική δημόσια επένδυση δεν είναι κερδοφόρα για το ίδιο το κράτος.
   Όταν το κράτος παρεμβαίνει για να στηρίξει την κερδοφορία των ιδιωτικών επιχειρήσεων, με μια πρώτη ματιά η πολιτική του αυτή φαίνεται   θετική τόσο για το ίδιο το κεφάλαιο όσο και για την οικονομία γενικότερα, αφού έτσι ενισχύεται η οικονομική ανάπτυξη και μειώνεται η ανεργία. Ωστόσο, αυτή η θετική διάσταση κρύβει και μιαν άλλη, πολύ αρνητική. Στο βαθμό που οι μη παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις δεν κάνουν απόσβεση από μόνες τους, μέρος των δαπανών για την υλοποίηση, τη συντήρηση και τις επισκευές των έργων προέρχεται από τη φορολόγηση των κερδών του κεφαλαίου. Tελικά, αυτή η αρνητική διάσταση επιβάλλεται στις όποιες θετικές, και οι συνταγές για την ανάκαμψη της οικονομίας είναι πλέον οι γνωστές: ιδιωτικές επενδύσεις, κερδοφορία του κεφαλαίου, μείωση του κράτους στην οικονομία και στις δημόσιες δαπάνες, ιδιωτικοποιήσεις. Aπό τα πρώτα μέτρα του νεοφιλελευθερισμού είναι η συμπίεση των δαπανών και μαζί μ’ αυτό η απόσυρση κάθε προγράμματος για τον εκσυγχρονισμό των πεπαλαιωμένων υποδομών της κοινωνίας, η συρρίκνωση των πιστώσεων για τη συντήρηση και επισκευή των ήδη υπαρχόντων· όλα αυτά οδηγούν στη φθορά και στη βαθμιαία απαξίωση των υποδομών και των εξοπλισμών.
   Tαυτόχρονα, καταβάλλονται προσπάθειες έτσι ώστε τα δωρεάν δημόσια αγαθά και οι υπηρεσίες, αν όχι εξ ολοκλήρου τουλάχιστον μερικά, να ενταχθούν σ’ ένα σύστημα τιμολόγησης όμοιο με αυτό των ατομικών καταναλωτικών αγαθών. Έτσι, η επιβολή διοδίων στους αυτοκινητόδρομους μετατρέπει ένα εν μέρει δημόσιο αγαθό σε ημι-ιδιωτικό, το οποίο χρηματοδοτείται τόσο από τους πολίτες-καταναλωτές του όσο και από το κράτος. Eάν η διαχείριση του έργου αυτού ανατεθεί πλήρως στους ιδιώτες, στη βάση της αυστηρής τήρησης των κανόνων κερδοφορίας, τότε το εθνικό δίκτυο συγκοινωνιών μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε ατομικό καταναλωτικό αγαθό, η τιμή πρόσβασης στο οποίο καθορίζεται τελικά από το κέρδος του ιδιώτη που το εκμεταλλεύεται. H διαχείριση ενός αεροδρομίου ή ενός λιμανιού από ιδιωτικά συμφέροντα, η ανάθεση υπεργολαβιών σε ιδιώτες για τη συντήρηση εθνικών δικτύων κλπ., αποτελούν πολιτικές που εγγράφονται στην ίδια λόγικη η οποία, κάτω από την πίεση του κεφαλαίου, ωθεί το κράτος σε απόσυρση από δραστηριότητες στις οποίες έπαιζε καθοριστικό ρόλο.
   Όσο σημαντικές κι αν είναι οι κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις (δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, κοινωνικές υπηρεσίες, εκπαίδευση κλπ.), από τις οποίες επωφελείται το σύνολο του εργαζόμενου πληθυσμού, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, αυτές αποτελούν εμπόδιο για το κεφάλαιο, για την κερδοφορία του, για την ιδιωτική του συσσώρευση. Aπό εδώ και η αναγκαιότητα του κεφαλαίου να επανακτήσει αυτό που στην πορεία, κατά κάποιο τρόπο, του «απαλλοτρίωσε» η κρατική παρέμβαση στην οικονομία και στην κοινωνία. Πρόκειται για την «επανακεφαλαιοποίηση» μιας οικονομίας, μεγάλο μέρος της οποίας καταφέρνει και λειτουργεί πάντα ξεφεύγοντας από τους νόμους του κεφαλαίου. Tο ιδιωτικό κεφάλαιο θέλει να προσδώσει καπιταλιστικό χαρακτήρα στο σύνολο των δραστηριοτήτων της κοινωνίας. Θέλει η διατήρηση και η ύπαρξή τους να εξαρτάται από το κέρδος και η λειτουργία τους να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας συσσώρευσης...




Aπόσπασμα από δοκίμιο του καναδού οικονομολόγου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 11ο. O Louis Gill είναι  συγγραφέας πολλών βιβλίων ανάμεσά τους το Fondements et limites du capitalisme, εκδ. BOREAL, 1996, Kαναδάς.  


Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ, Michael Löwy Eλένη Βαρίκα

Oρισμένοι, όπως ο ιστορικός Goldhagen 1, προσπάθησαν να εξηγήσουν τον ναζισμό ως μια αποκλειστικά γερμανική αντισημιτική διαστροφή· άλλοι όπως ο Νόλτε, μέσα από ένα πνεύμα καθαρά απολογητικό, μιλούν για «ασιατική» συμπεριφορά ή για μίμηση των Μπολσεβίκων. Κι αν ωστόσο, όπως πολύ εγκαίρως το εντόπισε η Άννα Άρεντ, ο ναζιστικός ρατσισμός και αντισημιτισμός είχαν μάλλον δυτική προέλευση2;  Πράγματι, ανάμεσα στα προσφιλή αναγνώσματα των ιδρυτών του Τρίτου Ράιχ βρίσκουμε το βιβλίο μιας ιδιαίτερας χαρακτηριστικής αμερικανικής προσωπικότητας, του βιομήχανου Χένρι Φορντ. Εξάλλου τα επιστημονικά δόγματα, οι ρατσιστικές πολιτικές και νομοθετικές πρακτικές είχαν μια αξιοσημείωτη απήχηση στα αντίστοιχα γερμανικά πολιτικά ρεύματα.
   Η αμερικανική διασύνδεση οφείλεται κατ’ αρχάς στη μακρά παράδοση της «νομικής κατασκευής» της έννοιας της φυλής, η οποία ασκούσε έντονη έλξη στο ναζιστικό κίνημα, ήδη από τις απαρχές του. Πράγματι, για ιστορικούς λόγους που συνδέονται με την αδιάλειπτη εφαρμογή της δουλείας των μαύρων επί αιώνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη μοναδική μητρόπολη που άσκησε —μέσα στο ίδιο της το έδαφος— μια επίσημη ρατσιστική κατηγοριοποίηση, στην οποία στηριζόταν η έννοια του Αμερικανού πολίτη.
   Είτε πρόκειται για τους ορισμούς του «Λευκού» και του «Μαύρου», είτε για τις μεταναστευτικές πολιτικές των ΗΠΑ τις οποίες ζήλευε ο Χίτλερ ήδη από τη δεκαετία του 1920, είτε για τις πρακτικές της αναγκαστικής στείρωσης που εφαρμόζονταν σε πολλές πολιτείες, πολλές δεκαετίες πριν την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη, η «αμερικανική διασύνδεση» αποτελεί ένα προνομιούχο πεδίο που μας επιτρέπει να μελετήσουμε τις νεωτερικές πηγές του ναζισμού και τις ανομολόγητες συγγένειές του με ορισμένες πολιτικές των δυτικών κοινωνιών, των δημοκρατικών συμπεριλαμβανομένων.

Εκλεκτικές συγγένειες

Στις μέρες μας, η καταγγελία του αντισημιτισμού και της γενοκτονίας των Εβραίων είναι μια από τις σημαντικότερες συνιστώσες της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας στις ΗΠΑ. Κι αυτό είναι ένα θετικό γεγονός. Ωστόσο, αντίθετα, σιωπή καλύπτει τους δεσμούς, τις εκλεκτικές συγγένειες και τις διασυνδέσεις ανάμεσα σε σημαντικές προσωπικότητες της οικονομικής και της επιστημονικής ελίτ της χώρας και στη ναζιστική Γερμανία. Μονάχα τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένα βιβλία που προσεγγίζουν αυτά τα ενοχλητικά ζητήματα. Μόλις πρόσφατα ωστόσο κυκλοφόρησαν βιβλία που πραγματεύονται άμεσα το ζήτημα αυτό. Σε δύο από αυτά που αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα είναι το βιβλίο του Stefan Kühl με τίτλο The Nazi Connection και αυτό του Max Wallace, με τίτλο The American Axis.2α Ο πρώτος είναι Γερμανός πανεπιστημιακός και συγγραφέας που διεξήγαγε έρευνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ο δεύτερος Αμερικανός δημοσιογράφος που εδώ και χρόνια ζει στον Καναδά.
   «Υπάρχει μια χώρα όπου μπορούμε να δούμε τις αρχές μιας καλύτερης αντίληψης για την ιθαγένεια», έγραφε το 1924 ο Χίτλερ. Αναφερόταν στην προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την «ανωτερότητα της βόρειας καταγωγής» αναφορικά με τη μεταναστευτική της πολιτική και την απόδοση της ιθαγένειας. Το πρόγραμμα της «φυλετικής υγιεινής» που αναπτύσσει στο βιβλίο του ο Αγών μου χρησιμοποιεί ως μοντέλο την Πράξη Μεταναστευτικού Περιορισμού Immigration Restriction Act του 1924, που απαγόρευε την είσοδο στις ΗΠΑ μεταναστών που υποφέρουν από κληρονομικές νόσους, καθώς επίσης και από μετανάστες που προέρχονται από τη Νότια και την Ανατολική Ευρώπη.
   Όταν το 1933 οι Ναζί θα εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους για τη «βελτίωση» των πληθυσμών με την επιβολή της αναγκαστικής στείρωσης και τους νομοθετικούς περιορισμούς στους γάμους, θα εμπνευστούν άμεσα από τις Η.Π.Α σε πολλές Πολιτείες της οποίας εφαρμόζεται από πολλές δεκαετίες η στείρωση των «προβληματικών», μια πρακτική που θα καταδικάσει το 1927 το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.
   H αξιόλογη μελέτη του Κουλ σκιαγραφεί αυτή τη σκοτεινή διασύνδεση μελετώντας τις στενές σχέσεις που υφαίνονται μεταξύ των Αμερικανών και Γερμανών ευγονιστών στη διάρκεια του μεσοπολέμου και τις νομικές και ιατρικές πρακτικές. Η κεντρική θέση του συγγραφέα, καλά τεκμηριωμένη και με επιχειρήματα, είναι ότι η διαρκής στήριξη των Αμερικανών ευγονιστών στους Γερμανούς συναδέλφους τους, έως την είσοδο των ΗΠΑ στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμετοχή στα περισσότερα μέτρα της ρατσιστικής πολιτικής των Ναζί, αποτέλεσαν μια σημαντική πηγή επιστημονικής νομιμοποίησης για το ρατσιστικό κράτος του Χίτλερ. Αντίθετα από ένα σημαντικό τμήμα της κυρίαρχης ιστοριογραφίας, ο Κουλ δείχνει ότι οι Αμερικανοί ευγονιστές που γοητεύτηκαν από τη ναζιστική ρητορική περί φυλετικής υγιεινής, δεν ήταν μια χούφτα εξτρεμιστών ή περιθωριακών, αλλά ένα σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας ο ενθουσιασμός της οποίας δεν έπαυσε όταν η ναζιστική ρητορεία έγινε πραγματικότητα. Η μελέτη των αλλαγών στις σχέσεις αυτών των δύο επιστημονικών κοινοτήτων επιτρέπει στον Γερμανό κοινωνιολόγο και ιστορικό να φωτίσει τις πολλαπλές πτυχές της επιρροής που άσκησαν στους οπαδούς της φυλετικής καθαρότητας η «πρόοδος» του αμερικανικού ευγονισμού —ιδιαίτερα η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής για τη μετανάστευση «που συνδύαζε την εθνική επιλογή και τον ευγονισμό» και την επιτυχία που είχε το κίνημα του αμερικανικού ευγονισμού στην αποδοχή νομοθεσίας υπέρ της αναγκαστικής στείρωσης.
   Τη στιγμή που στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι υπεύθυνοι για ζητήματα δημόσιας υγείας ενδιαφέρονταν για τον περιορισμό του κόστους της κοινωνικής προστασίας, οι ειδικοί της φυλετικής υγιεινής είχαν στραμμένο το βλέμμα τους στα μέτρα αναγκαστικής στείρωσης που εφαρμόζονταν σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ για τον περιορισμό του κόστους των «ανάπηρων». Η αναφορά στις ΗΠΑ ως η πρώτη χώρα που θεσμoποίησε τη βίαιη στείρωση των πληθυσμών αφθονεί στα ιατρικά εγχειρίδια της εποχής. Αυτή η πρωτοκαθεδρία στον ευγονισμό αποδόθηκε στην παρουσία των μαύρων, η οποία υποτίθεται ότι «θα ανάγκαζε, αργά ή γρήγορα, τον λευκό πληθυσμό να καταφύγει σε ένα συστηματικό πρόγραμμα βελτίωσης της φυλής». Αλλωστε, αυτή η εξήγηση προβλήθηκε αργότερα από Αμερικανούς απολογητές του ναζισμού όπως ο Τ. Έλινγκερ, ο οποίος παρομοίασε τις διώξεις των Εβραίων με την κακομεταχείριση των μαύρων....




To κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το άρθρο των Michael Löwy και Eλένης Βαρίκα που δημοσιεύεται στο τεύχος 29ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.


ΝΕΟΝΑΖΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ, Βάσω Μαλγαρινού

H εξέγερση μεταναστών στην Αμυγδαλέζα μετά από ρατσιστικές κτηνωδίες αστυνομικών». Η είδηση θα μπορούσε να είναι φανταστική, αναπόσπαστο μέρος ενός δυστοπικού μυθιστορήματος με άσχημο τέλος. Και όμως είναι αληθινή. Στην Ελλάδα του 2013, στην Ελλάδα της οικονομικής, και όχι μόνο, κρίσης, όπου ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού φτωχοποιείται λειτουργούν στρατόπεδα συγκέντρωσης, μεταναστών —για αρχή. Σε κάποια από αυτά έχουν ήδη μεταφερθεί τοξικομανείς και προφανώς το «μέτρο» μπορεί να γενικευτεί σε όσους θεωρούνται «αποκλεισμένοι» από την κοινωνία ή επικίνδυνοι γι’ αυτήν.
   Η οικονομική κρίση ενίσχυσε το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής που το 2012 αντικατέστησε το παραδοσιακό ακροδεξιό ΛΑΟΣ, το οποίο αποχώρησε από την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Λ. Παπαδήμου το 2010. Οι ακροδεξιοί ψηφοφόροι του φαίνεται πως στράφηκαν στη Χ.Α. όπως και πολλοί αγανακτισμένοι ψηφοφόροι που ήθελαν να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους προς το πολιτικό κατεστημένο, μιας και η Χ.Α. αυτοαποκαλείται αντισυστημική.
   Συγχρόνως, είναι άξιο αναφοράς πως οι τελευταίες δημοσκοπήσεις —όσο έγκυρες μπορεί να είναι με δεδομένο τον προπαγανδιστικό ρόλο των δημοσκόπων— δίνουν στο ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής ένα ποσοστό περίπου στο 12%, αρκετά μεγαλύτερο δηλαδή από αυτό των τελευταίων εκλογών και ενώ είναι ευρέως γνωστή πλέον η δολοφονική της δράση.
   Αδιαμφισβήτητα, όμως, όπως θα πει ο Χορκχάιμερ, όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό1. Το ζήτημα δεν είναι εθνικό: όπως κινδυνεύει να γίνει θύμα ρατσιστικής επίθεσης ένας Παλαιστίνιος στην Αθήνα σήμερα, τον ίδιο κίνδυνο αντιμετωπίζει ένας ομοφυλόφιλος, ένας αριστερός (καθώς επιθέσεις έχουν καταγραφεί τόσο για άτομα διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού όσο και διαφορετικών ιδεολογιών). Αυτό που αποκρύπτουν τόσο οι ναζιστές όσο και η άρχουσα τάξη είναι η ταξική υπόσταση και υφή των πραγμάτων. Γι’ αυτό, άλλωστε, θα δούμε διαφορετική αντιμετώπιση στους «ξένους» που έχουν χρήματα και έρχονται για να «επενδύσουν» και στους φτωχούς τόσο ξένους, όσο και Έλληνες. Δεξιώσεις για τους πρίγκιπες από το Κατάρ και τους σεΐχηδες από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μαχαιρώματα μέχρι θανάτου σε Πακιστανό εργάτη, σφαίρες στους εργάτες της Μανωλάδας που ζητούν τα δεδουλευμένα τους. Αυτό το μέλλον μας επιφυλάσσει, εξάλλου, ο καπιταλισμός: ειδικές οικονομικές ζώνες παντού και για όλους (εκείνους τους τυχερούς που δουλεύουν), με μισθούς πείνας και σε συνθήκες εξαθλίωσης και σπίτια-κοτέτσια2.
   Πρόσφατο σχετικό παράδειγμα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή: «Υπογράφηκε την Πέμπτη 8 Αυγούστου το πρώτο συμβόλαιο που αφορά την πώληση ακινήτου στην Αττική σε Κινέζο υπήκοο, με βάση τον νέο νόμο 4146/2013, ο οποίος προβλέπει τη χορήγηση αδειών παραμονής σε πολίτες μη Ευρωπαϊκής Ένωσης αν αυτοί προβούν σε αγορά ακινήτων αξίας άνω των 250.000 ευρώ»3. Αν υπάρχει κεφάλαιο προσφέρεται άδεια παραμονής, αν όχι, μπορείτε να μείνετε σε χώρους «κλειστής φιλοξενίας», αρκεί να μην προσπαθήσετε να φύγετε, εκτός και αν πέσετε από την ταράτσα4. Οι άνθρωποι στο στρατόπεδο της Κορίνθου φωνάζουν με όποιον τρόπο έχουν «HELP»5 μα ποιος απομένει να τους ακούσει; Η ψυχή μιας κοινωνίας που κινδυνεύει να μείνει χωρίς ψυχή.

Οι τεχνολογίες της εξουσίας
και η φυσικοποίηση του ρατσισμού και του φασισμού


Σύμφωνα με τον Φουκώ «στόχος μας είναι να προσδιορίσουμε διαμέσου των μηχανισμών και των σχέσεων τους τα διάφορα συστήματα εξουσίας. Για να αναλύσουμε συγκεκριμένα τις σχέσεις εξουσίας θα πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος το νομικό μοντέλο της κυριαρχίας το οποίο προϋποθέτει το άτομο ως υποκείμενο φυσικών δικαιωμάτων. Θα πρέπει να μελετήσουμε την εξουσία με βάση την ίδια τη σχέση, τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις καθυπόταξης κατασκευάζουν υπηκόους». Όπως διαγιγνώσκει ο Χορκχάιμερ «στον όψιμο καπιταλισμό, οι λαοί μεταμορφώνονται πρώτα σε αποδέκτες κοινωνικών παροχών και ύστερα σε πειθαρχημένους οπαδούς». Με βάση τα λεγόμενα του Φουκώ «αυτή τη μεταμόρφωση πρέπει να την αποκωδικοποιήσουμε με βάση το γενικό σχήμα του πολέμου. Γιατί η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα».
   Ο Φουκώ, βέβαια, ανασκευάζει την αντίληψη για τον Hobbes ως πατέρα της «πολεμικής» ερμηνείας της κοινωνίας και του κράτους (όπως διαπιστώνει και ο Π. Θεοδωρίδης σε σχετικό άρθρο). Κατά τον Hobbes η κυριαρχία συγκροτείται με βάση έναν υπολογισμό ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος (όλοι εναντίων όλων). Ο μη πόλεμος θεμελιώνει και δίνει μορφή στο Κράτος. Ο πολεμικός λόγος στον οποίο αναφέρεται ο Φουκώ είναι διαφορετικός: «το ομιλούν υποκείμενο βρίσκεται εντός της μάχης, έχει αντιπάλους, πολεμά για τη νίκη. Επιδιώκει να επιβάλει ένα δίκαιο· πρόκειται όμως για το δικό του δίκαιο: είναι το φυλετικό δικαίωμα των εισβολών ή των κατακτήσεων» (Φουκώ Μ., 1997).
   Από τον 18ο αιώνα έχουμε κατά τον Φουκώ δυο τεχνολογίες της εξουσίας: μια πειθαρχική τεχνική, η οποία έχει ως κέντρο της το σώμα το οποίο χειρίζεται ως εστία δυνάμεων που μπορούν να φανούν χρήσιμες και μια διαφορετική τεχνολογία που δεν επικεντρώνεται στο σώμα αλλά στη ζωή. Η δεύτερη συγκεντρώνει τα μαζικά φαινόμενα, θέλει να ελέγξει τα τυχαία γεγονότα και έχει ως στόχο τη συνολική ισορροπία, την ασφάλεια του συνόλου. Η πρώτη μπορεί να κωδικοποιηθεί στην ακολουθία «σώμα-οργανισμός-πειθαρχία-θεσμοί» και η άλλη στην ακολουθία «πληθυσμός-βιολογικές διεργασίες-ρυθμιστικοί μηχανισμοί-κράτος». Στην τεχνολογία της εξουσίας που πραγματεύεται το θέμα της ζωής και του πώς θα ασκείται το δικαίωμα της θανάτωσης εισχωρεί ο ρατσισμός. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να ξεχωρίσουν τα «στοιχεία» που πρέπει να ζήσουν από εκείνα που πρέπει να θανατωθούν. Ο χαρακτηρισμός κάποιας φυλής ως ανώτερης και άλλων ως κατώτερων είναι ένας τρόπος να διαχωριστεί η μια ομάδα από την άλλη σαν σε βιολογικό επίπεδο. Ο ρατσισμός ενεργοποιεί σχέσεις πολεμικού τύπου: «ο θάνατός σου η ζωή μου», ο θάνατος μιας κατώτερης φυλής θα προσφέρει καλύτερη, «καθαρότερη» ζωή συλλήβδην.
   Για τον Φουκώ η σχέση αυτή δεν είναι πολεμική, εμφανίζεται ως βιολογική. Ο βιολογικός αντίπαλος πρέπει να εξοντωθεί, ώστε να ενισχυθεί το είδος ή η φυλή που κινδύνευε. Ο ναζισμός ενσάρκωσε την ανάπτυξη των νέων μηχανισμών εξουσίας. Στο ναζιστικό κράτος οι βιολογικές διαδικασίες λαμβάνονταν έντονα υπόψη. Ο έλεγχος των απροόπτων ήταν από τους άμεσους στόχους του. Ταυτόχρονα με την κοινωνία της πειθαρχίας, όμως, η λειτουργία της θανάτωσης εκτραχηλίζεται, γίνεται υπόθεση όχι μόνο του κράτους αλλά και των ταγμάτων εφόδου, των SS, των καταδοτών.
   Στη θεωρία του Βάλερσταϊν ο ρατσισμός υπάγεται στις «αντιοικουμενικές νόρμες». Ως οικουμενισμός ορίζεται το να δίνεται προτεραιότητα σε γενικούς κανόνες που ισχύουν για όλα τα πρόσωπα εξίσου. Ο ρατσισμός, λοιπόν, κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Προϋποθέτει την κοινωνική διαβάθμιση —μια ομάδα στην κορυφή, μια άλλη/άλλες στον πάτο. Η ένταξη στις κατώτερες βαθμίδες μοιάζει σαν κάτι το φυσικό, σαν μια αναλλοίωτη αλήθεια που δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Με την αναγωγή σε βιολογικά καθορισμένους παράγοντες οι νόρμες μεταφέρονται στο κράτος, στους χώρους εργασίας και στην κοινωνική ζωή. (Βάλερσταϊν, 2009)
   Ο Δ. Κωτσάκης (2013) σε άρθρο του σημειώνει για τη σχέση βιολογικού αναγωγισμού και φασισμού: «έχει ιδιαίτερη σημασία στο σημερινό πολιτισμικό πλαίσιο να τονιστεί η δυναμική της φυλετικής διάστασης του εθνικού φασισμού: ο βιολογικός αναγωγισμός της δεν έχει δεσμεύσεις, δεν έχει λόγο να περιορίζεται στο κοινωνικό σύνολο [..], εκτείνεται θεωρητικά σε κάθε άνθρωπο ατομικά και στην κάθε προσωπική του σχέση». Μπορούμε, ίσως να συμπληρώσουμε εδώ, παραφράζοντας τον Χορκχάιμερ, πως ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση είτε του θύτη είτε του θύματος, σε οποιαδήποτε εποχή και κοινωνία, με οποιαδήποτε αφορμή. Ο Κωτσάκης συνεχίζει λέγοντας πως η μεταφορά μέσω του «αίματος» είναι ένα βιολογικό σχέδιο που ισχύει καθολικά για τη φυλή και το άτομο. Η δυναμική του νέου εθνικού-φυλετικού φασισμού έγκειται στην καθολικότητα του αναγωγισμού του σε βιολογικούς όρους. Ο φασισμός σήμερα ολοκληρώνεται όχι μόνο ως φυλετικός αλλά ως βιολογικός εν γένει.

