Powered By Blogger

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Eνοικιάζομαι του Γιάννη Τσιτσίμη, από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ


Ενοικιάζομαι. Ως συνείδηση, ως κορμί, ως ψέματα, ως χώρα. Ενοικιάζομαι εγώ, εσύ, όλοι. Ενοικιάζεται η σιωπή, τα λάθη, η υποκρισία, η «καριέρα», η λήθη, το μέλλον. Αλλά πουθενά μέσα στα  ενοικιοστάσια δεν βρίσκεις να μισθώσεις λίγη ανθρωπιά. Λίγη έστω κατανόηση. Δεν περισσεύει. Και μετά, ξεπέφτεις. Βυθίζεσαι. Ακροβατείς ανάμεσα σε άγνωστους κόσμους. Κι αυτό είναι ένα βιβλίο για το πιο δυνατό στοιχείο που ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στην καταβύθισή της: το σεξ.
   Το σεξ ως πηγή γέννησης, σαρκικής απόλαυσης, ανασφάλειας, παρεκτροπής και στοιχείο ακραίων καταστάσεων, βασιλεύει σε αυτήν τη συλλογή διηγημάτων. Ως βασική αιτία εξερεύνησης της ανθρώπινης οδύνης τη στιγμή της κορύφωσης του ερωτικού σπασμού. Ξεπεσμένοι χαρακτήρες, πόρνες, ζευγάρια που μισιούνται κι εκδικούνται ερωτικά, παρανοϊκοί και μοναχικοί τύποι, γυναίκες σε αδιέξοδες σχέσεις, ο έρωτας να νικιέται από το ωμό σεξ και μια φιλοσοφική, στοχαστική προέκταση του θέματος συνθέτουν τη γραφή σε τούτα τα διηγήματα, όπου εγείρεται μια μάταιη κραυγή για το τέλος των ανθρώπινων σχέσεων.
   Κι αυτό που απομένει είναι η απόγνωση του θανάτου που κρύβει μέσα της η σεξουαλική πράξη. Και οι ήρωες που τόλμησαν να βαφτιστούν σε αυτήν την παράφορα και που στην ουσία κατοικούν στη διπλανή πόρτα. Ανοίξτε τους, σας κοιτάζουν...

«Κάτω στην πλατεία η νύχτα αγκάλιαζε τα πάντα. Ακούγονταν φωνές, κάποιοι μάλωναν σε μια γλώσσα απόμακρη. Σειρήνες αστυνομίας. Θόρυβοι. Μαλώματα. Απορριμματοφόρα. Νεκροφόρες. Ασθενοφόρα. Ανάπηροι ζητιάνοι στις γωνίες. Ανάπηροι στα παράθυρα του τρίτου ορόφου. Ανάπηροι παντού. Ελεήστε τους ανάπηρους. Είναι τόσο ωραία η ζωή. Ειδικά όταν δεν μπορείς να την αγκαλιάσεις στην ολότητά της, να κοιμηθείς μαζί της και να τη ρημάξεις στον έρωτα ολονυκτίς. Τότε καταλαβαίνεις τη διαφορά. Και πονάς. Πονάς πολύ, βγάζεις κραυγή, κόβεις τη γλώσσα σου μετά, συνεχίζεται ο πόνος όμως γιατί είναι από μέσα όχι από έξω και τρελαίνεσαι, βρίζεις θεούς άδικα, καταπίνεις μαχαίρια, συλλέγεις οίκτους, επισκέπτεσαι γραφεία κηδειών και αποτεφρωτήρες, γερνάς γρήγορα και κλαις ξεδιάντροπα σε κάθε ευκαιρία, τρομάζεις από τη μοναξιά και σβήνεις ανάμεσα στο κοπάδι της σιωπής. Τότε αντιλαμβάνεσαι ότι το δικό σου μαύρο είναι καλύτερο από το κατάδικό τους λευκό…»

(από το διήγημα «Mαύρο το χρώμα της ελπίδας»)


Γιάννης Τσιτσίμης



Ο Γιάννης Τσιτσίμης μοιράζει τις ημέρες του ανάμεσα στο Κιλκίς (γενέθλια πόλη, 1966) και στη Θεσσαλονίκη (αιώνια αγαπημένη). Έχει εκδώσει 4 μυθιστορήματα και έχει σκηνοθετήσει 1 ντοκιμαντέρ, 7 μικρού μήκους ταινίες και  1 μεγάλου. Άρθρα, κείμενα και κριτικές του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, έντυπα και περιοδικά της Β. Ελλάδας.


«Το κίνημα του βρώμικου ρεαλισμού που βρήκε απήχηση στις Η.Π.Α. τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 (παρότι ο όρος δεν «ανακαλύφτηκε» παρά μόνον το 1983) δεν βρέθηκε ποτέ στο ελληνικό εκδοτικό προσκήνιο: οι βασικότεροι εκπρόσωποι του κινήματος, όπως είναι ο Ρέιμοντ Κάρβερ και ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ, άργησαν να μεταφραστούν· το ίδιο και ο Τζον Φάντε· μόνο ο «νονός» του μινιμαλιστικού αυτού κινήματος, Τσαρλς Μπουκόφσκι, έγινε γνωστός στην Ελλάδα, χάρη στις πρώιμες μεταφράσεις ποιημάτων και διηγημάτων του από σπουδαίες —όσο και σπάνιες — προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων: ο Τέο Ρόμβος και ο Αλέξης Τραϊανός συγκαταλέγονται σε αυτούς που μετέδωσαν το κλίμα του περιθωρίου της Πόλης των Αγγέλων.
Ο Γιάννης Τσιτσίμης (Κιλκίς 1966) στο βιβλίο του Ενοικιάζομαι και άλλα διηγήματα επηρεάζεται από τον Μπουκόφσκι και τον Κουβανό Πέδρο Χουάν Γκουτιέρεζ· η αισθητική των διηγημάτων του μοιάζει πολύ με αυτή των τριών πεζογραφικών έργων του εκλιπόντος σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη. Αυτά είναι τα υλικά που χρησιμοποιεί ο Τσιτσίμης για να πλάσει τα δέκα διηγήματά του.
Στο ομώνυμο διήγημα που ανοίγει και τη συλλογή, πρωταγωνιστής είναι ένας ζιγκολό που βλέπει σιγά-σιγά την πελατεία του να μειώνεται· βαθιά μέσα στο μυαλό του κρατάει την εικόνα της Ηρίννας, μιας πόρνης από την πρώην Σοβιετική Ένωση, που έχει στοιχειώσει τη ζωή και το κορμί του: ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις φρενήρεις ψευδαισθήσεις της ηρωίνης, τη βλέπει ολόθερμη μπροστά του, έτοιμη να τον ζεστάνει από το κρύο...»


