Powered By Blogger

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Daniel Bensaid Μνήμη και αγώνας επανάστασης



Απόσπασμα από το κείμενο του Σταύρου Τομπάζου που δημοσιεύετηκε στο τεύχος 16 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος 2010.
Ο Σταύρος Τομπάζος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Διδάσκει μαθήματα πολιτικής οικονομίας και πολιτικής φιλοσοφίας και έχει πλούσιο συγγραφικό έργο.

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Μέρες που δεν θα ξαναρθούν, Selim İleri

Πολύ το αγαπώ αυτό το ποίημα του Ζίγια Οσμάν Σαμπά. Εξάλλου όλα τα ποιήματά του μ’ αρέσουν. Έζησε τόσο λίγο, ωστόσο το έργο του αντηχεί στην ψυχή μας και σήμερα ακόμη. Η δίψα για τον έρωτα, η δίψα για τρυφερότητα και για συμπόνοια δεν καταλαγιάζει γρήγορα, γι’ αυτό τα ποιήματά του δεν θα ξεθωριάσουν με τον καιρό. Πάρτε για παράδειγμα τα Παιδικά Χρόνια. Το ποίημα γράφτηκε στα 1936, κι όμως ο λόγος του είναι τόσο ζωντανός!

    Χρόνια μου, χρόνια παιδικά...
    Κήποι που μοιάζουν τώρα μακρινοί.
    Τόσες και τόσες νύχτες, τόσα πρωινά,
    Αυτές οι μέρες που δεν θα ξαναρθούν,
    Χρόνια μου παιδικά.

Ο Σαμπά γεννήθηκε στα 1910. Φανταστείτε την Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή. Oι νουβέλες του, η μία καλύτερη απ’ την άλλη, μαρτυρούν πως, τον προηγούμενο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη ήταν η πόλη των θαλασσών και η πόλη των κήπων. Θυμάμαι ακόμη εκείνους τους τελευταίους κήπους του Καντίκιογιου1, που έμοιαζαν με απομεινάρια αυτού του παρελθόντος. Όπως όλα τα πράγματα στην Πόλη.
   Βέβαια, εγώ δεν γεννήθηκα σε σπίτι με κήπο. Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην πολυκατοικία Γκερέν2 της λεωφόρου Μπαχαριγιέ3, και δεν ήμουν εξοικειωμένος με τους κήπους. Που ωστόσο λατρεύω παθιασμένα...
   Η πιο μακρινή ανάμνησή μου συνδέεται με τη βροχή. Νομίζω, ήμουν δύο ή τριών χρονών. Δεν πρέπει να τα είχα συμπληρώσει τα τρία, αφού ακόμη ήμουν στο καροτσάκι, που το θυμάμαι ολοκάθαρα. Μια μέρα του φθινόπωρου ή της άνοιξης. Απόγευμα προς το δειλινό (ή έτσι το θέλω, προσθέτω αυθαίρετα και φαντάζομαι πως ήταν δειλινό).
   Η μητέρα μου φορά ένα μαύρο παλτό. Μια γυναίκα που στο πρόσωπό της θα γνωρίσω αύριο τη μητέρα μου, μια νέα γυναίκα. Όμως θυμάμαι, πάνω απ’ όλα, το παλτό: μαύρο, μακρύ, με γιακά από αστραχάν. Το ύφασμά του ήταν αρκετά φθαρμένο (Το φορούσε, εξάλλου, και όταν πήγα στο δημοτικό. Χωρίς τον γιακά…).
   Αρχίζει να βρέχει. Ένα χέρι χαμηλώνει την κουκούλα. Εδώ που βρισκόμαστε κήπο δεν έχει. Στον κήπο του αρχοντικού του Ασσίμ Πασά η λίμνη με τα νούφαρα και τα χρυσόψαρα δεν υπάρχει πια. Ούτε οι δύο τεράστιες μανόλιες στον κήπο της θείας Νεσεκάν, στο Γκιόζτεπε4.
   Δεν ξέρω γιατί, θαρρώ βρισκόμαστε στο Αλτιγιόλ5. Το ίδιο μου συμβαίνει κάθε φορά: σαν να ανεβαίνουμε από το Αλτιγιόλ προς το Μπαχαριγιέ (Ο τόπος είναι γαλήνιος κι ερημικός, τίποτε δεν θυμίζει τον εκκωφαντικό θόρυβο και τα μποτιλιαρίσματα του σύγχρονου Αλτιγιόλ). Σπίτια δίπατα ή τρίπατα, μια εκκλησία πίσω από τα δέντρα. Περνάει το τραμ).
   Βρέχει, το πρόσωπό μου γίνεται μουσκίδι…
   Μόνη απόδειξη για όσα λέω είναι το μαύρο παλτό. Και επαναλαμβάνω: χρόνια το φορούσε, κι όταν ακόμη ήμουν εννέα ή δέκα ετών. «Πώς γίνεται να το θυμάσαι», με ρωτούν. «Ναι, μάλιστα, έναν γούνινο γιακά. Που ξέφτισε με τον καιρό κι άρχισε να μοιάζει με μουτόν...» (Η Πόλη τη δεκαετία του πενήντα δεν ήξερε τι θα πει «κατανάλωση». Όλοι ήταν οικονόμοι. Ακόμη βλέπω μπροστά μου το καλάθι ραπτικής της μητέρας μου. Με το ξύλινο «αυγό», που χρησιμοποιούσε για να καρικώνει τις κάλτσες μας. Γιατί δεν τις πετούσαν τις κάλτσες όταν τρυπούσαν. Και τα καλτσόν όταν έκαναν θηλιά, τα έδιναν για μαντάρισμα…)
    Χρόνια μου, χρόνια παιδικά...

    Ο θάνατος απρόσμενος,
    του δίδυμου αδελφού μου
    δεν γνώρισα τον τάφο του, 
    όλα αυτά τα χρόνια μου, τα παιδικά.

Και έναν ακόμη στίχο έγραψε ο Ζίγια Οσμάν Σαμπά:

    Θλίψη ατέλειωτη, τα παιδικά μου χρόνια.