Τα μαύρα (επιλεκτικά) φερέφωνα:
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Χ.Α.


Παρά τον υποτιθέμενο αποκλεισμό της Χ.Α. από τα ΜΜΕ, μια συνοπτική βιβλιογραφική και διαδικτυακή έρευνα μάλλον προνομιακές σχέσεις με την «τέταρτη εξουσία» θα μας δείξει.
   Μάλιστα αυτό συνέβαινε πριν τις τελευταίες εκλογές και την εκτίναξη του εκλογικού της ποσοστού στο 7%. Ήδη το ΛΑΟΣ και οι εκπρόσωποι του, οι οποίοι δεν έκρυβαν τις σχέσεις τους με τη Χ.Α., προλείαιναν το έδαφος. Ειδικά από τις αρχές του 1990 οι εκπρόσωποι του ντόπιου εθνικοσοσιαλισμού ήταν προσκεκλημένοι ως ειδήμονες πάνω σε εθνικά ζητήματα. Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το βιβλίο του Δ. Ψαρρά Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής: ο Κ. Πλεύρης σε εκπομπή της Κανέλλη και Παναγιωταρέα, καθώς και στον Θ. Αναστασιάδη, ο Μιχαλολιάκος και ο Βορίδης σε εκπομπή του Βέλλιου, του Τριανταφυλλόπουλου, ο Πλεύρης και ο Μιχαλολιάκος στο «Τέλος Εποχής» του Πρετεντέρη (μαζί με τον Πάγκαλο και Έλληνα Εβραίο που επέζησε από το Ολοκαύτωμα), σε τοπικά κανάλια σε διάφορα μέρη της χώρας.
   Φυσικά η στάση των δημοσιογράφων είναι η «πολιτικά ορθή», καθώς οφείλουν να σεβαστούν όλες τις απόψεις, τι και αν οι απόψεις που εκφράζονται στάζουν μίσος και δε σέβονται στοιχειωδώς κανέναν. Το 24/3/2007, όπου μας παραπέμπει ο Ψαρράς, την ημέρα της μαθητικής παρέλασης η οργάνωση συγκεντρώθηκε απέναντι από την εξέδρα των επισήμων και έκαψε βιβλία ιστορίας της Στ΄ δημοτικού που χαρακτηρίστηκαν ανθελληνικά. Η είδηση μεταφέρθηκε από τα κανάλια χωρίς περαιτέρω σχόλια ως κάτι το φυσιολογικό. Στους «αγανακτισμένους» κατοίκους π.χ. του Άγιου Παντελεήμονα προσφέρονταν αφειδώς ο τηλεοπτικός χρόνος ώστε να παραπονεθούν γα την αυξημένη εγκληματικότητα λόγω των μεταναστών, ενώ η σύνδεσή τους, στο μεγαλύτερο ποσοστό, με τη Χ.Α. δεν άργησε να μαθευτεί.
   Αντίθετα, πληροφορίες αρνητικά φορτισμένες (δίκες, καταδίκες, εγκλήματα) για μέλη της οργάνωσης μένουν στην ειδησεογραφική αφάνεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δίκη του ναζιστή Κ. Πλέυρη για την οποία διαβάζουμε: «η καταδίκη του ναζιστή στις 13 Δεκέμβρη (με ψήφους 2-1) σε 14 μήνες φυλάκισης είναι μεν μια πρώτη νίκη κατά του αντισημιτισμού, του ναζισμού και του ρατσισμού αλλά είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Και αυτό επειδή είναι μια νίκη κυρίως στο νομικό επίπεδο και ελάχιστα στο πολιτικό. Γιατί η γενική σιωπή του πολιτικού καθεστώτος συνεχίστηκε και στη δεύτερη φάση της δίκης. Γιατί η δίκη αυτή κυριολεκτικά “πνίγηκε” σε τηλεόραση και ραδιόφωνο σε μια αναμφίβολα οργανωμένη λογοκρισία και ο λαός μας δεν έμαθε ποτέ ούτε ότι έγινε η δίκη ούτε ότι υπήρξε κάποιος κατηγορούμενος για ρατσισμό ούτε ότι αυτός καταδικάστηκε. Επί τρεις μήνες δεν ακούστηκε καν σαν είδηση!» (Άννα Στάη, 2008)
   Τα ΜΜΕ, όμως, πέρα από την προβολή αυτών καθ’ αυτών των απόψεων της ναζιστικής συμμορίας, καλλιεργούν εδώ και χρόνια, με μεγάλη μπορούμε να πούμε απήχηση, έντονο κλίμα ξενοφοβίας και ρατσισμού, δίνοντας σχεδόν έτοιμη τροφή στη Χ.Α. Τα δεινά απλοποιούνται, οι ευθύνες επιρρίπτονται στους πιο αδύναμους και σίγουρα  στους φτωχότερους, χωρίς να θίγονται οι σχέσεις εκμετάλλευσης, οι συνθήκες εξαθλίωσης και οι συγκυρίες που οδήγησαν σε συγκεκριμένες καταστάσεις.....


Απόσπασμα από άρθρο της Βάσως Μαλγαρινού που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η Βάσω Μαλγαρινού είναι εκπαιδευτικός.