Κώστας Δρουγαλάς, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 26ο, υπό έκδοση

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

Οι λυκοφιλίες των συντηρητικών, Όμηρος Ταχμαζίδης


Η λογοτεχνία: Η θεσσαλονικιά συγγραφέας Ελένα Αρτζανίδου απευθύνθηκε σε διάφορους εκδοτικούς οίκους των Αθηνών, για να αναλάβουν την εκτύπωση και κυκλοφορία του βιβλίου της «Γκασταρμπάιτερ». Η άρνηση των περισσοτέρων βασιζόταν σε ένα εμπορικό κριτήριο του τύπου: «Ποιον ενδιαφέρον οι «γκασταρμπάιτερ»».
«Γκασταρμπάιτερ»: Η κυριολεκτική σημασία της λέξης είναι «φιλοξενούμενος εργάτης»: ένας ευφημισμός, ο οποίος καταδεικνύει  το σκεπτικό και τις αντιλήψεις των Γερμανών πολιτικών ιθυνόντων, όταν αποφάσιζαν να εισάγουν ξένα εργατικά χέρια: οι φιλοξενούμενοι εργάτες θα παρέμεναν στην Γερμανία, όσο θα τους χρειαζόταν η γερμανική οικονομία. Πολύ σύντομα η (Δυτική) Γερμανία μετατράπηκε de facto σε χώρα μετανάστευσης: το κοινωνικό και πολιτιστικό πρόσωπο της άλλαξε ριζικά.
Η Θεσσαλονίκη: Οι υπεύθυνοι των αθηναϊκών εκδοτικών οίκων με την απορριπτική τους στάση εξέφρασαν κάτι βαθύτερο: ότι αγνοούν το πρόβλημα της μετανάστευσης στο βάθος του. Και αυτό διότι η μεταναστευτική ροή προς την Μεσευρώπη και την Σκανδιναβία, προήλθε κυρίως από την Βόρεια Ελλάδα.
Η Θεσσαλονίκη, από την πλευρά της, συνδέεται με το ζήτημα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: είναι η πόλη στην οποία «επένδυσαν» - κυρίως στην αγορά των ακινήτων- οι μετανάστες τις οικονομίες τους.
Η σιωπή: Η ιστορία της μετανάστευσης παραμένει αποσιωπημένη, σκοτεινή και αφώτιστη. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους και οι επιλογές του αθηναϊκού κατεστημένου: τούτο προωθεί στη δημοσιότητα ότι εμπίπτει στο άμεσο ενδιαφέρον/συμφέρον του. Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, πρόκειται για ένα παιχνίδι εξουσίας: διότι το ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον για μια περιοχή σημαίνει, συν τοις άλλοις, και αύξηση του συμβολικού της κεφαλαίου. Πρόκειται για μια ιδιότυπη γεωγραφία συμβολικής ισχύος.
 Το κατεστημένο του Λεκανοπεδίου, υπό τη μορφή του εκδοτικού υποσυστήματος του, επιβάλει τη σιωπή ως modus vivendi  των πρώην μεταναστών και των παιδιών τους: αυτοί δεν έχουν να αφηγηθούν  καμία ενδιαφέρουσα ιστορία άξια ανάγνωσης. Αλλά η μετανάστευση πληρώθηκε πολύ ακριβά: δεν αναφέρομαι στο οικονομικό της σκέλος, αλλά στο ανθρώπινο. Το ζήτημα παραμένει «ταμπού» για την ελληνική κοινωνία, ενώ τα «θύματά» της ντρέπονται ή αδυνατούν να ομιλήσουν για τα παθήματά τους. Ωστόσο, τα τραύματα υπάρχουν και οι πληγές παραμένουν ανοικτές: κυρίως το ζήτημα των ανηλίκων  παιδιών. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου της Έλενας Αρτζανίδου (κυκλοφόρησε τελικώς από κυπριακό [sic!] εκδοτικό οίκο) είναι ότι αναμοχλεύει τούτη την πλευρά της νεότερης ελληνικής ιστορίας μέσα από την προσωπική εμβίωσή της.
Περί φιλίας: Ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας χαρακτήρισε  την Γερμανία ως «φίλη χώρα». Είναι προφανές ότι συζητούμε για το αυτονόητο: δεν υπάρχει εχέφρων Έλληνας, ο οποίος πιστεύει ότι η Γερμανία, γενικώς και αορίστως, διάκειται εχθρικώς  προς τη χώρα μας. Μία παρόμοια γενίκευση θα αδικούσε και τους Γερμανούς και τους Έλληνες. Προς τι, λοιπόν, η έμφαση του πρωθυπουργού στη φιλική διάθεση της γερμανικής πλευράς.
Προς τι τούτη η όψιμη «γερμανοφιλία», όχι μόνο του σημερινού πρωθυπουργού, αλλά και άλλων πρωτοκλασσάτων συνεργατών του, οι οποίοι αρέσκονται οψίμως να επιδίδονται σε δημόσιες εκδηλώσεις «γερμανοφιλίας»;