Κι εγώ, σαν ήμουνα παιδί; Ήμουν δυστυχισμένος; Λένε πως ήμουν πολύ ήσυχο παιδί. Πως όταν γεννήθηκα δεν έκλαψα καθόλου. Φαινόταν ότι θα γινόμουν ένας μικρός κοιλιόδουλος: βάλθηκα αμέσως να βυζαίνω το δάχτυλό μου. Κοιμόμουν πολύ. Ήμουν πολύ υπάκουος, δεν ήμουν δύσκολο παιδί.
   Αργότερα, όταν μπόρεσα να κρίνω μόνος μου, σκέφτηκα πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι ακριβώς. Δεν ήμουν παιδί κοινωνικό, ήμουν απ΄ τη φύση μου κλειστός. Η υπακοή μου ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια «φυγή». Ήταν η ανάγκη μου να κρυφτώ. Ένιωθα ξένος προς τη μητέρα μου, προς τη μεγάλη μου αδελφή, προς τον πατέρα μου, ιδίως, προς το σπίτι όπου ζούσαμε, προς τους γείτονες, προς τους φίλους και προς τους συγγενείς. Και δεν άφηνα τίποτε να φανεί. Υποχρέωνα τον εαυτό μου σε μια ύπαρξη μοναχική.
   Εκείνα τα χρόνια ήταν γκρίζα, μουντά. Οι άνθρωποι ήταν μετρημένοι, συνεσταλμένοι, διακριτικοί. Οι γονείς μου είχαν κάνει έναν γάμο «παραδοσιακό». Κάποιοι κοινοί φίλοι αναλάμβαναν να γνωρίσουν το ζευγάρι μεταξύ τους. Κι άμα ταίριαζαν παντρεύονταν, κατά τ’ άλλα άφηναν το σμίξιμο να κάνει το θαύμα του. Παντρεύτηκαν το 1938... Δεν ξέρω αν τα παιδικά μου μάτια μπορούσαν να δώσουν στα πράγματα τις σωστές τους διαστάσεις, όμως τους θυμάμαι και τους δύο κλεισμένους, τον καθένα, στον δικό τους κόσμο. Σίγουρα ενωμένους. Όμως σαν δύο ψυχές ξεχωριστές, σαν δύο διαφορετικούς χαρακτήρες.
   Η μητέρα μου είναι πολύ κοινωνική, ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή. Ωστόσο όλα της τα συναισθήματα, όλες τις επιθυμίες κι όλες τις προσδοκίες, τις χαντακώνει μέσα της. Στο σπίτι είχαμε ένα πιάνο αιωνίως κλειστό. Η μητέρα μου ήξερε, νομίζω, να παίζει. Τώρα κατεβαίνουμε την αγορά του Καντίκιογιου, από εκεί αγοράζει η μητέρα μου ψάρια, φρούτα και λαχανικά (Γιατί της είχαν μάθει πιάνο; Χρόνια μετά το ερώτημα αυτό τριβέλιζε στον νου μου).
   Ο πατέρας μου είναι πολύ τακτικός άνθρωπος, διδάσκει στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο6 του Γκουμούσουγιου7. Την Κυριακή παίζει φλάουτο (Γιατί; Για ποιον;). Είναι Κύπριος στην καταγωγή, χώρισε με την οικογένειά του από τα παιδικά του χρόνια. Ίσως αργότερα προσπάθησε να επανέλθει στα ίχνη αυτού του αποχωρισμού. Δεν είναι φλύαρος, τα κρατάει όλα μέσα του (Πολύ καιρό μετά τον θάνατό του, ένα πρωί, θα ξεσπάσω σε λυγμούς, στην ιδέα ότι ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον πατέρα μου...).
   Η μεγάλη μου αδελφή είναι επιμελής μαθήτρια. Πειθαρχημένη, τακτική, όπως ο πατέρας μου. Το ράφι της είναι καλοσυγυρισμένο, τα βιβλία και τα τετράδιά της, υποδειγματικά. Ευαίσθητο κορίτσι, που όμως δεν το δείχνει.
   Ο Μουτζαφέρ Χατζηχασάνογλου, από τους πιο παραγνωρισμένους εκπροσώπους της λογοτεχνίας μας, έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο εξαιρετικό: Σπιτικά δίχως αγάπη. Όχι πως είναι απούσα η αγάπη, μη φανταστείτε, είναι απλώς άλλη, μια αγάπη ραγισμένη, τσακισμένη. Το σύμπαν σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Μόνο μέσα από ορισμένα ποιήματα του Μπεχτσέτ Νεσατιγκίλ μπορείς να το συλλάβεις αυτό...

1. Παλιά ονομασία για το Καντίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τη μεγάλη συνοικία που βρίσκεται στην ασιατική όχθη της Κωνσταντινούπολης, στη συμβολή του Βοσπόρου με τη θάλασσα του Μαρμαρά.
2. Οι πολυκατοικίες στην Τουρκία δεν έχουν μόνο αριθμούς οδικής αρίθμησης, αλλά και ονόματα.
3. Kύρια οδική αρτηρία του Καντίκιοϊ.
4. Συνοικία στην ασιατική όχθη της Πόλης, στα νότια του Καντίκιοϊ, απέναντι από τα Πριγκηπονήσια.
5. Στα τουρκικά, «Έξι δρόμοι»: ένα από τα σημαντικότερα σταυροδρόμια του Καντίκιοϊ. Στο κέντρο της πλατείας του Αλτιγιόλ υπάρχει το άγαλμα ενός ταύρου.
6. Πανεπιστήμιο που εξειδικεύεται στις πολυτεχνικές σπουδές.
7. Συνοικία στην ευρωπαϊκή όχθη της Κωνσταντινούπολης, ανάμεσα στο Ταξίμ και στη Μπεσίκτας.

Απόσπασμα από διήγημα του Σελίμ Ιλερί (Selim Ιleri) Μέρες που δεν θα ξαναρθούν που δημοσιεύεται στο τεύχος 41ο του περιοδικού που κυκλοφορεί.

Ο Σελίμ Ιλερί (Selim Ιleri) γεννήθηκε το 1949 στην Κωνσταντινούπολη. Γρήγορα εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να στραφεί στη συγγραφή. Σε ηλικία δεκαεννέα ετών εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από νουβέλες (Cumartesi Yalnızlığı, Η μοναξιά του Σαββάτου). Έχει γράψει περί τα πενήντα έργα (μυθιστορήματα, νουβέλες, απομνημονεύματα, δοκίμια, σενάρια για ταινίες και θεατρικά), πολλά από τα οποία έχουν βραβευτεί. Έχει διευθύνει τις λογοτεχνικές και πολιτιστικές επιφυλλίδες σε πολλές εφημερίδες και είναι παραγωγός ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. Θεωρείται «συγγραφέας της Πόλης», εξαιτίας των δοκιμίων που έγραψε για τη γενέτειρα πόλη του, την Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε όλη του τη ζωή. Το ζήτημα των σχέσεων της Ανατολής με τη Δύση τον απασχολεί όλο και περισσότερο στο έργο του.