ΦΑΣΙΣΜΟΣ, Αναζητώντας τη φωλιά του φιδιού, Παναγιώτης Μαυροειδής

Πολλά τα έργα ιστορικών που αποτιμούν την πορεία της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Στα περισσότερα από αυτά, αναφερόταν σχεδόν μονότονα μέχρι πρότινος, ότι η Ελλάδα και οι χώρες της Ιβηρικής Χερσονήσου, αποτελούσαν εξαίρεση στην τάση ανάδυσης και ισχυροποίησης ειδικά των νεο-φασιστικών και νεο-ναζιστικών ρευμάτων.
   Σήμερα, η ελληνική κοινωνία, με τρόμο, έκπληξη, ανησυχία ή υποκρισία κατά περίπτωση, διαπιστώνει την εφιαλτική και ισχυρή παρουσία της πλέον αντιδραστικής και βίαιης εκδοχής του νεοναζισμού που εμφανίστηκε ποτέ στις χώρες της Ευρώπης.
   Ας «ανοίξουμε την εικόνα» χρονικά και κυριολεκτικά.
   Μετά την αντιφασιστική νίκη στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το φασιστικό ρεύμα, σε διάφορες εκδοχές, επεχείρησε την ανασυγκρότησή του, σε όλες σχεδόν τις χώρες. Τα παραδείγματα της Γαλλίας και της Ιταλίας ήταν τα πλέον χαρακτηριστικά, τόσο από την άποψη της σχετικά μαζικής απήχησης αυτών των προσπαθειών, αλλά και σε ότι αφορά τις ιδεολογικές πολιτικές διεργασίες αναδιαμόρφωσης των μισανθρωπικών αυτών δοξασιών.
   Δεν ήταν μια επιχείρηση εύκολη. Την επόμενη κιόλας μέρα της λήξης του πολέμου, με την εισαγωγή στον «ψυχρό πόλεμο» και τη σταυροφορία του «ελεύθερου (καπιταλιστικού) κόσμου» ενάντια στο «σιδηρούν παραπέτασμα» του κομμουνισμού, οι νεοφασίστες έβρισκαν ένα συνδετικό κρίκο με τις αστικές δημοκρατίες με τις οποίες είχαν αντιπαρατεθεί και βρεθεί στο περιθώριό τους ή και εκτός νόμου: μπορούσαν να «πουλήσουν» αδιάλλακτη, συνεπή και συχνά βίαιη αντικομμουνιστική δράση. Επεδίωκαν με αυτό τον κρίκο, από τη μία την ανοχή και την επικοινωνία με τη συντηρητική κοινοβουλευτική δεξιά και από την άλλη το ροκάνισμά της, καταγγέλλοντας την «προδοσία» της «ειρηνικής συνύπαρξης» με την κομμουνιστική ανατολή και την «ανοχή» στα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης.
   Υπήρχαν όμως και δύο μεγάλα αγκάθια.
   Η ανοιχτή συνεργασία των φασιστών σε κάθε χώρα με τους εισβολείς της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, ο γνωστός «δοσιλογισμός», ερχόταν σε αντίθεση με αυτές ακόμη τις παραδοσιακές εθνικιστικές αξίες του αστικού κόσμου σε κάθε χώρα. Ο καταγγελλόμενος κίνδυνος «προδοσίας» των κομμουνιστών εξ αιτίας του διεθνισμού τους, προσέκρουε στην πραγματικότητα της εθνικής αντίστασης στους κατακτητές σε κάθε χώρα, της οποίας αποτέλεσαν σχεδόν παντού την ψυχή.
   Αν όμως αυτό μπορούσε να αποδοθεί στην αντιπαράθεση ζωής και θανάτου ή και στην «κόκκινη τρομοκρατία» σε κάθε χώρα, τι απάντηση μπορούσε να αποδοθεί για το Oλοκαύτωμα, που ενορχηστρώθηκε με γερμανική τελειότητα, όχι υπό καθεστώς απειλής, αλλά σε συνθήκες υπεροχής και τεκμηριώθηκε ως επιλογή;
   Το ρεύμα του «ιστορικού αναθεωρητισμού», που καμιά σχέση δεν έχει με την εγγενή και συνεχή ανάγκη για ανασκάλεμα της ιστορίας, συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με την προσπάθεια εξάλειψης ακριβώς αυτών των δύο στιγμάτων. Με απλά λόγια: ο δοσιλογισμός αφορούσε τη στάση κάποιων ατόμων ή μη αντιπροσωπευτικών ομάδων και πάντα στο πλαίσιο ενός εμφυλίου πολέμου που επέβαλε η κομμουνιστική αριστερά όντας στρατευμένη στην επανάσταση και στο πλευρό της Σοβιετικής Ένωσης. Το δε έγκλημα του Ολοκαυτώματος, στον βαθμό που υπήρξε, δεν ξεπερνούσε σε βαρβαρότητα τις συνήθεις φρικαλεότητες οποιουδήποτε πολέμου και σίγουρα δεν επρόκειτο για πιο απάνθρωπες πράξεις από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς της Δρέσδης ή τη ρίψη της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα.
   Πάνω από μισό αιώνα ο αστικός κόσμος και όχι μόνο η ακροδεξιά, μέσα από την αποενοχοποίηση του ναζισμού και των ναζιστών και με στόχο την επανενσωμάτωσή τους στην πολιτική ζωή, επιδιώκει να στεριώσει αυτό που εισπράττουμε σήμερα ως «θεωρία των δύο άκρων» ή δίδυμη καταγγελία των «εγκλημάτων ναζισμού και κομμουνισμού» ή «του Χίτλερ και του Στάλιν».
   Τα φασιστικά ρεύματα είχαν ωστόσο πάντα και αυτοτελή δικά τους προτάγματα με βαθιές ιστορικές ρίζες στην Ευρώπη. Οι υπερσυντηρητικές αναζητήσεις για μια ισχυρή εξουσία και έθνος φρούριο έναντι του εκφυλισμού της δημοκρατίας και εξωτερικών απειλών, μια κλειστή κοινωνία έναντι όλων των απειλών και μια καθαρή ταυτότητα ως προϋπόθεση συνοχής, αναβίωναν ιδιαίτερα στο μεταίχμιο των μεγάλων οικονομικών και πολιτικών αλλαγών.
   Το τρίπτυχο «μετανάστευση, ανασφάλεια, ανεργία» ήταν πάντα η βασική τροφή της άκρας δεξιάς, ιδιαίτερα πάνω στις ιστορικές τομές της βιομηχανικής επανάστασης και της μεγάλης κρίσης του 1929 που κλόνισε την εικόνα της ευημερίας στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο.
   Η ίδια ατζέντα είναι και σήμερα στην ημερήσια διάταξη.
  Αν κάνει όμως κανείς τον κόπο να μελετήσει τη διαχρονική εξέλιξη των αντιλήψεων όσων στηρίζουν τις νεοφασιστικές ομάδες ή έστω την ανάλυση διαφόρων δημοσκοπικών μελετών, θα διαπιστώσει και άλλα πράγματα. Δεσπόζουν σήμερα θέματα όπως η καταδίκη της διαφθοράς και των πολιτικών γενικά, η ανάγκη να μπει τέρμα στην παρακμή των αξιών, η διαφύλαξη της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας, η απόρριψη της παγκοσμιοποίησης, η εργασιακή ανασφάλεια. Με όλη τη σχετικότητα που έχουν αυτές οι διαπιστώσεις, είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί ότι η αναδιαμόρφωση της ατζέντας, συνήθως συνοδευόμενη και από φραστική αποκήρυξη του ναζισμού και του Χίτλερ, οδηγεί σε μια θεματολογία φασιστικού ακτιβισμού πάνω σε απτά θέματα της καθημερινής ζωής.
   Ειδικά, μετά τη δεκαετία του 1970, διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τα εξής στοιχεία.
   Πρώτον: οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είτε βρίσκονται σε κρίση είτε επιβραδύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης δημιουργώντας όλο και μεγαλύτερες ζώνες ανεργίας, αλλά και ανασφαλούς ή μισής μια μίζερης εργασίας.
   Δεύτερον: ο κοινοβουλευτισμός και γενικά οι θεσμοί της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απογυμνώνονται από το περίβλημα του αδέκαστου διαχειριστή και φανερώνουν μια εικόνα απίστευτης διαφθοράς, στην υπηρεσία των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων σε κάθε χώρα ή και των συμφερόντων πολυεθνικών ομίλων.
   Τρίτο: η αναπτυσσόμενη διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, καθώς και οι περιφερειακές καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, δυναμιτίζουν τον ρόλο της πλειονότητας των εθνικών κρατών περιορίζοντας ταυτόχρονα τα πεδία της έστω δυνητικής λαϊκής επίδρασης, πόσω μάλλον της κυριαρχίας πάνω στην πορεία τους.
   Τέταρτο: η κατάρρευση των χωρών του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», μαζί με τη δίδυμη υποχώρηση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος σε ανατολή και δύση, σε συνδυασμό και με την κρίση και πλήρη αστική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, διαμορφώνουν ένα νέο συσχετισμό στο επίπεδο των αξιών και των ιδεών.
   Θα μπορούσαν τα παραπάνω τέσσερα στοιχεία, μαζί και με άλλες πλευρές του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας, να αποτελέσουν τη βάση για παραπέρα βάθεμα της συζήτησης, σε συνδυασμό και με μια προσέγγιση αυτοκριτικής και ταυτόχρονα απαίτησης για απαντήσεις από την αριστερά και όχι περιορισμό σε διαπιστώσεις.
   Για την ερμηνεία του φασιστικού φαινομένου είναι συνηθισμένη η καταφυγή στο σχήμα «είναι γέννημα της καπιταλιστικής κρίσης» και ειδικά για την Ελλάδα, «πρόκειται για αποτέλεσμα των μνημονίων» εννοώντας την κοινωνική απόγνωση που έχει δημιουργηθεί.
   Θα πρέπει ωστόσο, θαρραλέα να αναρωτηθούμε για ποιους λόγους η κοινωνική δυσφορία μεταφράζεται σε υποστήριξη νεοναζιστικών οργανώσεων, συχνά και με ανοιχτή εγκληματική δράση, όπως η Χρυσή Αυγή και όχι όσο θα θέλαμε σε μια στροφή προς την αριστερά και ειδικά την αντικαπιταλιστική.
   Η ίδια η διαρκής ύπαρξη και επίκληση της κρίσης του καπιταλισμού, με τις όλο και πιο βαριές συνέπειες για την εργατική τάξη και την κοινωνία, μήπως υπογραμμίζει και την κρίση και συνάμα την αδυναμία της εναλλακτικής προοπτικής της κοινωνικής χειραφέτησης απέναντι στον καπιταλισμό;
   Μιλά όμως και πράττει η αριστερά ενάντια στον καπιταλισμό και με ποιον τρόπο; Θέτει επί τάπητος το ζήτημα μιας απτής, αλλά και βαθειάς κριτικής και διαπραγματεύεται πράγματι το ζήτημα μιας άλλης προοπτικής ενάντια και έξω από τον καπιταλισμό;
   Αν κοιτάξουμε με ιστορικό τρόπο το ερώτημα αυτό, θα δούμε κάποια όχι και τόσο ενθαρρυντικά μηνύματα.
   Η 25ετία 1945-1970 αποτέλεσε περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης μετά την καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας και των τεϊλορικών μοντέλων εκμετάλλευσης και απόσπασης σχετικής υπεραξίας. Με δυνατότητες αλλά και ανάγκη «παραχωρήσεων» προς την εργατική τάξη, λόγω ανόδου του κινήματός της και της παραγωγικότητας της εργασίας. Σε μεγάλο βαθμό, η Αριστερά θεώρησε αυτή την περίοδο ως την αιώνια και σχετικά αδιατάρρακτη μορφή της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Ομολογημένα ή όχι, σχεδιασμένα ή ντε φάκτο, προσάρμοσε τη δράση της όχι στην ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά στη διεκδίκηση, με διαπραγμάτευση ή/και αγώνα, ενός «κοινωνικού συμβολαίου», με κατοχύρωση βασικών εργατικών δικαιωμάτων αλλά διατήρηση της εκμεταλλευτικής τάξης πραγμάτων.
   Ειδικά μετά την καπιταλιστική κρίση του 1973 καταγράφηκε η αδυναμία του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος να απαντήσει στις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις του καπιταλισμού, αλλά και στις ποιοτικές τομές διαμόρφωσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Φάνηκε καθαρά η έλλειψη μιας πολιτικής στρατηγικής ικανής να μετασχηματίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε μάχιμη πολιτική αντιπαράθεση κατά του συστήματος.
   Η ιστορική κριτική του καπιταλισμού, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον μαρξισμό και τη συνολική πολιτική πρακτική του εργατικού κινήματος, αντικαταστάθηκε από μια κριτική των ατελειών και των αδυναμιών του. Από μια συνακόλουθη πολιτική γραμμή σταδιακών και συχνά οριακών μεταρρυθμίσεων, συνοδευμένη ή από τον ευρωκομμουνιστικό δρόμο προς τον «σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία» ή από τις ανέξοδες κομμουνιστικές διακηρύξεις του «ορθόδοξου» κομμουνιστικού κινήματος.
   Στη Δύση το «κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ως πρωτεργάτη τη σοσιαλδημοκρατία και το συνδικαλιστικό κίνημα, με σταδιακή ένταξη και των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Στην ανατολική Ευρώπη, το αντίστοιχο «κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ως υπόβαθρο τις κατακτήσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και ως στόχο την πολιτική περιθωριοποίηση των εργαζομένων και την εργασία τους με τα ίδια πρότυπα με τον καπιταλισμό της Δύσης (τεϊλορισμός, μονοπρόσωπη διεύθυνση, αποθέωση παραγωγικότητας, μισθολογικές διαφορές και πριμ κ.λπ.) προς όφελος των νέων αρχουσών εκμεταλλευτικών τάξεων και στρωμάτων. Η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης», της αντικατάστασης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας σε διεθνές επίπεδο από την αντίθεση/συνύπαρξη καπιταλιστικού και «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» στερέωνε και ένωνε τα «κοινωνικά συμβόλαια» σε Ανατολή και Δύση.
   Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού παρατηρείται μια ταυτόχρονη ανάπτυξη τόσο των «αρχέγονων» εγγενών κρισιακών του χαρακτηριστικών του κεφαλαιοκρατικού συστήματος όσο και της τάσης του να γίνεται όλο και πιο επιθετικός και εκμεταλλευτικός, ειδικά προς τις νέες βάρδιες της εργατικής τάξης. Ωστόσο, η κομμουνιστική Αριστερά, ειδικά στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, παρέμενε αγκιστρωμένη στην αυταπάτη της διατήρησης των συσχετισμών της προηγούμενης περιόδου και μάλιστα για ορισμένα μόνο τμήματα της εργατικής τάξης. Ο αντιδραστικός μετασχηματισμός της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, η κατάπνιξη όλων των απελευθερωτικών δυνατοτήτων σε ένα όλο και πιο δεσποτικό πλαίσιο της ιδιωτικής μονοπωλιακής ιδιοκτησίας έμεναν σταδιακά έξω από την οπτική της Αριστεράς, η οποία επέμενε να εστιάζει την προσοχή της στα πεδία της διανομής και της κυκλοφορίας και μάλιστα με διχασμό του κοινωνικοοικονομικού και του πολιτικού αγώνα. ....

Απόσπασμα από δοκίμιο του Παναγιώτη Μαυροειδή που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

AΡIΣTEΡΑ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, Πάνος Κοσμάς

H δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν μια μεμονωμένη «υπερβολή» της συνήθους τραμπούκικης δραστηριότητας της Χρυσής Αυγής, που λόγω υπερβάλλοντος ζήλου του δολοφόνου ξεπέρασε τα όρια και «εξέθεσε» το ναζιστικό κόμμα; Όχι, ήταν καρτέρι θανάτου που εντάσσεται σε συνειδητό πολιτικό σχέδιο! Η δολοφονία εντάσσεται στην προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να εμπεδώσει την κυριαρχία της στο Πέραμα, την Ιχθυόσκαλα και το Κερατσίνι, οπότε αναγκαστικά περνάει μέσα από την τρομοκράτηση της Αριστεράς και την καταστροφή των ερεισμάτων της και της δύναμής της σε αυτές τις περιοχές; Σίγουρα ναι, αλλά όχι μόνο: η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι η πολεμική κραυγή του ναζιστικού κόμματος, που δηλώνει «παρόν» στον αγώνα για την εξουσία!
   Μπορούμε να ελπίζουμε ότι η αστική τάξη θα προχωρήσει σε μια «αυτοκάθαρση» που θα αναγκάσει τη Χρυσή Αυγή να γίνει «κυριλέ» και να αδρανοποιήσει ή και να διαλύσει τα τάγματα εφόδου; Όχι, η Χρυσή Αυγή δεν θα αλλάξει «χαρακτήρα» με κινήσεις από τα πάνω, παρόλο που είναι πιθανό να αναπροσαρμόσει πρόσκαιρα την τακτική της λόγω της πολιτικής πίεσης που δέχεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μπει στο «συνταγματικό τόξο» με ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ κ.λπ. για να μεγιστοποιηθεί η πολιτική πίεση στη Χρυσή Αυγή με στόχο την πολιτική της περιθωριοποίηση; Όχι, η συμμετοχή στο «συνταγματικό τόξο» αποσκοπεί στην «εξημέρωση» του ΣΥΡΙΖΑ και όχι της Χρυσής Αυγής, στο να μπει ο ΣΥΡΙΖΑ στο μνημονιακό μαντρί στο όνομα της «υπεράσπισης της δημοκρατίας», στο να εξουδετερωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ από διεκδικητής της εξουσίας. Μπορούμε, έχουμε δικαίωμα, να περιοριστούμε στη μαζική αντιφασιστική δουλειά, παραβλέποντας το «υπαρξιακό» καθήκον μας της συστηματικής περιφρούρησης των εκδηλώσεων, δραστηριοτήτων, στεκιών, γραφείων κ.λπ., των οργανώσεων, των αγωνιστών και αγωνιστριών εν τέλει, του κινήματος και της Αριστεράς, ελπίζοντας ότι ύστερα από την «γκάφα» η Χρυσή Αυγή δεν θα ξαναχτυπήσει δολοφονικά ή ότι θα μας προστατέψει η αστυνομία; Όχι, αυτό θα ισοδυναμούσε πλέον με εγκληματική αμέλεια απέναντι στις ίδιες τις ζωές των συνανθρώπων μας! Η περιφρούρηση και η μαζική λαϊκή αυτοάμυνα πρέπει να ενταχτεί στον αντιφασιστικό αγώνα ως απαραίτητη και αναντικατάστατη διάστασή του! 
   Φαίνεται ίσως περίεργο ένα άρθρο να ξεκινάει κατευθείαν με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέλει να πραγματευτεί, αλλά το θέμα είναι τόσο «ζεστό», η οργή τόσο μεγάλη, η σημασία του θέματος τόσο «υπαρξιακή», ώστε θέλουμε από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε τα πολιτικά «κέντρα» της άποψης που θέλουμε να εκφράσουμε.  
Εικόνες «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης»
του ευρωπαϊκού Νότου

