Σάββατο 3 Μαρτίου 2012
Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012
Η κατάθεση, Κατερίνα Μόντη
Aπό μικρή η Δέσποινα Ντήμα αγαπούσε τη συμμετοχή στα κοινά. Πολιτική, συνδικαλισμό, επιστημονικές και εθελοντικές δραστηριότητες. Το όνομά της είχε βρεθεί σε ψηφοδέλτια, διακηρύξεις, εκλεγμένες επιτροπές και συλλόγους, προγράμματα εκδηλώσεων, δημοσιεύματα στον Τύπο και στο διαδίκτυο. Και μπορεί από κόμματα ή ομάδες να είχε εν πολλοίς αποκοπεί, αλλά η φαγούρα για συμμετοχή και προσφορά επεβίωνε, με νέες κάθε φορά ευκαιρίες και μορφές.
Ιδέα τώρα δεν είχε ποιο κομμάτι της δικής της ιστορίας θα μπορούσε να συμπληρώνει κάποιο ύποπτο παζλ. Θα χρειαζόταν άραγε, όπως ο πατέρας της πριν σαράντα τόσα χρόνια, να αποδείξει ότι ο «κουβάς» της λάμπει από αθωότητα; Και τι είδους αθωότητα; Λίγες ήταν οι ιστορίες για ανθρώπους που έπεσαν θύματα σκοπιμοτήτων, ή παρεξηγήσεων και συμπτώσεων; Ου μπλέξεις, τα εκάστοτε κυνηγητά κατά της τρομοκρατίας —πάντα το έλεγε— ήταν απλώς μια καλή πρόφαση για την τρομοκρατία της εξουσίας, κάτι στο οποίο προς μεγάλη της ικανοποίηση είχαν καταφέρει εντέλει να συμφωνήσουν με τη φιλενάδα της, η οποία παλαιότερα, σε μια συζήτηση για την υπόθεση «Κρυστάλλη», της είχε φορέσει πειρακτικά την ταμπέλα της αθεράπευτης κνίτισσας. Της Ράνιας τότε οι ιδέες φλέρταραν περισσότερο με τους «υποστηρικτές», για τους οποίους οι ένοπλοι εκτελεστές ήταν απλώς οι ανυπόμονοι εκβιαστές της ιστορίας. Με ενέργειες ίσως όχι πάντα αρεστές, αλλά με κίνητρα φιλολαϊκά και αγνά. «Θα ήθελες με αυτόν τον αγνό τους θυμό να αποφάσιζαν κάποτε για σένα;» την είχε ρωτήσει τότε η Δέσποινα. «Ξεχνάς για πόσα εγκλήματα αγνών και επαναστατικών κινήτρων χρειάστηκε σαν αριστεροί να απολογηθούμε; Πόσους εξαφάνισε ο Στάλιν για... καλό σκοπό; Ούτε τα ίχνη τους στην ιστορία δεν άφηνε, τους έσβηνε στην κυριολεξία από ιστορικές φωτογραφίες. Και θα εμπιστευτούμε άγνωστους συνωμότες; Ποιον απειλούν μήπως; Ή, να το πω κι αλλιώς, θα ήθελες να μας κυβερνήσουν; Θα μας ρωτούσαν για τις επιλογές τους; Και, βέβαια, δεν είναι όλοι πράκτορες, αλλά πώς εσύ μπορείς να ξέρεις ποιοι είναι;»
Ήταν μια συζήτηση, που στην εξέλιξή της οι δύο φίλες είχαν καταλήξει σε πρώτη φάση να μοιραστούν την απόστάσή τους. Και στο πέρασμα του χρόνου, είδαν από την ίδια πλέον πλευρά, πολλούς μύθους να καταρρέουν, διεθνείς και εγχώριους.
•
Το ίδιο βράδυ, η Δέσποινα δέχτηκε πρόσκληση από συναδέλφους της από το νοσοκομείο, με τους οποίους συνέφαγε σε ένα συνηθισμένο φωνακλάδικο κομφούζιο από διαφόρων πολιτικών καρυδιών καρύδια. Κύριο καύσιμο της συζήτησης, η επανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και η επερχόμενη οικονομική κρίση.
«Τον ακούσατε ρε τον υπουργάρα τον απίστευτο; Του έλεγαν οι δημοσιογράφοι για τους απολυόμενους των stage ότι είναι κι αυτοί εργαζόμενοι, και τι είπε ρε ο ξεφτιλισμένος; Και οι πορτοφολάδες εργαζόμενοι είναι, ναι, το είπε, μ’ εκείνη τη μουτσούνα την ατάραχη. Ποιοι είναι οι πορτοφολάδες, ρε μπαγλαμά να πούμε, πες μου ποιοι-είναι-οι πορτοφολάδες μας-τόσα χρόνια, γαμώ την τυράγνια μου μέσα γαμώ», ο Ηλίας χτυπούσε αφρισμένος το τραπέζι.
«Ναι αλλά, και οι εποχιακοί, με μέσον δεν είχαν βρεθεί στο Δημόσιο;»
«Μην το πάμε πάλι από την αρχή ρε συ Τζένη, εδώ μιλάμε για το ελάχιστο ήθος, το επικοινωνιακό που λέμε, δεν τονε τρελαίνεις ρε τον κοσμάκη όταν τον απολύεις, μη μου τους δικαιολογείς και πάθω κανένα εγκεφαλικό».
«Σας παρακαλώ, λίγο σεβασμό στο Μάη του ’68», αστειεύτηκε η Αλέκα, εξηγώντας στην Τζένη ότι αναφερόταν στα φοιτητικά χρόνια του εν λόγω υπουργού.
«Τι να σου πω και μ’ αυτόν τον Μάη, λιγώθηκα τόσα χρόνια. Όλοι κουτσοί στραβοί ή σ’ αυτόν το Μάη ήτανε ή στο Πολυτεχνείο».
