Powered By Blogger

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Ποιήματα του Ντίνου Σιώτη

Θέλω να γράψω ένα ποίημα

Ντίνος Σιώτης 

Θέλω να γράψω ένα ποίημα για ένα θέμα
που με απασχολεί εδώ και καιρό αλλά
πριν το γράψω θα ήθελα να πω δυο λόγια

για τα έντομα που παραλύουν απ’ τον φόβο
στη θέα της αράχνης για τον αδύναμο που
λιώνει απ’ τον φόβο στη θέα μιας αβοήθητης

αδυναμίας για τον συλλέκτη φάρων που
αναβοσβήνουν μοναξιές μέσα στη θύελλα
για τον συρματοπλέκτη λαθρομεταναστών

για τον συμπλέκτη παλιού αυτοκινήτου
στην ανηφόρα κάποιας στροφής προς το
παρελθόν (ή προς τα Γιάννενα) θέλω να

πω δυο λόγια για τον άγνωστο νόστο που
έφυγε ξαφνικά για τον Νότο με της αυγής
τον πρώτο κρότο για το μάτι της φάλαινας

που βλέπει το κανονάκι του αλιευτικού
αλλά είν’ αργά να το αποφύγει να φύγει
δεν μπορεί χτυπώντας τo πτερύγιο στα


ματωμένα κύματα για τον τραυματία και
για τον τραυματιοφορέα μιας Κυριακής
σε γήπεδο βήτα εθνικής επαρχιακής

κωμόπολης αγώνα που θυμίζει πρέζα
ή Πρέβεζα για όσους αυτοκτονούν
χαμένοι μπροστά στα γκρεμισμένα

όνειρά τους μπροστά σε αόρατους
καθρέφτες μπροστά σε ορίζοντες
απαντοχής για τα παράθυρα που

μένουν πάντα ανοιχτά κοιτώντας
την ανατολή προσμένοντας θαύμα
που κοχλάζει όπως η λάβα θέλω να

γράψω ένα ποίημα για ένα θέμα που
με απασχολεί εδώ και καιρό αλλά δεν
ξέρω αν θα βρω τον χρόνο να το γράψω



Αθήνα, 1 Απριλίου 2012

Ο Ντίνος Σιώτης γεννήθηκε στην Τήνο στις 19 Δεκεμβρίου 1944. Από τις εκδόσεις Κοινωνία των (δε)κάτων κυκλοφορεί η συλλογή του Εκεί έξω. Το ποίημά του μαζί με άλλα δημοσιεύονται στο 26ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

O XΡONOΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, Ιωάννα Πετρίδου




O XΡONOΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 Σ' ένα μικρό κείμενο με τίτλο Εφήμερο (1915), ο Φρόιντ καταθέτει τις σκέψεις του πάνω στο ζήτημα της απόλαυσης της ομορφιάς σε σχέση με την περιορισμένη της διάρκεια. Αφορμή γι’ αυτό στάθηκε ο διάλογος μ’ έναν νέο ποιητή για την ομορφιά της φύσης κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου δύο χρόνια νωρίτερα.
   Το εφήμερο της ομορφιάς της φύσης, του ανθρώπινου σώματος, ή ακόμη και της ανθρώπινης δημιουργίας, συνιστά στοιχείο της πραγματικότητας. Ωστόσο, η σκέψη για τη μοιραία απώλεια της ομορφιάς τους εμπόδιζε τον νέο ποιητή να αισθανθεί χαρά από την παρουσία της, απαξιώνοντας έτσι την ομορφιά των αντικειμένων θαυμασμού και αγάπης. Ο Φρόιντ θα υποστηρίξει το αντίθετο, λέγοντας ότι «η αξία του εφήμερου είναι ως προς τον χρόνο μια αξία σπανιότητας. Ο περιορισμός στη δυνατότητα της απόλαυσης αυξάνει τον πολύτιμο χαρακτήρα της»1.
   Η απαίτηση του ποιητή για την αιώνια παρουσία των «ωραίων πραγμάτων» είναι συνέπεια μιας επιθυμίας, μιας επιθυμίας όμως που προϋποθέτει την απουσία χρόνου. «Η απουσία χρόνου είναι ένα πράγμα που ονειρευόμαστε» θα πει ο Λακάν, «είναι αυτό που ονομάζουμε αιωνιότητα, και το όνειρο αυτό συνίσταται στο να φανταζόμαστε ότι ξυπνάμε»2. Τι σημαίνει όμως «απουσία χρόνου»; Ποια είναι η επιθυμία που μας τοποθετεί εκτός χρόνου και ποια μας εισάγει στον χρόνο;
   Αναζητώντας την αλήθεια του ονείρου θα προσφύγουμε στη μυθική της έκφραση. Ο μύθος κάνει ορατή μιαν αλήθεια που την ίδια στιγμή παραμένει βαθιά συγκαλυμμένη. Μιλά τη γλώσσα του ασυνειδήτου, που λέει την αλήθεια και παραπλανά ταυτόχρονα. Μισο-λέγεται κάτι, αλλά το μισο-λεγόμενο ορίζεται από τον Λακάν ως «ο εσωτερικός νόμος κάθε είδους εκφοράς της αλήθειας, και αυτό που το ενσαρκώνει καλύτερα είναι ο μύθος».3
   Οι μυθικοί αγώνες αναφέρονται στις ουσιαστικές περιπέτειες της ζωής, δηλαδή στις ψυχικές συγκρούσεις που καθορίζουν τη δημιουργία του ανθρώπου. Βρίσκουμε όμως στους μύθους να τίθεται εξίσου σταθερά το θέμα της σχέσης του ανθρώπου με μια μυστική, ιερή δύναμη, που κατά τον Λακάν ταυτίζεται «με τη δύναμη της σημασίας, και ειδικότερα του σημαίνοντος οργάνου της»4.
   Οι μύθοι αφηγούνται συχνά διαδοχικές γενέσεις που συνδέονται με τον χρόνο. Στη μορφή αυτή της μυθικής αφήγησης αντανακλάται το αιώνιο που ανοίγεται στον χρόνο. Ένας από τους μύθους αυτούς είναι η Θεογονία του Ησιόδου. Στην αρχή του μύθου τοποθετείται ο λόγος των Μουσών, που ξέρουν να λένε ψέματα όμοια μ’ αλήθειες και αν θέλουν, ξέρουν να ιστορούνε αλήθειες. Οι κόρες του Δία και της Μνημοσύνης ενέπνευσαν, έτσι, τραγούδι στον Ησίοδο για να μπορεί να ψάλλει «κι όσα στο μέλλον θα γεννούν κι όσα πέρασαν». Ο μύθος, δίνοντας μορφή σε μια καλυμμένη αλήθεια, δεν είναι επομένως μόνο η αφήγηση μιας ιστορίας του παρελθόντος, αλλά έχει ταυτόχρονα μια λειτουργία χρησμού. Η εξιστόρηση η ίδια δίνει τα σημαίνοντα μιας αλήθειας που καθορίζει το μέλλον.
   Αυτό που ουσιαστικά εμπλέκεται στη μυθική αφήγηση της Θεογονίας είναι η αλήθεια της δομής της ανθρώπινης ύπαρξης και της ανάπτυξής της. Η ψυχανάλυση έχει δείξει ότι η ανάπτυξη αυτή ταυτίζεται με τη διαδικασία του οιδιπόδειου συμπλέγματος, στον βαθμό που αυτό συνιστά δομική διαδικασία του υποκειμένου. Σύμφωνα με τον Λακάν, η διαδικασία αυτή ξετυλίγεται σε τρεις χρόνους, δηλαδή σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο χρόνο, τον χρόνο της «εξόδου από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα»5.  Αναφερόμενοι στις βασικές σκηνές και στα ουσιαστικά στοιχεία του μύθου, θα επιχειρήσουμε να δείξουμε τη λειτουργία και τη σημασία των τριών αυτών χρόνων συγκρότησης της δομής του υποκειμένου.
   Κατά τον μύθο, στην αρχή γίνεται το Χάος απ’ όπου αναφύονται η Γη και ο Έρως. Στη συνέχεια, η Γη πρώτα γεννά «ίσο με τον εαυτό της τον Ουρανό…, να τη σκεπάζει ως πέρα από παντού…»6. Ο Ουρανός, μυθική μορφή του αρχαϊκού ή φαντασιακού πατέρα, εξέρχεται ως ίσος από την Γη, μορφή της αρχαϊκής ή φαντασιακής μητέρας, μ’ ένα είδος αναπαραγωγής με διαχωρισμό, χωρίς μεσολάβηση της σεξουαλικότητας. Μια εικόνα πρωταρχικής ενότητας, δηλαδή, μια αναπαράσταση του «ενός φύλου», αναπαράσταση που στο Συμπόσιο του Πλάτωνα παίρνει τη μορφή της μυθικής εικόνας του Ανδρόγυνου. Ο Ουρανός είναι αδιαχώριστος από τη Γη, χαμένος στη διαρκή απόλαυση του σώματός της. Φοβερά ήταν τα παιδιά που γεννήθηκαν από τη Γη και τον Ουρανό, και φοβερότερος απ’ όλους ο τελευταίος γιος, ο Κρόνος, με «τον δόλιο νου του». Ο φαντασιακός πατέρας, όμως, λειτουργεί ως ανταγωνιστής του παιδιού. Μόλις αυτό γεννιέται, το κρύβει στα βάθη της Γης, δηλαδή στο εσωτερικό του μητρικού σώματος. Οι μυθικές αυτές σκηνές δίνουν έτσι μια απεικόνιση του χρόνου της πρώτης σχέσης μητέρας-παιδιού μέσα στο φαντασιακό πεδίο. Στη φάση αυτή αντιστοιχεί ο πρώτος χρόνος του οιδιπόδειου συμπλέγματος, μέσα στον οποίο, σύμφωνα με τον Λακάν, «η πατρική αρχή εισάγεται με μια καλυμμένη μορφή, ή μη φανερωμένη ακόμη»7.
   Στον πρώτο αυτό χρόνο η επιθυμία συγκροτείται ως επιθυμία της επιθυμίας της μητέρας και επομένως το παιδί ταυτίζεται με τον φαλλό, ως το αντικείμενο της επιθυμίας της μητέρας του. Έτσι, τα πρώτα λόγια που εμφανίζονται στη Θεογονία είναι τα λόγια της μητέρας Γης προς τα παιδιά της: ζητά να πληρώσουνε στον «κακούργο» (ατασθάλο) πατέρα τους, το άδικο που τραβούνε από τ’ ανόσια έργα του. Μόνο ο Κρόνος δέχεται να ικανοποιήσει την επιθυμία της μητέρας του. Ενώνεται μαζί της ενάντια στον παντοδύναμο πατέρα και εκτελεί μιαν αποτρόπαια πράξη: ευνουχίζει τον Ουρανό. Το μίσος του παιδιού, που γεννά ο ανταγωνισμός με τον φαντασιακό πατέρα, εκφράζεται ως απειλή ευνουχισμού. Φαντασιακά η απειλή αυτή παίρνει τη μορφή α-ντεκδίκησης με μια πράξη ευνουχισμού του πατέρα. Έτσι, η εκπληκτική αυτή σκηνή του μύθου δίνει έκφραση στις δύο πρωταρχικές επιθυμίες του παιδιού, αντίστοιχες των δύο εγκλημάτων του Οιδίποδα: να σκοτώσει τον πατέρα του και να παντρευτεί τη μητέρα του. Και καθώς οι δύο αυτές επιθυμίες σημαίνουν μια απουσία εγγραφής στη γενεαλογική τάξη, ο πρώτος αυτός χρόνος του οιδιπόδειου συμπλέγματος είναι στην ουσία ένας χρόνος «εκτός χρόνου».
   Ο ευνουχισμός του Ουρανού είχε τις συνέπειές του. Μετά την ικανοποίηση του μίσους, φανερώνεται η αγάπη για τον πατέρα και γεννά το συναίσθημα της ενοχής. Έτσι, από τις στάλες του αίματός του η Γη γέννησε τις Ερινύες. Τα γεννητικά όργανα του πατέρα του ο Κρόνος τα έριξε στη θάλασσα. Από τον αφρό, που σχηματίστηκε μετά από καιρό τριγύρω τους, γεννήθηκε μια κόρη, η Αφροδίτη.  Από την αρχή η Αφροδίτη είχε ως συντρόφους τον Έρωτα και τον Ίμερο. Ο ευνουχισμός του φαντασιακού πατέρα, η έλλειψή του επομένως, έχει ως συνέπεια την πρώτη εμφάνιση της σεξουαλικότητας. Η Αφροδίτη αναδύεται από τη θάλασσα ως αντικείμενο επιθυμίας, καθώς, όπως λέει ο μύθος, «απ’ την αρχή την τιμή πήρε και τον κλήρον έλαχε, να’ χη μες στους αθανάτους θεούς και τους ανθρώπους, τα χάδια τα παρθενικά και τα γλυκοχαμόγελα και τις απάτες και τη γλυκιά την ηδονή, το σμίξιμο το ερωτικό και τα γλυκά καμώματα όλα» (στ. 203-206).
   Μετά τη γέννηση της Αφροδίτης ο μύθος διηγείται πως ο Ουρανός ονομάτισε τους γιους του Τιτάνες επειδή, όπως έλεγε, «τεντώνοντας πολύ την αδικίαν έπραξαν... και θα’ ρθη ένας καιρός να το πληρώσουν» (στ. 209-210). Έτσι στο όνομα Τιτάνας (από το τιταίνω), που ως εικόνα παραπέμπει στην έννοια του φαλλού, εκφράζεται τόσο η οιδιπόδεια επιθυμία τους, όσο και το ότι σ’ έναν πρώτο χρόνο ο ευνουχισμός του πατέρα εκλαμβάνεται ως το ισοδύναμο της απόλαυσης. Άλλωστε κατά τον Πλάτωνα η εποχή του Κρόνου είναι η «χρυσή εποχή».
   Ο παντοδύναμος Κρόνος είχε μάθει από τους γονείς του «πως του ήταν πεπρωμένο κάποτε να νικηθεί από το παιδί του» (στ. 464). Έτσι, τρέμοντας μήπως πάρει κάποιος άλλος το βασιλικό του αξίωμα, κατάπινε τα παιδιά που του γεννούσε η Ρέα. Για τον λόγο αυτό ήδη από την αρχαιότητα θεωρήθηκε ότι ο Κρόνος αποτελεί προσωποποίηση του χρόνου. Είναι μια πρώτη μορφή του χρόνου, που τελειώνει πάντα παίρνοντας κάτι. Όμως η μυθική αυτή σκηνή δηλώνει μια μετατόπιση της σχέσης παιδιού-μητέρας, καθώς ο παντοδύναμος πατέρας, ο Κρόνος, στερεί τη μητέρα από τα παιδιά της. Ουσιαστικά αυτό που εκφράζεται εδώ αντιστοιχεί στον δεύτερο χρόνο του οιδιπόδειου συμπλέγματος, κατά τον οποίο, λέει ο Λακάν, «ο πατέρας επιβεβαιώνεται μέσα στη στερητική του παρουσία, στον βαθμό που είναι αυτός που υποστηρίζει τον νόμο, και αυτό δεν γίνεται πια μ’ έναν καλυμμένο τρόπο αλλά μ’ έναν τρόπο διαμεσολαβημένο από τη μητέρα, που είναι αυτή που τον καθιερώνει ως αυτόν που της επιβάλλει τον νόμο»8.
   Για να πληρώσει ο μεγάλος Κρόνος «τις κατάρες του πατέρα του και των παιδιών του που κατάπινεν» (στ. 472-473), η Ρέα, με τη βοήθεια του Ουρανού και της Γης, σώζει το τελευταίο της παιδί, τον Δία. Ως πρώτος γιος που σώζεται, ο Δίας παίρνει ένα όνομα που σημαίνει ζωή (Ζεύς). Δεν είναι τυχαίο πως από τη στιγμή της γέννησής του ο μύθος αναφέρεται στο Όνομα-του-πατέρα, τον αποκαλεί «πατέρα θεών και ανθρώπων». Ο Λακάν είπε άλλωστε ότι: «το παιδί είναι ο πατέρας του ανθρώπου». Η διάσωση του παιδιού συνιστά, έτσι, μυθική έκφραση της εισαγωγής στον τρίτο χρόνο του οιδιπόδειου συμπλέγματος.
   Το παιδί σώζεται με τη χρήση ενός υποκατάστατου. Το κρύβουν σε μια σπηλιά και αντ’ αυτού δίνουν στον Κρόνο να καταπιεί σπαργανωμένο λιθάρι. Σαν μεγάλωσε ο Δίας, ο Κρόνος, νικημένος από τις τέχνες και τη δύναμη του γιου του, ανέβασε από την κοιλιά του το λιθάρι και τα παιδιά του. Το λιθάρι, λέει ο μύθος, ο Δίας το στήριξε πάνω στη γη, στο κέντρο της, «σημάδι ν’ απομείνη αιώνιο και οι άνθρωποι οι θνητοί να το θαυμάζουν» (στ. 500). Οι σκηνές αυτές αποδίδουν με εξαιρετικό τρόπο αυτό που ο Λακάν περιέγραψε ως διαδικασία σύστασης του σημαίνοντος. Σ’ έναν πρώτο χρόνο το λιθάρι είναι σημείο που αναπαριστά τον Δία, σ’ έναν δεύτερο χρόνο εξαφανίζεται στην κοιλιά του Κρόνου, ενώ ο Δίας είναι εκεί όπου δεν αναπαρίσταται, και σ’ έναν τρίτο χρόνο το λιθάρι-σημείο γίνεται ο «ομφαλός της γης», γίνεται σημαίνον. Μέσα στη διαδικασία αυτή απεικονίζονται εξίσου οι πράξεις της αλλοτρίωσης και του αποχωρισμού, που θεμελιώνουν το υποκείμενο.....