Δεν είναι βασικό αντικείμενο αυτού του άρθρου, αλλά είναι αδύνατο να πραγματευτούμε το ζήτημα χωρίς μια συνοπτική έστω εκτίμηση της κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας. Γιατί τώρα; είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Το τελευταίο διάστημα έχει αρχίσει να πυκνώνει μια αρθρογραφία που αναφέρεται σε παρασκηνιακές ενέργειες αστικών - μνημονιακών κέντρων με σκοπό να ασκηθεί πίεση στη Χρυσή Αυγή να αποστασιοποιηθεί από τα τραμπούκικα και δολοφονικά χαρακτηριστικά της, ώστε να γίνει αποδεκτός εταίρος σε μια κυβέρνηση της ευρείας Δεξιάς με τη ΝΔ, καθώς οι μνημονιακές πολιτικές εφεδρείες καταρρέουν, με νέα θύματα τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ. Μια τέτοια προσπάθεια φαίνεται λογική, με τη σκέψη ότι το αστικό-μνημονιακό σύστημα παίρνει τα μέτρα του «διά παν ενδεχόμενο». Όμως δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Το τελευταίο διάστημα η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων έχει διαλυθεί, καθώς είναι πλέον μαζική η άρνηση του κόσμου να συμμετέχει-απαντάει σε αυτές και πολύ μεγάλο το ποσοστό που αρνείται να πάρει θέση δηλώνοντας την πολιτική του προτίμηση. Έτσι, δεν μπορούν ούτε να καταγραφούν ούτε να υποστηριχτούν δημόσια κάποια ανησυχητικά ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων που οδηγούν σε αναγωγές οι οποίες προκαλούν σοκ. Συγκεκριμένα, υπάρχουν πλέον αρκετοί που καταλήγουν σε αναγωγές μη δημοσιεύσιμες μεν, καθόλου αυθαίρετες δε. Με βάση αυτές, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην πραγματικότητα αρκετά μπροστά από τη ΝΔ, η δε Χρυσή Αυγή εγγράφει σαφώς προοπτικές να ξεπεταχτεί στη θέση του δεύτερου κόμματος —κάτι που μπορεί να συμβεί με τη «χαλαρή ψήφο» στις ευρωεκλογές! Μια τέτοια «εικόνα», που στηρίζεται σε υπαρκτή δυναμική, που αποτελεί μια δυνατότητα, που έχει εγγραφεί ως ενδεχόμενο στη βραχυμεσοπρόθεσμη συγκυρία, ανακαλεί στη μνήμη «εικόνες» από τη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Με εν δυνάμει πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ και εν δυνάμει δεύτερο κόμμα (και πρώτο αστικό κόμμα, κύρια πολιτική έκφραση του κεφαλαίου!) τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, την αστική τάξη και το αστικό-μνημονιακό πολιτικό σύστημα κυκλώνουν οι εφιάλτες μετατροπής της Ελλάδας σε σύγχρονη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» του ευρωπαϊκού Νότου. Αρκεί σε αυτό να προσθέσει κανείς τη βάσιμη, ή τουλάχιστον όχι απίθανη, πιθανότητα να μην αντέξει η δικομματική κυβέρνηση, η τελευταία καθαρά μνημονιακή-αστική κυβερνητική εφεδρεία, την πίεση των νέων μέτρων που θα συνοδεύουν το νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα με τους δανειστές και το νέο μνημόνιο (για να μη μιλήσουμε για τις «αγριάδες» που θα γίνουν σε περίπτωση «κουρέματος» του ελληνικού κρατικού χρέους), για να καταλάβει πόσο αποσταθεροποιητικές για το αστικό-μνημονιακό πολιτικό σύστημα δυναμικές εγκυμονεί πλέον η συγκυρία!
   Και πίσω από όλα αυτά βρίσκονται κάποιες πραγματικότητες που όχι μόνο δεν αναιρούνται από τις εξελίξεις, αλλά αντίθετα εμπεδώνονται όλο και βαθύτερα: έχει εξαφανιστεί κάθε πλαίσιο κοινωνικής διαπραγμάτευσης (άρα ακυρώνεται το σχέδιο της ανάσχεσης της επίθεσης —τίποτε λιγότερο από την πολιτική ανατροπή δεν εγγυάται έστω και τη διατήρηση κάποιων «κεκτημένων»), το κράτος συναίνεσης —έστω και συναίνεσης του τρόμου— έχει αντικατασταθεί από το εμφυλιακό κράτος «έκτακτης ανάγκης» που οικοδομείται ταχύτατα από τον Δένδια και τη Νέα Δημοκρατία, ένα πλαίσιο ακραίου αυταρχισμού και σκληρής καταστολής λατινοαμερικανικού τύπου εγκαθιδρύεται ραγδαία. Όπως λέει και ο Ηλίας Ιωακείμογλου, ο κοινωνικός δαρβινισμός που είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοφιλελευθερισμού, στη λογική της κατάρρευσης του πλαισίου της κοινωνικής διαπραγμάτευσης και της οικοδόμησης του νέου εμφυλιακού κράτους «έκτακτης ανάγκης», συναντιέται, μπολιάζει και μπολιάζεται από φασίζουσες ή και ανοιχτά φασιστικές εκδοχές των ιδεολογιών του «Καιάδα» γι’ αυτούς που «περισσεύουν» και «αποκλίνουν» και του κράτους εξαίρεσης. Όλα αυτά ισχύουν, είναι εδώ, δουλεύουν στο υπόβαθρο του πολιτικού εποικοδομήματος που παράγουν μαζικά αποτελέσματα, παρόλο που, όπως θα πούμε παρακάτω, ο φασισμός δεν είναι απλή «προέκταση» ούτε του ρατσισμού ούτε του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού δαρβινισμού αλλά ούτε και η βασική επιλογή της αστικής τάξης —ακόμη... 

Δεν υπάρχει success story, σημαίνει…

Η Αριστερά, σε όλο της το εύρος, έχει πολεμήσει —και σωστά— την κυβερνητική προπαγάνδα του success story. Η Αριστερά είπε ότι οι θριαμβολογίες πως θα έρθει η ανάπτυξη με τις ξένες επενδύσεις και θα αρχίσει να μειώνεται η ανεργία, είναι ένα παραμύθι. Σωστά, αφού και αν ακόμη τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείξουν ότι το 2014 δεν θα έχουμε για 7η χρονιά ύφεση, η ανάπτυξη θα είναι αναιμική, οι μνημονιακές πολιτικές λιτότητας θα μείνουν και η ανεργία θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα για πολλά χρόνια —«ανάπτυξη με ανεργία». Η Αριστερά είπε ότι «το πρόγραμμα δεν βγαίνει», δηλαδή οι στόχοι που έχουν τεθεί δεν επιτυγχάνονται παρά τη σκληρή λιτότητα. Σωστά, αλλά ο πραγματικός στόχος δεν ήταν και δεν είναι η επίτευξη κάποιων ονομαστικών στόχων, αλλά η επανασταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού (και της Ευρωζώνης) μέσα από τη συντριβή των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Από την άλλη βέβαια, η μη επίτευξη των ονομαστικών στόχων δεν είναι αδιάφορη για το σύστημα, γιατί στο μεταξύ η κρίση έχει γίνει κοινωνική και πολιτική δημιουργώντας αποσταθεροποιητικές δυναμικές, γιατί το στρατόπεδο των δανειστών έχει ρωγμές και δεν το βολεύει πάντα να πρέπει να συνάψει νέες χρηματοδοτικές συμβάσεις κα αυτές να περνάνε έτσι απλά από διάφορα Κοινοβούλια ή να «κουρεύει» το ελληνικό χρέος χωρίς συνέπειες για το ίδιο το σύστημα, γιατί οι εφεδρείες του μνημονίου στην Ελλάδα έχουν καεί σε μεγάλο βαθμό και δεν είναι πάντα «παραγωγικό» να πηγαίνουμε κάθε τόσο σε νέα «πακέτα» μέτρων όταν απειλούνται κοινωνικές και πολιτικές αποσταθεροποιητικές δυναμικές σαν αυτές που προαναφέρθηκαν.  
   Όμως, υπάρχει ένα βαθύτερο σημείο σχετικά με το success story που η Αριστερά ούτε έχει συζητήσει ούτε έχει απαντήσει ρητά: ισχύει το success story του Σαμαρά με την έννοια ότι αυτός ο κύκλος της ταξικής αναμέτρησης που έχει ανοίξει με το πρώτο μνημόνιο του 2010 θα λήξει «ειρηνικά», «μόνο» με τις γνωστές μνημονιακές πολιτικές και τον γνωστό μνημονιακό αυταρχισμό, δηλαδή χωρίς ένα σκληρό ξεκαθάρισμα ταξικών λογαριασμών που ακόμη δεν έχει υπάρξει; Μπορεί ο ελληνικός καπιταλισμός να βγει από αυτή την κρίση, είτε ο ΣΥΡΙΖΑ φτάσει στην κυβέρνηση είτε όχι, με τα μέσα που έχει χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα, χωρίς κλιμάκωση της ταξικής αντιπαράθεσης και ένα «τελικό ξεκαθάρισμα» που θα τσακίσει όχι μόνο την κοινωνία αλλά και την Αριστερά; Αν ο ελληνικός καπιταλισμός μπορεί να βγει από την τωρινή κρίση του με τα «συνηθισμένα» έως σήμερα μνημονιακά μέσα, περιλαμβανομένων και των μεθόδων Δένδια, τότε πάνω σε αυτή την εκτίμηση θα μπορούσε να έχει κάποιο νόημα (παρόλο που θα εξακολουθούσε να είναι εγκληματικό λάθος από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της Αριστεράς) ένα σχέδιο «ώριμου φρούτου»: να βγάλει ο Σαμαράς και η δικομματική του τη βρόμικη δουλειά του νέου (με την ελπίδα ότι θα είναι το τελευταίο;) μνημονίου, ώστε να έρθει η Αριστερά να διαχειριστεί ένα τοπίο μετα-μνημονιακής κοινωνικής καταστροφής και να αρχίσει σιγά σιγά να επουλώνει τις πληγές, χωρίς να τάζει «λαγούς με πετραχήλια» αλλά και χωρίς να κινδυνεύει να «σκάσουν» στα χέρια της νέα μνημόνια, αναταράξεις με το νόμισμα και την Ευρωζώνη κ.λπ...
   Ο γνωστός Μπάμπης Παπαδημητρίου του ΣΚΑΪ το έθεσε ως εξής σε εκπομπή αυτών των ημερών: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να βιάζεται, τον συμφέρει να αφήσει τον Σαμαρά να βγάλει τη «βρόμικη δουλειά» και να περιμένει εκ του ασφαλούς τη σειρά του να κυβερνήσει στα «εύκολα» και όχι στα δύσκολα… Βεβαίως ο Μπάμπης την ίδια στιγμή προτείνει συμμαχία της ΝΔ και της «κυριλέ» Χρυσής Αυγής ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μην κυβερνήσει ποτέ, αλλά το ζήτημα δεν είναι αυτό. Το ζήτημα είναι: υπάρχουν τέτοια «εύκολα» —ανεξάρτητα αν είναι επιθυμητά ή όχι; Υπάρχει ένα με αυτή την έννοια success story, που θα έκανε ρεαλιστική έστω τη γραμμή του «ώριμου φρούτου» και μιας οριακά φιλολαϊκής διαχείρισης ενός μετα-μνημονιακού τοπίου κοινωνικής καταστροφής; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι – εκφεύγει του θέματος του άρθρου αυτού να τεκμηριώσει αυτό το όχι. Αυτή η γραμμή, πέρα από ανεπιθύμητη και εγκληματικά λαθεμένη για την Αριστερά, είναι και εντελώς ανέφικτη, μη ρεαλιστική, ουτοπική. 

Χρυσή Αυγή: δεν είμαι εδώ σαν «μαντρόσκυλο»
άλλων, διεκδικώ τον πρώτο ρόλο και την εξουσία!


Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα δείχνει ότι και η Χρυσή Αυγή ούτε πιστεύει ούτε επενδύει σε ένα με αυτή την έννοια success story! Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να υποτιμήσουμε διάφορες, δευτερεύουσες πτυχές αυτής της υπόθεσης, αλλά το βασικό μήνυμα της δολοφονίας είναι διπλό και σαφές: Πρώτον, «δεν αλλάζουμε χαρακτήρα»: είμαστε και θα παραμείνουμε ναζιστικό κόμμα, δεν πρόκειται να γίνουμε ΛΑΟΣ ούτε κάν Εθνικό Μέτωπο.
   Δεύτερον (και σαν η συνέχεια και η άλλη πλευρά του πρώτου), «ολοκληρώσαμε τη φάση της γενικής προετοιμασίας και πλέον μπαίνουμε ανοιχτά στον αγώνα για την εξουσία. Δεν είμαστε τα «μαντρόσκυλα» του Δένδια και κανενός άλλου, δεν θα περιοριστούμε στη συμπληρωματική δύναμη του εμφυλιακού κράτους του ούτε στο ρόλο του φόβητρου για τους αντιπάλους του μνημονίου και της αστικής τάξης. Είμαστε εδώ για να διεκδικήσουμε τον πρώτο ρόλο, στον δρόμο για την εξουσία!» Αν ήταν μόνο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί την πιθανότητα του «τυχαίου» ή της «υπέρβασης ορίων», αλλά εδώ είχαν προηγηθεί αρκετά που δεν μας αφήνουν περιθώρια για τέτοιες αυταπάτες: η Χρυσή Αυγή, στο τελευταίο δεκαήμερο και πριν τη δολοφονία, άνοιξε συνειδητά και κεντρικά ένα νέο κεφάλαιο στη δράση της: πέρασε, με λόγια και πράξεις, με ακτιβισμούς και τραμπουκισμούς, στον αντικομμουνισμό και στα χτυπήματα ενάντια στην Αριστερά (Μελιγαλάς, Γράμμος, τραμπουκισμοί στη Βουλή, Πέραμα). Αλλά και όσα αποκαλύφθηκαν από βίντεο, φωτογραφίες, συνεντεύξεις φασιστών τις μέρες μετά τη δολοφονία, αποδεικνύουν ότι η δολοφονία έγινε με κεντρική καθοδήγηση. Χρειάζονται γενναίες δόσεις αυταπατών και φρούδων ελπίδων για να μη δούμε το «μήνυμα» και να μην εντάξουμε τη δολοφονία στο άνοιγμα αυτού του νέου κεφαλαίου στη στοχοθεσία και τη δράση της Χρυσής Αυγής. 
   Η Χρυσή Αυγή στέλνει ένα μήνυμα στη ΝΔ και την αστική τάξη ότι δεν αρκείται πλέον στον ρόλο της συμπληρωματικής δύναμης, αλλά θέλει τον πρώτο λόγο. Και βάζει πλώρη για να τον διεκδικήσει και να τον πιστοποιήσει στις διπλές εκλογές του Μαΐου-Ιουνίου 2014 (με το ποσοστό στις ευρωεκλογές, αλλά και με το κέρδισμα δημαρχιών —«θα πάρουμε 20 δήμους», κόμπασε αυτές τις μέρες ο Κασσιδιάρης), αν στο μεταξύ δεν έχουν «αγριέψει» πολύ τα πράγματα πριν απ’ αυτές…
Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες: εδώ μιλούν τα φασιστικά εγχειρίδια του μεσοπολέμου και ειδικά το μουσολινικό εγχειρίδιο της Μεγάλης Πορείας των φασιστών προς την εξουσία! ...

To κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του Πάνου Κοσμά που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

H ΠΑΡΑΠΕΤΑΜΕΝΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Mιχάλης Τρεμόπουλος

 
Η 30ή Οκτωβρίου 1944 είναι η μέρα που αποχώρησε και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης από την πόλη. Ποτάμια λαού πανηγύριζαν και αρματωμένοι Ελασίτες παρέλαυναν ως απελευθερωτές στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Μια νέα ελπιδοφόρα προοπτική ξανοιγόταν για την πόλη και τους ανθρώπους της. Κι όμως. Η επέτειος αυτή, ενταγμένη στους εμφύλιους ανταγωνισμούς και το ρεβανσιστικό πνεύμα των νικητών, εξακολουθεί να αποσιωπάται ή να αναφέρεται υποτονικά, σαν να μην υπήρξε ποτέ απελευθέρωση, σαν να θυμίζει «οικεία κακά» και να πρέπει να διαγραφεί από το βιβλίο της ιστορίας της πόλης.
   Στην Ελλάδα, βεβαίως, συνηθίζουμε να «γιορτάζουμε» ως εθνική εορτή την έναρξη των πολέμων και όχι τη λήξη τους, όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και το έχουμε δυστυχώς συνηθίσει, σαν να μην ταυτίζεται ένας πόλεμος με το αίμα, τον πόνο, τη δυστυχία, την εξαθλίωση, αλλά με μια εντυπωσιακή είδηση-ευκαιρία για να εμβαπτιστούμε και πάλι στα συναισθήματα εθνικής αυτοϊκανοποίησης. Γι’ αυτό και σχεδόν όλοι θυμούνται πότε άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος αλλά ελάχιστοι πότε τελείωσε η γερμανική κατοχή, πότε απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη.
 
Συμφωνία Βρετανών και Γερμανών

Ήδη εδώ και μήνες οι Γερμανοί υποχωρούσαν σ' όλα τα μέτωπα: στη Δύση από τη Νορμανδία μέχρι την Ιταλία, στην Ανατολή από την Πολωνία μέχρι τη Βουλγαρία. Η προέλαση του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια και οι παρτιζάνοι του Τίτο πίεζαν τον γερμανικό στρατό σε γρήγορη αποχώρηση, πριν αποκοπούν στην Ελλάδα.
   Αυτό που ενδιέφερε τους Άγγλους ήταν τώρα πια ο μεταπολεμικός πολιτικός χάρτης και η εξουδετέρωση της ένοπλης Αριστεράς. Σύμφωνα με τον Άλμπερτ Σπέερ, υπουργό πολεμικής βιομηχανίας του Χίτλερ, έγινε στη Λισαβόνα μια μυστική συμφωνία μεταξύ Γερμανών και Άγγλων, μια «gentlemen’s agreement» σε υψηλό επίπεδο, όπως του ανέφερε ο αρχηγός του γερμανικού επιτελείου, στρατηγός Γιοντλ: «Η συμφωνία αυτή, πρωτοφανής μέχρι τότε και, όπως γνωρίζω, μοναδική σ’ όλο τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αφορούσε, όπως μου είπε ο Γιοντλ τουλάχιστον, την εκκένωση απ’ τα γερμανικά στρατεύματα της Ελλάδος, χωρίς βρετανική ενόχληση. (…) Και πράγματι οι Άγγλοι την ετήρησαν. (…) Ο Φον Όβεν, που ήταν διευθυντής τύπου του υπουργείου προπαγάνδας, αναφέρει σε βιβλίο του που έγραψε μετά τον πόλεμο, ότι ο Γκαίμπελς είχε συμμετάσχει ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας αυτής. (…) Το τίμημα της συμφωνίας, κατά τη δική μου γνώμη, ήταν να παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς στους Άγγλους, ώστε να μπορέσουν να την καταλάβουν αμαχητί και μ’ αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα να περιέλθει στο δυτικό στρατόπεδο. Και βέβαια ο Χίτλερ θα διατηρούσε ανέπαφες τις δυνάμεις του που κατείχαν τον ελληνικό χώρο».1
   Οι Άγγλοι προετοιμάζουν το σχέδιο «Manna» (9.9.44) για την ισχυροποίηση της νέας κυβέρνησης απέναντι στο ΕΑΜ με την εγκατάσταση βρετανικών στρατευμάτων και με τον έλεγχο τουλάχιστον Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Και έρχονται σε συνεννόηση με το γερμανικό επιτελείο στην Ελλάδα, ώστε να γίνει αρμονική «αλλαγή φρουράς».2 Ως αντάλλαγμα, η ομαλή αποχώρηση των Γερμανών στην ίδια κατεύθυνση με τη συμφωνία της Λισαβόνας.
   Οι τελευταίοι Γερμανοί αποχωρούν από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944, αφού αποτίσουν φόρο τιμής στον Άγνωστο στρατιώτη, και στις 17 φτάνει η εξόριστη κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Το σχέδιο «Manna» εφαρμόζεται στην Αθήνα. Τμήματα του ΕΛΑΣ μπαίνουν στην πόλη καθώς και τμήματα του βρετανικού στρατού και όλοι γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό από τους Αθηναίους. Τα Τάγματα Ασφαλείας αφοπλίζονται, αλλά περιορίζονται σε ορισμένους χώρους έτοιμα να χρησιμοποιηθούν εναντίον του ΕΛΑΣ, όπως και θα γίνει στα Δεκεμβριανά.3

Θεσσαλονίκη, το βασίλειο του ταγματασφαλίτη

Στη Θεσσαλονίκη οι εξελίξεις θα είναι διαφορετικές. Οι Γερμανοί, που εξαρχής συνεργάστηκαν στενά με σωρεία καιροσκόπων, εθνικοσοσιαλιστών, δολοφονικών ομάδων και με τη γερμανόφιλη άρχουσα τάξη της πόλης σε μια αντικομμουνιστική και αντιεβραϊκή βάση, ευνοούσαν σαφώς μια σύγκρουση «εθνικιστών» και «κομμουνιστών».
   Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο του γερμανικού Α2 για τη Θεσσαλονίκη: «Το κομμουνιστικό στοιχείο είναι εδώ, όπως και στην Αθήνα, τόσο ισχυρό, που με βεβαιότητα πρέπει να αναμένεται πρώτα η κατάληψη της πόλης υπό τον EΛΑΣ. Παίρνοντας υπόψη ότι δεν μπορούμε να εμποδίσουμε μια ανάλογη εξέλιξη, που είναι μάλιστα ολότελα επιθυμητή, συνιστάται, για να διατηρηθεί το δικό μας γόητρο, να χρησιμοποιείται γι' αυτά τα ζητήματα εκτεταμένα ο γενικός επιθεωρητής Χρυσοχόου, ο οποίος με πρωτοβουλία του πρέπει να θέτει σε δράση Τάγματα Ασφαλείας, Αστυνομία και Χωροφυλακή, όπως το έπραξε ο Ράλλης στην Αθήνα. Μ' αυτόν τον τρόπο και θα καλύπταμε επαρκώς τη δική μας υποχρέωση και η επιθυμητή κατάσταση του πολιτικού χάους θα επικρατούσε, αν προχωρήσουν τα πράγματα σε ένοπλες συγκρούσεις».4
   Ο συνταγματάρχης Αθ. Χρυσοχόου, επιτελάρχης του στρατηγού Τσολάκογλου, ήταν τυπικά ο γενικός επιθεωρητής των νομαρχιών Μακεδονίας αλλά ουσιαστικά ήταν φρούραρχος και θεωρούνταν, μάλιστα, ο πραγματικός αρχηγός της ΥΒΕ/ΠΑΟ.
   Μέχρι το 1944 η Θεσσαλονίκη είχε καταστεί το ένοπλο βασίλειο των Ταγμάτων Ασφαλείας και πολλών ένοπλων ομάδων συνεργατών των κατακτητών στη Μακεδονία, της ΠΑΟ, του Κυριάκου Παπαδόπουλου (Κισάμπατζακ), του Γ. Πούλου, του Δάγγουλα, του Βήχου κ.ά.
   Το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί διεξήγαγαν στα βουνά τις τελευταίες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενάντια στον ΕΛΑΣ, με στόχο την απελευθέρωση των βασικών συγκοινωνιακών δικτύων. Πλήγματα, όμως, άρχισαν να δέχονται και οι μέχρι τότε ισχυροί Γερμανοί αλλά και οι ένοπλες ελληνικές ομάδες που συμμετείχαν στο πλευρό τους στην αντικομμουνιστική εκστρατεία. Πλέον, οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των γερμανικών τμημάτων και των συνεργατών τους παρατηρούνται σε καθημερινή βάση, ακόμη και μέσα στις πόλεις. Το ίδιο διάστημα, στα γραφεία των γερμανικών επιτελείων φτάνουν οι πρώτες διαταγές για τη σταδιακή εκκένωση του ελληνικού χώρου από τις υπηρεσίες και τις μονάδες που δεν θεωρούνταν πρώτης γραμμής.5
   Ήδη, με τη γερμανική ανοχή, τα Τάγματα Ασφαλείας έχουν καταστεί ανεξέλεγκτα. Η ΟΠΛΑ και η Εθνική Πολιτοφυλακή δίνουν τις δικές τους αιματηρές απαντήσεις. Η πόλη μεταβάλλεται σε πεδίο σύγκρουσης. Στόχος όλων ο έλεγχός της. Και οι εκκλήσεις του Δημάρχου, του Μητροπολίτη και των επαγγελματικών οργανώσεων της πόλης προς τις γερμανικές αρχές για την αποκατάσταση της τάξης, απλώς αντανακλούν τον αδύναμο ρόλο αστυνομίας και χωροφυλακής.6 Οι πολιτικές ζυμώσεις για το μέλλον της πόλης και των Ταγμάτων Ασφαλείας        εντείνονται. Σε αυτές συμμετέχει η πλειοψηφία του αστικού και πολιτικού κόσμου της Θεσσαλονίκης, η ηγεσία του ΕΔΕΣ και ο ΕΛΑΣ.
   Την 1η Σεπτεμβρίου οι εκπρόσωποι της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (ΟΜΜ) του ΕΛΑΣ και της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου υπογράφουν στο Λειβάδι Χαλκιδικής στρατιωτικό σύμφωνο. Με το σύμφωνο αυτό ο ΕΛΑΣ φέρεται να αναλαμβάνει τη δέσμευση να μην εμποδίσει την υποχώρηση του γερμανικού στρατού και η γερμανική πλευρά να δεσμεύεται να διατάξει την αποχώρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τη Θεσσαλονίκη, την οποία στη συνέχεια θα παραδώσει στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ και στο ΕΑΜ.7
   Από την άλλη πλευρά, οι Άγγλοι εφαρμόζουν ήδη το σχέδιο «Manna» για την εγκατάσταση βρετανικών στρατευμάτων και τον έλεγχο Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Πιέζουν τον EΛAΣ και πετυχαίνουν στις 26 Σεπτεμβρίου τη Συμφωνία της Καζέρτας (Ουίλσον, Γ. Παπανδρέου, Μακ Μίλαν, Σαράφης, Ζέρβας), που θέτει το Γενικό Στρατηγείο του EΛAΣ υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι. Επιπλέον, με τη Συμφωνία, τα Τάγματα Ασφαλείας χαρακτηρίζονται όργανα του εχθρού και εχθρικοί σχηματισμοί και ζητείται η άμεση παράδοσή τους. Ο ΕΛΑΣ και η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή εγγυώνται για την ασφάλειά τους.8
 