«Μα, από αυτήν τη γενιά δεν προέρχονται οι σημερινοί πολιτικοί; Όλη η Ευρώπη λίγο πολύ από υποτιθέμενους σοσιαλιστές δεν κυβερνήθηκε; Ένα σωρό δικτάτορες δεν ανήκουν στη σοσιαλιστική Διεθνή; Ή μήπως δεν είναι ο δικός μας πρόεδρός της; Έχουν ξεφτιλιστεί σας λέω οι έννοιες».
«Ναι, είδαμε και τους άλλους. Από τον Άννα στον Καϊάφα, σου λέω. Αλλά καλά να πάθουμε».
«Τι συγκρίνεις κι εσύ τώρα; Εδώ λέμε για ιστορικά κόκαλα που τρίζουν».
«Θα βάλουν το μαχαίρι, λέει, στο κόκαλο, Χρήστο, το άκουσες κι αυτό;»
«Αμέ, γιατί; Το βγάζουν και καθόλου; Το θέμα είναι σε ποιανού το κόκαλο, μωρό μου».
«Να σας πω εγώ περίπτωση, ρε, με την κυράτσα που την είχε χώσει ο μπάρμπας της στην τράπεζα και βγήκε στην πρόωρη απ’ τα σαραντακάτι της και την πληρώνουμε εσείς κι εγώ, ρε πούστη μου, το καταλαβαίνετε;»
«Μα εκεί είναι τώρα το θέμα; Συγκρίνεται αυτό με τα μεγάλα σκάνδαλα;»
«Δεν είναι εδώ, δεν είναι εκεί, πού είναι ρε παιδιά; Οι Γερμανοί θα μας το πούνε, μου φαίνεται, να το φχαριστηθούμε! Πού να μεταναστεύσω, Θε μου, πού, απ’ αυτήν την κωλοχώρα».
«Πού να μεταναστεύεις ρε μαλάκα, ν’ αφήσουμε την Ελλάδα στους ξένους κι εμείς να φύγουμε;»
«Κι αν δε φύγουμε, τι; Αφού αγορασμένη μας την έχουν. Περιμένατε ποτέ ολόκληρα κράτη να απειλούνται από οικονομικούς οίκους και χρηματιστές, λες και είναι μαγαζάκια; Ξέχνα σου λένε και τις κυβερνήσεις, τώρα μιλάνε οι αγορές».
«Εγώ θα το έλεγα αυτό η ώρα της αλήθειας. Να θυμηθούμε επιτέλους τι είναι ο καπιταλισμός».
«Τα παιδιά μας πάντως να φύγουνε, να φύγουνε. Εγώ στα δικά μου το λέω από καιρό, μακάρι να μ’ ακούσουν», ικέτευε με πάθος η Κλειτώ.
«Εγώ πάντως τη φχαριστήθηκα τη βόμβα στη Βουλή», ξεχώρισε ξαφνικά η φωνή της Καλής σε μια στιγμή που οι φωνές κόπασαν. «Όχι ότι αλλάζει και τίποτα, αλλά έτσι, γουστάρω που ξεφτιλίστηκε η αστυνομία».
«Γειά σου Καλιτσάκι, τρομοκράτισσα!» την πείραξε ο άντρας της. «Παιδιά, το λέω: μην είστε σίγουροι για κανέναν, αυτήν τη γυναίκα Πασοκούλα την παντρεύτηκα, αλλά φαίνεται τώρα θύμωσε πολύ με τα σπρεντ και τα ομόλογα».
Όταν στην ανοιχτή τηλεόραση της ταβέρνας παίχτηκε ρεπορτάζ από τη δίκη για τον Αλέξη, μοιραία η συζήτηση γύρισε στα Δεκεμβριανά του ’08 —φρέσκα ακόμη, έναν χρόνο μετά— και τα αίματα άναψαν για τα καλά.
«Καλά, είναι δυνατόν να συζητάμε αν εξοστρακίστηκε ή όχι η σφαίρα; Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όλο για εκπυρσοκροτήσεις και εξοστρακισμούς ακούμε».
«Έναν καιρό, θυμάστε; Εκπυρσοκροτούσαν στις γυναίκες και τις φιλενάδες τους.»
«Χα χα.. πού τη θυμήθηκες κι εκείνη τη μόδα;»
«Ε, τι περιμένετε; Υποτίθεται πως έχουμε δημοκρατία, και η δημοκρατία ανέχεται. Απλώς, ρε παιδιά, μερικές φορές χάνει την ψυχραιμία της, πώς κάνετε έτσι;»
«Βαρόμετρο λοιπόν της δημοκρατίας, η ψυχραιμία των οργάνων της».
«Η δημοκρατία μας μάρανε. Απλώς αλλάζουν τα ονόματα, η ΚΥΠ έγινε ΕΥΠ, τα ΜΑΤ ΜΕΑ, και δε συμμαζεύεται».
«Πάντως, μην ξεχνιόμαστε. Με τον Ανδρέα τουλάχιστον μπορέσαμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Και η αστυνομία, άλλαξε».
«Γιατί άλλαξε, ρε Καλή; Επειδή άρχισε να προσλαμβάνει πράσινα παιδιά;»
«Γιατί, κακό ήταν; Μέχρι τότε, υπήρχε άνθρωπος σε κρατικά πόστα που να μην ήταν καραδεξιός; Μετά, μέχρι και συνδικαλισμό απέκτησαν».
«Απ’ τα βλαχαδερά μπατσόνια λοιπόν και τους βασανιστές της χούντας, στην ευρωπαϊκή δεξιά και τον Τρίτο δρόμο».
«Δεν ρωτάμε καλύτερα τους συνταξιούχους ποιο γκλομπ έτσουζε περισσότερο, το πράσινο ή το γαλάζιο; Και απ’ τα δυο δοκίμασαν».