1. Sigmund Freud, «Ehémère destinée» (1915), στο Résultats, idées, problèmes I, Παρίσι, εκδ. Gallimard, 1985, σ. 234.
2. J. Lacan, Le Séminaire XXV, Le moment de conclure, Σεμινάριο της 15ης Νοεμβρίου 1977, σ. 2.
3. J. Lacan, Le Séminaire ΧVII, L’ envers de la psychanalyse, εκδ. du Seuil, Παρίσι, 1991, σ. 127.
4. J. Lacan, Le Séminaire IV, La relation d’ objet, εκδ. du Seuil, Παρίσι, 1994, σ. 254.
5. J. Lacan, Le Séminaire V, Les formations de l’ inconscient, Κεφ. X, εκδ. du Seuil, Παρίσι, 1988.
6. Ησίοδος, Θεογονία, στ. 126-127, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1939.
7. J. Lacan, Le Séminaire V, Les formations de l’ inconscient, ό.π., σ. 194.
8. J. Lacan, Le Séminaire V, Les formations de l’ inconscient, ό.π., σ. 194.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το δοκίμιο της ψυχαναλύτριας Ιωάννας Πετρίδου που δημοσιεύεται στο τεύχος 26ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η φωτογραφία είναι της  Diane Pol-Lajaima.