1. Συνέντευξη στον Βάσο Μαθιόπουλο το 1976 στη Χαϊδελβέργη. Η Ελληνική Αντίσταση (1941-44) και οι Σύμμαχοι, εκδ. Παπαζήση, 1994, -βλ. και χσ. Οι ναζί για την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα –Επτά απόρρητες εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου του Χίτλερ, εκδ. Δρόμων-Μηνύματα, 2012, σσ. 104-5.
2. Παναγιώτης Κουπαράνης, «Η Θεσσαλονίκη στην κατοχή…», στον τόμο Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, ΚΙΘ, 1986, σσ. 206-7.  
3. Άγις Στίνας, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΟΠΛΑ, εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984, σ. 74.
4. Παν. Κουπαράνης, ό. π., σ. 207. Επιστολή στις 13.10.1944 του Α2 της Πέμπτης Ομάδας Στρατιών προς το Στρατιωτικό Επιτελείο 91. Σώμα Στρατού για ιδιαίτερες ανάγκες.
5. Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων, Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2006, σ. 439.
6. Ε. Θ., Δικογραφίες Δοσιλόγων: Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Αριθ. 48, 49, «Σημείωμα» προς τις γερμανικές αρχές, Θεσσαλονίκη, 26.9.1944· Δορδανάς, Έλληνες…, ό. π., σ. 471.
7. ΔΙΣ, τόμ. 5 (φάκ. 914/Α/3α), Αριθ. εγγράφου 26, «Παράρτημα-Στρατιωτικόν Σύμφωνον», Λειβάδι, 1 Σεπτεμβρίου 1944. Η εγκυρότητα του Συμφώνου αυτού έχει αμφισβητηθεί· Δορδανάς, ό.π., σ. 472.
8. Εφημ. Λαϊκή Φωνή, 19 Δεκεμβρίου 1945. Επίσης, Σπύρος Κουζινόπουλος, Ελευθερία, χ.ε., Θεσσαλονίκη, 1985, όπου και τα φύλλα της εφημερίδας του ΕΑΜ Μακεδονίας Ελευθερία.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από κείμενο του Μιχάλη Τρεμόπουλου στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ. 26. και είναι προδημοσίευση του υπό έκδοση βιβλίο του Μιχάλη Τρεμόπουλου, Η “σκοτεινή” Θεσσαλονίκη-Εθνικισμός και αντισημιτισμός, ρητορεία και πρακτικές ενός αιώνα. Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος είναι νομικός, συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος των Οικολόγων Πράσινων.

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2011

ΠΩΣ OI KAΠITAΛIΣTEΣ ΕΠΩΦΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ. Frédéric Gudéa

Kλείνουμε. Έξω όλοι! Στο δρόμο! Το τελευταίο διάστημα οι ζωές δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων τσακίζονται από το κλείσιμο των επιχειρήσεων. Αδυνατώντας να καταβάλουν τους μισθούς και να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους απέναντι σε τράπεζες και προμηθευτές, οι επιχειρήσεις προσφεύγουν στη δικαστική εκκαθάριση. Σχεδόν τα 2/3 απ’ αυτές οδηγούνται στη χρεωκοπία και το κλείσιμο. 
   Για να κατανοήσουμε το φαινόμενο αυτό που πλήττει τις κοινωνίες μας, η θεωρία του Μαρξ για την αξία παραμένει ένα αξεπέραστο θεωρητικό εργαλείο . Η ανθρώπινη εργασία, λέει ο σπουδαίος διανοητής, είναι η μοναδική πηγή που γεννά την αξία. Για τους καπιταλιστές βέβαια, η ανθρώπινη εργασία αποτελεί εμπόρευμα. Για να αποσπάσουν την υπεραξία (Υ), η ζωντανή εργασία πρέπει να υλοποιηθεί στα εμπορεύματα. Το μεταβλητό κεφάλαιο (Μ) προσδιορίζει την αξία που εισέρχεται στο παιχνίδι της παραγωγής, δηλαδή στους μισθούς. Το σταθερό κεφάλαιο (Σ) είναι η αξία των μέσων παραγωγής και οι χρησιμοποιημένες πρώτες ύλες. Το ποσοστό κέρδους υπολογίζεται διαιρώντας την υπεραξία με το κεφάλαιο που έχει χρησιμοποιηθεί, το οποίο ισούται με το άθροισμα του μεταβλητού και του σταθερού κεφαλαίου. Κ΄= Υ/ Μ+Σ.
   Η υπεραξία επιστρέφει στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων για να αυξήσει την υπεραξία και τα κέρδη. Την κρίση, ωστόσο, προκαλεί η εμπλοκή της κυκλοφορίας του κεφαλαίου: αυτό οδηγεί στη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου, στην πτώση των μισθών και τη μείωση της μάζας της χρησιμοποιούμενης εργασίας. Η εργασία γίνεται με χαμηλότερους ρυθμούς, και σε ορισμένα σημεία, παύει εντελώς. Το κεφάλαιο καταστρέφεται πραγματικά. Οι μισθωτοί πετιούνται στο δρόμο. Μηχανές που δεν χρησιμοποιούνται δεν είναι πλέον κεφάλαιο. Οι πρώτες ύλες που λιμνάζουν και δεν χρησιμοποιούνται δεν είναι πια κεφάλαιο. Τα εμπορεύματα που σαπίζουν στα ράφια, όλα αυτά αποτελούν πτυχές της καταστροφής του κεφαλαίου. Η ανταλλακτική αξία και η αξία χρήσης καταρρέουν. Κάποιοι καπιταλιστές οδηγούνται στη χρεωκοπία. Η αξία των επιχειρήσεών τους, η ανταλλακτική αξία  του κεφαλαίου τους, συρρικνώνεται ή καταστρέφεται οριστικά.1
   Ο τύπος του ποσοστού κέρδους εξηγεί γιατί η χρεωκοπία, με το να καταστρέφει θέσεις εργασίας (μεταβλητό κεφάλαιο) και να απαξιώνει τις μηχανές (σταθερό κεφάλαιο) συμβάλλει στην άνοδο του ποσοστού κέρδους. Διευκολύνει επίσης την εξαγορά επιχειρήσεων σε συμφέρουσες τιμές. Εάν μια επιχείρηση που είχε κέρδη 3 εκ. € με επενδεδυμένο κεφάλαιο εκ. €, δηλαδή ποσοστό κέρδους 3%, αγοραστεί σε περίοδο κρίσης στο ποσό των 10 εκ. € τότε θα έχει 30% ποσοστό κέρδους. Ιστορικά η καταστροφή της μεγάλης κρίσης του 1929 και του 2ου Παγκόσμιου Πολέμου συνέβαλαν στο μεταπολεμικό «οικονομικό θαύμα».
   Στη Γαλλία, για παράδειγμα, τα στατιστικά του Επιμελητηρίου Επιχειρήσεων είναι αποκαλυπτικά για τις εξελίξεις σε περιοχές κλειδιά της χώρας.2 Υπό το πρίσμα των ανακαλύψεων του Μαρξ, δίνουν το μέτρο της καταστροφής του κεφαλαίου που συντελείται σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστικά χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Γαλλία. Ο ετήσιος ρυθμός ξεπερνά τα 10 δις €.
   Η χρεωκοπία πέντε επιχειρήσεων αγγίζει σε 3.300 εργαζόμενους.  Πρόκειται για τις Vigimark Ασφάλειες (1.500 μισθωτοί), A&O Συστήματα (800), Leduc (400), Auvergne Aεροναυπηγική (350) Ασφάλειες Γαλλία Ευρώπη (250) ενώ στο σύνολο για τον Μάρτιο του 2010 22.754 θέσεις εργασίας απειλούνται ή έχουν ήδη καταστραφεί. Μέσα σε 12 μήνες το σύνολο έφθασε στις 222.000 θέσεις, δηλαδή 24% περισσότερο από την περασμένη χρονιά. Ο ρυθμός είναι εφιαλτικός: τον Ιούλιο του 2007, 100.000 θέσεις εργασίας απειλούνταν ή είχαν καταστραφεί λόγω των χρεωκοπημένων επιχειρήσεων ενώ τον Ιούλιο του 2009 οι απώλειες ξεπέρασαν το όριο των 200.000. Η βίαιη μείωση του μεταβλητού κεφαλαίου σε ετήσια βάση ξεπέρασε τα 6 δις €.
   Την ίδια περίοδο οι εκκρεμότητες των υπό πτώχευση εταιριών προς τους προμηθευτές πρώτων υλών και των μέσων παραγωγής ξεπέρασαν το όριο των 4 δις €. Σήμερα, το γαλλικό κράτος είναι ο δεύτερος κατά σειρά πιστωτής των προβληματικών επιχειρήσεων, ενώ τα χρέη και οι οφειλές προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, ανέρχονται στα 2 δις €, λίγο πιο κάτω από αυτά προς τις τράπεζες. Επίσης σε ετήσια βάση η μείωση του σταθερού κεφαλαίου των επιχειρήσεων που έχουν πτωχεύσει ανέρχεται στο ποσό των 13 δις €. 
   Σύστημα άδικο και βίαιο ο καπιταλισμός παραμένει ανίκανος και οδηγεί στην καταστροφή του κεφαλαίου. Σήμερα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν μιαν εξήγηση γι’ αυτό που συμβαίνει. Ψάχνουν έναν άλλο δρόμο. Οι αντικαπιταλιστές αγωνιστές μπορούν να πάνε να τους συναντήσουν και να εκλαϊκεύσουν τη μαρξιστική θεωρία για τις κρίσεις του καπιταλισμού. Η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε μια φάση ύφεσης όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος έκρηξης της χρεωκοπίας των κρατών, των επιχειρήσεων και των πολιτών.3 Επειδή οι πολιτικές που στηρίχτηκαν στην αστική οικονομία, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, αποκαλύπτουν τα όριά τους, οι ανακαλύψεις και η μέθοδος του Μαρξ επιστρέφουν στην ημερήσια διάταξη για την έξοδο από τον καπιταλισμό.
 
❏

1. Les crises du capitalisme, Karl Marx, εκδ. Demopolis 2009. πρόλογος Daniel Bensaïd.
2. Βλ. www.coface.fr.
3. Βλ. Tout est à nous ! n°35.
To άρθρο του Frédéric Gudéa δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ. 17ο τον Μάιο του 2010.
H φωτογραφία είναι του Κ. Ιωαννίδη

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

H επανάσταση στην Τυνησία

Συνέντευξη με τον Hamma Hammami εκπρόσωπο τύπου του Εργατικού Kομμουνιστικού Κόμματος Τυνησίας (PCOT).