Μετάφραση: Μυρτώ Φίτζιου Επιμέλεια: Ευγενία Γραμματικοπούλου


Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

Η μετριότητα συνωμοτεί, το αυθεντικό υπομένει και επιμένει, Όμηρος Ταχμαζίδης






Με το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, το οποίο εκδίδεται στην Θεσσαλονίκη υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Γιαννόπουλου, έχουν συνεργαστεί πλείστοι όσοι θεωρητικοί επιστήμονες, φιλόσοφοι, φιλόλογοι, δημιουργοί από το χώρο της τέχνης, ποιητές καταξιωμένοι, αλλά και πάμπολλοι νέοι, εφόσον το περιοδικό, έχει στις πρώτες προτεραιότητές του την προβολή των νέων ανθρώπων, μεταφραστές που έχουν μεταφράσει πεζό λόγο και ποίηση, αρθρογράφοι και κριτικοί, εικαστικοί και πολιτικοί. Έλληνες και ξένοι.
Το περιοδικό μετά από μια επίπονη προσπάθεια για την καταξίωσή του  και την πανελλαδική αναγνώρισή του, φαίνεται να  θάλλει κυριολεκτικώς, τα τελευταία χρόνια, στο περιβάλλον της γενικευμένης, λόγω κρίσεως, εκδοτικής δυστοκίας. Το γεγονός δεν πρέπει να μας ξενίζει, διότι πρόκειται για ένα καθόλα ευέλικτο “προϊόν”, το οποίο φαίνεται πως τώρα κεφαλαιοποιεί τις συσσωρευμένες δυνατότητές του από τις εργώδεις προσπάθειες του παρελθόντος. Τα εύσημα ανήκουν, πρωτίστως, στον εκδότη του, ο οποίος με μεγάλη υπομονή και εξίσου μεγαλύτερη επιμονή, κατόρθωσε να καθιερώσει στα ελληνικά γράμματα ένα εξαιρετικώς πρωτοποριακό έντυπο, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τη χώρα με νέα προστιθέμενη πολιτιστική αξία.
Δεν είναι στην πρόθεσή μου να παρουσιάσω την πολύχρονη παρουσία του εντύπου και τη συμβολή του στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου: η σχέση μου, ωστόσο, τόσο με το έντυπο, στο οποίο έχω δημοσιεύσει, κατά καιρούς, διάφορα κείμενά μου, όσο και η μακρόχρονη φιλική σύνδεσή μου με τον εκδότη του, μου δίνουν την δυνατότητα να έχω μια πιο σφαιρική εικόνα του εκδοτικού εγχειρήματος και των δυσκολιών του και, ως εκ τούτου, είμαι υποχρεωμένος να αποκαταστήσω κάποια πράγματα. Έτσι βασιζόμενος σε αυτή την εμβιωματική σχέση με την έκδοση προχώρησα στη σύνταξη του παρόντος άρθρου, θέλοντας να δώσω μια σύντομη ακτινογραφία, των ηθών των ανθρώπων του βιβλίου και του πολιτισμού και την αντιμετώπιση του περιοδικού από τη μεριά τους.
Δε θα απαριθμήσω τις αρετές της συγκεκριμένης επιθεώρησης πολιτισμού, ούτε θα αναφερθώ στην εκδοτική δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται δορυφορικώς γύρω της, αλλά θα παραθέσω, δύο δεδομένα, από εκείνα που συγκινούν το ευρύτερο κοινό και έχουν σχέση με την αναγνώριση και τις βραβεύσεις: ως γνωστόν, αν δεν βραβευτεί το όποιο, άγνωστο στο ευρύ κοινό, έργο, όσο ποιοτικό και αν είναι θα αντιμετωπίζεται με καχυποψία και θα είναι εκτεθειμένο σε διάφορα κακεντρεχή σχόλια. Οι βραβεύσεις “βουλώνουν στόματα”, κατά το κοινώς λεγόμενο. Από την άλλη η κακεντρέχεια καταφεύγει στο άλλο θανατηφόρο μέσο, την αποσιώπηση. Το ΕΝΕΚΕΝ “έζησε” και “ζει” σε καθεστώς αποκλεισμού, επικοινωνιακής περιτείχισης και φθονερής αποσιώπησης. Ο πολιτισμός των διαχειριστών της περί των πολιτιστικών πραγμάτων και δη των γραμμάτων επικοινωνίας, διέπεται από  ισχυρές δόσεις φθόνου και μνησικακίας. Αρχής γενομένης από τον συρφετό που λυμαίνεται τη δημοσιότητα του πολιτισμού στην Θεσσαλονίκη, έως τα διάφορα χαμηλόροφα παραμάγαζα της διαχείρισης του πολιτιστικού προϊόντος και αποθέματος της χώρας που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα.  
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι δύο διακρίσεις συνεργατών του ΕΝΕΚΕΝ, προέρχονται από ξένους φορείς. Η πρώτη και παλαιότερη είναι εκείνη του Βασίλη Τσιράκη, συνεργάτη και φίλου του περιοδικού, ο οποίος βραβεύτηκε για το σενάριο της ταινίας Alternative, στην Αγγλία.  Η πιο πρόσφατη διάκριση αφορά έναν άλλο συνεργάτη του περιοδικού, ο οποίος έχει και αυτός σχέση με τα κινηματογραφικά, του συνταξιούχου ακτινολόγου και πάλαι ποτέ κινηματογραφιστή, Μίλτου Αρβανιτάκη, ο οποίος βραβεύτηκε, μαζί με τον Άγγελο Γρόλιο, με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης για το έτος 2016, για τη μετάφραση της συλλογής “Εργαστήριο ανατομικής” του Αμερικανού ποιητή Richard Berlin, , η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. Το βραβείο απονέμουν κάθε χρόνο σε έναν μεταφραστή λογοτεχνίας και ποίησης από κοινού η Ελληνοαμερικανική Ένωση, το Goethe Institut της Αθήνας, το Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα και το Instituto Cervantes de Atenas της Ισπανίας. Απονεμήθηκαν αντιστοίχως τρία βραβεία - αγγλόφωνης, γερμανόφωνης και ισπανόφωνης - λογοτεχνικής μετάφρασης.
Η φετινή τελετή της απονομής πραγματοποιήθηκε με ευθύνη του Ινστιτούτου Θερβάντες την Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα. Με πρόσκληση του ιδίου ιδρύματος μίλησε στην εκδήλωση ο δοκιμιογράφος και μεταφραστής Φίλιππος Δρακονταειδής για τις μεταφράσεις των έργων του Σαίξπηρ και του Θερβάντες, με αφορμή τη συμπλήρωση τετρακοσίων ετών από το θάνατό τους. Από την πλευρά του ο Victor Andresco, διευθυντής του Instituto Cervantes de Atenas, αναφερόμενος στην ιστορία των βραβείων, υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, τη σημασία των μεταφραστών και των μεταφράσεων “για να γνωρίσουμε συγγραφείς και κόσμους στους οποίους δε θα έχουμε πρόσβαση χωρίς αυτούς”.
Στην κατεύθυνση αυτή το ΕΝΕΚΕΝ έχει ανοίξει με τις μεταφράσεις του ένα σημαντικό παράθυρο σε αλλόγλωσσους κόσμους: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, φλαμανδικά, ισπανικά, ιταλικά, ρωσικά, τσεχικά, σερβικά, σλαβομακεδονικά, αλβανικά, κινεζικά – είμαι βέβαιος ότι έχω παραλείψει σπουδαίες μεταφράσεις και από άλλες γλώσσες, μιας και δεν έχω το χρόνο να αναδιφήσω σε όλα τα τεύχη του περιοδικού. Θα ήταν φυσικώς μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρω το τελευταίο τεύχος του εντύπου – είναι διαθέσιμο στους χώρους πώλησης - με το αφιέρωμα στην τουρκική λογοτεχνία: πάμπολλα ονόματα του σύγχρονου τουρκικού πολιτισμού εμφανίζονται σε μετάφραση μέσα από τις σελίδες του ΕΝΕΚΕΝ. Δεν νομίζω πως υπάρχει ανάλογο προηγούμενο στον χώρο των εκδόσεων στη χώρα μας.
Τις θερμότερες ευχές μου στον Μίλτο  και ολόκαρδα συ-χαρίκια στον Γιώργο για αυτή την αναγνώριση της συνολικής προσπάθειας και προσφοράς του στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Το κείμενο είναι ένα ελάχιστο αντίδωρο στα πάμπολλα σημαντικά εκδοτικά δώρα που μας έχει προσφέρει, όλα αυτά τα χρόνια, ο Γιώργος Γιαννόπουλος.
Εκεί όπου η ατάλαντη μετριότητα διαρκώς συνωμοτεί και αναξιοπρεπώς εκλιπαρεί για πρόσκαιρη αναγνώριση, το αυθεντικό αντλεί δυνάμεις και ενέργεια από την πεποίθηση, ότι κάποτε θα έλθει η ώρα του, για αυτό μπορεί και να υπομένει και να επιμένει με αξιοπρέπεια…

