Powered By Blogger

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

To χαστούκι, Βirsen Ferahlı

Δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου σ’ αυτό το σπίτι. Να μείνουν χωρίς εμένα. Να ψάχνουν παντού, ανήσυχοι που δεν θα δουν το παιδί τους να επιστρέφει. Να είναι στεναχωρημένοι και να κλαίνε.
   Η μητέρα μου με χτύπησε... Εκσφενδόνισε και μια παντόφλα πάνω στον μεγάλο μου αδελφό. Αυτός, αντέδρασε γελώντας. «Εμπρός, χτύπα, της είπε, είναι γαλλικό δέρμα». Αυτή, είχε λυσσάξει. Εγώ, ποτέ δεν την έκανα να λυσσάξει έτσι. Είμαι ένα ήσυχο παιδί, εγώ. Και σα να μην έφτανε που μας χτύπησε, μας είπε: «Σας βαρέθηκα!»
   Θα πάω στη βιβλιοθήκη απόψε μετά το σχολείο. Θα κοιμηθώ εκεί. Θα μοιάζει σαν να είναι όλα τα βιβλία δικά μου. Το πρωί, θα σηκωθώ νωρίς, θα σκουπίσω το πάτωμα, θα ξεσκονίσω τους πάγκους. Όταν έρθει η βιβλιοθηκάριος, δεν θα πιστεύει στα μάτια της, όλα θα λάμπουν, και θα μοιραστεί το κολατσιό της μαζί μου. Όπως και να ’χει, δεν μου αρέσει να τρώω. Μακάρι να είχαμε χάπια! Ένα ποτήρι νερό για να τα καταπιούμε και ωπ! Δεν θα πεινούσαμε πλέον... Αν μπορούσαμε μονάχα να διαβάζουμε όλη μέρα...
   Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο με χτύπησαν! Βυθισμένη στο βιβλίο μου, είχα ξεχάσει να σβήσω τη φωτιά, το ραγού (γιαχνί) κρεμμυδιού είχε καεί εντελώς, μύριζε μέχρι έξω στον δρόμο.
   Τι με νοιάζει; Κανείς δεν τους υποχρέωνε να πάνε να δούνε τα προικιά της αγαπημένης τους Νερμίν! Η αδελφή μου μού είχε πει: «Μείνε να προσέχεις τη φωτιά, θα γυρίσουμε αμέσως». Κι αυτή έχει τα δικά της προικιά. Με στέλνουν να πάρω τις δαντέλες που κέντησαν, στο ψηλότερο μέρος της γειτονιάς, σε μια μπλε πόρτα με καμπανάκι, στην άκρη ενός τόσο ανηφορικού δρόμου όσο και ο πύργος της Ραπουνζέλ. Δίνοντάς μου το πακέτο, τυλιγμένο σε άσπρο χαρτί, η Ζελιχά η κεντήτρα μού είπε: «Πρόσεχε μη σου πέσει, είναι δουλειά που σου σακατεύει τα μάτια». Με την ανάπηρη μαμά της και τον ζηλιάρη άνδρα της, δεν ξεμυτίζει ποτέ. Κάθε φορά, ψάχνει στις τσέπες της για να βρει μια κάτασπρη καραμέλα με γεύση μέντας που τοποθετεί στην άκρη της γλώσσας μου, σαν να ήταν ένα θαυματουργό γιατρικό. Όταν λιώνει, με τσιμπάει ανάμεσα στη γλώσσα και τον ουρανίσκο.
   Είναι σίγουρο ότι η μεγάλη μου αδελφή θα κλάψει που δεν θα γυρίσω σπίτι. Όπως τη μέρα που έφτασε το γράμμα χωρισμού του αγαπημένου της, θα πέσει στο κρεβάτι της κλαίγοντας με λυγμούς.
   Κι εγώ τους βαρέθηκα! Φοβάμαι πολύ όταν μαλώνουν, κλαίω κρυφά στο κρεβάτι μου.
   «Αν διαβάζετε πολύ, μας προειδοποιεί η δασκάλα μας, θα τα καταφέρετε στον διαγωνισμό κρατικής υποτροφίας στο τέλος του δημοτικού σχολείου και θα πάτε στα μεγάλα σχολεία». Λατρεύω τη δασκάλα μας. Σηκώνω πάντα το χέρι. Θα εργαστώ σκληρά και θα τα καταφέρω στο διαγωνισμό. Λένε ότι αυτές που δεν σπουδάζουν, παντρεύονται. Άκουσα, όταν η κυρία Χουμεϊρά είπε στην αδελφή μου: «Ή ο καθηγητής, ή ο σύζυγος!» Γέλασαν. Όσο γέλαγαν, ήρθε ο πατέρας μου. Σταματάμε πάντα τις ομιλίες όταν έρχεται ο πατέρας μου. Αν μιλήσει, μιλάμε. Προσπαθώ να πω πράγματα που του αρέσουν. Μια μέρα, είπα τα ονόματα του προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού, αράδιασα τις πρωτεύουσες των ευρωπαϊκών χωρών, γέλασε, μου χάιδεψε το κεφάλι. Όταν πάει στην πόλη, μου φέρνει βιβλία, μπανάνες. Μια φορά μάλιστα, μου έφερε μικρά ροζ πλαστικά φλιτζανάκια.