Είναι προφανές, ότι πρόκειται για αμηχανία της πολιτικής τάξης της χώρας, η οποία εκδηλώνεται με μια πολιτικώς ακατανόητη «προθυμία» προς κάθε τι γερμανικό. Και δεν είναι μόνο η πολιτική τάξη, αλλά και ένα μέρος της ανάπηρης ελληνικής διανόησης προβαίνει τακτικώς σε ασκήσεις «γερμανοφιλίας» και προτείνει «γερμανότροπες» μεθόδους επίλυσης των προβλημάτων της Ελλάδας, με τη λογική ότι η χώρα και ο λαός μας «θέλουν το… Γερμανό τους»! Αλλά η όψιμη και άκριτη «γερμανοφιλία» είναι μορφή «αντιγερμανισμού»: μορφή εθνικιστικής λυκοφιλίας των συντηρητικών και στις δύο χώρες.
Φιλία: Τι πάει να ειπεί η έκφραση «φίλη χώρα;» Είναι η πολιτική της σημερινής γερμανικής κυβέρνησης φιλική προς την Ελλάδα; Και πως εκφράζεται η «φιλία» της; Ή πρόκειται απλώς για καλές προθέσεις, οι οποίες βαλτώνουν στην πράξη;
Η Γερμανία είναι «φίλη χώρα», αλλά η πολιτική της σημερινής συντηρητικής «δεξιάς» κυβέρνησης της δεν είναι καθόλου φιλική προς την Ελλάδα.
Ο πρωθυπουργός, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να γίνει αρεστός στο Βερολίνο, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι γραμμένος στα μαύρα κατάστιχα της γερμανικής διπλωματίας για τις ανακολουθίες και τις εξαλλοσύνες του την περίοδο της θητείας του στο υπουργείο Εξωτερικών, έχει κάθε λόγο να θεωρεί την έλευση της καγκελλαρίου ως επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του.
 Στην πραγματικότητα η καγκελάριος με την επίσκεψή της επιχειρεί να αποτρέψει την επανεμφάνιση σε πολλές χώρες  του στερεοτύπου του uggly German- την οποία προκάλεσε η πολιτική της. Και φυσικά έρχεται να δώσει χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση των «προθύμων» στην πολιτική του κοινωνικού και πολιτικού εξανδραποδισμού του ελληνικού λαού.
Το εθνικιστικό συντηρητικό μπλοκ εξουσίας στην Γερμανία – σε όλες του τις εκδοχές – γνωρίζει τι ακριβώς θέλει και σε τι αποσκοπεί, αλλά δε θα υποστηρίζαμε το ίδιο για το αντίστοιχο μπλοκ εξουσίας στη χώρα μας.
Ο υπερσυντηρητικός πρωθυπουργός της Ελλάδας και η εθνικιστική κομματική ακολουθία του – καθώς και οι κυβερνητικοί συνεργάτες τους – θα πρέπει να αντιληφθούν ότι τούτη η Γερμανία, της συντήρησης και του εθνικισμού, δεν είναι δυνατόν εκ των πραγμάτων να διάκειται φιλικά προς την Ελλάδα:  δεν το επιτρέπει ο πολιτικός της προσανατολισμός. Ο νέος γερμανικός Sonderweg ιδιαίτερος δρόμος») υποσκάπτει το ευρωπαϊκό κεκτημένο και προετοιμάζει δυσάρεστα για όλους τους λαούς της Ευρώπης με πρώτο από όλους τον γερμανικό.
Προσβλέπουμε με συμπάθεια και ελπίδα στην άλλη Γερμανία, της δημοκρατικής παράδοσης, της πολιτικής σύνεσης και της κοινωνικής ευαισθησίας, η οποία από την αρχή της κρίσης δήλωσε παρούσα στο πλευρό του ελληνικού λαού και της χώρας μας.
Η αλλαζονεία της ισχύος: Η συγκεκριμένη Γερμανία δεν είναι «φίλη χώρα» προς την Ελλάδα. Αντιθέτως τη «φίλη χώρα» συναντά κανείς στο βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου, αλλά και στις αφηγήσεις των μεταναστών και μεταναστριών: είναι όλοι εκείνοι οι Γερμανοί και Γερμανίδες, οι οποίοι με τη στάση τους αποδεικνύουν ότι μια χώρα και ένας λαός δεν κρίνονται από την περιστασιακή του ηγεσία.
Είναι η δημοκρατική της διανόηση, τα εργατικά της συνδικάτα… Όλοι αυτοί οι οποίοι στάθηκαν στο πλευρό της χώρας μας και του λαού μας σε δύσκολες και κρίσιμες στιγμές…
Η Γερμανία είναι «φίλη χώρα», αλλά η πολιτική της σημερινής Δεξιάς συντηρητικής κυβέρνησης απέναντι στην Ελλάδα είναι εθνικιστική,άστοχη, αναποτελεσματική και απάνθρωπη

Όμηρος Ταχμαζίδης: δημοσιογράφος – Μagister Αrtium Φιλοσοφίας- Ιστορίας

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Η παγίδα, η ταπείνωση και το μίσος