ΕΝΕΚΕΝ Σωτήρης Κονταγιάννης, Εργατική Αλληλεγγύη τεύχος 1054

Περιοδικό “ΕΝΕΚΕΝ”: Επικαιρότητα από το παρελθόν

 

Σωτήρης Κοντογιάννης




Μεγάλο ενδιαφέρον, όπως άλλωστε και όλα τα προηγούμενα, έχει το νέο, 26ο τεύχος του περιοδικού Ένεκεν.
Το Ένεκεν είναι ένα περιοδικό που κινείται στον χώρο όπου συναντιούνται η τέχνη με την πολιτική και την επιστήμη. Το τεύχος που κυκλοφορεί περιλαμβάνει ποιήματα, διηγήματα, κείμενα για την ιστορία και την ψυχανάλυση, αναλύσεις για τον κινηματογράφο, συνεντεύξεις και παρουσιάσεις βιβλίων. Αλλά δεν είναι ένα συνονθύλευμα τυχαίων και διαφορετικών υλικών. Το Ένεκεν ήταν πάντα και είναι συνδεδεμένο με τον παλμό, τα ερωτηματικά και τις ανησυχίες του κινήματος -και αυτό είναι το κόκκινο νήμα που, άλλοτε άμεσα και ορατά και άλλοτε έμμεσα και υπόγεια διαπερνάει όλο του το υλικό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η συνέντευξη που έδωσε στην Γεωργία Τσουδερού ο Σάντρο Μετζάντρα. “Ο καθηγητής Μετζάντρα”, γράφει η παρουσίαση της συνέντευξης, “διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Μπολόνιας θέματα που αφορούν την ιστορία της αποικιοκρατίας στην ευρωπαϊκή και αμερικανική ήπειρο, καθώς και θέματα για την παγκόσμια ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα”. Ταυτόχρονα, όμως, συμμετέχει σε μια σειρά από πρωτοβουλίες “με δράσεις ενάντια στην οικονομική κρίση”.
“Είναι υποχρέωση όλων μας η παρασκευή της αισιοδοξίας μέσα από τους αγώνες, μέσα από την αντίσταση...”, λέει. Οι αγώνες δεν είναι κάτι το οποίο πρέπει να εφεύρουμε. Υπάρχουν παντού θαυμάσιοι αγώνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ιστορία είναι μονόδρομος. Υπάρχει ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης. Η ελπίδα όμως βρίσκεται στους εργατικούς αγώνες. “Επιμένω”, λέει στην τελευταία φράση της συνέντευξης, “στη σύγκρουση της εργατικής τάξης ως την κεντρική δύναμη για να βγούμε από το αδιέξοδο της οικονομικής κρίσης”.
Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος είναι, στον περισσότερο κόσμο γνωστός από την σύγκρουσή του στο Νομαρχιακό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης με τον Ψωμιάδη και την εκλογή του στη συνέχεια, με το ψηφοδέλτιο των Οικολόγων Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο. Στο Ένεκεν που κυκλοφορεί υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενό του, για την ιστορία της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης τον Οκτώβρη του 1944 από τη ναζιστική κατοχή. Το κείμενο είναι προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο του “Η σκοτεινή Θεσσαλονίκη - Εθνικισμός και αντισημιτισμός, ρητορεία και πρακτικές ενός αιώνα”.
Ανάμεσα στα κείμενα που φιλοξενεί το τεύχος αυτό του Ένεκεν είναι και δυο “δικά μας” -ένα κείμενο του Πάνου Γκαργκάνα για τις πολιτικές εξελίξεις με τίτλο “Το Τρίγωνο των Βερμούδων” και μια παρουσίαση του βιβλίου του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ “Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ” από την Δήμητρα Κυρίλλου.
“Έχουμε συνηθίσει πια να ονομάζουμε Τρόικα και την αντιπροσωπία των επιτηρητών ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ και την συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ” γράφει ο Πάνος στην εισαγωγή του κειμένου του. “Ωστόσο έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, θα έπρεπε ίσως να μιλάμε για ένα τρίγωνο που έχει τις ίδιες καταστροφικές ιδιότητες με το παροιμιώδες τρίγωνο των Βερμούδων. Δεν πρόκειται για λογοπαίγνιο”.
Το άρθρο έχει γραφτεί αρκετές βδομάδες πριν -πολύ πριν την επανεκλογή του Ομπάμα και πολύ πριν πάρει τις σημερινές του διαστάσεις το σκάνδαλο της Λίστας Λαγκάρντ. Ωστόσο, αυτό δεν του αφαιρεί τίποτα από την επικαιρότητά του: “Ακόμα και οι πιο ιεροί θεσμοί”, γράφει, “έχουν βυθιστεί στα σκάνδαλα. Με ποιο κύρος να απαιτήσουν σεβασμό οι στρατηγοί του Πενταγώνου (λίγες μέρες πριν οι εργάτες του Σκαραμαγκά είχαν καταλάβει το υπουργείο Άμυνας) όταν κάθε βράδυ τα δελτία ειδήσεων μας πληροφορούν για τον χορό των εκατομμυρίων από τις μίζες για τα υποβρύχια ή τους πυραύλους, που κατέληγαν στις οφσόρ του Τσοχατζόπουλου;”
“Σε περιόδους κρίσης τα προβλήματα και οι αναζητήσεις του παρελθόντος αναδεικνύουν την επικαιρότητά τους” γράφει στο κείμενό του με τίτλο “Η Τέχνη στην εποχή της Κρίσης” ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ο εκδότης του Ένεκεν. Έτσι είναι. Διαβάστε το. Αξίζει.