Last but not least, ως αλάνθαστη αρχή: να μην αφήνεις τα καθάρματα να σε αποσπάσουν από μια υπόθεση ζωής και με όλη την ανθρώπινη συμπάθεια να τα αφήνεις να σιγοβράζουν μέσα στα περιττώματα της μνησικακίας τους.
Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι μέλος του Ε.Γ. της “Σοσιαλιστικής Προοπτικής”

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

ENEKEN: 2016 Literary Translation Awards

The poetry collection entitled Anatomy Lab, by the American psychiatrist and poet, Richard M. Berlin, which was published as an insert with Issue 36o of ENEKEN magazine (April-May-June 2015), has been honored with the 2016 Literary Translation Award for a work of literature translated from English to Greek, by the Hellenic American Union and the European Institute for Literary Translation.
The contributors to this project deserve special congratulations: the distinguished doctor and film director, Miltos Arvanitakis, whose idea and suggestion it was to translate into Greek this significant work of poetry by R. M. Berlin, and to publish it as an Literary supplement in ENEKEN revue.
It should be noted here that the circulation of supplements publications that accompany ENEKEN magazine ensures for the published works an immediate communication with the magazine’s readership, its friends and subscribers from as far away as Australia, China and Canada, and these insert publications constitute a special offer by ENEKEN to its friends, since they are made available at no additional cost to the magazine’s regular price.
It should also be noted that Miltos Arvanitakis, who discovered and identified the poetic work and the significance of Berlin’s poetry, maintains a direct communication and correspondence with his colleague and poet R. M. Berlin, and this deep relationship contributed decisively to this excellent rendering of the work in Greek, since the American poet employs a particular poetic voice inspired by his practice of the medical profession. His colleague and experienced physician, Miltos Arvanitakis, drew his exceptional translating ability from this common reservoir of experience in medical science, the practice of which sometimes becomes a tribute to solidarity and human civilization.
With his characteristic acumen, Miltos Arvanitakis chose as his collaborator and fellow traveler in this labor of translation the noteworthy literature professor from Thessaloniki, Aggelos Grollios, whose interpretative and literary interventions contributed decisively to the integrity of this feat of translation.
Congratulations are also due to ENEKEN’s friend and collaborator, graphic designer Despina Lotsopoulou, whose artistic inspiration and experience adorns the ENEKEN publication, and who illustrated Berlin’s poetry in a manner fitting to its intellectual content.
Finally, we must note that this offering of a translated work by ENEKEN is neither random, nor piecemeal, nor unique (which, in the case of Berlin, is recognized with an honorary and symbolic award), but it is an organic element of the magazine’s editorial philosophy. As a collective endeavor, ENEKEN has been contributing to the field of culture for twenty years, and it attempts to cultivate the collective and historical conscience as it is expressed, through its paradoxes and contradictions, in the Modern Greek language. This structure has been erected through the work and toil of the magazine’s worthy and enviable collaborators, whose literary and philosophical contributions form the foundation that supports the laborious and often especially difficult publishing endeavor that is ENEKEN.


Yiorgos Yiannopoulos
Editor















Photos: Yiorgos Ioannidis

2016 Literary Translation Awards



The Hellenic American Union, the Goethe-Institut Athen, the Instituto Cervantes de Atenas and the Danish Institute in Athens presented, on the occasion of the celebration of International Translation Day, the 2016 Literary Translation Awards. The awards were presented to three translators of English-, German- and Spanish-language literature, and they refer to translations of novels, short stories, poetry and plays published in 2015.
The awards were presented, on behalf of the juries, by: Leonidas Phoivos Koskos for the English-language translation, Iakovos Koperti for the German-language translation, and Alexandros Magridis for the Spanish-language translation.
The event commenced with opening statements by Leonidas-Phoivos Koskos, as the host, and Victor Andresco, Director of the Instituto Cervantes de Atenas, which was in charge of organizing this year’s awards ceremony. Mr. Andresco, in his brief retrospective of the history of the translation awards and their continuation following the response of the Institutes and Embassies that support them, underlined the importance of the work of translators, “so that we may know authors and worlds that we would not have access to if it wasn’t for them”. Also present at the event were Gabrielle Sander, Director of the Information Center and Library of the Goethe-Institut Athen, and Brigit Olsen, Deputy Director of the Danish Institute in Athens.
At the awards ceremony, on the initiative of the Instituto Cervantes de Atenas, the novelist, essayist and translator Philippos Drakontaeidis spoke about the Greek translations of the works of William Shakespeare and Miguel de Cervantes, on the occasion of the commemoration of 400 years since their deaths.
The shortlists for each category are:
For the Award for English-language Literary Translation:
Miltos Arvanitakis & Aggelos Grolios for the book: Anatomy Lab by Richard Berlin (Eneken)
Ioanna Eliadi, for the book: The Fishermen by Chigozie Obioma (Metaichmio)
Palmyra Ismyridou, for the book: The Trembling of a Leaf [Honolulu and other stories] by William Somerset Maugham (Agra)
The award was presented to Miltos Arvanitakis and Aggelos Grollios.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2016

Εντυπώσεις από μια Έκθεση, Όμηρος Ταχμαζίδης



Το κείμενο που ακολουθεί καταγράφει τις σκέψεις του συνεργάτη του ΕΝΕΚΕΝ Όμηρου Ταχμαζίδη σχετικά την πράσφατη Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο.