Η κατάσταση των πραγμάτων Ι: Ζούμε σε συνθήκες ηθικού και εθνικού διασυρμού. Η χώρα καταβαραθρώνεται: οικονομικώς, κοινωνικώς, πολιτικώς, ηθικώς. Καθημερινώς ολισθαίνουμε: από την μεγαλαυχία στο ψεύδος, από το ψεύδος στην φρεναπάτη, από την φρεναπάτη στο έγκλημα. Ο εθνικισμός δείχνει το αιμοβόρο πρόσωπό του. Το Κακό απέκτησε σάρκα και οστά – και φωνή. Προ παντός φωνή. Όσοι ερωτοτροπούν με τη φωνή του Κακού θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν απαλλάσσονται των ευθυνών τους επικαλούμενοι τη διαφθορά του πολιτικού κατεστημένου.
Κοντολογίς: όποιος νομιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τη φωνή του Κακού ανοίγει το δρόμο προς την απανθρωπία και την κτηνωδία και η μόνη λέξη που τον χαρακτηρίζει είναι «κάθαρμα».
Ο Άγγλος φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ στο βιβλίο του Education and Social Order, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1932 (η ελληνική μετάφρασή του κυκλοφόρησε το 1976 από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος με τον τίτλο Εκπαίδευση και κοινωνική τάξη) αναφέρει: «… ο εθνικισμός είναι αναμφίβολα το πιο επικίνδυνο ελάττωμα της εποχής μας – πολύ περισσότερο επικίνδυνο από τη μέθη, ή τα ναρκωτικά, ή την εμπορική ανεντιμότητα ή κάποιο άλλο από τα ελαττώματα εναντίον των οποίων στρέφεται η συμβατική ηθική εκπαίδευση. Όσοι είναι σε θέση να επισκοπούν τον σύγχρονο κόσμο είναι ενήμεροι ότι λόγω του εθνικισμού, βρίσκεται σε κίνδυνο η συνέχιση ενός πολιτισμένου τρόπου ζωής» (σ. 105 κ.ε)
Η πρόβλεψη του Άγγλου στοχαστή επιβεβαιώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα: το Άουσβιτς στοιχειώνει έκτοτε τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο εθνικισμός αποδείχτηκε όντως πιο επικίνδυνος από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, τη διαφθορά και την ανεντιμότητα.
Το περίφημο «Λαϊκό Κράτος» του παρανοϊκού Γερμανού δικτάτορα δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κράτος-συμμορία: γι΄ αυτό βύθισε χωρίς κανέναν ενδοιασμό ολόκληρους λαούς στο πένθος – μεταξύ αυτών και τον ελληνικό – και το γερμανικό λαό στην ντροπή και τον εθνικό εξευτελισμό. Ο βίος και η πολιτεία του Αδόλφου Χίτλερ αποδεικνύουν ότι τα καθάρματα δεν έχουν πατρίδα. Ο εθνικισμός είναι ο ιδιότυπος διεθνισμός του μίσους.
«Και με το μίσος περνάει ο καιρός» (Μάνος Ελευθερίου, Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές) – με το μίσος περνάει ο καιρός των καθαρμάτων.
Η κατάσταση των πραγμάτων ΙΙ: Ο ελληνικός λαός εγκλωβίστηκε στην «παγίδα του χρέους». Και ντροπιάζεται καθημερινώς. Κάθε παγίδευση δημιουργεί συναισθήματα ντροπής και ενοχής. Ο παγιδευμένος αισθάνεται ανήμπορος, ταπεινωμένος.
Ο παγιδευμένος «Άνθρωπος στο πηγάδι» (Μάνος Ελευθερίου, Αθήνα 2008) είναι αξιολύπητος – το εμβιώνει και ο ίδιος με οδυνηρό τρόπο: «Αισθάνεται ντροπή και εξευτελισμό για τη δύσκολη θέση του. Αν σωθεί, δεν πρέπει να μάθει κανείς την ταπείνωση». [σ. 165]
Ο εξευτελισμός είναι προφανής: ο  παγιδευμένος χάνει ακόμη και τον έλεγχο του σώματός του – ακράτεια ούρων κλπ. Η παγίδευση μέσα στο πηγάδι/παγίδα – σε κάθε παγίδα – είναι μια εξευτελιστική, ταπεινωτική στιγμή. Ο αυτοσεβασμός του αδύναμου να αντιδράσει ατόμου κινδυνεύει να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή.
Η αντίδραση: Το θυμικό του παγιδευμένου ευρίσκεται σε διαρκή έξαρση. Αλλά κάθε θυμική αντίδραση επιδεινώνει τις συνθήκες παγίδευσης, μειώνει τις πιθανότητες διαφυγής και σωτηρίας – επισπεύδει την πιθανή κατάρρευση, το τέλος.
Ο θάνατος στην παγίδα – ο θάνατος του εγκλωβισμένου – είναι ατιμωτικός, εξευτελιστικός. Ο κοινωνικός θάνατος, τον οποίο προκαλεί η «παγίδα του χρέους» είναι και αυτός ατιμωτικός. Εξ ου ο θυμός και η οργή εναντίον της αποτυχημένης πολιτικής τάξης. Είναι η φυσική σχεδόν αντίδραση απέναντι στο ενδεχόμενο ενός κοινωνικού θανάτου, ο οποίος εξευτελίζει, ταπεινώνει. Από εδώ προέρχεται, κατά μεγάλο μέρος, και η αύξηση των αυτοκτονιών.
Η εκδίκηση: Ο ταπεινωμένος επιζητεί την εκδίκηση. Επιθυμεί να τιμωρήσει εκείνον, ο οποίος θεωρεί ότι ευθύνεται για την παγίδευσή του. Όσο πιο σκληρή αισθάνεται την ταπείνωση, τόσο πιο θυμωμένα αντιδρά απέναντι στους πραγματικούς ή φανταστικούς υπαίτιους της παγίδευσης = ταπείνωσής του. Αλλά η επιθυμία εκδίκησης εγκλωβίζει το θύμα ακόμη περισσότερο στην παγίδα.
Η μεταπολίτευση: Ένα τμήμα της παγιδευμένης και ανήμπορης Ελλάδας είχε πρόχειρη την εξήγηση για τον εγκλωβισμό της: ευθύνεται η «μεταπολίτευση». Το φάντασμα της τελευταίας στοιχειώνει το φαντασιακό πολλών εγκλωβισμένων. Η «μεταπολίτευση», της οποίας το τέλος ανακοινώθηκε πλειστάκις , μετατράπηκε σε κύριο υπεύθυνο της «παγίδευσης» της χώρας: στιγματίστηκε με την υπαιτιότητα της σημερινής οικονομικής τραγωδίας. Δικαίως; Αδίκως;
Η «μεταπολίτευση» δεν υφίσταται΄ τουλάχιστον, όπως την φαντάζονται, όσοι την… κατακεραυνώνουν. Πρόκειται απλώς για το «όνομα» - αδόκιμο μάλιστα- για μια μακρά σχετικώς ιστορική περίοδο. Η επένδυση του συγκεκριμένου συμβατικού ονόματος – το οποίο ως πιθανή «έννοια» δεν έχει καμία επιστημονική αναλυτική αξία- με αρνητικές συνδηλώσεις στοχεύει στην ενοχοποίηση μιας δημιουργικής και ελπιδοφόρου περιόδου της σύγχρονης μας ιστορίας με απώτερο σκοπό την απομάκρυνση των νεότερων γενιών από τα ιδανικά και τις αξίες με τις οποίες μπολιάστηκε κάποια στιγμή η ελληνική κοινωνία.
Η «μεταπολίτευση» συνδέεται με το ευρύτερο πλαίσιο πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού, επιστημονικής και πνευματικής εξύψωσης, οραμάτων και φιλοδοξιών κοινωνικής χειραφέτησης για μια δημιουργική παρουσία της Ελλάδας στο γίγνεσθαι του σύγχρονου κόσμου. Τα υπόλοιπα είναι και παραμένουν επιφαινόμενα.
Το έλλειμμα: Η απόδοση ευθυνών για τη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση στη «μεταπολίτευση» είναι η μισή πραγματικότητα. Η άλλη μισή πλευρά της μας υπενθυμίζει ότι στο σημερινό αδιέξοδο καταλήξαμε, όχι λόγω της «μεταπολίτευσης», αλλά λόγω της απουσίας «αρκετής αντιπολίτευσης». Η «μεταπολίτευση» απέτυχε σε μεγάλο  βαθμό, όχι διότι «επιβλήθηκε», αλλά διότι «αποβλήθηκε» τάχιστα από την ελληνική δημόσια συζήτηση και συνεπώς και από την πολιτική. Από το φιλόδοξο συνολικό πρόταγμά της απέμεινε μια πανσπερμία ιδεών, αντιλήψεων και απόψεων, οι οποίες απέχουν πολύ από εκείνα που ακολούθησαν.
Η επαναφορά, πολλών από αυτές, στη σημερινή δημόσια συζήτηση θα άνοιγε εκ νέου τους δρόμους για την πιθανή ανασυγκρότηση της χώρας.
Όμηρος Ταχμαζίδης