«Άσε, κάποιοι δοκίμασαν και κόκκινα».
«Στο κάτω κάτω, τους χρειαζόμαστε, με τέτοια εγκληματικότητα που αρχίσαμε να έχουμε κι εμείς».
«Αυτό πάλι! Να φτάσουμε να ζητάμε περισσότερη αστυνομία; Ποιος το περίμενε;»
«Κουμής! Κανελλοπούλου! Θυμάστε τον Ράλλη; Και ο α-γ-χάγγελος φοβέ-γ-α θέλει». Ο Δημήτρης είχε σηκωθεί όρθιος από το πάθος του, απαριθμώντας στα δάχτυλα τα θύματα της μεταπολίτευσης. «Καλτεζάς! Ο μπάτσος λέει έχασε τότε την ψυχραιμία του επειδή —άκουσον άκουσον— φοβήθηκε, κι έφαγε το παιδί πισώπλατα. Γρηγορόπουλος! Δεν βρίσκω λόγια. Άσε διάφορους περιθωριακούς, μετανάστες, αλλοδαπούς, δεν θυμάμαι ονόματα. Εκείνον που τον εκτέλεσαν πισώπλατα στο μηχανάκι του, τον άλλον στο Ντάτσουν, κανα δυο στη Θεσσαλονίκη πάνω στην εξακρίβωση. Αναρωτιέμαι γιατί δεν εκπυρσοκροτούν ποτέ τα όπλα τους όταν κάνουν τους σωματοφύλακες στους άθλιους αυτούς που μας κυβερνάνε ή στους άλλους, λεφτάδες και δημοσιογράφους και δεν συμμαζεύεται. Και δεν σου βάζω συλλήψεις και κακοποιήσεις. Θυμάστε τους Πακιστανούς; Τη “ζαρντινιέρα”; Τα διάφορα ντου σε τσιγγάνικους καταυλισμούς; Και πόσα ξεχνάω. Μη σας πω ποιον θυμήθηκα τώρα. Εκείνον τον φουκαρά τον γιατρό, τον Τσιρώνη».
«Τις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις θα σου πω ότι ξεχνάς, φίλτατε», διαμαρτυρήθηκε ο Ηλίας. «Αυτούς που ποτέ δεν προκάλεσαν, ούτε παίζουν βεντέτες με τους μπάτσους, αλλά έπεσαν πάνω στους αγώνες».
«Πάλι τα κουκουέδικα πιάσαμεεε».
«Να μας πει όμως τότε και ο Ηλίας πόσο τιμάει τους αγωνιστές που δεν ανήκουν στο κόμμα του» συμπλήρωσε η Βίκυ.
Ο αντίλογος που προκάλεσε ο Δημήτρης ήταν εξίσου παθιασμένος με τον ίδιο. Αντίλογος από διάφορες πλευρές, για την έννοια του (νεανικού συνήθως) αυθόρμητου, του άσκοπου, της δημοκρατίας, της προστασίας του πολίτη, της προβοκάτσιας, της τρομοκρατίας, του εγκλήματος, των «γνωστών-αγνώστων» και των κουκουλοφόρων. Όταν δε, έφτασαν και στο ποιοι νεκροί δικαιούνται τιμής, από τις φωνές δεν άκουγε πλέον κανείς κανέναν.
Κάποια στιγμή, η φωνή του Χάρη κατάφερε να επιπλεύσει. «Ρε παιδιά, έλεος και για μένα το φτωχό κεντρώο! Δεν παρατάτε τα αναρχοκομμουνιστικά σας μνημόσυνα, αφού δεν ξέρετε κιόλας πού πρέπει ν’ ανάψετε το κερί σας; Και σ’ αυτά παναθεμά σας διασπασμένοι είστε. Κάντε παρακαλώ ένα διάλειμμα, έχω γενέθλια σήμερα, και θα σβήσω κεράκια».
Η —μουτρωμένη στην αρχή— ανακωχή επισφραγίστηκε τελικά με πολλά γέλια για τη νέα υστερία συλλογής ταμειακών αποδείξεων, όταν ο Χάρης ζήτησε για δώρο γενεθλίων το λογαριασμό («Όχι βρε, να τον πληρώσω, το χαρτάκι να πάρω!»)
Η Δέσποινα δεν πολυμίλησε εκείνη τη βραδιά. Ήταν απορροφημένη σε μια δική της εσωτερική συζήτηση, στην πάλη να εκλογικεύσει και να παρηγορήσει τον φόβο που είχε αρχίσει να εισβάλει μέσα της σαν παράσιτο. Και απροσδιόριστα επίσης ενοχλημένη από ένα παράξενο ζευγάρι που είχε καθίσει δίπλα τους, απ’ τη δική της μεριά. Ξένοι, χειμωνιάτικα στο νησί, καθημερινή μέρα. Τους πρόσεχε που κοιτούσαν γύρω αμήχανα, χωρίς συζήτηση κανονική μεταξύ τους, λες και έστηναν πιο πολύ αυτί στην παρέα. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
Βρε, λες; Κιόλας; σκεφτόταν ακόμη κι όταν επέστρεφε στο σπίτι. Παραδεχόμενη πως, όσο και αν της φαινόταν γελοίο και άλλο τόσο ντροπιαστικό, εκείνων η παρουσία ήταν ο κυριότερος λόγος που της είχε κοπεί η μιλιά και είχε χαλάσει τη διάθεσή της, έτσι ώστε να της φαίνεται ακόμη βαρύτερη η κουβέντα για τα διχασμένα μνημόσυνα...
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Κατερίνας Μόντη Η Κατάθεση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.
Photo: Γ. Γιαννόπουλος
Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012
Interviews ENEKEN
Manolis Aligizakis—An Interview, ENEKEN
Five and One Questions
~Vangelis Serdaris
~In your “Vernal Equinox” the presence of the ‘woman’, is evidently dominant. The erotic element almost alive characterizes your poetry, don’t you believe?
