Powered By Blogger

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY, Michael Löwy-Robert Sayre


Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις-προσεγγίσεις στο κλασικό μυθιστόρημα του  είναι το δοκίμιο των Michael Löwy και Robert Sayre, που δημοσιεύεται στο 26ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, εκτενή αποσπάσματα από το οποίο ακολουθούν. Ο Robert Sayre κατάγεται από τις ΗΠΑ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Columbia και δίδαξε στο Harvard πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία. Σήμερα είναι επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Est Marne-la-Vallée. Με τον Michaël Löwy έχουν συγγράψει τα Solitude in Society: A Sociological Study in French Literature, Cambridge, Mass., Harvard UP, 1978, Révolte et mélancolie: le romantisme à contre-courant de la modernité, Paris, Payot, 1992 (που μεταφράστηκε στην πορτογαλική, ισπανική, ελληνική, τουρκική), L’ Insurrection des Misérables: romantisme et révolution en juin 1832, Paris, Minard, «Archives des Lettres Modernes», 1992, Romanticism against the Tide of Modernity, traduction révisée et augmentée de Révolte et mélancolie, Durham et Londres, Duke UP, 2001 La Modernité et son autre: récits de la rencontre avec l’Indien en Amérique du Nord au XVIIIe siècle, Bécherel, Éditions Les Perséides, 2008, Esprits de feu: figures du romantisme anti-capitaliste, Paris, Éditions du Sandre, 2010. O Michael Löwy είναι φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, μαρξιστής διανοούμενος και πολιτικός. Να θυμίσουμε επίσης ότι Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896–1940) αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης «χαμένης γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.


 ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY

των Michael Löwy, Robert Sayre


Σε μια από τη πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του για τη λογοτεχνία ο Μαρξ υποστηρίζει ότι κάποιος θα μπορούσε να έχει καλύτερη γνώση για την κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας της εποχής του διαβάζοντας ορισμένους μυθιστοριογράφους παρά μελετώντας όλες τις τρέχουσες αναλύσεις αναφορικά με το θέμα. Για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου η λογοτεχνία προσφέρει πρόσβαση στη γνώση της κοινωνίας. Μπορεί να λειτουργήσει ως γνωστικό πεδίο σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοινωνικές επιστήμες, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγαλύτερη οξυδέρκεια από ό, τι ορισμένα έργα των επιστημών αυτών. Η διατύπωση αυτή είναι αναμφισβήτητα ορθή, είναι ωστόσο εξίσου σημαντικό να επισημάνουμε ότι τόσο η λογοτεχνία όσο και οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν βαθύτατα διαφοροποιημένες ειδικές μορφές γνώσης. Όπως επέμενε συχνά ο κοινωνιολόγος της λογοτεχνίας Lucien Goldmann, η θεωρία διατυπώνει έννοιες, αναλύσεις και νόμους λειτουργίας, ενώ τα λογοτεχνικά έργα ζωντανεύουν πρόσωπα και χαρακτήρες σε καταστάσεις. Ενώ η πρώτη ακολουθεί τη λογική του επιστημονικού ορθολογισμού, η λογοτεχνία ακολουθεί τον δρόμο της φαντασίας και έτσι δημιουργεί ένα μοναδικό γνωστικό γεγονός που φωτίζει, εκ των έσω μπορούμε να πούμε, τις διαδρομές και τις μορφές της κοινωνικής πραγματικότητας. Aυτό συνεπάγεται σαφώς μιαν επιθυμητή και δημιουργική συμπληρωματικότητα των δύο μορφών γνώσης.
   Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την πρόταση αυτή εξετάζοντας πώς το περίφημο μυθιστόρημα του Francis Scott Fitzgerald The Great Gatsby (1925)1 μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση δύο κρίσιμων φαινομένων της σύγχρονης κοινωνίας –την πραγμοποίηση και την «επιδεικτική κατανάλωση»–, φαινόμενα που είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους και ταυτόχρονα σχετικά διακριτά. Θα υπογραμμίσουμε τα κύρια σημεία αυτού του sui generis τρόπου γνώσης των φαινομένων –τρόπο που αρθρώνεται αποκλειστικά με λογοτεχνικά μέσα. Θα πρέπει καταρχήν να σημειώσουμε εδώ ότι ο συγγραφέας του Υπέροχου Γκάτσμπυ βρισκόταν σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση για να συλλάβει τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα στην εποχή του. Το πρώτο μυθιστόρημά του This Side of Paradise (1920) τον έκανε αμέσως διάσημο και... πολύ πλούσιο. Αυτό του επέτρεψε να ζήσει μια πολυτελή ζωή και να συχνάζει στους κοσμικούς κύκλους των αργόσχολων. Έγινε έτσι μάρτυρας των πλέον ακραίων μορφών επιδεικτικής κατανάλωσης της «τρελής δεκαετίας» του ’20. Ο πολυτελής τρόπος διαβίωσής του –παρ’ όλο που γρήγορα θα τον βυθίσει στα χρέη– θα τον κάνει να ανακαλύψει την άλλη όψη του «αμερικανικού ονείρου». Και παρ’ όλο που εν μέρει γοητεύεται από την εκθαμβωτική γοητεία του μεγάλου πλούτου, ο Φιτζέραλντ θα παραμείνει οξυδερκής και αυστηρός κριτής της αμερικανικής κοινωνίας στο σύνολό της, ειδικά καθώς παρατηρεί την υποβάθμιση των ανθρώπινων αξιών που επιβάλλει στις Ηνωμένες Πολιτείες η κυριαρχία του χρήματος.
   Θα πρέπει ίσως να υπενθυμίσουμε σε γενικές γραμμές την αφηγηματική πλοκή του Υπέροχου Γκάτσμπυ. Η κυρίως δράση εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1922 και ο αφηγητής, ο Nick Carraway, συμμετέχει στα γεγονότα. Καταγόμενος από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες, μετακομίζει στο West Egg –ένα προάστιο των νεόπλουτων στο Long Island– όπου έχει γείτονά του τον Jay Gatsby. Ο τελευταίος, το παρελθόν του οποίου αποτελεί μυστήριο, ζει σε μια τεράστια έπαυλη, όπου οργανώνει τακτικά πάρτι πολυτέλειας και χλιδής. Ο Nικ είναι ο εξάδελφος της Daisy Buchanan, η οποία ζει με τον σύζυγό της στην άλλη πλευρά του κόλπου, στο East Egg, όπου μένουν τα «παλιά τζάκια» με τις μεγάλες περιουσίες. Κατά την εξέλιξη της υπόθεσης αποκαλύπτονται ορισμένα στοιχεία αναφορικά με το παρελθόν του Γκάτσμπυ: στη διάρκεια του πολέμου φλέρταρε την Νταίζη και αγόρασε την έπαυλή του για να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά της· ο Γκάτσμπυ, που κατάγεται από οικογένεια φτωχών αγροτών, γίνεται σαφές ότι απέκτησε την περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα το λαθρεμπόριο ποτών, και για τη δραστηριότητά του αυτή δείχνει ικανός για τα πάντα, ακόμη και τον φόνο. Ο Γκάτσμπυ ξαναβρίσκει την Νταίζη. Ο άντρας της, ο Τομ, άνθρωπος βίαιος και υποκριτής, έχει ερωμένη τη Myrtle, τη σύζυγο του George Wilson, ενός φτωχού ιδιοκτήτη γκαράζ. Το έργο εκτυλίσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες αυτούς. Η Νταίζη θα σκοτώσει σε ατύχημα τη Μυρτλ, οδηγώντας το αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ. Σε μια πράξη αντεκδίκησης και κάνοντας μια λανθασμένη ταυτοποίηση, ο σύζυγος του θύματος θα σκοτώσει τον Γκάτσμπυ.