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Εκδήλωση παρουσίαση του βιβλίου του Όμηρου Ταχμαζίδη ΚΕΙΜΕΝΑ από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.

Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

Tό θέρος τῶν βροτῶν





Ὁ δρόμος εἶναι σκληρός
ἀνεβαίνεις ψηλά
ἀφήνεις πίσω σου
λεπίδες γαλάζιου
τό παγωμένο αἷμα τῶν βροτῶν

ἔπειτα ἀντικρίζεις
τίς γυμνές κορφές
κόλπους κωνοφόρων
φρέσκια κόπρο
στή ζεστή μουσική τῆς μύγας

Φτάνεις στα ὁροπέδια τοῦ θανάτου
μικρά πήλινα ἀλογάκια
ἕνας σπασμένος καρπός
πού κρατᾶ εὐγενικά,
σχεδόν ἀνεπαίσθητα,
μιά λέξη

κομψά δάκρυα τερακόττας
κι ἕνας ψηφιδωτός ἀετός
στά νύχια του ἡ ὑπομονετική λεία
ἐπιτύμβια
δάπεδα κι ὁροφές
ὁ δρόμος εἶναι σκληρός
ἀνελέητα πετρώματα
ἐργάτες πού σκάβουν σέ στοές
κι ἔπειτα πυρωλύουν τή γῆ

ὁ μηχανικός μ᾽ ἕναν κάβουρα
σβησμένο στά χείλη
ἀφουγκράζεται τίς νύχτες
τήν ἀνάσα τῆς μηχανῆς

Στούς κύκλους τῶν ἀτέρμονων ἡμερῶν
καράβια μεταφέρουν τά σπλάχνα τῆς πέτρας

Ἕνα λευκό ἀστείρευτο φῶς
ἕνας ἄνδρας νεκρός
ναυτικός ἀπό χρόνια
ἡ κυρά του ἐνθυμεῖται
τά ταξίδια τους στήν κορυφή τοῦ κόσμου

Φῶς ἀνελέητο φῶς
ἡ κάθοδος τοῦ νεαροῦ Ἀνάχαρση
Ἀνασκολοπισμένες σελίδες

Ἕνα στόμιο πηγῆς
δύο δρόμοι θανάτου
Mιά γυναίκα λουσμένη στό φῶς
σάρκα λευκή
γραμμές τέλειες
σ᾽ ἕνα σοκάκι
Oἱ ἄνθρωποι ἀντέχουν
σμιλεύουν τό θάνατο
ἄλλοτε πάλι
τόν ξεπροβοδίζουν
μέ μαντήλια
καί κανονάκια
ἐδώλια ἀναμνήσεων
κτερίσματα ἡδονῆς
γήινες λάρνακες
γιά τόν σπλαχνικό χορό
τῶν νεκρῶν