~All along I have believed that women are ‘The Beauty of Earth’ and can be looked that way via the prism of poetry not only as something virginal but also as the emancipated female. Images come to us from the ancient days describing the Kore as well as the Maiden with the same exquisite mastery. As the poet says:
I only remember of the sea
that sang between your legs
proudly upholding
the beauty of Earth
~You’ve lived in Canada for over thirty years. How have you matured as a poet and within what poetic trend does your poetry fit?
~My first influences were the famous twentieth century Greek masters, Cavafy, Seferis, Ritsos, Elytis, who I have not just read but studied in detail for the most part of my life from my early adulthood to today, but I have been also influenced by the world celebrated and awarded poets such as Neruda, Lorca, Eliot, Milosz, Whitman, Pound, and of course a few Canadian poets, Yates, Musgrove, Cohen, Lane. Elements of these poets’ works can be seen in my poetry, yet I can not confine my work into a specific trend. I write in both Greek and English with the same ease and I have discovered that when I write a poem in one language and then write it in the other, and again go back and write it for the second time in the original language the poem takes that beautiful, graceful form that I consider as its most eloquent.
~What deeper need prompted you into publishing a book of poetry in Greek in Greece?
~After a few publications in English in Canada, England and the USA, with some of them having certain success, and having received good response from the reading public as well as a few very positive reviews in all three countries I decided it was time to go back to the roots, to present my work in my homeland as though searching for the warmth hidden in the Greek psyche that I have for so long felt nostalgic about.
~Greece is going through some very difficult times these days, in the economic world as well as in the social fabric of the country. How a Hellene of diaspora sees this situation?
~The Hellene of diaspora is almost foreign to the plight the country has got into for various reasons. One of them is that he doesn’t live the reality of the situation and he’s also quite uniformed, or rather, misinformed, because he gets his news from the established mass media outlets that only present one side of the coin. The same mass media that informs the Greeks in Greece are the media of this country and in the western world in general, don’t think that the mass media issue is only a Greek problem it exists here in North America as well. Therefore the Hellene of diaspora not knowing what to do and how to help he opts for doing nothing.
~In your short story “The Enemy” you write… “I also live with this (hatred) for years but I learned how to control it.” Do you believe that art can reconcile man with the pain and agony of his soul?
~I truly believe that art, in whichever form it may be expressed, the written word for instance that I delve into or any other, elevates man a step higher than the everyday and brings him closer to touching the godly, liberating man from himself by helping him transcend the flesh. As far as my short story is concerned, yes, ‘the enemy’, the Turk passenger whom the Greek taxi driver drives to the airport is also a victim, like his driver, of the concepts of borders and history. They are both living beings who don’t hate each other on the contrary they just care to raise their families, each in their own way and with their own means. However they are caught in the swirls of history and the past wars. They both suffer from the same kind of disease.
~In a society the lives off and for commerce and money based mentality, where the social inequalities are so obviously perpetrated by cynicism and self centeredness, where one finds meaning in writing poetry?
~As I said before, I truly believe that art is the only medium, especially literature, through which the psycho-spiritual side of human beings can be uplifted to a high level of perception, thus liberating and refining the every day lives of the masses. We see today the catastrophic effects that consumerism has on man and to what extend it has affected today’s values and life, not only here in Greece, but the world over.
Let me ask why is it so important to buy a new car every three to four years, or why is it so necessary to have four television monitors in each home in the western world while we know there are millions of people who live on 1 or 2 dollars per day? Where one sees justice in that? While at the same time the rich western societies exploit and take advantage of the poor of the world in an never ending scenario of the multinationals and the special interest groups controlling what we see, what we hear, what we believe, what we have to think?
In such a society what may be found that it may help the people break the shackles of that kind of slavery? Only one medium: ART. Because art takes man from his everyday struggle and fills him with calm and relaxation, thus transposing him to a different level and filling his thoughts with hope for a better future.
“Vernal Equinox”, ENEKEN 2011, Thessaloniki, Greece—A review
~Vangelis Serdaris
The most striking characteristic in Manolis’ poetry is the powerful, sensual reference to the female body. The body that takes the form and appearance of a woman-goddess, of a woman-provocateur, of a woman of lust, of the woman one searches for, the woman one loses, the woman who never yields, the woman one loves, the one who defines one’s dream, the woman who defines one’s dream of love and life. Clear-cut poetry, sharp, to the point, full of emotion, beautiful images, erotic interludes that never took place, nostalgia, tyrannizing ambivalence, the game of relationships and in its very center the craving for the female body. It is poetry of the distance between two people, of the exile that unfolds in a collective and sometimes individual mode, of a paradise, of the undoubtedly lost innocence.
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
Πολιτισμός
Μια εξαιρετική παράσταση ανεβαίνει τις μέρες αυτές στο «Θέατρο Έξω από τα Τείχη». Πρόκειται για το θεατρικό έργο του Ανδρέα Στάικου «1843». Σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη οι ηθοποιοί Καίτη Σαμαρά, Βάλια Μωραϊτοπούλου, Χάρης Δεληνικόπουλος και Σάκης Κολότσιος ανταπεξέρχονται πολύ ικανοποιητικά στην αναπαράσταση ενός δύσκολου κειμένου, διακειμενική αναφορά στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου. Πρόκειται για μια καυστική αναφορά στα ήθη της νεοελληνικής πραγματικότητας, και οι γόνιμες επιρροές του Στάικου από το κλασικό ρεπερτόριο επιχειρούν, έστω και με τίμημα μιας εικονοκλαστικής αποδόμησης, να αποκαταστήσουν την αλήθεια του θεατρικού λόγου, που απο λόγος εξαπάτησης και φαινακισμού, αγωνιά να καταστεί λόγος θεατρικής κάθαρσης και ειλικρίνειας. Ο σκηνοθετική ανάγνωση του Δαμιανού Κωνσταντινίδη καταφέρνει να ενσωματώσει την αποδομητική και καυστική ματιά του κειμένου και να ισορροπίσει τους βιτριολικούς του πειρασμούς. Το εγχείρημα αυτό στηρίζει και ο μόχθος των συντελεστών της παράστασης. Να αναφερθούμε ιδιαίτερα στην ερμηνεία της Καίτης Σαμαρά η ερμηνεία της οποία μας πιστοποιεί ότι οι σκηνοθετικές της αρετές προέρχονται από μια ουσιαστική θεατρική παιδεία και ερμηνευτική ικανότητα βάθους.