Εθνικός αφιονισμός και πνευματική αποβλάκωση

Στην Θεσσαλονίκη πολλοί άνθρωποι, κυρίως από το χώρο των κάθε λογής λογίων, θεωρούν ότι η Αθήνα, γενικώς και αορίστως, υπερτερεί έναντι των άλλων πόλεων της χώρας και αποπνέει ένα είδος κοσμοπολιτισμού και ανοίγματος προς τον κόσμο. Αμφιβάλλω. Στην πραγματικότητα στην Θεσσαλονίκη αποκαλύπτονται τα αδιέξοδα και οι  αδυναμίες του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, ενώ στην Αθήνα συγκαλύπτονται χωρίς, μάλιστα, πάντοτε την αναγκαία επιδεξιότητα. Έτσι η μεγαλοστομία, το πληθωρικό και πομπώδες δεν μπορούν να συγκαλύψουν το βάθος του αττικού επαρχιωτισμού σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου και ας συμπεριφέρονται οι διάφοροι πάτρωνες του κλεινού άστεως ως αποικιοκράτες αφέντες προς την υπόλοιπη χώρα:  η διάγνωση αφορά τα καθημερινά και τετριμμένα, από το ποδόσφαιρο και την εμπορική μουσική, έως την πολιτική και τον περίφημο υψηλό πολιτισμό και τις εκφάνσεις του – η πατρωνία έχει τη δική της παραγωγική location, κάτι που αποφεύγει επιμελώς να θίξει η εγχώρια διανόηση, εφόσον η ίδια κατοικοεδρεύει στην συντριπτική της πλειονότητα σε αυτήν. Έτσι όλη η Ελλάδα εκφράζεται πλέον, άλλοτε επιδέξια, άλλοτε αδέξια, με τα ιδιώματα της βαθειάς επαρχίας του Λεκανοπεδίου: οι πομφόλυγες της φιλελεύθερης ιδεοπληξίας, η ανερμάτιστη επαναστατική ρητορεία εκπροσώπων ενός άρριζου μικροαστισμού, η βλακώδης απανθρωπία της νεοχιτλερικής καρικατούρας, η χλιαρότητα μιας κακοφορμισμένης, υποκριτικής και διαβρωτικής, μετριοπάθειας ως  μέσο επιβίωσης σε ένα τρισάθλιο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον, η δειλία της σύνολης κοινωνικής συνειδήσεως, το μίσος απέναντι στο απτό και το συγκεκριμένο εκπορεύονται από τα  έγκατα της αττικής επαρχίας. Αυτό το περιφερόμενο πολύχρωμο τσίρκο δίνει τους ρυθμούς στο βηματισμό των υποσυστημάτων της ελληνικής κοινωνίας και τα οδηγεί καθημερινώς από το ένα αδιέξοδο στο άλλο προετοιμάζοντας την ολική υποταγή της χώρας στους ξένους.
Στο εξής σε κάθε δημόσια αναφορά “σωτηρίας”, η οποία έρχεται από το βάθος του αττικού καθεστώτος θα πρέπει να προσθέτουμε και την προειδοποίηση: Προσοχή κίνδυνος! Δεν θεωρούμε ότι υπάρχουν γενικώς και αορίστως κακές προθέσεις, αλλά ότι οι ποικιλώνυμοι εκπρόσωποι του καθεστώτος περιστρέφονται τόσο φιλάρεσκα γύρω από τον αττικό εαυτό τους, ώστε αδυνατούν να αντιληφθούν τα προφανή. Και από κοντά τους οι κάθε λογής πρόθυμοι της υπόλοιπης αποικίας, οι οποίοι συνδέουν την τύχη και την σταδιοδρομία τους με την υποταγή στον πολιτισμό καρικατούρα της πρωτεύουσας: στα γράμματα, στην πολιτική, στον αθλητισμό.. Ο πιο σημαντικός δίαυλος διάχυσης των βασικών συμπεριφορών του αττικού επαρχιωτισμού σε όλη τη χώρα είναι ο κόσμος των πανεπιστημίων και του κομματικού συστήματος (με όλα τα παρακλάδια του).
Ένα λαμπρό παράδειγμα αυτού που ονομάζω αττικό επαρχιωτισμό ήταν και το “παζάρι” βιβλίου – 45ο Φεστιβάλ Βιβλίου, σύμφωνα με τους διοργανωτές του – που άρχισε στις 2 Σεπτεμβρίου και έληξε την Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016 στην Αθήνα. Δε θα καταγράψω τις εντυπώσεις μου, ούτε τις επικρίσεις μου επειδή δεν υπάρχει κανένα ουσιαστικό σημείο επαφής για κριτική και αντιπαράθεση. Πρόκειται για μια κωμικοτραγική διοργάνωση. Δυστυχώς όμως και για έναν ακόμη καθρέπτη των κοινωνικών μας αδιεξόδων.
Ενδιαφέρον, ωστόσο, έχει ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζουν οι εκπρόσωποι του αττικού καθεστώτος την αθλιότητα και τον εμπαιγμό των ανθρώπων που εξακολουθούν, σε πείσμα των καιρών, να έχουν την περίεργη συνήθεια να απολαμβάνουν την ανάγνωση. Στο έντυπο του 45ου Φεστιβάλ Βιβλίου δημοσιεύεται και ο “χαιρετισμός του προέδρου του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού” Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Το φετινό φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του συγκριμένου ιδρύματος, οπότε ο πρόεδρός του ήταν υποχρεωμένος να γράψει αυτός ή οι συνεργάτες του έναν χαιρετισμό στο επίσημο έντυπο του φεστιβάλ. Το τελευταίο, κατά τα γραφόμενα, αποτελεί “τυπικό παράδειγμα πολιτιστικού θεσμού για την πόλη της Αθήνας”. Εάν, όμως, το συγκεκριμένο φεστιβάλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτιστικού θεσμού, θα πρέπει να ανησυχούμε προφανώς και για τους υπόλοιπους. Δύο χαρακτηριστικά καθιστούν “θεσμό” ένα φεστιβάλ: από τη μία το γεγονός ότι “διοργανώνεται αδιαλείπτως για πολλά χρόνια και αφετέρου [ότι] έχει κατορθώσει, με το πέρασμα του καιρού, να ριζώσει στην κοινωνία και να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους πολίτες”.