Ὁ δρόμος εἶναι σκληρός
στέρφα κυπαρίσσια
καί ρωγμές πολύτιμων χυμῶν
ἡ λεοντή μιᾶς ἀλεποῦς στήν ἄσφαλτο
μ᾽ ἄθικτο βλέμμα
δίφορες ὁπῶρες
Ἀμυγδαλιές στό χαντάκι
λιτές ἀχλαδιές
σάν κορμί ἀγρότισσας
οἱ καστανιέτες τῆς φιστικιᾶς
κι᾽ ἕνα σκασμένο σῦκο
σάν τήν ὁδύνη
γυναίκας
βιασμένης

Διάφανο δάκρυ
στό ἰκρίωμα σκιᾶς
δυό στόμια γαλαρίες
κι ἕνας σωρός θολός
κιτρινόμαυρης σιωπῆς
ἡ ἀγωνία τοῦ ἐγκλωβισμένου
ἡ δίψα πού γίνεται πνιγμός

Ὁ δρόμος εἶναι σκληρός
ἕνας βόμβος
ὅπως ἀχνίζουν οἱ πέτρες
οἱ πόλεις
τά φαντάσματα
οἱ ἄνθρωποι
στόν ἥλιο

Ἔπειτα σιωπή

Στήν ἀρχή νομίζεις
ὅτι ἡ τοιχογραφία
εἶναι φωτογραφία
αὐτές οἱ διάφανες κυψελίδες
μέ τά τσακισμένα κρανία
προτάσεις λόγου τραγικοῦ

Ὁ δρόμος εἶναι σκληρός
ἡ σιωπή τῆς σφαγῆς

Ἕνα παιδί πυρπολεῖ τό ναό
καίγεται το χρυσάφι τοῦ Παντοκράτορα
καίγεται ἡ φυλακή τοῦ βλέμματος
καίγονται τά μάρμαρα τοῦ συγκρητισμοῦ
καίγονται οἱ Ἀνακριτές
καίγονται φάκελοι, μητρῶα
καί λίστες μελλοθανάτων
καίγονται ἐπιδόσεις, ἐπιτάξεις
καί λύσεις ὁριστικές
καίγονται προικοσύμφωνα καί διαθῆκες
καίγονται τά ἀπομνημονεύματα
τῶν στρατοπέδων τῆς ὁδύνης

Tή νύχτα κόβονται οἱ ἀνάσες
ὁ γαλαξίας κυρτώνει σέ ράχες δελφινιῶν
ρεύματα ὑπόγεια
ὑποδηλώνουν
τόν ἔρωτα
τή φωτιά στά σπλάχνα

Kάτω από τόν ἔναστρο οὐρανό
λάμψεις μεταλλικές
μεταφέρουν ψυχές
συσκευασμένη κατάρα
γιά τά θυσιαστήρια
τῆς σάρκας τῶν παιδιῶν

Ἕνα παιδί πυρπολεῖ τό ναό
τό θέρος τῶν βροτῶν
εἶναι τό καλοκαίρι μας.


Γιώργος Γιαννόπουλος

Από την ποιητική συλλογή Tό θέρος τῶν βροτῶν, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2010.