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Περιεχόμενα τεύχους 25ού Αφιέρωμα στη Λέσβο


Η ΛΕΣΒΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ


Παναγιώτης Στυλ. Σκορδάς


 «... Η πρόσκληση του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ και ο εορτασμός των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Λέσβου ήταν μια αφορμή για να τιμήσουμε αυτή τη μεγάλη λογοτεχνική κληρονομιά, την ανεκτίμητη πολιτιστική μας περιουσία. Η Λέσβος των κορυφαίων λογοτεχνών του ζηλευτού παρελθόντος, αλλά και του ανθηρού παρόντος και του ελπιδοφόρου μέλλοντος. Τα γράμματα, η λογοτεχνία, η έρευνα, οι μελέτες, η συγγραφή εξακολουθούν να αποτελούν προτεραιότητες και επιλογές ζωής για τους Λέσβιους. Η μεγάλη βιβλιοπαραγωγή −πάνω από 100 βιβλία τον χρόνο δείχνουν οι σχετικές καταγραφές− αλλά και τα πολλά και καλά περιοδικά, οι ποιοτικές εφημερίδες, τα εκλεκτά συντοπίτικα έντυπα αποτελούν τρανές αποδείξεις μιας διαρκούς πνευματικής ανησυχίας που ψάχνει τρόπους να εκφραστεί και να κρυσταλλωθεί.
   Λέσβιοι λογοτέχνες διακρίνονται πανελλαδικά, κερδίζουν σημαντικά βραβεία, επαινούνται από τους κριτικούς και τους ειδικούς μελετητές.
Στο παρόν αφιέρωμα με τον τίτλο «Η Λέσβος της ψυχής μaς», που είχα την τιμή να επιμεληθώ, ζήτησα —και ανθολόγησα— από 25 λογοτέχνες αλλά και ιστορικούς, ερευνητές, ανθρώπους που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, περπάτησαν, αγάπησαν τον τόπο, εμπνεύστηκαν από αυτόν, συνδέθηκαν άρρηκτα με το νησί να γράψουν ένα κείμενο για τη δική τους Λέσβο. Ο κατάλογος, βέβαια, είναι ανεξάντλητος και σε καμιά περίπτωση ας μη θεωρηθεί η συγκεκριμένη επιλογή ούτε αντιπροσωπευτική ούτε αντικειμενική.
..»



Απόσπασμα από το κείμενο του Παναγιώτη Σ. Σκορδά, που επιμελήθηκε το αφιέρωμα του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. O Παναγιώτης Στυλ. Σκορδάς γεννήθηκε το 1967 στην Αγιάσο, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Πήρε τον τίτλο του διδάκτορα Νεοελληνικής Φιλολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα Διδακτορικής Διατριβής Το αφηγηματικό έργο του Αργύρη Εφταλιώτη. Από το 1992 υπηρετεί ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Την περίοδο 2006-2009 διετέλεσε Υπεύθυνος Πολιτιστικών Θεμάτων και Καλλιτεχνικών Αγώνων της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λέσβου. Μέλος του Συνδέσμου Φιλολόγων Λέσβου από το 1992, επιμελήθηκε 5 εκδόσεις του Συνδέσμου, το Σεμινάριο 37 της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, καθώς και άλλους 9 τόμους Λεσβιακού ενδιαφέροντος. Από το 1995 επιμελείται τις σελίδες βιβλίου της εφημερίδας Αιολικά Νέα (μέχρι το 2001) και του Εμπρός (από το 2002 μέχρι σήμερα). Με ανακοινώσεις του έχει πάρει μέρος σε πολλά συνέδρια, σεμινάρια και ημερίδες. Κείμενα και μελέτες του, φιλολογικού ενδιαφέροντος, δημοσιεύονται σε συλλογικούς τόμους και σε διάφορα περιοδικά. Βιβλιοκριτικές του έχουν δημοσιευτεί στις εφημερίδες Καθημερινή και Αυγή και στα περιοδικά Αντί, Θαλλώ, Περίπλους, Δρομολόγιο, Θέματα Λογοτεχνίας, Νέα Παιδεία, Εκπαιδευτικά, Φιλολογική και σε πολλές συντοπίτικες εκδόσεις. Είναι υπεύθυνος και επιμελητής του Λεσβιακού Ημερολογίου. Γράμματα-Τέχνες-Πολιτισμός (2011 και 2012).