Η ρίζωση στην κοινωνία προκύπτει, σύμφωνα με την ρητορεία του προέδρου του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, από την επίσκεψη των πληθών στο χώρο του φεστιβάλ: “Δεν είναι τυχαίο ότι επί δεκαετίες έχουν επισκεφθεί το φιλόξενο χώρο του εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων”. Μεγαλύτερο, ωστόσο, ενδιαφέρον θα είχε μια κάποια αναφορά  στα ποσοστά χρήσης των βιβλιοθηκών του Λεκανοπεδίου, δημοτικών και πανεπιστημιακών, για να δούμε πράγματι “πόσα απίδια χωράει ο σάκος”. Είμαι σίγουρος ότι θα γελούσε το χείλι του κάθε πικραμένου, που ισοπεδώνεται καθημερινά στην νεοελληνική πολιτιστική συνθήκη και βομβαρδίζεται, συν τοις άλλοις, από τόσο χυδαίες μορφές παραπληροφόρησης και αποπροσανατολισμού. Προφανώς και δεν αγνοεί ο καθεστωτικός Κωνσταντίνος Τσουκαλάς τη σχέση των συμπολιτών του με το βιβλίο, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να διατυπώσει δημοσίως την άποψη ότι στόχος του κακοστημένου παζαριού στο Ζάππειο είναι  η προώθηση της πολιτιστικής δημιουργίας τόσο εγχώρια όσο και στο εξωτερικό”. Και, φυσικώς, από τη ρητορεία του δεν απουσιάζει η εθνική πτωχοαλαζονεία ως μέσο κάλυψης της πολιτιστικής υποεκπροσώπησης των λογίων του τόπου στα κρίσιμα και ουσιώδη των καιρών: “Άλλωστε, σήμερα περισσότερο από οποτεδήποτε άλλοτε, ο πολιτισμός αποτελεί το μείζον εθνικό μας >προϊόν<, το μείζον εθνικό μας πλεονέκτημα”.
Η απογείωση της αυτοϊκανοποίησης ως μέσο εθνικού αφιονισμού και πνευματικής αποβλάκωσης.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η πρόεδρος της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής της Unicef Σοφία Τζιτζίκου, σύμφωνα με την οποία το Φεστιβάλ στο Ζάππειο προσέφερε “μια φωτεινή όαση πολιτισμού στους ζοφερούς καιρούς μας”. Δε θα σχολιάσω το υπόλοιπο κείμενο του χαιρετισμού, διότι σέβομαι τον οργανισμό και το έργο του, αλλά καλά θα είναι να αποφεύγονται ανιστόρητες υπερβολές για το βιβλίο (“πολύτιμη >σκυτάλη< μας στη μεταλαμπάδευση της γνώσης εδώ και χιλιάδες [sic!] χρόνια…”) προς χάρη μιας λανθασμένης αντίληψης δημοσίων σχέσεων.
Ο πρόεδρος του Οργανισμού Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας του δήμου Αθηναίων Χρήστος Τεντόμας διαβεβαιώνει μέσα από το έντυπο  του φεστιβάλ, ότι ο οργανισμός θα συνεχίσει να στηρίζει “τέτοιου είδους διαχρονικούς θεσμούς” και δεν παραλείπει να σημειώσει ότι οι βιβλιοθήκες του δήμου “προβάλλουν και προωθούν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου”. Και αποκορυφώνει τον χαιρετισμό του καλώντας τους πολίτες να συμμετέχουν στη γιορτή του βιβλίου και να επισκεφτούν τις βιβλιοθήκες του δήμου, ώστε να αποτελέσουν “κομμάτι της μεγάλης βιβλιοφιλικής κοινότητας [sic!] της Αθήνας”, “διότι, τέτοιες διοργανώσεις [όπως το φεστιβάλ βιβλίου.σ.σ.] είναι που καθιστούν την πόλη κέντρο Πολιτισμού και αστικό περιβάλλον εικαστικής και καλλιτεχνικής έκφρασης”.
Κάτι προσπαθεί να πει ο ποιηματίας, αλλά δεν είναι τόσο σαφές…
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ και στον Γρηγόρη Πλαστάρα, πρόεδρο του Συνδέσμου Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.), στον οποίο οφείλεται, κυρίως, η διοργάνωση του φεστιβάλ. Και αυτός δεν ξέφυγε από τις γενικολογίες και από εκείνον το στόμφο που προσπαθεί να προσδώσει αξία στο ασήμαντο: “Είναι μια ανοιχτή πρόσκληση-πρόταση επικοινωνίας, ένα αίτημα ανταλλαγής θέσεων και απόψεων αναφορικά με τα φλέγοντα ζητήματα πνευματικού και κοινωνικού χαρακτήρα”. Κατά την κρίση μου θα αρκούσε η διοργάνωση ενός ικανού εμπορικού συμβάντος σε μια πόλη με πέντε εκατομμύρια κατοίκους, αντί να βαυκαλιζόμαστε με κορώνες περί πνεύματος και κοινωνίας. Οι υπόλοιπες φλυαρίες αν δεν είναι απόρροια αφέλειας, είναι κομμάτι ύποπτες. Μόνο το ειρωνικό μειδίαμα εκείνου που έχει κάποια υποτυπώδη σχέση με το βιβλίο μπορεί να προκαλέσουν φράσεις σαν την ακόλουθη: “Έχοντας επίγνωση ότι το καλό βιβλίο, ως εκ της φύσεώς του, πάντα διαφεύγει από τον στενό εμπορικό χαρακτήρα του, θέλουμε και επιδιώκουμε κάθε χρόνο το Φεστιβάλ Βιβλίου να αποτελεί μια όαση και πρόταση πολιτισμού για την πόλη μας»
“Πρόταση πολιτισμού”, “καλό βιβλίο” λεκτικά ιδεολογικά σχήματα τα οποία φενακίζουν την πραγματικότητα, εξαπατούν τους πολίτες και αποπροσανατολίζουν από τις αναγκαίες στοχεύσεις μιας επαρκούς πολιτικής πολιτισμού και μιας ικανής πολιτικής προώθησης του βιβλίου… Να σημειωθεί ότι είναι μια παλιά αθηναϊκή διαπίστωση πως όποιος εξαπατάει τον εαυτό του, μεταφέρει συνεχώς μαζί του τον απατεώνα.
Κάθε πόλη έχει το φεστιβάλ βιβλίου (και τον πολιτισμό) που της αξίζει. Και επειδή θεωρώ ότι δεν αξίζει τέτοιο φεστιβάλ βιβλίου στην πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, νομίζω ότι είναι προτιμότερο, σχεδόν λυτρωτικό, να καταργηθεί ο συγκεκριμένος “θεσμός” του κατασπαταλημένου χρήματος.
Σε άλλες κατευθύνσεις θα πρέπει να αναζητηθεί διέξοδος για το βιβλίο και να ανιχνευθεί  το πιθανό μέλλον του πολιτισμού μας.
Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι συγγραφέας μέλος του Ε.Γ. της “Σοσιαλιστικής Προοπτικής”