Πραγμοποίηση
ή η μαγεία του φετιχισμού του εμπορεύματος

Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι η θεμελιώδης αρχή που ορίζει το σύ-μπαν του μυθιστορήματος είναι η πραγμοποίηση με την έννοια που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Λούκατς. Στον Υπέροχο Γκάτσμπυ το χρήμα διεισδύει παντού, μετατρέποντας το ανθρώπινο πεδίο σε Έρημη χώρα, για να δανειστούμε τον τίτλο από το ποίημα του T. S. Eliot (1922) που αποτέλεσε κύρια πηγή έμπνευσης για τον Φιτζέραλντ. Στην αναπαράσταση της ανθρώπινης καταστροφής που προκαλεί η πραγμοποίηση, το έργο είναι αυθεντικό από πολλές πλευρές. Καταρχήν ο πρωταγωνιστής του, ο Γκάτσμπυ, αποκαλύπτεται ως κάποιος για τον οποίο τα πιο αγνά αισθήματα –η αγάπη και το όνειρο για τις ανθρώπινες δυνατότητες– είναι διαποτισμένα και βαθύτατα διεφθαρμένα από την εμμονή του χρήματος. Σπάνια καταδεικνύεται πώς η πραγμοποίηση εισβάλλει ακόμη και σε πεδία της ζωής που βρίσκονται στον αντίποδα της ανταλλακτικής αξίας. Ταυτόχρονα όμως –και στο σημείο αυτό γίνεται πιο πρωτότυπο– το μυθιστόρημα μεταφέρει στη δομή του την εμπειρία της πραγμοποίησης, καθιστώντας έκδηλη την ψευδαισθητική, μαγική του γοητεία, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ίδια της την ουσία. Η μεταφορά που χρησιμοποιεί ειρωνικά ο Μαρξ στην ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος είναι αυτή του υπερφυσικού και του μαγικού, και ο Υπέροχος Γκάτσμπυ ενσαρκώνει αυτή την ιδιαίτερα αμφίσημη και απατηλή του μαγεία.
   H αναπαράσταση του φαινομένου της πραγμοποίησης στο μυθιστόρημα είναι τόσο διεξοδική όσο και συστηματική. Από τη μια αγγίζει κάθε γωνιά του μυθιστορηματικού κόσμου, ενώ από την άλλη τα τεχνάσματα και το βάθος της διεισδυτικής του γραφής εφαρμόζονται κυρίως στους κεντρικούς πρωταγωνιστές, στον αφηγητή Nικ αλλά και στον ίδιο τον Γκάτσμπυ. Εάν εξετάσουμε τη γεωγραφία του κόσμου αυτού, μπορούμε να δούμε ότι αρθρώνεται γύρω από δύο αντιθέσεις που ανταποκρίνονται σε συμβατικές κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Πρόκειται για τις Ανατολικές και τις Δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, που συχνά θεωρούνται αντίθετοι πόλοι· στην πρώτη επικρατούν σταθερές πολιτιστικές αξίες, ενώ η δεύτερη είναι ο χώρος κυριαρχίας της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης και της πρωτόγονης συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο βιβλίο η γεωγραφία αυτή μεταφέρεται στις περιοχές Εast Egg και West Egg, όπου ζουν αντίστοιχα από τη μια τα «παλιά τζάκια» και από την άλλη οι νεόπλουτοι. Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ, ωστόσο, αποσταθεροποιεί τις ισορροπίες αυτές καταδεικνύοντας ότι μπροστά στο χρήμα οι αντιθέσεις αυτές εκλείπουν. Στο βιβλίο οι Tομ, Νταίζη και Νικ, όλοι τους από εύπορες οικογένειες, προέρχονται από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες· κι όλα όσα ξέρουμε για τις οικογένειες αυτές φανερώνουν τη μεγάλη σημασία που παίζει το χρήμα, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε άλλη πολιτισμική αξία. Επιπλέον, από τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος απομυθοποιείται η «αριστοκρατική» αύρα της οικογένειας του Nικ. Αποκαλύπτεται ότι πριν από τρεις γενιές η οικογένειά του έκανε χονδρεμπόριο σιδερικών. Τα «παλιά τζάκια» του σήμερα είναι οι χθεσινοί νεόπλουτοι........