   Αναρωτιέμαι αν η Κανιγιέ καταλαβαίνει ότι με χαστούκισαν. Έκλαψα πολύ στον δρόμο του ερχομού, αλλά στην πόρτα του σχολείου σκούπισα καλά τα μάτια μου. Δεν θα το πω σε κανένα! Ούτε καν στην Κανιγιέ! Κι ας είναι αδελφική μου φίλη! Σήμερα, στο πικνίκ, θα κάνω ότι διασκεδάζω.
   Μου αρέσει να πηγαίνω για πικνίκ ανάμεσα στα ερείπια. Στοιχισμένοι στη σειρά ανά δύο, στο μονοπάτι κάτω από τη σκιά των μουριών, προχωράμε τραγουδώντας εμβατήρια όλοι μαζί. Περνάμε μπροστά από την Τρύπα της Αρτέμιδος και τους Επτά Κοιμωμένους, διασχίζουμε το Όρος των Πεύκων, και η Έφεσος1 εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μας. Εγώ, σήμερα, δεν τραγουδάω ούτε ένα τραγούδι. Παραπονιέμαι για τη μητέρα μου στους Επτά Κοιμωμένους. Κάποια στιγμή, θέλησα να πάω να τους συναντήσω. «Θα ξάπλωνα δίπλα τους... Θα κοιμόμουν εκατό χρόνια...»
   Κάνουμε μια στάση κάτω από το μεγάλο δένδρο στην είσοδο της Εφέσου. Τα κιλίμια στρώθηκαν στο έδαφος, και τα βραστά αυγά, οι κεφτέδες, τα μπουρέκια, τοποθετήθηκαν επάνω. Τα καταπίνουμε αμάσητα για να μπορέσουμε να παίξουμε πιο γρήγορα. Ως συνήθως, οι δασκάλες διασκεδάζουν μεταξύ τους και δεν βιάζονται. Η Κανιγιέ κι εγώ, περιμένουμε υπομονετικά φτιάχνοντας ψεύτικα νύχια με τα κίτρινα πέταλα των σπαθόχορτων. Επιτέλους τα κιλίμια διπλώθηκαν. Προχωράμε πρώτα προς το «Μεγάλο Θέατρο» στο τέλος της λεωφόρου του Λιμανιού. Στα πολύ αρχαία χρόνια υπήρχαν εδώ αγώνες, άνθρωποι και λιοντάρια πάλευαν κάτω από το βλέμμα του βασιλιά και της βασίλισσας. Μπαίνουμε από την πόρτα με τα σιδερένια κιγκλιδώματα από όπου εξαπέλυαν τα λιοντάρια: είναι πολύ μεγαλύτερο από τον καλοκαιρινό κινηματογράφο του χωριού, θα μπορούσαμε να στήσουμε εκατό κινηματογράφους στο εσωτερικό του... Ολόγυρα, πέτρινες κερκίδες. Από το ψηλότερο μέρος, η Κανιγιέ ακούω αυτά που λέω χαμηλόφωνα από τη σκηνή: ο ουρανός... ο ουρανός... σοκολάτα... σοκολάτα... δεν θα γυρίσω σπίτι... δεν θα γυρίσω σπίτι... «Τι απίστευτη ακουστική για μια τόσο αρχαία κατασκευή!» λέει έκπληκτη η καθηγήτρια μουσικής. Βγαίνουμε από το Θέατρο από την πόρτα στο κάτω μέρος. Περπατάμε πηδώντας από τη μία πέτρα στην άλλη. Χωρίς να δίνουμε σημασία στα βιολετί γαϊδουράγκαθα που μας γρατζουνίζουν τα πόδια. Βιαζόμαστε να φτάσουμε στον τόπο παιχνιδιού. Τόσο που σχεδόν ξεχνάω την ιστορία του χαστουκιού.