Σε μια πόλη που έχει συνηθίσει στη «γκρίνια» και τον «μιζεραμπιλισμό» η θεατρική παρουσία του «Θεάτρου Έξω από τα Τείχη» αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση ότι ο καλλιτεχνικός μόχθος, και βέβαια η θεατρική εμπειρία, αποτελούν ένα από τους πιο δυναμικούς και ουσιαστικούς συντελεστές του πολιτισμού μιας κοινωνίας.
Γιώργος Γιαννόπουλος
Σε μια πόλη που έχει συνηθίσει στη «γκρίνια» και τον «μιζεραμπιλισμό» η θεατρική παρουσία του «Θεάτρου Έξω από τα Τείχη» αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση ότι ο καλλιτεχνικός μόχθος, και βέβαια η θεατρική εμπειρία, αποτελούν ένα από τους πιο δυναμικούς και ουσιαστικούς συντελεστές του πολιτισμού μιας κοινωνίας.
Γιώργος Γιαννόπουλος
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
Πολιτικά
Every state is a community of some kind, and every community is established with a view to some good; for mankind always act in order to obtain that which they think good. But, if all communities aim at some good, the state or political community, which is the highest of all, and which embraces all the rest, aims at good in a greater degree than any other, and at the highest good.
Aristotle, Politics, Book One
Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2012
ΕθNΙΚΙΣΜΟΣ 2.0-Οι διαδικτυακές πλατφόρμες ως αρένα του εθνικιστικού και μισαλλόδοξου λόγου, Δήμητρα Δημητρακοπούλου
Oι διαδικτυακές εξάρσεις του εθνικιστικού και μισαλλόδοξου λόγου αυγατίζουν με γεωμετρική πρόοδο στην τρέχουσα έκρυθμη οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση μέσα στην οποία υποθάλπεται ούτως ή άλλως ο ακραίος εθνικισμός. Blogs και facebook εμφανίζονται ως η διαδικτυακή ηχώ ακροδεξιών ομάδων μέσω των οποίων διαχέονται στον κυβερνοχώρο από πατριωτικές «κορώνες» και μαχητικές εθνικές διεκδικήσεις μέχρι εξαγγελίες βίας και εκφοβιστικές απειλές εναντίον στοχευμένων ατόμων.
Με το κείμενο αυτό επιχειρείται μια πρώτη προσέγγιση της ανάδυσης και της ανάπτυξης του εθνικιστικού και μισαλλόδοξου λόγου, όπως αυτός δομείται και εξελίσσεται στις διαδικτυακές πλατφόρμες Web 2.0 μέσα από τον σχηματισμό συσπειρώσεων των χρηστών του διαδικτύου.
Θεωρίες περί έθνους, εθνικών ταυτοτήτων και εθνικισμού
Η βιβλιογραφία αποτυπώνει δύο βασικές προσεγγίσεις για το έθνος και τον εθνικισμό: η πρώτη υποστηρίζει τον προϊστορικό, μόνιμο και συνεχιζόμενο χαρακτήρα των εθνών, αποδίδοντας την ύπαρξή τους σε βιολογικά, πολιτιστικά και κοινωνικά κοινές ομοιότητες και δεσμούς (όπως οι παραδόσεις, τα έθιμα, η γλώσσα και η θρησκεία) μέσα σε μια εθνική ομαδοποίηση1. Η δεύτερη προσέγγιση αντιμετωπίζει τα έθνη ως κατασκευές, ως συγκεκριμένες δομές και μορφές οργάνωσης που δημιουργούνται εξαιτίας της αστικοποίησης, της εκβιομηχάνισης, της γραφειοκρατίας, του καπιταλισμού και των ΜΜΕ στη νεωτερική εποχή2.
Ο εθνικισμός συναντάται σε ακόμα μεγαλύτερη ποικιλία μορφών και σχηματισμών, δημιουργώντας διαρκώς εναλλασσόμενα φαινόμενα εντός της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Gellner3, ο εθνικισμός αποτελεί μια πολιτική αρχή, η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική και η εθνική μονάδα πρέπει να είναι σύμφωνες, εγκολπώνοντας τη δημιουργία του έθνους. Εστιάζοντας στον εθνικισμό ως ένα «ιδεολογικό κίνημα για την επίτευξη και τη διατήρηση της αυτονομίας, της ενότητας και της ταυτότητας εκ μέρους ενός πληθυσμού που θεωρείται από κάποια από τα μέλη του ότι αποτελεί ένα υπαρκτό ή πιθανό έθνος», ο Smith4 προσεγγίζει επίσης τον εθνικισμό ως εκείνη τη «δύναμη» που προκαλεί τη δημιουργία των εθνών. Ακολουθώντας ομοίως τη νεωτερική επιχειρηματολογία, οι Hobsbawn & Ranger5 υπογραμμίζουν τον εφευρεμένο χαρακτήρα του έθνους, το οποίο χρησιμοποιεί τις εφευρεμένες παραδόσεις (invented traditions) ως τον συνεκτικό δεσμό για την εσωτερική του συνοχή. Με άλλα λόγια, ως μια σειρά πρακτικών που συνήθως κυριαρχούνται από φανερά ή σιωπηρά αποδεκτούς κανόνες, τελετουργικής ή συμβολικής φύσης. Οι κανόνες αυτοί επιζητούν να εδραιώσουν συγκεκριμένες αξίες και κανόνες συμπεριφοράς μέσα από την επανάληψη, η οποία αυτόματα υπονοεί τη συνέχεια με το παρελθόν. Ο φαντασιακός χαρακτήρας του έθνους και του εθνικισμού συγκροτεί ένα κεντρικό σημείο στο έργο του Anderson,6 ο οποίος υποστηρίζει ότι το «έθνος είναι μια φαντασιακή πολιτική κοινότητα, η οποία φαντασιώνεται ταυτόχρονα και ως αναπόσπαστα περιορισμένη και κυρίαρχη».