Επιδεικτική κατανάλωση

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές στον Υπέροχο Γκάτσμπυ είναι η δραματική αναπαράσταση του φαινομένου της επιδεικτικής κατανάλωσης ως χαρακτηριστικής έκφρασης της πραγμοποίησης του τρόπου ζωής των αργόσχολων τάξεων. Παρ’ όλο που οι εκδηλώσεις της τελευταίας δεν είναι το άμεσο προϊόν της πρώτης, η συνάφεια και η σύμπλευσή τους είναι αναμφισβήτητες. Μπορούμε σε έναν βαθμό να θεωρήσουμε την επιδεικτική κατανάλωση ως μια μορφή πραγμοποίησης σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία. Εδώ βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με την κυριαρχία των «πραγμάτων» επί του κοινωνικού υποκειμένου και την υποβάθμιση-πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσων. Για να καταδείξουμε καλύτερα την αυθεντικότητα και τη γνωστική δύναμη του μυθιστορήματος του Φιτζέραλντ, θα το συγκρίνουμε με το πολύ γνωστό βιβλίο του κοινωνιολόγου και οικονομολόγου Thorstein Veblen, The Theory of the Leisure Class2. Η διασταύρωση αυτή είναι εφικτή γιατί και τα δύο έργα παρατηρούν τα ίδια φαινόμενα: τα ήθη, το λάιφ στάιλ, την κουλτούρα –με την ανθρωπολογική έννοια– των αργόσχολων τάξεων, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Και τα δύο έργα μοιράζονται μια κριτική θεώρηση –γεμάτη ειρωνεία και σαρκασμό– για την ψεύτικη και «υπέροχη» λάμψη, τη θορυβώδη και αστραφτερή πολυτέλεια των παρασιτικών και αρπακτικών κοινωνικών ελίτ. Δεν γνωρίζουμε αν ο Φιτζέραλντ είχε διαβάσει το βιβλίο του Βέμπλεν. Εν πάσει περιπτώσει η κύρια έμπνευσή του δεν προέρχεται από κάποια θεωρία αλλά από την προσωπική του εμπειρία. Κι ως «ειδικός παρατηρητής», ταυτόχρονα από μέσα κι από έξω, με κριτική ματιά αλλά και γοητευμένος από την αργόσχολη τάξη της Αμερικής, ο μυθιστοριογράφος μάς προσφέρει κάτι μοναδικό, το οποίο επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει η βεμπλεριανή θεωρία.
   Υπό την οπική αυτή ας θεωρήσουμε το ζήτημα της επιδεικτικής κατανάλωσης, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο Η θεωρία της αργόσχολης τάξης. Για τον Βέμπλεν ο όρος περιγράφει τη μη-παραγωγική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών ως ένδειξη των οικονομικών δυνατοτήτων που παρέχει η αργόσχολη ζωή (σ. 46). Πρόκειται για τη διαρκή επίδειξη του υπερφίαλου και του άχρηστου, και την έμμονη επίδειξη χρήματος, έτσι ώστε «η υπογραφή κάποιου με οικονομική ισχύ να είναι γραμμένη με τέτοιους χαρακτήρες που να μπορεί να τη διαβάσει κάποιος που τρέχει» (σ. 72). Στο μυθιστόρημα η ανάγκη για επίδειξη του πλούτου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στη συμπεριφορά του Γκάτσμπυ, του νεόπλουτου που ξεπήδησε «από το τίποτα, κατευθείαν από τον βούρκο» (σ. 214) με τη βοήθεια του Εβραίου σπεκουλαδόρου και απατεώνα Γούλφσιμ. Ο Γκάτσμπυ πρέπει να το παρακάνει, να υπερβάλλει σε σπατάλη και να ξοδεύει περισσότερο για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνιστή του Τομ Μπιουκάναν, κληρονόμο μιας μεγάλης περιουσίας. Το «τερατώδες» αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ «γεμάτο καπελοθήκες και ντουλαπάκια με φαγητά και εργαλειοθήκες», «με έναν λαβύρινθο από παρμπρίζ που αντανακλούσαν μια δεκάδα ήλιους» (σ. 92), είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιδεικτικής υπερβολής. Το ίδιο συνέβαινε και με την έπαυλη, «πράγμα κολοσσιαίο από κάθε άποψη» (σ. 26), «απομίμηση κάποιου δημαρχείου της Νορμανδίας» με τον πύργο του, τον τεράστιο κήπο και τη μαρμάρινη πισίνα του, ή με τις πολυτελείς κοινωνικές δεξιώσεις, οι καλεσμένοι των οποίων «είχαν την εναγώνια επίγνωση του εύκολου χρήματος» (σ. 67).
...........................

Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΚΑΤΣΜΠΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ Δήμητρα Κυρίλλου

Σε μια ομιλία του στις αρχές του 2012 ο οικονομολόγος Alan Krueger, επικεφαλής των συμβούλων του οικονομικού επιτελείου του Μπαράκ Ομπάμα, παρουσίασε την «καμπύλη Great Gatsby», μια γραφική συνάρτηση η οποία εκφράζει την ταξική/κοινωνική κινητικότητα ως συνάρτηση της οικονομικής ανισότητας μιας χώρας. Σύμφωνα με την «καμπύλη Γκάτσμπυ», σε κοινωνίες με μεγάλες ανισότητες η δυνατότητα ενός πολίτη για κοινωνική ανέλιξη είναι πολύ περιορισμένη. Ο Κρούγκερ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ είναι σήμερα μία από αυτές τις κοινωνίες και μάλιστα με γοργές τάσεις για ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, και συνακόλουθα με τον περιορισμό της κινητικότητας ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα. Μπορεί η διαπίστωση να μη διεκδικεί κάποια πρωτοτυπία, αυτό που είναι όμως αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι σύγχρονοι οικονομολόγοι αναφέρονται στο κλασικό αριστούργημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ για να αναλύσουν την κοινωνική ανισότητα και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις τάξεις σήμερα.
   Ο Yπέροχος Γκάτσμπυ δεν χρειάζεται συστάσεις. Γράφτηκε το 1922 και τελικά κυκλοφόρησε το 1925. Ήταν η τρίτη στη σειρά νουβέλα του Σκοτ Φιτζέραλντ και η θέση της στην εξέλιξη αυτού που ονομάστηκε αμερικανική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα είναι τεράστια, όπως και ο ρόλος του συγγραφέα της. Έμεινε στην ιστορία ως ο συγγραφέας της «εποχής της τζαζ», όπως ονόμαζε ο ίδιος το πρώτο μισό του Μεσοπολέμου (1920-30), γνωστή και ως «roaring twenties» ή με τα δικά του λόγια «το πολυτελέστερο όργιο της ιστορίας». Τι έκανε την περίοδο αυτή τόσο οργιώδη; Ο μεγάλος πόλεμος είχε τελειώσει, οι ΗΠΑ έβγαιναν αναβαθμισμένες στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, τα χρηματιστήρια βρίσκονταν σε διαρκή ανοδική πορεία και οι προοπτικές για τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα προοιωνίζονταν λαμπρές. Η τζαζ καθιερώθηκε στη μουσική σκηνή γιατί ακριβώς εξέφραζε τη δυναμική της περιόδου, μια εύρωστη, μοντέρνα, γοργά εκβιομηχανιζόμενη εποχή με πυρήνα τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στις 16 Ιανουαρίου 1920 ξεκίνησε η ποτοαπογόρευση, όμως το αλκοόλ έρρεε άφθονο ημιπαράνομα καθόλη τη διάρκεια των 13 χρόνων που κράτησε, καθιστώντας το λαθρεμπόριο ποτών –το bootlegging– μια εξαιρετικά επικερδή ενασχόληση. Αρκετά από τα «νέα τζάκια» της εποχής ξεκίνησαν την καριέρα τους και καθιερώθηκαν από αυτή την ευγενή δραστηριότητα.
  Ο Francis Scott Key Fitzgerald, γόνος ξεπεσμένης μεσοαστικής οικογένειας από τη μεσοδυτική Μινεσσότα μεγάλωσε σε επαφή με τη λάμψη της αμερικανικής αστικής τάξης και με φανερό αίσθημα κατωτερότητας προς τους «flappers», τους λαμπερούς νεοσσούς της εποχής του που πρωταγωνιστούν στα δύο πρώτα βιβλία του και σε πολυάριθμα διηγήματα που δημοσίευσε στον περιοδικό και εξειδικευμένο λογοτεχνικό τύπο. Χάρη στην επιτυχία της πρώτης του νουβέλας διέφυγε τη μιζέρια του υπαλλήλου διαφημιστικής εταιρίας, έπεισε την αγαπημένη του Ζέλντα –το «χρυσό κορίτσι»– να τον παντρευτεί για να ζήσουν μια ζωή αντάξια της «εποχής της τζαζ». Πράγματι το ζευγάρι κινήθηκε μεταξύ Νέας Υόρκης, Παρισιού και Γαλλικής Ριβιέρας, ανάμεσα στις διασημότητες της διανόησης και υιοθετώντας ένα lifestyle που, για να το συντηρεί ο Φιτζέραλντ, χρειάστηκε μόνιμα να δανείζεται και να «εκπορνεύει», όπως ο ίδιος έλεγε, το συγγραφικό ταλέντο του. Η ψυχική κατάρρευση της Ζέλντα και η οικονομική κρίση του ’30 τον οδήγησαν στο Χόλιγουντ να γράφει φτηνά σενάρια για την MGM.
Ο Φιτζέραλντ λοιπόν γνώρισε από μέσα, απ’ έξω κι ανακατωτά θα λέγαμε, την ανάδυση του αμερικανικού ονείρου, αλλά και την πτώση του. Και είναι προς τιμήν του ότι παρ’ όλο που κατανάλωσε –επιδεικτικά και μη– τις απολαύσεις που προσέφερε αυτός ο τρόπος ζωής, εξελίχθηκε σε σκληρό επικριτή της λαμπερής ματαιοδοξίας του ονείρου, με τρόπο όχι καταγγελτικό αλλά βαθύ, σκοτεινό, πολυεπίπεδο και ίσως γι’αυτό διαχρονικό. Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ είναι καρπός αυτής της συνειδητής μεταστροφής, και να σκεφτεί κανείς ότι γράφτηκε το 1922, όταν η εποχή της τζαζ μεσουρανούσε.
   Η πλοκή του Υπέροχου Γκάτσμπυ ξετυλίγεται στη Νέα Υόρκη και τα περίχωρά της ως το Long Island και είναι δοσμένη από τη σκοπιά του αφηγητή Nick Carraway, ο οποίος κινείται εντός και εκτός της ιστορίας και αποτελεί το κλειδί στην αφήγηση των γεγονότων. Ο Νικ, ταπεινής καταγωγής απόφοιτος του Yale, μετακομίζει στο Long Island για να εργαστεί στο χρηματιστήριο και σκανδαλίζεται από τα ξέφρενα  σαββατιάτικα πάρτι του εκκεντρικού και μυστηριώδους γείτονά του, Jay Gatsby. Ο τελευταίος, αφού επιδιώξει τη γνωριμία τους, του ζητά να μεσολαβήσει για να προσεγγίσει την ξαδέλφη του Νικ, Daisy, την οποία είχε ερωτευτεί παράφορα πριν τον πόλεμο αλλά έχει στο μεταξύ κάνει έναν πλούσιο γάμο με τον Tom Buchanan και μένει στο απέναντι πολυτελές νησί, μαζί με τα «μεγάλα τζάκια» της ανατολικής ακτής. Ο Γκάτσμπυ είναι πάμπλουτος αλλά νεόκοπος και η πηγή του πλουτισμού του εικάζεται σε παράνομες δραστηριότητες και στον κακόφημο συνεργάτη του, Meyer Wolfshiem. Ο άντρας της Νταίζη, ο μεγαλομανής Τομ, όταν δεν πολιτικολογεί υπέρ του φυλετικού διαχωρισμού, διασκεδάζει στη Νέα Υόρκη μαζί με την ερωμένη του, Myrtle. Η Μυρτλ έχει με τον άντρα της George ένα συνεργείο αυτοκινήτων στην κοιλάδα της Τέφρας, την περιοχή που χωρίζει το Λονγκ Άιλαντ από τη Νέα Υόρκη. Ο Νικ εντυπωσιασμένος καταδύεται στον κόσμο των αστών της ανατολικής ακτής, έναν κόσμο λάμψης και χλιδής, πολύ πέρα από την ως τότε καθημερινότητα και τα βαλάντιά του. Θα κάνει πλάτες στον Γκάτσμπυ, που τελικά ξανακατακτά την Νταίζη ενώ ο ίδιος φλερτάρει τη φίλη του ζευγαριού, Τζόρνταν. Η κρίση θα ξεσπάσει σύντομα, με τραγική παράπλευρη απώλεια τη ζωή της Μυρτλ. Ο σύζυγός της θα εκδικηθεί σκοτώνοντας από πλάνη τον Γκάτσμπυ, ενώ οι θύτες, το ζεύγος Μπιουκάναν συμφιλιώνεται και συνεχίζει τη λαμπερή ζωή του όπως πριν...

Απόσπασμα από κείμενο της Δήμητρας Κυρίλλου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 26ο.

Κυριακή 19 Μαΐου 2013



Από τη συζήτηση του Tούρκου συγγραφέα Yigit BENER και του συγγραφέα και ψυχαναλυτή Γιάννη ΒΑÏΤΣΑΡΑ, με «Ακούω όπως αγαπώ. Από τη μια γλώσσα στην άλλη, το ρήμα παραμένει σημαίνον » που διοργάνωσε το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ στα πλαίσια 10ης Διεθνούς Εκθεσης Βιβλίου. Την εκδήλωση πλαισίωσε με τη μουσική του ο Γκιγιόμ Σαρποτιέ που έαπιξε αποσπάσματα από το μουσικό του έργο Anacosmos, συνοδεία του μαθητή του Παναγιώτη Αναστασιάδη.