Η έκδοση εικονογραφείται από αρχειακό φωτογραφικό υλικό που προέρχεται από τη συλλογή του Μάκη Μπεκιάρη. Ο Μάκης Μπεκιάρης γεννήθηκε τον Γενάρη του 1968 στη Μυτιλήνη, τόπο καταγωγής της μητέρας του, όπου και πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια. Στα εννιά του πηγαίνει στην Αθήνα και διαμένει έως το 1989. Φαντάρος ξαναβρίσκεται στη Μυτιλήνη και μένει για τα επόμενα πέντε χρόνια. Στο διάστημα αυτό εργάστηκε σε λογιστικό γραφείο, σε τοπική εφημερίδα, ενώ έκανε και
ραδιοφωνικές εκπομπές σε τοπικό σταθμό. Το 1994 επιστρέφει στην Αθήνα όπου και ζει εργαζόμενος σε μεγάλο χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Ασχολείται με τη συλλογή αρχειακού υλικού για τη Μυτιλήνη, ενώ είναι ο εμπνευστής και δημιουργός της ιστοσελίδας www.lesvosoldies.gr, μέσω της οποίας προβάλλει την πολιτιστική κληρονομιά της Μυτιλήνης κάνοντας αφιερώματα και διοργανώνοντας εκθέσεις.

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

 Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ αφιερωμένο στη λογοτεχνία της Λέσβου.

H απατηλή υπόσχεση της αγάπης, Πέτρος Θεοδωρίδης από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ

Το βιβλίο αποτυπώνει ένα μέρος της διανοητικής του πορείας του Πέτρου Θεοδωρίδη εδώ και μία δεκαετία περίπου. Όπως συμβαίνει πάντοτε, υπάρχουν συνέχειες και ασυνέχειες, νέες προβληματικές και εμπλουτισμός παλαιότερων θέσεων.
   Ευαίσθητος δέκτης της στροφής προς τα συναισθήματα που έχει συντελεστεί στο σύνολο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών τα τελευταία 10-15 χρόνια, συζητά για τη σημασία του έρωτα, της ντροπής, της ενοχής, του φόβου, της αγωνίας, του φθόνου και της μνησικακίας, του θυμού και της ζήλιας τόσο στον προσωπικό όσο και στον δημόσιο βίο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, λόγου χάριν, ότι αναφέρεται στην «αισθητική ουτοπία του έθνους» επικαλούμενος το συγκινησιακό φορτίο της εθνικής ταυτότητας, όπως και κάθε άλλης ταυτότητας βεβαίως. Ιδιαίτερο επίσης βάρος δίνει στις θυμικές παραμέτρους της ξενοφοβίας, του αντισημιτισμού, αλλά και του «κορεσμένου εαυτού» στο πλαίσιο της ύστερης νεωτερικότητας.
   Διαβάζοντάς τον, εντυπωσιάστηκα για άλλη μια φορά από την ευαισθησία του και τη δόκιμη άσκηση αυτογνωσίας στην οποία διακριτικά μας προσκαλεί. Το κείμενό του είναι απολαυστικό γιατί κινείται με άνεση σε ένα πεδίο κατάσπαρτο από επίκαιρα και σύνθετα θέματα χωρίς να δεσμεύεται από τις υποχρεωτικότητες των ακαδημαϊκών συμβάσεων στη γραφή και την ανάλυση. Έτσι, διάστικτο από ενέσεις ευαισθησίας «χωρίς όμως να παγιδεύεται στον συναισθηματισμό» το βιβλίο καθίσταται προσιτό και εύληπτο. Και όχι τυχαία καθώς ο Θεοδωρίδης είναι και ένας πολύ καλός δάσκαλος, εκτός από μάστορας της γραφής.



Νίκος Δεμερτζής
καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών







Η AΠATHΛH ΥΠOΣXEΣH  THΣ AΓAΠHΣ


«Η προσωπική μας ταυτότητα συνθέτει μία επιλεκτική αφήγηση: την ανασυνθέτει εκ των υστέρων ως αναδρομική βιογραφία. «Αυτό που ήταν πρωταρχικά χωρίς νόημα μόνο αργότερα, αναδρομικά, αποκτά νοηματική επίδραση»2. Γιατί η μνήμη σχεδόν πάντα είναι επιλεκτική, ως ανάμνηση που υψώνεται στο βάθρο ξεχασμένων πραγμάτων. Γιατί «δεν είναι οι αμετάβλητες εικόνες αυτές που εμπιστευόμαστε, αλλά κάποιες αναπλάσεις φανταστικές εικόνες: το παρελθόν αναπλασμένο έτσι ώστε να ταιριάζει στο παρόν»3. Σχεδόν η κάθε μνήμη είναι ανά-μνηση· ξανακοιτάζουμε τους εαυτούς μας κάθε φορά και διαλέγουμε από τον σωρό των βιωμάτων μας εκείνη την ενθύμηση που ξαναδίνει νόημα στην τωρινή ζωή μας.
   Η αίσθηση του εαυτού μας προϋποθέτει μια αφηγηματική ταυτότητα, ότι δηλαδή κάποιος είναι σε θέση να αφηγηθεί στον εαυτό του μια σχετικά συνεκτική ιστορία4. «Αποστολή της αφήγησης είναι να επιλέγει και είναι ίδιον της φύσης της να συμπεριλαμβάνει αποκλείοντας και να διαφωτίζει σκιάζοντας. Αν αφεθεί στην τύχη του, αν δεν φωτισθεί από τους προβολείς της αφήγησης, ο κόσμος δεν είναι ούτε τακτικός ούτε χαοτικός, ούτε καθαρός ούτε βρώμικος»5...