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012

Ο τραγικός λόγος της ιστορίας



Καθώς η κρίση οξύνεται και βυθίζει στην αθλιότητα την κοινωνία γίνεται όλο και περισσότερο έντονη η ανάγκη να κατανοηθεί το φαινόμενο σε βάθος, να μελετηθούν οι επιπτώσεις του και να προταθούν λύσεις για την αντιμετώπισή του. Οι στιγμές είναι κρίσιμες, γιατί όλοι αισθάνονται ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο με τις εξελίξεις, σφοδρού ίσως χαρακτήρα, να βρίσκονται μπροστά μας. Μέσα στην πολυφωνία των απόψεων που αναπόφευκτα διατυπώνονται δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει πως κάθε σοβαρή εκτίμηση για την κρίση δεν μπορεί να στηρίζεται σε κάποιες υποτιθέμενες «μαντικές» ικανότητες αλλά στη μελέτη του παρελθόντος, στην καλλιέργεια δηλαδή της ιστορικής γνώσης και συνείδησης.
   Η προσέγγιση αυτή διατυπώνεται και στη συνέντευξη που παραχώρησε ο Δημήτρης Δημητριάδης στη Fabienne Darge και δημοσίευσε στις 9 Ιουνίου η έγκυρη Le Monde με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Η Ελλάδα είναι νεκρή»1. Ο λόγος του Δημητριάδη είναι αποκαλυπτικός. Σχολιάζοντας την τρέχουσα πραγματικότητα επισημαίνει ότι η ελληνική κοινωνία είναι εγκλωβισμένη σε έναν κενό περιεχομένου φορμαλισμό, σε «στερεότυπα» που στραγγαλίζουν κάθε πνευματική αναζήτηση και καθηλώνουν τη δημιουργική σκέψη. Η χώρα, λέει παραφράζοντας έναν στίχο του Πωλ Ελυάρ, ζει κάτω από το φως ενός νεκρού άστρου. Αναφερόμενος στην ιστορική συγκυρία και στην ανησυχητική άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής ο Δημητριάδης λέει ότι «θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη μελέτη της ιστορίας και των κύκλων της. Για παράδειγμα», συνεχίζει, «πώς στην παρούσα συγκυρία να μη σκεφτόμαστε την Δημοκρατία της Βαϊμάρης και τη Γερμανία στη δεκαετία του 1920;»
   Κι επειδή το παράδειγμα διατυπώνεται συχνά, τίθεται το ερώτημα, τι ακριβώς εννοούμε όταν αναφερόμαστε στη Γερμανία του 1920; Aς επισημάνουμε λοιπόν κάποια στοιχεία από εκείνη την κρίσιμη περίοδο έστω και μέσα από τα στενά περιθώρια του σημειώματος αυτού.
   «Λίγοι Γερμανοί σκέπτονταν τον Χίτλερ στα “χρυσά χρόνια” της Βαϊμάρης στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Οι εσωτερικές εξελίξεις μέσα στο κόμμα του δεν ενδιέφεραν και δεν αφορούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού. Ελάχιστη προσοχή έδιναν στον πρώην ταραχοποιό του Μονάχου, ο οποίος τώρα δεν φαινόταν να είναι τίποτε παραπάνω από ένα στοιχείο οξύτητας στην πολιτική σκηνή. Εκείνοι οι οποίοι τον λάμβαναν υπόψη τους ήσαν συχνά απορριπτικοί ή συγκαταβατικοί ή και τα δύο. Τυπικό ήταν το σχόλιο της κυριότερης φιλελεύθερης καθημερινής εφημερίδας της Γερμανίας, της Frankfurter Zeitung, η οποία έριχνε απλώς μια περιφρονητική ματιά από καιρό σε καιρό προς την κατεύθυνση των εθνικοσοσιαλιστών. “O Χίτλερ δεν έχει σκέψεις, ούτε υπεύθυνο στοχασμό αλλά μόνον μια έμμονη ιδέα. Έχει ένα δαίμονα μέσα του”, έγραφε κάποιο σχετικό άρθρο της 26ης Ιανουαρίου του 1928. “Είναι ζήτημα μανιακής ιδέας με αταβιστικές ρίζες, το οποίο αφήνει στην άκρη την περίπλοκη πραγματικότητα και την αντικαθιστά με μια πρωτόγονη ανταγωνιστική οντότητα... Φυσικά ο Χίτλερ είναι ένας επικίνδυνο τρελός... Αν αναρωτηθεί κανείς πώς ο γιος ενός μικρού τελωνειακού υπαλλήλου της Άνω Αυστρίας έφθασε σ’ αυτήν την τρέλα, τότε έχει να πει μόνον ένα πράγμα: εισέπραξε την πολεμική ιδεολογία απολύτως φιλολογικά και την ερμήνευσε τόσο πρωτόγονα όσο κάποιος που θα ζούσε την εποχή του Völkerwanderung” —την περίοδο των βαρβαρικών εισβολών στα τέλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας»2.
   Αξιοσημείωτο ενδιαφέρον με τη σημερινή συγκυρία παρουσιάζει επίσης η μελέτη των εκλογικών αποτελεσμάτων της Αριστεράς σε σχέση με το ναζιστικό φαινόμενο, την περίοδο της Βαϊμάρης.
   «Tα αποτέλεσμα των εκλογών του Ράιχσταγκ στις 20 Μαΐου του 1928 φαινόταν να επιβεβαιώνουν την ορθότητα εκείνων οι οποίοι κήρυσσαν εδώ και χρόνια το τέλος του Χίτλερ και του κινήματός του... Οι πραγματικοί νικητές ήταν τα κόμματα της Αριστεράς. Το SPD και το KPD είχαν σημαντικές νίκες. Τις πιο σοβαρές απώλειες είχαν οι Γερμανοί εθνικιστές... Με το αξιοθρήνητο 2,6% των ψήφων, το NSDAP κέρδισε μόνο δώδεκα έδρες... Παρά τις προσπάθεις του Gobbels να κερδίσει τον αγώνα στις “κόκκινες” περιοχές του Βερολίνου, οι ναζί πήραν μόνο 1,57% των ψήφων στην πρωτεύουσα. Στο “κόκκινο” Wedding, τυπική περιοχή της εργατικής τάξης, το ναζιστικό κόμμα πήρε μόνο 1.742 ψήφους έναντι 163.429 που πήραν τα κόμματα της Αριστεράς... Τελικά υπήρξε τουλάχιστον η παρηγοριά ότι οι δώδεκα ναζί που εισήλθαν στο Ράιχσταγκ θα είχαν ασυλία τώρα πια, κατά τις δηλητηριώδεις επιθέσεις που εξαπέλυαν κατά των αντιπάλων τους και —κάτι ίσως ακόμη σπουδαιότερο— καθημερινή αποζημίωση και εισιτήριο ελευθέρας στο τρένο, ώστε να χρησιμοποιούν τον κρατικό μεταφορέα και να ταξιδεύουν πρώτη θέση κάθε φορά που θα έπρεπε να ασκήσουν πίεση σε πιθανούς μελλοντικούς χρηματοδότες... “Μπαίνουμε στο Κοινοβούλιο όπως ο λύκος στο μαντρί με τα πρόβατα”, ανακοίνωσε ο Gobbels στους αναγνώστες του στην Angriff»3.