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013



Για το βιβλίο της Κατερίνας Μόντη Η Κατάθεση από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ

Εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ στον κόσμο

Mεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στην Αλβανία το μυθιστόρημα του Παύλου Τούλα Το μεγάλο όνειρο που κυκλοφόρησε το 2011 από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. Η κυκλοφορία του βιβλιου απασχόλησε τον αλβανικό τύπο με σημαντικά δημοσιεύματα καθώς στο λογοτεχνικό έργο του συγγραφέα και εκπαιδευτικού Παύλου Τούλα καταγράφονται τα πάθη των μεταναστών από τη γειτονική χώρα και οι αγώνες τους να επιβιώσουν στην ελληνική κοινωνία. Το βιβλίο του Τούλα είναι μια ματιά συμπόνιας και ανθρωπισμού και διατηρεί όλη τoυ την επικαιρότητά του σε μια εποχή όπως η σημερινή όπου η σφορδρότητα της οικονομικής κρίσης και η συνακόλουθη ταξική υποβάθμιση  των μεσαίων, κυρίως, στρωμ

άτων σπρώχνει τα πιο καθυστερημένα, ιδεοληπτικά  και αμόρφωτα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας στον πειρασμό του ρατσισμού και της μισαλλοδοξίας.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

Η Coca Cola και ο στόλος των απεργοσπαστών.