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

Το ναυάγιο, Γιώργου Γιαννόπουλου

Υπάρχει κάτι το συντριπτικά ποιητικό στη θέα ενός ναυαγίου. Είναι η αντίθεση των εικόνων που τροφοδοτεί και υπενθυμίζει τη δύναμη και την αγριάδα που συγκροτεί καμμιά φορά την ομορφιά. Είναι η ολική καταστροφή του ανθρώπινου μόχθου, τα συντρίμμια και τα χαλάσματα της ανθρώπινης παρουσίας και έπειτα ο χρόνος μετά την καταστροφή, η κίνηση και η επινοητικότητα, οι λύσεις της ίδιας της ζωής, στη φυσική της εκδοχή, η ίδια η δημιουργία, ο μηχανισμός της ζωής που αναλαμβάνει ως διάδοχη κατάσταση πάνω στην πραγματικότητα του θανάτου. Ο θαλάσσιος κόσμος έρχεται να κατοικήσει και να δώσει ζωή στα συντρίμμια και στα ναυάγια των ανθρώπων.
   Την ένταση και την αμφισημία της εικόνας ενός ναυαγίου ενισχύουν και συντονίζουν οι δομικές αντιφάσεις που συγκροτούν την πρόσληψη και τη συνείδηση. Στη γλώσσα, για παράδειγμα, το γαλάζιο και οι εκδοχές του συνδέονται άμεσα με το σκηνή του ναυαγίου. Κι όμως η σιωπή των υδάτων είναι διάφανη και το χρώμα έχει να κάνει με το  φως, με το καθρέφτισμα του ουρανού.
   Οι αντινομίες του λόγου δεν αποτρέπουν βέβαια τα έργα των ανθρώπων, δηλαδή την ιστορία της ταξικής βίας, από το να εκδηλώνεται στην πιο συντριπτική, μακάβρια και υβριστική της εκδοχή. Εδώ το σχήμα λόγου λειτουργεί ως προανάκρουσμα για την πορεία προς τον αφανισμό ενός ολόκληρου πολιτισμού. Αν το Vasa1 και ο Τιτανικός δηλώνουν δύο άκρα στις εκδοχές των ναυαγίων της ανθρώπινης αλαζονείας, ο φρικτός θάνατος στην άβυσσο του Ατλαντικού Ωκεανού στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου των πληρωμάτων περισσότερων από 4500 σκαφών που σχημάτιζαν τις νηοπομπές από τις ΗΠΑ στην πολιορκημένη από τους Γερμανούς Μεγάλη Βρετανία αποτελεί ένα μόνο από τα φρικτά επεισόδια στο σφαγείο των παγκόσμιων πολέμων, όπου η καταστροφή και το ναυάγιο του αντιπάλου γίνεται ύψιστος σκοπός. Δράστες αυτών των «ηρωϊκών πράξεων» τα πληρώματα των γερμανικών υποβρυχίων Uboat του ναυάρχου Ντένιτς2 που χρίστηκε διάδοχος του Χίτλερ στο ναυάγιο του Τρίτου Ράιχ που θα διαρκούσε 1000 χρόνια. Οι νεαροίι που έπνιγαν τους συνομήλικούς τους ναυτικούς στα παγωμένα νερά του Ατλαντικού είχαν τη φήμη του ήρωα και του ευγενικού πολεμιστή σύμφωνα με την χαρακτηριστική στρέβλωση των συνειδήσεων που σε περιόδους πολέμου θεωρεί τους αδίστακτους εγκληματίες «ήρωες» της πατρίδας.
   Στο ναυάγιο αυτό της ανθρώπινης συνείδησης υπάρχουν ωστόσο πράξεις ―συχνά βυθισμένες στη λήθη της συγκυρίας— που αποτελούν ελπίδα φωτός. Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής στην Ολλανδία δύο εργάτες του Άμστερνταμ, ο οδοκαθαριστής Jan Pick3 και ο Willem Kraan, μέλη του Oλλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος, παρακίνησαν του πολίτες της ολλανδικής πρωτεύουσας σε γενική απεργία εναντία στον εκτοπισμό των Εβραίων συμπολιτών τους στα στρατόπεδα θανάτου. Πρόκειται για μια σπουδαία, μοναδικής ιστορικής σημασίας, πράξης συλλογικής αντίστασης και κοινωνικής αλληλεγγύης σε κατεχόμενη από τα ναζιστικά στρατεύματα πόλη της Ευρώπης φωτεινό παράδειγμα στο ναυάγιο του πολέμου και της ταξικής βίας.
   Στις μέρες μας το πρόσφατο παρελθόν μοιάζει με μακρινές ιστορίες. Κι όμως η βία των πολέμων, η μεθοδευμένη και συστηματική εκδήλωση της ισχύος των κυρίαρχων τάξεων φανερώνουν ότι η διατήρηση της εξουσίας τους θέτει σε άμεσο κίνδυνο τον πολιτισμό. Η ανεπανόρθωτη οικολογική καταστροφή των θαλασσών του Ειρηνικού, πεδίο δοκιμής του πυρηνικού οπλοστασίου της Γαλλίας στην Πολυνησία, ο εφιάλτης της Φουκουσίμα, η έναντι αμοιβής δισεκατομμυρίων καταβύθιση σκαφών μετοξικά και πυρηνικά απόβλητα ευρωπαϊκών εταιριών στα νερά της νότιας Αδριατικής από την ιταλική Μαφία, η καταστροφή των χημικών της Συρίας από το ναυτικό των ΗΠΑ στη θάλασσα νοτίως της Κρήτης αποτελούν στιγμιότυπα ενός δράματος που μας παραπέμπει στα αδιέξοδα και στο ναυάγιο ενός ολόκληρου πολιτισμού, ενός τρόπου παραγωγής.
   «Tι κάνεις όταν δεις έναν άνθρωπο να πνίγεται στα νερά», θα αναρωτηθεί από το πρόσφατο παρελθόν, ο Jan Pick. «Δεν ρωτάς αν τα νερά είναι καθαρά ή όχι. Βουτάς να τον σώσεις γιατί απλώς δεν υπάρχει άλλη επιλογή»4.
   Πως απαντούν οι σύγχρονες κοινωνίες στο δράμα των ανθρώπων που πνίγονται; Πως αντέδρασε ο πολιτισμένος κόσμος στα πνιγμένα παιδιά των προσφύγων στα νερά της Μεσογείου;
   Το γεγονός ότι οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιλέγουν να στείλουν συμβολικό μήνυμα στους καιρούς της κρίσης ―την οποία οι ίδιοι προκάλεσαν και κυνικά επιχειρούν να αξιοποιήσουν― από τις πλατφόρμες των πυρηνοκίνητων αεροπλανοφόρων τους αποκαλύπτει ότι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν το ναυάγιο της πολιτικής τους5. Μιας πολιτικής που έσπειρε τον όλεθρο και την καταστροφή τώρα θερίζει θύελλες είτε με μορφή των αντιδραστικών κινημάτων όπως αυτό του φονταμενταλισμού είτε με την ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη6.
   Ιστορία διδάσκει. Μόνον οι κοινωνικοί αγώνες, η εκδήλωση της ταξικής αλληλεγγύης των καταπιεσμένων και η δημιουργία πολιτικών οργάνων που υπερασπίζονται τα ζωτικά τους συμφέροντα, τη ζωή, την αξιοπρέπεια και την ελπίδα της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών του κόσμου μπορεί να μας προφυλάξει από το διαγραφόμενο ναυάγιο ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ωστόσο η σπουδαία δράση των ταπεινών Jan Pick και Willem Kraan αποτελεί παράδειγμα αλληλεγγύης. Πράξεις σαν αυτές διέσωσαν τις αξίες του ανθρωπισμού από τις καταιγίδες και τα τρομακτικά ναυάγια του περασμένου αιώνα των δύο παγκοσμίων πολέμου, της ατομικής βόμβας και των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.
   Στους ταραγμένους καιρούς που διανύουμε, της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, των πολέμων, των προσφύγων, των διωκόμενων και κατατρεγμένων της γης, της αναβίωσης του φασισμού και της αντίδρασης το αίτημα του ανθρωπισμού παραμένει κρίσιμο..