Ακολουθώντας τη σκέψη των Gellner, Hobsbawm, Benedict, Anderson, μεταξύ άλλων, ο Δεμερτζής7 τονίζει την αφηγηματική λειτουργία του εθνικισμού8, κατά την οποία το άτομο συνδέεται με ευρύτερες χρονικές και χωρικές διαστάσεις, όπως τα ιστορικά γεγονότα, τις αναμνήσεις, τους ήρωες, τις παραδόσεις, τους θρύλους, τους μύθους κλπ. Εφαρμόζοντας την ορολογία της σημειωτικής, η ιδεολογία του εθνικισμού κατασκευάζεται ως σημαινόμενο, δίνοντας νόημα στο «κενό» έθνος ως σημαίνον. Μέσα από την επισκόπηση του Λιάκου9 για τις έννοιες του έθνους και του εθνικισμού στη σκέψη μεγάλων στοχαστών, διαβάζουμε και επανεξετάζουμε και τις δύο μέσα από την έννοια και τη διάσταση του χρόνου. Ο Λιάκος10 δεν εστιάζει στον ίδιο τον ορισμό του έθνους, αλλά προτάσσει ως πιο σημαντική την αναζήτηση του τρόπου χρήσης της έννοιας του έθνους, στη διαδικασία της δόμησης της εξουσίας αλλά και της αμφισβήτησής της, στο πλαίσιο της συγκρότησης του πολιτικού λόγου. Το στοιχείο του χρόνου και της μνήμης αναδεικνύεται στο έργο του Λέκκα: «Τα έθνη βασίζονται με τον δικό τους τρόπο11 στη μνήμη: την συντηρούν, την ανασκαλεύουν και, ενίοτε, την εφευρίσκουν. Πρόκειται ωστόσο για μνήμη αναγκαστικά επιλεκτική, μερική, δικανική, ιδεολογική —για μνήμη που δεν παρακινείται από ουδέτερες γνωστικές περιέργειες, αλλά από υποκειμενικές αντιλήψεις περί αναγκών, περί συμφερόντων (υλικών και ιδεατών), περί σκοπιμοτήτων. Τα έθνη “έχουν ανάγκη” ένα παρελθόν εθνικοποιημένο».12
Η ύπαρξη πραγματικών και/ή συμβολικών Άλλων είναι εγγενής στην έννοια της εθνικής ταυτότητας.13 Η αντίθεση προς και η διαφοροποίηση από τον Άλλον ενυπάρχει στον εθνικισμό ως απολύτως ενσωματωμένο ενδογενές χαρακτηριστικό στοιχείο του, παρόλο που η πραγματική επίπτωση του Άλλου στον ορισμό της εθνικής ταυτότητας έχει διερευνηθεί σποραδικά μόνο. Αυτό το αναπόσπαστο χαρακτηριστικό επηρεάζει τη συζήτηση γύρω από το εθνικιστικό δόγμα, το οποίο περιέχει τρεις θεμελιώδεις προτάσεις. Πρώτα από όλα, ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε έθνη. Κάθε έθνος έχει τον δικό του πολιτισμό, ιστορία και πεπρωμένο που το κάνουν μοναδικό ανάμεσα στα υπόλοιπα έθνη. Δεύτερον, κάθε άτομο ανήκει σε ένα έθνος. Τα άτομα που δεν ανήκουν σε ένα έθνος δεν μπορούν να θεωρηθούν ολοκληρωμένα και επιπλέον, στον κόσμο των εθνών, συγκροτούν κοινωνικούς και πολιτικούς εξόριστους. Τρίτον, τα έθνη πρέπει να είναι ενωμένα, αυτόνομα και ελεύθερα να πραγματώσουν τους στόχους τους. Αυτή η τρίτη πρόταση στην πραγματικότητα υπονοεί ότι το έθνος είναι η μόνη πηγή νομιμοποίησης για κοινωνική και πολιτική εξουσία.14
Aπόσπασμα από δοκίμιο της Δήμητρας Δημητρακοπούλου, που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.
Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ στον «σύντομο 20ό αιώνα», Χαράλαμπος Κουρουνδής
Eίναι γνωστό ότι η αριστερά οφείλει το όνομά της στις θέσεις που καταλάμβανε η ριζοσπαστική πτέρυγα στα έδρανα της Συντακτικής συνέλευσης κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Βέβαια, η έννοια της αριστεράς σχηματοποιήθηκε πολύ περισσότερο μετά την επικράτηση του καπιταλισμού, όταν συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και έκτοτε είναι συνυφασμένη με την πολιτική έκφραση του κινήματος που παλεύει για να δοθεί στη δημοκρατία κοινωνικό περιεχόμενο1. Από την «άνοιξη των λαών» του 1848 μέχρι το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923, τα κινήματα της Αντίστασης στον φασισμό και την παγκόσμια ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η αριστερά έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο2. Στη διαδρομή αυτή, ωστόσο, η αριστερά δεν ήταν ενιαία. Για να γίνει κατανοητό το γιατί, είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε τα κρίσιμα ιστορικά σταυροδρόμια και τις διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές που επέλεξαν τα διαφορετικά της κομμάτια: αυτό θα είναι και το αντικείμενο αυτής της —αναγκαστικά σύντομης—εξιστόρησης. Άλλωστε, η Ιστορία είναι ένα διακύβευμα που κρίνεται διαρκώς στο παρόν. Την αντίληψη της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης για την Ιστορία απέδωσε ο Μαρξ με την περίφημη φράση του ότι «για την αστική τάξη υπήρχε ιστορία, αλλά δεν υπάρχει πια». Σ’ αυτήν την προσπάθεια εντάσσεται τόσο η φιλολογία που ακολούθησε την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ σχετικά με το «τέλος της Ιστορίας»3, όσο και τα διαρκή κροκοδείλια δάκρυα για την ανυπαρξία νοήματος στη διάκριση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά4.