Η συντυχία: Στο πιο πρόσφατο κείμενό μας που αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο (τις δύο τελευταίες ημέρες) προβήκαμε σε ορισμένες διαπιστώσεις αναφορικώς με το λόγο και τα «επιχειρήματα» των διευθυντικών στελεχών των πολυεθνικών εταιριών. Και πιο συγκεκριμένα αναφερθήκαμε  στην ομοιότητα της επιχειρηματολογίας του Έλληνα διευθυντή της καναδικής μεταλλευτικής εταιρίας, η οποία θέλει να δραστηριοποιηθεί στην ορεινή Χαλκιδική, με εκείνη των αντιστοίχων υψηλόβαθμων στελεχών της πολυεθνικής Coca Cola.  [Βλ. το κείμενο: Όμηρος Ταχμαζίδης: Η «κοινωνική προσφορά» και τα αντίδωρα της καταστροφής και γενικότερα για την πολυεθνική Coca Cola  τα άρθρα στο Διαδίκτυο: Όμηρος Ταχμαζίδης: Η Coca Cola και η χορηγία της υποκρισίας, Όμηρος Ταχμαζίδης: Η κυνική ευαισθησία της Coca Cola]
Και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις… η πολυεθνική εταιρία έκανε πάλι με δυσάρεστο τρόπο αισθητή την παρουσία της: απέλυσε δύο εργαζόμενους, διότι το πρόγραμμα των «εθελούσιων εξόδων» το οποίο είχε εκπονήσει και είχε θέσει σε εφαρμογή έφθασε στα όριά του – οι εναπομείναντες εργαζόμενοι αρνούνταν να πάρουν αποζημιώσεις και να εγκαταλείψουν «οικειοθελώς» την εργασία τους.
Η κατάσταση: Οι εργαζόμενοι απάντησαν στις απολύσεις ανακοινώνοντας απεργιακές κινητοποιήσεις για την επόμενη εβδομάδα, αλλά η πολυεθνική προφανώς προετοιμασμένη από καιρό προσπάθησε να τους αιφνιδιάσει, εφόσον σήμερα (Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013) αργά το μεσημέρι ενεργοποίησε απεργοσπαστικό μηχανισμό από περίπου 20 νταλίκες με σκοπό να μεταφέρει τα προϊόντα από τους χώρους του εργοστασίου της Θεσσαλονίκης σε άλλες αποθήκες. Σημειωτέον ότι μεσολαβεί  τριήμερο αργιών και έτσι το εργοστάσιο θα παρέμενε  με τις απεργιακές κινητοποιήσεις ουσιαστικώς κλειστό για πάνω από δέκα ημέρες.
Οι εργαζόμενοι συνήλθαν σε έκτακτη γενική συνέλευση νωρίς το απόγευμα και κήρυξαν  4ωρη στάση εργασίας για σήμερα από τις 4.30 έως τις 8.30 μ.μ. και κάλεσαν την εταιρία να αποσύρει το στόλο των απεργοσπαστών και να ανακαλέσει άμεσα τις απολύσεις των συναδέλφων τους.
Αυτή τη στιγμή η  κατάσταση είναι ιδιαίτερα τεταμένη μπροστά στο χώρο του εργοστασίου της Θεσσαλονίκης. Οι εργαζόμενοι είναι οργισμένοι, όχι μόνο λόγω της εμφάνισης των απεργοσπαστών αλλά και εξ αιτίας του γεγονότος ότι χθες ο ένας από τους δύο απολυμένους συναδέλφους τους (πατέρας δύο παιδιών), παρουσίασε μετά την ανακοίνωση της απόλυσης  προβλήματα υγείας  και διακομίσθηκε εσπευσμένα στο καρδιολογικό τμήμα του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, όπου και νοσηλεύεται έως αυτή τη στιγμή.
Οι απεργίες: Στο μεταξύ οι εξώδικες δηλώσεις-διαμαρτυρίας των Συνδικάτων του χώρου έχουν σταλεί και το εργοστάσιο της Coca Cola  στην Θεσσαλονίκη θα παραμείνει κλειστό την ερχόμενη εβδομάδα. Όλα δείχνουν ότι η πολυεθνική εταιρία έχει επιλέξει το ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τα σωματεία του χώρου εκμεταλλευόμενη τη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στην χώρα. Σημειωτέον ότι η Coca Cola στο παρελθόν υποχρεώθηκε να επαναπροσλάβει απολυμένους εργαζόμενους, μετά από πολυήμερους απεργιακούς αγώνες των συναδέλφων τους: στα γραφεία της πολυεθνικής τα παλαιότερα στελέχη δεν έχουν ξεχάσει την απεργία του 1987, η οποία διήρκεσε 114 ημέρες και είχε ως αποτέλεσμα την επαναπρόσληψη 16 απολυμένων – η πολυεθνική είχε στρατολογήσει τότε ακόμη και μπράβους της νύχτας για να ενισχύσει τον απεργοσπαστικό μηχανισμό της, αλλά απέτυχε.
Πέρυσι οι εργαζόμενοι κατόρθωσαν να αποτρέψουν το ολοκληρωτικό κλείσιμο του εργοστασίου στην Θεσσαλονίκη με μια απεργιακή κινητοποίηση 43 ημερών: στο τέλος επέστρεψαν στην εργασία τους, αλλά η νίκη τους ήταν πύρρειος – η μεγαλύτερη μερίδα του προσωπικού της παραγωγής συμφώνησε να αποχωρήσει «οικειοθελώς» με αποτέλεσμα να αναστείλει τη λειτουργία του το συγκεκριμένο τμήμα. Τώρα η διεύθυνση της Coca Cola σκληραίνει τη στάση της και απολύει χωρίς ενδοιασμούς και περιστροφές και προσπαθεί να οργανώσει μηχανισμό απεργοσπασίας.