1. Πολεμικό σκάφος του σουηδικού ναυτικού μήκους 300 μέτρων που κατασκευάστηκε από ιδιώτες Ολλανδούς την περίοδο των ιμπεραλιστικών βλέψεων της Σουηδίας τον 17ο αιώνα. Το σκάφος βυθίστηκε αμέσως μετά την καθέλκυσή του λόγω των κατασκευαστικών ατασταλιών του Ολλανδού ναυπηγού, του υπερβολικού βάρους των κανονιών του και της πολυκύμαντης διακόσμησής του που αποσκοπούσε στο να εξυμνεί τον φιλόδοξο σουηδό βασιλιά Γουσταύο Αδόλφο τον Μέγα (Gustav Adolf den Store) (1594-1632) που θεωρούσε τον εαυτό του στρατιωτική ιδιοφυία.
2. Karl Dönitz, 1891-1980. Γερμανός ναύαρχος διάδοχος του Χίτλερ. Ως αιχμάλωτος αξιωματικός υποβρυχίων των Άγγλων στον Α΄. Π. Πόλεμο επεξεργάστηκε την τακτική Rudeltaktik γνωστή ως «αγέλη των λύκων». Δικάστηκε για εγκλήματα πολέμου στη Νυρεμβέργη και μετά από 10 χρόνια φυλάκισης έζησε ήσυχα σε χωριό κοντά στο Αμβουργο όπου και πέθανε.
3. Με το σύνθημα «Αυτά τα πογκρόμ αποτελούν επίθεση στην εργατική τάξη: Απεργία, απεργία, απεργία», βιομηχανικοί εργάτες, υπάλληλοι  και δημόσιοι υπάλληλοι απάντησαν στο κάλεσμα και κατέβηκαν στους δρόμους. Ήταν μια πρωτοφανής και αδιανόητη εκδήλωση κοινωνικής αλληλεγγύης σε κατεχέμενη από ναζιστικά στρατεύματα χώρα. Η απεργία επεκτάθηκε και σε γειτονικές πόλεις στο Hilvesum, Zaandam, Haarlem και στην Ουτρέχτη. Η απεργία αντιμετωπίστηκε με σκληρή αιματηρή καταστολή.Βλ.:Αd Van Liempt, Hitler’s bounty hunters. The Betrayal of the Jews, εκδ. Berg, Οxford-New York, 2005.
4. Βλ. The World at War, Occupation, αφηγ: Laurence Olivier, σκηνοθεσία Michael Darlow, παραγωγή: Jeremy Isaacs, κείμενο Charles Bloomberg, παραγωγή BBC 1973.
5. Emma Sky, Τhe Unraveling: High Hopes and Missed Opportunities in Iraq (2015)
6. Βλ. Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4 Σεπτεμβρίου 2016. 



Ο πίνακας έργο του Grace Henry (Aberdeen 1868- Dublin 1953). Σούρουπο στο Achill, λάδια σε καμβά 58.5x49.5cm. Εθνική Πινακοθήκη Δουβλίνο.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

Μέρες που δεν θα ξαναρθούν, Murat Yalçın

Kάθε συγγραφέας έχει δύο χώρες, τη μία όπου είναι το σπίτι του, η πατρίδα του, και την άλλη όπου ζει. Δύο χώρες και, για μένα, δύο πλανήτες, δύο ήλιοι και δύο φεγγάρια.
   Μικρό ταξίδι στο κέντρο της γης μου —είναι καιρός πια να ανασκαλέψω στη μνήμη μου μερικές θύμησες από την πρώτη χώρα, τη χώρα του καλοκαιριού, τον όμορφο κόσμο που χάθηκε μέσα στα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας. Αφήγηση, με τις λέξεις των σαράντα έναν μου χρόνων, όλων όσων αντίκρισαν τα μάτια μου στην ηλικία των τεσσάρων, πέντε ετών.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΧΟΥΜΠΑΜΠΑ

Εδώ και είκοσι χρόνια επιστρέφω ξανά και ξανά σ’ εκείνη τη χρυσή εποχή της δικής μου αφύπνισης όταν, πιτσιρικάς ακόμα, τρύπωνα στους δεντρόκηπους για να κλέψω κανένα φρούτο. Εδώ και είκοσι χρόνια κρατάω ζωντανά τα όνειρά μου με κλεμμένα φρούτα, στον δεντρόκηπο της παιδικής μου ηλικίας. Στις αναμνήσεις μου, τα καλοκαίρια και οι μέρες αυτών των λίγων χρόνων έχουν κάτι το φαντασιακό.
   Ακούω αυτό το τραγουδάκι που βρίσκεται στα χείλη όλων των παιδιών της Ανατολίας, τραγούδι της άνοιξης και των ατελείωτων περιπάτων στους αγρούς:
    Κει μακριά είν’ ένα χωριό
    Το δικό μας το χωριό
    Κι αν δεν πηγαίνουμε, κι αν πια δεν επιστρέφουμε εκεί
    Είν’ το δικό μας το χωριό
Μελωδία επίμονη, που μου ξαναφέρνει στον νου την εικόνα και την ευωδιά ενός μαργαριταρένιου κλαδιού αμυγδαλιάς, ολάνθιστου, ένα δροσερό ανοιξιάτικο πρωινό. Η αμυγδαλιά, σύμβολο ζωής που αναδίδει στα κοιμητήρια ένα άρωμα οδύνης...
   Το χωριό αυτό, ορόσημο της παιδικής μου ηλικίας, ζωντανεύει μέσα στη μνήμη μου, αναπνέει μέσα στα βιβλία μου. Πολλά από τα πράγματα που με στοιχειώνουν χάθηκαν με τον καιρό. Το μεγάλο μας σπίτι και οι γεμάτοι ρωγμές τοίχοι του, που αποτελούσαν το σκηνικό της κάθε ημέρας μου αλλά και την οθόνη προβολής των παιχνιδιών μας με τις σκιές τις νύχτες, δεν είναι πλέον παρά ένας σωρός από ερείπια.
   Μπορεί να «πηγαίνει» εκεί κανείς χωρίς να «επιστρέφει». Εκεί κάτω πηγαίνω με την ηλικία που έχω. Ίδιος Γιλγαμές στην αναζήτηση της αθανασίας, θέλω κι εγώ στα μισά του δρόμου να γυρίσω προς τα πίσω, για να επιστρέψω στην πηγή και να πιω απ’ τ’ αθάνατο νερό.
   Με είχε πιάσει μια ζέση παιδική για Το έπος του Γιλγαμές, στη λυρική εκδοχή του διαπρεπούς ασσυρολόγου Ζαν Μποτέρο. Και ο λόγος; Ο Ευφράτης, ο πρώτος μεγάλος ποταμός που είδαν τα μάτια μου. Την εποχή εκείνη, οι υλοτομημένοι κορμοί των δέντρων προωθούνταν πλέοντας στο νερό από τα ορεινά χωριά ψηλά στα βουνά μέχρι τον Ευφράτη, όπου οι έμποροι ξυλείας τούς συγκέντρωναν με τους γάντζους τους, προτού τους στοιβάξουν σε ντάνες στην όχθη. Οι δασοκόμοι που τους κοίταγα να χωρομετρούν τα πλευρά των βουνών, δεν ήταν άραγε οι Γιλγαμές και οι Ενκίντου της σύγχρονης εποχής; Αφού σκοτώνουν τον Χουμπάμπα, τον φύλακα του δάσους, ο Γιλγαμές και ο Ενκίντου κόβουν τους ιερούς κέδρους και φτιάχνουν με τους κορμούς τους μια σχεδία που τους μεταφέρει, μέσω του Ευφράτη, στη γενέτειρά τους, την πόλη Ουρούκ. Στο ταξίδι της επιστροφής, ο Γιλγαμές κρατάει στα χέρια του, ως τρόπαιο, το κεφάλι του Χουμπάμπα.
   Εγώ πάλι, αυτό που κρατώ αυτήν τη στιγμή στα χέρια μου είναι το κεφάλι ενός θλιμμένου παιδιού....

Aπόσπασμα από το διήγημα του Murat Yalçın  που δημοσιεύεται στο αφιέρωμα του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ στη σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία.

O Moυράτ Γιαλτσίν (Murat Yalçın) γεννήθηκε το 1970 στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Από το 2000 διευθύνει την επιθεώρηση πολιτισμού Kitap-lik και τις εκδόσεις Yapi Kredi. Είναι πολλών μυθιστορημάτων.

Μτφρ. Καλλιόπη Παπαδάκη