1. Μπλεζ Πασκάλ, Σκέψεις, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2000, παρ. 205, σελ. 81.
2. Slavoj Zizek. For they Know not what they do, Enjoyment as a Political Factor, εκδ. Verso, London-New York (1991) 1996, σελ. 202.
3. Ο Gerald Edelman ονομάζει αυτά τα φαινόμενα «το ενθυμούμενο παρόν». Αναφ. στο Peter P. Leaven,. A. Frederic, Το ξύπνημα της Τίγρης, θεραπεύοντας τις τραυματικές εμπειρίες, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σελ. 259.

4. Dylan Evans, Συναίσθημα, μτφρ. Βίλλυ Καραγκούνη, Oxford U. P., Το ΒΗΜΑ, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα (2001) 2006, σελ. 21.
5. Zygmunt Bauman, Σπαταλημένες ζωές, Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας, μτφρ. Μάρκος Καρασαρίνης, εκδ. Κατάρτι, Αθήνα 2005, σελ. 34, 35, 38.


Έχουν γράψει για το βιβλίο:

Ο Πέτρος Π. Θεοδωρίδης για τη λατρεία του εφήμερου στις σύγχρονες κοινωνίες

 


Πέτρος Θεοδωρίδης, Περί της απώθησης του έρωτα και του θανάτου

Πέτρος Θεοδωρίδης, Περί της απώθησης του έρωτα και του θανάτου

 Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012


η απατηλή υπόσχεση της αγάπης


Από το ακέραιο ντύναι του προφασιστικού μικροαστισμού, βρεθήκαμε στο ακέραιο γδύναι όσων αγαπήθηκαν κι ένωσαν σε-ένα σώματα και ψυχές. Κι έπειτα, από τις θλιβερές διαπιστώσεις του Reich και την κυκλοτερή στιχουργία της ηλιόπετρας του Paz, στη θλιμμένη πέτρα στον ήλιο του Beckett, όπου οι όρκοι της αγάπης ακούγονται απατηλοί. Αυτή η διαδρομή των δυο τελευταίων αναρτήσεων μας οδηγεί στην Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης, το νέο βιβλίο του Πέτρου Θεοδωρίδη. Στο τελευταίο ομώνυμο με το βιβλίο μέρος τού επίσης ομώνυμου πρώτο δοκιμίου του βιβλίου, ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι η αγάπη η ανοιχτή στον ξένο, τον διαφορετικό, αλλά και στους αποχωρισμούς μας, η αγάπη που πρότεινε η J. Kristeva, είναι σήμερα ανέφικτη:
Στην εποχή μας αντιμετωπίζουμε μία θεμελιώδη αντίφαση. Από τη μία έχουμε μιαν υλική πραγματικότητα παγκοσμιοποιημένη, περίπλοκη και διάχυτη. Από την άλλη μια φαντασιακή ανα-παράσταση αυτής της πραγματικότητας που την ανασυνθέτει νοσταλγικά, που προσπαθεί να εξαλείψει τα κενά, να την αναπλάσει ως ενιαία και μοναδική. Ανάμεσα στο τοπικό και στο παγκόσμιο, ανάμεσα στην ατομική ταυτότητα και στο τοπικό διεισδύει διαρκώς η παγκοσμιοποίηση. Είναι σήμερα πιο κοντά μου η τοπική μικρή μου κοινότητα ή η κοινότητα στο διαδίκτυο; Είναι κοντύτερα η τοπική με την εθνική κοινότητα ή μήπως είναι πια δυνατή μια απευθείας, αδιαμεσολάβητη σχέση με την παγκόσμια κοινωνία;

Απέναντι στο είδος αγάπης που αποδέχεται τον αποχωρισμό και τον ξένο αντιτάσσεται σήμερα μια ηθική αγάπης που σημαίνει εξάρτηση, συναισθήματα προσκόλλησης σ' ένα άλλο άτομο ή ομάδα με τέτοιο τρόπο που μας είναι πολύ δύσκολο να κάνουμε χωρίς αυτό. Η προσκόλληση - αγάπη αναδιπλώνεται στην εποχή μας και ως "κοινοτισμός" που μπορεί να προσδιορίζει, "τον εγκλεισμό των ατόμων σε μια ιδιαίτερη ομάδα σε βάρος της κοινής τους συνείδησης και των σχέσεων πέραν της ομάδας τους, με τα μέλη της ευρύτερης κοινωνίας" ως "μνησικακία ικανή να μετασχηματίζει την απώλεια νοήματος σε αναδίπλωση στον εαυτό" καθιστώντας την ομάδα "φυλή" που αποκτά συνοχή με την απόρριψη του εχθρού, ο οποίος είναι ικανός να παίρνει πολλές μορφές ή ως νεοεθνικισμός, μία νέα λατρεία του έθνους που χαρακτηρίζεται από διαστρέβλωση και αυθαιρεσία. 