Η άνοδος και η πτώση της επαναστατικής Αριστεράς
Όσον αφορά την επαναστατική αριστερά, οι πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας της γράφτηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Πρόκειται για τα χρόνια στα οποία συνδυάστηκε οργανικά η μαρξιστική θεωρία με την επαναστατική πολιτική πρακτική. Ο Λένιν έγραφε κείμενα όπως την Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία ή το Κράτος και Επανάσταση, την ίδια περίοδο κατά την οποία διεύθυνε τις εφημερίδες Ίσκρα και Πράβντα και ηγούταν του μπολσεβίκικου κόμματος που έμελλε να είναι το πρώτο που οδήγησε την εργατική τάξη σε μία επιτυχημένη «έφοδο στον ουρανό». Ο Λέων Τρότσκι διατύπωσε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης με το Αποτελέσματα και προοπτικές, αλλά αναδείχθηκε και ως ο πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ στην ιστορία το 1905 και αργότερα αρχηγός του Κόκκινου στρατού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε το Μεταρρύθμιση ή επανάσταση και τη Συσσώρευση του κεφαλαίου, αλλά υπήρξε και ιδρυτικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και ηγετική φυσιογνωμία της γερμανικής επανάστασης του 1918. Ακόμα και ο Γκράμσι, πολύ πριν τη λογοκριμένη μαγεία των Tετραδίων της Φυλακής, είχε γράψει τα Εργοστασιακά συμβούλια και τις Θέσεις της Λυών, ενώ διεύθυνε και την «Όρντινε Νουόβο» μέσα στη φλόγα της ιταλικής «κόκκινης διετίας» του 1919-1920. Οι θεωρητικοί του μαρξισμού θεωρούνταν όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και αναγκαίο να είναι και πολιτικοί ηγέτες της αριστεράς.
Αυτή η επαναστατική γενιά πρωτοστάτησε και στο σχίσμα με τη σοσιαλδημοκρατία. Το 1914, η Δεύτερη Διεθνής ξέχασε τις φλογερές αντιπολεμικές διακηρύξεις της και οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ανά την Ευρώπη συστρατεύτηκαν με την αστική τάξη της χώρας τους και συμμετείχαν ενεργητικά στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πολιτικός και αργότερα οργανωτικός διαχωρισμός της επαναστατικής αριστεράς, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919, δεν ήταν καρπός ενός εγκεφαλικού σχεδιασμού των ηγεσιών της. Αντίθετα, αποτελούσε προϊόν της σύγκρουσης της επαναστατικής πτέρυγας της αριστεράς εκείνη την περίοδο με τον «σοσιαλπατριωτισμό» της Δεύτερης Διεθνούς από τη σκοπιά μίας στρατηγικής ενεργά και επίμονα διεθνιστικής και επαναστατικής. Αυτή η στρατηγική, η οποία επέμενε στην επικαιρότητα της επανάστασης και όχι στην παραπομπή της στις καλένδες του μέλλοντος, δικαιώθηκε από το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923: Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, ανατροπή του Κάιζερ και των Αψβούργων στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, «κόκκινη διετία» στην Ιταλία και ούτω καθεξής.5
Το κρίσιμο στοίχημα της περιόδου παίχτηκε στη Γερμανία. Εκεί οι σοσιαλδημοκράτες του SPD κατάφεραν, επωφελούμενοι από τα λάθη απειρίας του νεοσύστατου KPD, να διατηρήσουν την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα και να εμποδίσουν την αντικαπιταλιστική δυναμική του6. Η ήττα της γερμανικής επανάστασης του 1918-1923 διαδραμάτισε με τη σειρά της καθοριστικό ρόλο στην απομόνωση της ρωσικής επανάστασης και έθρεψε, μ’ αυτόν τον τρόπο την επικράτηση του σταλινισμού και τη θεωρητικοποίηση της οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Ο σταλινισμός υπήρξε η ανατροπή του λενινισμού, τόσο ως προς την αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, όσο και ως προς το καθεστώς που εγκαθίδρυσε στην ίδια τη Ρωσία7. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, κατέστη εφικτό μέσα από την καταστροφή των δεσμών του ΚΚ Ρωσίας με την εργατική τάξη της χώρας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και με τη συνειδητή επίθεση του Στάλιν στην εργατική τάξη μέσα από τις «σταχανοβίτικες» εκστρατείες για εργασιακή πειθαρχία και βέβαια μέσα από την ωμή καταστολή πρώτα της αριστερής και έπειτα κάθε αντιπολίτευσης στο εσωτερικό του κόμματος. Αναφορικά με το κράτος, η γραφειοκρατία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη τάξη θέτοντας ως στόχο την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» ώστε να «φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση σε πέντε-δέκα χρόνια», ενώ η εργατική τάξη αποστερήθηκε από κάθε έλεγχο στα μέσα παραγωγής.