Πώς ερμηνεύετε το επαναστατικό ξέσπασμα και ποιο ρόλο έπαιξε το Εργατικό Κομμουνιστικό Κόμμα Τυνησίας;
   Πρώτα απ’ όλα συμμετείχαμε στην προετοιμασία του κινήματος. Ακόμη και στις πολύ σκληρές συνθήκες της δικτατορίας του Μπεν Αλί, το ΕΚΚΤ αγωνιζόταν για τους εργαζόμενους, τους άνεργους, τις γυναίκες. Υπερασπιστήκαμε τα κοινωνικά δικαιώματα, ιδιαίτερα στον συνδικαλιστικό τομέα. Από το 2005, συμμετέχουμε ενεργά στη συλλογικότητα «18 του Οκτώβρη» με στόχο την άμβλυνση των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Αυτό ισχύει κυρίως για τους ισλαμιστές, οι οποίοι με τη μονομέρεια που τους χαρακτηρίζει δημιουργούν προβλήματα στην οικοδόμηση ενός αντι-δικτατορικού κοινωνικού και πολιτικού κινήματος. Η συνεργασία μας αφορούσε ζητήματα σχετικά με τα δημοκρατικά δικαιώματα και τις θέσεις των ισλαμιστών όπως για παράδειγμα στα δικαιώματα των γυναικών, την ελευθερία συνείδησης, τη φύση του δημοκρατικού κράτους. Η συνεργασία μας αυτή επέδρασε θετικά στο σύνολο της κοινωνίας. Οι ιδεολογικές διαφορές παρέμειναν σε ύφεση. Παραχώρησαν τη θέση τους σε ζητήματα πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού περιεχομένου. Η παρέμβασή μας συνέβαλε στη δημιουργία ενός θετικού κλίματος ενότητας του λαού της Τυνησίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διάρκεια της επανάστασης δεν ακούστηκαν συνθήματα θρησκευτικού περιεχομένου αλλά διατυπώθηκαν αιτήματα πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού προσανατολισμού. Το καλοκαίρι που μας πέρασε συγκαλέσαμε δύο μεγάλες συγκεντρώσεις για να συζητήσουμε το ενδεχόμενο μιας κοινωνικής έκρηξης. Δεν γνωρίζαμε βέβαια ούτε το πότε ούτε το πως θα γίνει. Είμασταν όμως έτοιμοι. Όταν ξέσπασε η εξέγερση στο Sidi Bouzid, συμμετείχαμε στο κίνημα. Αυτό είχε σαν συνέπεια τη σύλληψη πολλών αγωνιστών και ηγετών του κόμματος. Παντού όπου συμμετείχαμε μαζί με άλλες προοδευτικές και δημοκρατικές δυνάμεις προσφέραμε ένα πολιτικό και οργανωτικό πλαίσιο στην εξέγερση. 
Στις πόλεις της Τυνησίας γίνεται λόγος για τη δημιουργία τοπικών επιτροπών. Πώς οργανώνεται αυτή τη στιγμή το κίνημα;
Θεωρώ πως η επανάσταση διαθέτει δύο ισχυρά σημεία: πρώτα απ’ όλα  ο λαός επαναστάτησε στηριζόμενος στις δικές του δυνάμεις. Στη συνέχεια δημιουργήσαμε μια ενωτική δυναμική γύρω από πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα. Στην πραγματικότητα το κίνημα δεν ήταν καθόλου αυθόρμητο με την έννοια της «απουσίας οποιασδήποτε οργάνωσης ή κοινωνικής συνείδησης». Πράγματι, διαπιστώνουμε την ύπαρξη πολιτικής συνείδησης που γεννήθηκε μέσα από τη συσσώρευση των κοινωνικών αγώνων της τελευταίας εικοσαετίας. Από την άλλη, υπάρχει ένας βαθμός οργάνωσης σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και αφορά τη συσπείρωση συνδικαλιστών και αγωνιστών για τα κοινωνικά δικαιώματα. Σε ορισμένες περιοχές οι δικηγορικοί σύλλογοι πήραν την πρωτοβουλία διοργάνωσαν διαδηλώσεις και ηγήθηκαν του κινήματος.
   Από την άλλη, αυτό που απουσιάζει είναι ένα κεντρικό πρόγραμμα και μια αντίστοιχη οργάνωση, δηλαδή είτε ένα κόμμα είτε ένα μέτωπο οργανώσεων που θα διευθύνουν το κίνημα στη βάση ενός συγκεκριμένου πολιτικού προγράμματος. Στην προοπτική αυτή και σχετικά σύντομα απευθύναμε έκκληση για την οργάνωση της επανάστασης σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, πολλές φορές έπειτα από πρωτοβουλίες των αγωνιστών, που συχνά ήταν αυθόρμητες. Έτσι γεννήθηκαν αυτά που διαδοχικά ονομάζονται συνελεύσεις, συμβούλια ή λαϊκές επιτροπές. 
   Ένα από τα πρώτα καθήκοντα ήταν η προστασία του λαού από τις ένοπλες συμμορίες και την αστυνομία. Προοδευτικά ωστόσο τα όργανα αυτά άρχισαν να έχουν διευρυμένες αρμοδιότητες. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις ανέλαβαν τη διεύθυνση ολόκληρων πόλεων ή περιοχών. 
   Το «Μέτωπο της 14ης του Γενάρη» έχοντας συνείδηση της παρούσας κατάστασης, θα συγκαλέσει εθνικό συνέδριο για την υπεράσπιση της επανάστασης. Στο συνέδριο θα πάρουν μέρος τα κόμματα, οι οργανώσεις και οι ομάδες που υπερασπίζονται την επανάσταση. Η πρόσκληση αφορά επίσης τις τοπικές επαναστατικές ηγεσίες αλλά και τις οργανώσεις που μας στηρίζουν στο εξωτερικό. Σε εθνικό επίπεδο οδεύουμε προς την οργανωτική συγκρότηση των δυνάμεων της επανάστασης, για να οδηγηθούμε σε μια νέα φάση που θα τελειώνει με το δικτατορικό καθεστώς. 
Ποια είναι η γνώμη σας για την επέκταση της επανάστασης στις χώρες του βόρειας Αφρικής; Διατηρείτε επαφές με αντίστοιχες οργανώσεις στην Αίγυπτο, την Αλγερία ή το Μαρόκο; 
Διατηρούμε σχέσεις αλλά όχι ιδιαίτερα σταθερές. Στην Αίγυπτο διατηρούμε επαφές με πρώην μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος που διατύπωσαν προοδευτικές και αντιιμπεριαλιστικού περιεχομένου θέσεις. Oι επαφές μας είναι καθημερινές. Μας ζητούν πρακτικές συμβουλές για να αντιμετωπίσουν την κτατάσταση. Να πούμε ότι το κίνημα στην Τυνησία είναι πιο οργανωμένο απ’ ότι στην Αίγυπτο. Κατά τη γνώμη μας η κατάσταση εκείνη είναι πιο ασαφής, κυρίως αναφορικά με την οικοδόμηση του κινήματος και του επιπέδου των κινητοποιήσεων.
❏
Η συνέντευξη δόθηκε στους Myriam Martin και Coralie Wawrzyniak και δημοσιεύτηκε στις 03/02/11 στην εφημερίδα του γαλλικού κόμματος NPA Tout est à nous, φ. 88. Η μετάφρασή της δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 19. Στη φωτογραφία ο Hamma Hammami με τον Olivier Besancenot.

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010

Ταξική τρομοκρατία: Να τι προτείνει για το μέλλον των παιδιών μας ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών

«Εργασία και το Σάββατο με χορήγηση συμπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και συμψηφισμός των υπερωριών με μείωση του ωραρίου εργασίας σε ορίζοντα τετραμήνου περιλαμβάνονται στις προτάσεις του ΣΕΒ για την άρση των εμποδίων στην επιχειρηματικότητα.
Στα εργασιακά οι προτάσεις του ΣΕΒ προβλέπουν ακόμη να μειωθεί στο μισό (από 8 σε 4%) το ποσοστό των προσλήψεων που καλύπτεται υποχρεωτικά από ειδικές κατηγορίες εργαζομένων (άτομα με ειδικές ανάγκες, πολύτεκνους, κ.α.), να αναθεωρηθεί η λίστα των βαρέων και ανθυγιεινών, και να μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές.
Ο ΣΕΒ παρέδωσε σήμερα στον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κ. Μ. Χρυσοχοίδη μελέτη για τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα.
Τα εμπόδια που καταγράφονται ξεπερνούν τα 230 (η υποχρέωση από το μνημόνιο ήταν να καταγραφούν 30) και εκτείνονται σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της επιχείρησης: από την αδειοδότηση και την καθημερινή λειτουργία μέχρι το κλείσιμο και την εκκαθάριση της εταιρίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό Δημόσιο βάζει εμπόδια ακόμη και στις εξαγωγές προϊόντων, ή στις προσλήψεις προσωπικού.
Για παράδειγμα για τις προσλήψεις, η διαδικασία προβλέπει τήρηση ειδικού βιβλίου, αναγγελία της πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, υποβολή πίνακα προσωπικού στην επιθεώρηση εργασίας κ.α. ενώ για τις εξαγωγές το κράτος πέρα από την καθυστέρηση επιστροφής του ΦΠΑ, μεταξύ άλλων δεν αναγνωρίζει τις δαπάνες για εμπορικά ταξίδια και δεν επιτρέπει την προσωρινή εξαγωγή προϊόντων που προορίζονται για εκθέσεις στο εξωτερικό.
Στα "περίεργα" των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία περιλαμβάνονται ακόμη τα όρια στο ύψος των αποθηκών που είναι 11-12 μέτρα, ή το γεγονός πως το υπουργείο Μεταφορών θεωρεί τα άδεια κοντέινερ ως εμπορεύματα, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η μεταφορά τους από τα ΙΧ φορτηγά, ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων, αλλά να γίνεται υποχρεωτικά από τα ΔΧ, έναντι κομίστρου.

Ο ΣΕΒ ζητά μεταξύ άλλων να καταργηθούν τα χαρτόσημα, μεγαρόσημα, παράβολα κλπ., να παύσει η υποχρεωτική εγγραφή των επιχειρήσεων στα επιμελητήρια και η υποχρεωτική δημοσίευση των ισολογισμών στις εφημερίδες, καθώς και να καταργηθεί το αγγελιόσημο στις διαφημίσεις και το τέλος υπέρ της ΕΡΤ που εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ.

Ο ΣΕΒ προτείνει επίσης κατάργηση επιβαρύνσεων υπέρ τρίτων στις οποίες περιλαμβάνονται, το Δικαίωμα εκτελωνιστικών εργασιών (ΔΕΤΕ), οι εισφορές σε φάρμακα, δίδακτρα, εισιτήρια πλοίων, καύσιμα, αλεύρια, εισιτήρια θεάτρων και κινηματογράφων, στο ελαιόλαδο (για την καταπολέμηση του δάκου), στα κεριά (για το ταμείο κληρικών).


Ο Σύνδεσμος εισηγείται επιπλέον απελευθέρωση (κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών) για δικηγόρους, συμβολαιογράφους, μηχανικούς, εξορθολογισμό των κομίστρων στις αστικές συγκοινωνίες και τα ταξί.

Στο "μέτωπο" των τιμών οι επιχειρήσεις ζητούν ακόμη απελευθέρωση των περιθωρίων κέρδους στα οπωροκηπευτικά, αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης των φαρμάκων, κατάργηση της διατίμησης στα κυλικεία των πλοίων, κατάργηση της έκδοσης τιμολογίων από τους αγρότες, όπως επίσης και της υποχρέωσης των επιχειρήσεων να ενημερώνουν το υπουργείο Ανάπτυξης για τις αυξήσεις τιμών και την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τις εξαγορές - συγχωνεύσεις.

Ζητά, επίσης, "ορθολογική τιμολόγηση" της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και του νερού, όπως επίσης και των λιμενικών υπηρεσιών.

Προτείνει εξάλλου κατάργηση των περιορισμών για εγκατάσταση-επέκταση-εκσυγχρονισμό βιομηχανιών και αποθηκών στην Αττική, απελευθέρωση των μεταφορών με ελεύθερες άδειες για ΙΧ φορτηγά, απελευθέρωση της παραγωγής ψωμιού από κατεψυγμένη ζύμη (bake off), κατάργηση του περιορισμού τα φαρμακεία να ανήκουν κατά 51% σε φαρμακοποιούς και των περιθωρίων κέρδους των φαρμακείων, κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου, μείωση των τελών κινητής τηλεφωνίας, επιβολή ΦΠΑ στα ΕΛΤΑ.

Συνολικά η μελέτη του ΣΕΒ εντοπίζει τις πηγές των εμποδίων στους εξής παράγοντες:

- Συναρμοδιότητες υπουργείων και φορέων (αλληλοεπικαλύψεις).

- Έλλειψη συνεργασίας συναρμοδίων υπηρεσιών.

- Παρεμβολή Επιμελητηρίων και επαγγελματικών συνδέσμων κυρίως για είσπραξη μη ανταποδοτικών αμοιβών ή υποχρεωτική χρήση των υπηρεσιών τους.

- Άγνοια λειτουργίας της αγοράς. Μη συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα.

- Έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού.

- Πολυνομία.

- Νοοτροπία κρατικού παρεμβατισμού.

Τονίζει ακόμη ότι τα περισσότερα από τα εμπόδια δεν αφορούν ένα υπουργείο ή φορέα αλλά περισσότερες υπηρεσίες του κράτους. Για παράδειγμα, η βιομηχανία τροφίμων εποπτεύεται ή ελέγχεται από 6 Υπουργεία (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υγείας, Διατροφής και Άθλησης, Οικονομικών, Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.)».

Το κείμενο αναρτήθηκε στο Nooz.gr.


Σ.ε. Για να μην υπάρχουν παρανοήσεις αυτό είναι το ζοφερό μέλλον που επιθυμούν για την ελληνική κοινωνία οι καπιταλιστές της. Ας τα δουν αυτά οι διάφοροι διανοούμενοι και «καλλιτέχνες» -έχουμε μπόλικους και από τις δύο κατηγορίες- και ας πάρουν θέση. Τώρα που γενικεύεται ο κοινωνικός ορυμαγδός τουλάχιστον να καταγραφεί ποιοι δέχτηκαν την εξαθλίωση και ποιοι υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.