Αγάπη των φυλών και του φυλετισμού. "Μόλις αποξηρανθεί η τεχνητή λίμνη της παγκοσμιότητας, τα περσινά βαλτοτόπια του τοπικισμού γυαλίζουν δελεαστικά σαν να ήταν τα φυσικά λιμάνια όσων έχουν ανάγκη να κολυμπήσουν με ασφάλεια". Ο φυλε-τισμός, που ως εκ θαύματος αναγεννήθηκε, στηρίζεται στην ευλογία της κοινότητας, στην επιδοκιμασία του ανήκειν, στη γεμάτη πάθος αναζήτηση της παράδοσης. "Με αυτή την έννοια τουλάχιστον η μακριά περιπλάνηση της νεωτερικότητας μάς έχει φέρει εκεί από όπου είχαν εκκινήσει οι προπάτορές μας. Ίσως οι κοινότητες, ζεστές και φιλόξενες, προσφέρουν αυτό που οι παγερές αφαιρέσεις απέτυχαν να μας δώσουν".

Η εποχή μας λέει: πίστευε στην Αγάπη ως δικτατορία των συναισθημάτων, ως κιτς Αγάπη. Ο Μίλαν Κούντερα μάς θυμίζει "στο Βασίλειο του κιτς επικρατεί η δικτατορία της καρδιάς. Πρέπει, φυσικά, τα συναισθήματα που υποκινούνται από το κιτς να μπορεί να τα συμμερίζεται η πλειοψηφία. Το κιτς κάνει να αναβλύζουν, το ένα μετά το άλλο, δυο δάκρυα συγκίνησης. Το πρώτο δάκρυ λέει: τι ωραία που είναι τα πιτσιρίκια που τρέχουν σ' ένα πάρκο! Το δεύτερο δάκρυ λέει: Τι ωραίο που είναι να συγκινείσαι, μαζί με ολόκληρη την ανθρωπότητα, βλέποντας τα πιτσιρίκια να τρέχουν σ' ένα πάρκο! Μόνο το δεύτερο αυτό δάκρυ κάνει το κιτς να είναι κιτς. Η αδελφοσύνη όλων των ανθρώπων ουδέποτε θα μπορέσει να βασισθεί πουθενά αλλού, παρά μόνο στο κιτς".

Τι λέει στον Άλλον - στον καθένα από εμάς, τον κάθε άλλο - η απάντηση της αγάπης που εκκρίνει η αγωγία; Λέει: "Είμαι αυτό που σου λείπει. Με την αφοσίωσή μου σε σένα, με τη θυσία μου για σένα, θα σε γεμίσω, θα σε ολοκληρώσω". Η κίνηση της αγάπης είναι διπλή: το υποκείμενο συμπληρώνει τη δική του έλλειψη προσφέροντας τον εαυτό του στον Άλλον. "Η εξαπάτηση που ενέχει η αγάπη συνίσταται στην ιδέα ότι αυτή η αλληλοεπικάλυψη δύο ελλείψεων ακυρώνει την έλλειψη ως τέτοια σε μιαν αμοιβαία πλήρωση". Γιατί η αγάπη ενέχει μια φαντασιακή αμοιβαιότητα μεταξύ του "να αγαπάς" και να "αγαπιέσαι" συνιστά τον απατηλό χαρακτήρα της αγάπης. Η αγάπη, κατά τον Λακάν, εξαπατά. Εξαπατά επειδή το να αγαπά κανείς σημαίνει "να δίνει κανείς εκείνο που δεν έχει". Η αγάπη δεν στοχεύει εκείνο που διαθέτει το αντικείμενο της αγάπης, αλλά εκείνο που του λείπει. Καταλαμβάνει τη θέση της έλλειψης του Άλλου, το τίποτε  πέρα από αυτόν. "Σ' αγαπώ, λέει το υποκείμενο στον Άλλο, αλλά επειδή ανεξήγητα αγαπώ σε σένα κάτι περισσότερο από σένα - το αντικείμενο μικρό α - σε ακρωτηριάζω". 

Ας πιάσουμε λίγο το νήμα του Λακάν εκεί που το άφησε ο Π. Θεοδωρίδης. Τι είναι αυτός ο ακρωτηριασμός; Συνεχίζει ο Λακάν, και σκατολογεί κι εδώ:
Αυτό είναι το νόημα του συμπλέγματος του μαστού, του στήθους, αυτό το mammal-complex, που ο Bergler βλέπει καλά τη σχέση του με τη στοματική παρόρμηση, ε τη μικρή διαφορά ότι η περί ης ο λόγος στοματικότητα δεν έχει απολύτως τίποτε να κάνει με την τροφή, και ότι όλος ο τόνος της βρίσκεται σ' αυτό το φαινόμενο του ακρωτηριασμού. 
Σου δίνομαι, λέει ακόμη ο πάσχων, αλλά αυτή η δωρεά του προσώπου μου - όπως λέει ο άλλος - μυστήριο! αλλάζει ανεξήγητα σε δώρο ενός σκατού - όρος επίσης ουσιαστικός της εμπειρίας μας. 
Όταν έχει επιτευχθεί αυτή η στροφή, στο τέρμα της ερμηνευτικής διευκρίνησης, τότε αναδρομικά κατανοείται αυτός ο ίλιγγος, παραδείγματος χάρη, της λευκής σελίδας, που σε κάποιο πρόσωπο, προικισμένο αλλά κολλημένο στο όριο της ψύχωσης, είναι κάθε πρόσβαση στον Άλλον. Αυτή η λευκή σελίδα όπου σταματούν οι απερίγραπτες διανοητικές διαχύσεις του, αν κυριολεκτικά δεν μπορεί να την αγγίξει, είναι γιατί δεν μπορεί να τη διανοηθεί παρά σαν ένα χαρτί του καμπινέ. 

αυτό το άλφα το μικρό το μέγα
γδείναι ή ντείναι θα σου πει ταμάμ σημαίνον
από το άλφα το μικρό μέχρι το ωμέγα
ό,τι δεν έχω στο χαρίζω μετ' επαίνων