Η Αριστερά στη σκιά του σταλινισμού
Η επικράτηση αυτού του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού δεν άφησε ανεπηρέαστη την κομμουνιστική αριστερά των υπόλοιπων χωρών. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αφού εκκαθάρισαν τις γραμμές τους από τις αντιπολιτευόμενες φωνές, προσανατολίστηκαν στην υπεράσπιση της «σοσιαλιστικής πατρίδας» και, αμέσως μετά την καταστροφική γραμμή της «Τρίτης Περιόδου», στη συγκρότηση «Λαϊκών μετώπων» αναζητώντας συμμάχους ενάντια στον φασισμό σε μερίδες της αστικής τάξης. Αυτά τα μέτωπα οδήγησαν σε ήττες τόσο την ισπανική επανάσταση του 1936, όσο και τις καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία και την εξέγερση του Μάη στην Ελλάδα την ίδια χρονιά.
Το σκηνικό επαναλήφθηκε και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν τεράστια κινήματα αντιφασιστικής αντίστασης ακολούθησαν την ίδια συμβιβαστική πολιτική με αποτέλεσμα είτε τη συντριβή, στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε τον συμβιβασμό, στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Στην πρώτη περίπτωση, η ηγεσία ενός τεράστιου κινήματος αντίστασης, που είχε καταφέρει να ακυρώσει με γενική απεργία την επιστράτευση που διέταξαν οι Ναζί τον Μάρτιο του 1943, παρέδωσε ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Αντίστοιχα, στις δεύτερες περιπτώσεις, τα Κομμουνιστικά κόμματα εκδιώχθηκαν τον Μάρτιο του 1947 από τις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» στις οποίες συμμετείχαν και απομονώθηκαν πολιτικά ως υποστηρικτές του «παραπετάσματος». Οι πόθοι των ευρωπαϊκών λαών που έδωσαν με σθένος και τεράστιες θυσίες τη μάχη ενάντια στο φασισμό και τον ναζισμό δεν δικαιώθηκαν. Οι ελπίδες για ισότητα και εμβάθυνση της δημοκρατίας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και, γενικότερα για μια «δικαιότερη κοινωνική τάξη πραγμάτων»8 θυσιάστηκαν στο βωμό του μεταρρυθμιστικού ρεαλισμού. Γενικότερα, η ακύρωση της επαναστατικής δυναμικής των αντιστασιακών κινημάτων ήταν μοιραία συνέπεια της συνειδητής ενσωμάτωσης της αριστεράς στη μεταπολεμική νομιμότητα.
Από μια άλλη πλευρά, ο συνδυασμός της επικράτησης του φασισμού και του σταλινισμού τη δεκαετία του ’30 είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των δυνητικών φορέων της επαναστατικής μαρξιστικής παράδοσης από τη μαζική πολιτική πρακτική της εργατικής τάξης στη Δύση. Η απομόνωση και ο θάνατος του Γκράμσι και του Τρότσκι στην Ιταλία και το Μεξικό, καθώς και η απομόνωση και η εξορία του Λούκατς και του Κορς στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ σηματοδότησαν το τραγικό τέλος μιας περιόδου κατά την οποία ο μαρξισμός ήταν οργανικά συνδεδεμένος με το κίνημα των μαζών. Στο εξής, ο «δυτικός μαρξισμός» θα συσπειρώνει επαγγελματίες φιλοσόφους και όχι πια «επαγγελματίες επαναστάτες» και τα κείμενά του θα γράφονται σε μία ιδιαίτερη ιδιόλεκτο που θα επιτείνει την απόστασή του από την εργατική τάξη της οποίας το μέλλον υποτίθεται ότι υπηρετούσε και οργάνωνε. Αυτή η βαθιά αλλαγή αποτυπώνεται τόσο στα έργα των στοχαστών της σχολής της Φρανκφούρτης, όσο και σε αυτά του Αλτουσέρ, του Κολέττι και του Ντέλα Βόλπε. Έτσι, για τέσσερις περίπου δεκαετίες, η μαρξιστική σκέψη προχώρησε διαμέσου μιας μακράς παρακαμπτήριας οδού, μακριά από κάθε επαναστατική πολιτική πρακτική.
Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί η σύγχυση που προκλήθηκε, τόσο σε υποστηρικτές, όσο και σε πολέμιους της αριστεράς με βάση την εμπειρία της σταλινικής περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση στο σύνολο της αριστεράς της άποψης ότι η αποστολή του εργατικού κράτους έγκειται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παραγνωρίζεται, έτσι, το γεγονός ότι η διαμόρφωση της σταλινικής Ρωσίας ως κράτους που επωμίζεται την ιστορική αποστολή της αστικής τάξης, δηλαδή την ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και η καλλιέργεια των χαρακτηριστικών που ήταν αναγκαία ώστε να επιτευχθούν αυξημένοι ρυθμοί συσσώρευσης, ήταν καρπός της απομόνωσης της ρωσικής επανάστασης. Ταυτόχρονα, κατά την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης, άνθησε στην αριστερά η αντίληψη που έκανε λόγο για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, η οποία έχει χάσει τη δυνατότητα να παίξει οποιονδήποτε επαναστατικό ρόλο, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλισμό. Με ιδιαίτερο τρόπο, διαφορετικά μεταξύ τους ρεύματα συνέκλιναν στην κοινή αντίληψη ότι η εργατική τάξη αδυνατούσε να αποφύγει τον κλοιό της «κίνησης του κεφαλαίου», της «βιομηχανίας της κουλτούρας», ή ακόμα και των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους».....
Απόσπασμα από άρθρο του Χαράλαμπου Κουρουνδή που δημοσιεύεται στο τεύχος 22 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, που κυκλοφορεί.
Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι δικηγόρος και υποψήφιος διδάκτορας Νομικής στο ΑΠΘ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