   Οι δραματικές αλλαγές στην πολιτική πραγματικότητα στη Γερμανία του Μεσοπολέμου πυροδοτήθηκαν από την παγκόσμια κρίση του καπιταλιστικού συστήματος και το χρηματιστηριακό κραχ του ’29.
   «Η ναζιστική ηγεσία δεν αναγνώρισε αμέσως τη σημασία του κραχ στην αμερικανική χρηματογορά, τον Οκτώβριο του 1929. Η Völkischer Beobachter δεν ανέφερε καν τη Μαύρη Παρασκευή της Wall Street. Η Γερμανία όμως σύντομα θα δεχόταν τους αντίκτυπους αυτού του γεγονότος. Η εξάρτησή της από τα αμερικανικά βραχυπρόθεσμα δάνεια, επιβεβαίωνε ότι οι συνέπειες θα ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Η βιομηχανική παραγωγή, οι τιμές και οι μισθοί άρχισαν να παίρνουν τον κατήφορο, ο οποίος θα άγγιζε το ολέθριο κατώτατό του όριο το 1932. Η κρίση στη γεωργία είχε ενταθεί στο έπακρο. Γύρω στον Ιανουάριο του 1930, ο αριθμός των ανέργων είχε φθάσει τους 3.218.000, περίπου το 14% του πληθυσμού που βρισκόταν σε “ηλικία προς εργασία”. Στην πραγματικότητα ξεπερνούσε τα 4,5 εκατομμύρια».
   Να σημειώσουμε ότι σήμερα «Ισπανία και Ελλάδα κατέχουν τα σκήπτρα στα ποσοστά της ανεργίας μεταξύ των 27 μελών της Ε.Ε., ενώ ακολουθούν η Κροατία, η Λετονία, η Πορτογαλία και η Ιρλανδία. Στην Ισπανία η ανεργία διαμορφώθηκε συνολικά σε 23,8%, κατά το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, σε 50,8% για τους νέους κάτω των 24 ετών και σε 21,5% για τους νέους άνω των 25 ετών. Αντίστοιχα στην Ελλάδα, το ποσοστό της ανεργίας στο σύνολο του πληθυσμού αντιστοιχεί το πρώτο τρίμηνο σε 21,5%, διευρύνεται σε 52,1% για τους νέους κάτω των 24 ετών, ενώ οι άνεργοι άνω των 25 ετών αντιστοιχούν σε 19,5%. Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι στην Ε. Ε. των 27 οι άνεργοι αυξήθηκαν κατά 6.390.000 άτομα στο τελευταίο τρίμηνο του 2011 συγκριτικά με το αντίστοιχο διάστημα του 2008. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός αναθεωρείται σε 8.259.000 άτομα, μετά τη σημαντική αύξηση των ανέργων στο πρώτο τρίμηνο του 2012 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2008, εξέλιξη που αντιστοιχεί σε μεταβολή άνω του 50%»5.
   Στην ιστορική περίοδο του τελευταίου αιώνα ο καπιταλισμός έχει εμφανίσει, εκτός των κρίσεων στην οικονομία, και δύο ολέθριους παγκόσμιους πολέμους. Με δεδομένη την ανησυχία που δημιουργεί η παρούσα κρίση του συστήματος τίθεται το ερώτημα: τι θα συμβεί αν τα γεγονότα στην οικονομία γίνουν ανεξέλεγκτα; Πώς θα αντιδράσουν οι καπιταλιστές αν αισθανθούν ότι κινδυνεύει η εξουσία τους; Τι επιπτώσεις μπορεί να έχει για τους λαούς της Ευρώπης η άνοδος των νεοναζιστικών ή ακροδεξιών μορφωμάτων;
   «Αυτό που συνέβη εκείνη τη μέρα υπήρξε ένας πολιτικός σεισμός. Σημειώνοντας το πλέον αξιοσημείωτο αποτέλεσμα στη γερμανική κοινοβουλευτική ιστορία, το NSDAP ανέβηκε μονομιάς, από τις δώδεκα έδρες και μόλις το 2,6% των ψήφων... στις 107 έδρες και στο 13.7% γεγονός που το κατέστησε δεύτερο κόμμα στο Ράιχσταγκ. Σχεδόν 6,5 εκατομμύρια Γερμανοί ψήφισαν τώρα το κόμμα του Χίτλερ —οκτώ φορές περισσότεροι από αυτούς που το ψήφισαν δύο χρόνια πριν. Η ατμομηχανή των ναζί είχε πάρει μπροστά... Ο Χίτλερ ήταν έξαλλος από χαρά...»6
   Η ανάγνωση του ιστορικού δράματος εντείνει σήμερα μια αίσθηση  τραγωδίας. Παρόλο που η υπόθεση του δράματος είναι γνωστή, ο χορός και οι πρωταγωνιστές μοιάζουν καθηλωμένοι στη θέση ενός παθητικού θεατή που έχει την αυταπάτη ότι τα όσα διαδραματίζονται μπροστά στα μάτια του δεν τον αφορούν. Εάν δεν υπάρξει έξοδος από αυτή την καθήλωση που παραπέμπει στην παράλυση του θύματος μπροστά στην θύτη, αν δεν ακουστεί ο τραγικός λόγος της ιστορίας, που προειδοποιεί κινδυνεύει με ακύρωση όχι μόνον η εμπειρία της κάθαρσης αλλά ολόκληρο το οικοδόμημα του πολιτισμού.
 
 ❏

1. Fabienne Darge, Dimitris Dimitriadis, «La Grèce est morte», Le Monde,  9.6. 2012.
2. Ιan Kershaw, Xίτλερ, 1889-1936: Ύβρις, μτφρ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Scripta, Αθήνα 2005, σελ. 343
3. Ιan Kershaw, ό. π., σελ. 344.
4. Ιan Kershaw, ό. π., σελ. 360.
5. «Ελλάδα και Ισπανία πρωταθλήτριες ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση», Η Καθημερινή, 21.7. 2012.
6. Ιan Kershaw, ό. π., σελ. 377.

Έργο: Γιώργος Ανέστης, Κορεσμένοι παράλληλοι, 2004, μεικτήτεχνική σε γυψοσανίδα, 127x30x32cm, δίπτυχο.