Η προπαγάνδα: Η Coca Cola διαθέτει άφθονα κονδύλια για να συντηρεί τη δημόσια εικόνα της αλώβητη: οι απολύσεις των δύο εργαζομένων στην Θεσσαλονίκη ήλθαν λίγες μέρες μετά από μια προσπάθεια της πολυεθνικής να παρουσιάσει κοινωνικό πρόσωπο στο καταναλωτικό κοινό της Θεσσαλονίκης και γενικότερα του βορειοελλαδικού χώρου – χορηγίες σε ιδρύματα του δήμου Θεσσαλονίκης, καταχωρήσεις σε κυριακάτικες εφημερίδες. 
Στόχος της είναι η διαρκής παραπλάνηση του καταναλωτικού κοινού και η απόκρυψη από τη δημοσιότητα όλων των μέσων που μετέρχεται για να εξαναγκάσει τους εργαζόμενους να υποκύψουν στις εντολές της. Ενδεικτικό για το παραπλανητικό ύφος και το υποκριτικό ήθος των στελεχών της είναι το περιεχόμενο μιας ολοσέλιδης καταχώρισης της Coca Cola Τρία Έψιλον, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ της Θεσσαλονίκης την Κυριακή 3 Μαρτίου 2013.
Σταχυολογούμε κάποια σημεία από την πανάκριβη διαφημιστική καταχώρηση, η οποία έφερε τον άκρως αποπροσανατολιστικό τίτλο: «Coca Cola Τρία Έψιλον: Εξακολουθεί να στηρίζει την ελληνική αγορά».
«Στην Ελλάδα παράγεται το 98% των προϊόντων που διακινεί στην εγχώρια αγορά η Coca Cola Τρία Έψιλον. Σε αυτή τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, η εταιρία στηρίζει την ελληνική αγορά, όχι μόνο επειδή την τελευταία διετία πραγματοποίησε επενδύσεις ύψους 160 εκατ. ευρώ, διατηρώντας σταθερή και σημαντική συμμετοχή στα κρατικά έσοδα, αλλά γιατί προσφέρει δουλειά σε χιλιάδες εργαζόμενους».
Η πραγματικότητα είναι η εξής: η Coca Cola ήδη πριν από την κρίση έκλεισε μονάδες της στην Κέρκυρα, το Μεσολόγγι, την Ρόδο, την Πάτρα, την Αθήνα,  ενώ στη Θεσσαλονίκη δε λειτουργεί πλέον τμήμα παραγωγής και στον Βόλο μειώνει συστηματικώς το προσωπικό. Τα περί επενδύσεων είναι φούμαρα, διότι κάποιες από αυτές τις επενδύσεις δεν είναι τίποτε άλλα από παραπλανητικές κινήσεις για να ρίξει στάχτη στα μάτια των εργαζομένων και των καταναλωτών: στην Θεσσαλονίκη «έστησε» ολόκληρη γραμμή παραγωγής για να καθησυχάσει τους εργαζόμενους και μέσα σε τρεις μήνες την ξήλωσε μαζί με τις παλαιότερες –  η αλήθεια είναι ότι η Coca Cola  επενδύει κονδύλια για να ξηλώσει θέσεις εργασίας.  Όσο πιο μεγάλο είναι το νούμερο των  δαπανών σε υποτιθέμενες επενδύσεις τόσο πιο πολλές είναι οι θέσεις εργασίας που έχουν καταστραφεί!
Ειδικότερα για την Θεσσαλονίκη: η πολυεθνική Coca Cola προσπαθεί να καταργήσει το τμήμα διανομών και να παραδώσει τα τμήματα της αποθήκης σε εργολάβους με όλες τις γνωστές συνέπειες για τους εργαζόμενους και τον εργασιακό πολιτισμό της χώρας - μέσω της αποποίησης της ιδιότητας του εργοδότη η Coca Cola στοχεύει στη δραστική μείωση του κόστους επιβάλλοντας στα εργοστάσια ασιατικές συνθήκες εργασίας.
Και για να το πετύχει αυτό δαπανά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ στη διαφήμιση και στις «εθελούσιες εξόδους» των εργαζομένων για να μην  πληγεί η δημόσια εικόνα της: φυσικώς, όταν οι εργαζόμενοι αρνούνται να αποχωρήσουν «οικειοθελώς» δε διστάζει να προχωρήσει σε απολύσεις και να «στήσει» μηχανισμούς απεργοσπασίας για να κάμψει την αντίδραση των εργαζομένων και τορπιλίσει την έμπρακτη μέσω απεργιών αλληλεγγύη τους  προς τους απολυμένους.
 Η ευρύτερη κοινωνία κάτι δεν πρέπει να πράξει απέναντι σε αυτόν τον εμπαιγμό της πολυεθνικής που αμείβει τα στελέχη της - αυτούς τους σύγχρονους κεφαλοκυνηγούς -  ανά κεφάλι απολυμένου, χρησιμοποιώντας τον ευφημισμό bonus; Δεν πρέπει να δώσουν οι καταναλωτές κατ΄ αναλογία του bonus, που παίρνουν οι κεφαλοκυνηγοί, ένα malus στην Coca Cola  και τα προϊόντα της;

Κείμενο Όμηρος Ταχμαζίδης

Φώτης Μπίμπασης Ανοιχτή Επιστολή

 
Στέλνω ανοιχτή επιστολή στο δήμαρχο Θεσσαλονίκης  κ. Γ. Μπουτάρη με
αφορμή τη δημιουργία γηροκομείου τυφλών, μια απόφαση που πάρθηκε στο
δημοτικό συμβούλιο την άνοιξη του 2007 και που δυστυχώς μέχρι σήμερα
εκκρεμεί . Γι΄αυτό και ζητώ την άμεση πραγματοποίηση δημοτικού
συμβουλίου με μοναδικό θέμα τη δημιουργία του γηροκομείου.
 

Γηροκομείο Τυφλών στη Θεσσαλονίκη

Με απόφαση [1]του το Πανελλαδικό Συμβούλιο των Οικολόγων Πράσινων, που συνεδρίασε στη Θεσσαλονίκη το διήμερο 9-10 Μαρτίου, στηρίζει την πρωτοβουλία της θεματικής ομάδας ΑμΕΑ για την ίδρυση Γηροκομείου Τυφλών από το Δήμο Θεσσαλονίκης  με στόχο την προστασία των τυφλών τρίτης ηλικίας. Στο γηροκομείο αυτό θα λειτουργήσει παράλληλα και πνευματικό κέντρο για την πολιτιστική καλλιέργεια των τυφλών, ενώ παράλληλα θα παρέχεται ολοκληρωμένη κάλυψη των αναγκών των ατόμων με πολλαπλή αναπηρία που έχουν και πρόβλημα όρασης. Η δημιουργία ενός γηροκομείου προσαρμοσμένου στις ανάγκες των τυφλών είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι τα Άτομα με Αναπηρία όταν φθάνουν στην τρίτη ηλικία, αντιμετωπίζουν αυξημένες δυσκολίες που απαιτούν τη μέγιστη δυνατή φροντίδα. Πολλώ δε μάλλον όταν οι τυφλοί τρίτης ηλικίας δε γίνονται αποδεκτοί στα γηροκομεία της χώρας, επειδή έχουν ανάγκη συνοδείας.
Οι Οικολόγοι Πράσινοι πιστεύουμε ότι Πολιτεία οφείλει να είναι αρωγός κάθε προσπάθειας, είτε αυτή αφορά σε φροντίδα κατ΄ οίκον από τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, είτε με τη δημιουργία δομών, όπως της συγκεκριμένης, που θα εξασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση στα ΑμεΑ τρίτης ηλικίας. Τέτοιες πρωτοβουλίες αποτελούν ένα ελάχιστο δίχτυ προστασίας προς τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες το οποίο, ιδιαιτέρα στην περίοδο οικονομικής κρίσης που διανύουμε, είναι απόλυτα αναγκαίο και επιβεβλημένο.
Περισσότερες πληροφορίες: Φώτης Μπίμπασης, 6936771883