   Ο τόπος παιχνιδιού είναι ένας κήπος περιτριγυρισμένος από μαρμάρινες κατασκευές: κολόνες που ανεβαίνουν πολύ ψηλά και διακοσμημένα διαδήματα που τις ενώνουν. Παίζουμε στη σκιά των πέτρινων μορφών με αυστηρό ύφος, χωρίς να κινδυνεύουμε να πάθουμε ηλίαση. Λένε ότι είναι η πιο μεγάλη βιβλιοθήκη των αρχαίων χρόνων. Τοποθέτησαν τα αγάλματα πάνω σε πέτρες. Άλλοτε λείπει ένα χέρι, ή έχει πέσει η μύτη... Στην μπροστινή όψη τους οι πέτρες έχουν επιγραφές. Με αλλόκοτα γράμματα... «Το αρχαιοελληνικό αλφάβητο», λέει η δασκάλα. Κατάφερε να διαβάσει μόνο τα ονόματα: Κέλσος... Μάρκος-Αντώνιος...
   Όσο προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις επιγραφές, η Σεράπ οργανώνει μια ομάδα για να παίξουμε κρυφτό. Πήρε τον Αρίφ στην ομάδα της. Εγώ, είμαι με τον Σελίμ, την Κανιγιέ και την Αϊσέ. Πρώτη φυλάει η Σεράπ. Όπως και να ’χει, δεν μπορούμε να τους κερδίσουμε. Κρύβομαι πίσω από τον Μάρκο-Αντώνιο. Νομίζω ότι είμαι αόρατη ανάμεσα στους θάμνους, σχεδόν στο ίδιο ύψος με το δικό μου, αλλά κουνιέμαι, το ίδιο και οι θάμνοι, και η Σεράπ ορμάει πάνω μου σαν τη λιονταρίνα πάνω στη λεία της. Οπότε φυλάω εγώ. Φτάνω μέχρι τη μαρμάρινη σαρκοφάγο στο κέντρο. Αυτός που φυλάει πρέπει να ακουμπήσει το κεφάλι του πάνω στο γλυπτό λιοντάρι της σαρκοφάγου και να μετρήσει μέχρι τα πενήντα με καλά κλειστά τα μάτια πριν ξεκινήσει να ψάχνει τους άλλους που είναι κρυμμένοι. Βρίσκω τη Σεράπ. Και τον Αλί. Με κάνουν να πεισμώσω: «Αν είναι τόσο εύκολο, βρες τον Αρίφ τώρα!» «Εδώ είμαι!» φωνάζει ο Αρίφ από το εσωτερικό της σαρκοφάγου. Από ένα μικρό άνοιγμα, κατάφερε να τρυπώσει στο εσωτερικό του τάφου του Κέλσου. Και οι πέντε, σκαρφαλώνουμε στη σαρκοφάγο και κοιτάζουμε από την τρύπα του σπασμένου μαρμάρου. «Δεν θα μπορέσετε να με πιάσετε!» λέει ο Αρίφ αλληθωρίζοντας με τα μεγάλα μαύρα μάτια του και βγάζοντάς μας τη γλώσσα. Επειδή δεν μπορώ να κατεβώ κάτω στον τάφο με τα φίδια να τον πιάσω, η παρτίδα κρυφτού χαλάει.
   Πού και πού θυμάμαι ότι θα είμαι άστεγη από το βράδυ. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να το βάλω κάτω. Να γυρίσω σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ενώ το μάγουλό μου συνεχίζει να με πονάει, όχι! Και να που χάνω και πάλι στο κρυφτό! Αν μπορούσα τουλάχιστον να είχα γεννηθεί και να είχα ζήσει τον αρχαίο καιρό, να είχα πεθάνει πολύ καιρό πριν. Ονειρευόμουν συγκεκριμένα τη σαρκοφάγο μου όταν η Κανιγιέ μού πρότεινε να παίξουμε το παιχνίδι «Έφεσος». Ο Αλί επιλέγει να είναι ο Κέλσος, η Αϊσέ, Κλεοπάτρα, ο Αρίφ, Αδριανός, η Κανιγιέ, Αφροδίτη και η Σεράπ, Άρτεμις. Θέλω ένα μεγαλύτερο ρόλο από τη Σεράπ. Καπάρωσε αυτόν της Αρτέμιδος, οπότε θα είμαι Παναγία. Δεν καταφέρνουμε να συμφωνήσουμε για τους συζύγους και τις συζύγους. Ο Αδριανός θέλει να είναι ο σύζυγος της Παναγίας. Εγώ διαφωνώ: «Η Παρθένος Μαρία δεν μπορεί να έχει σύζυγο!» Ο Αρίφ θυμώνει: «Δεν είναι γυναίκα; Γιατί να μην μπορεί να έχει άνδρα;» «Ή μήπως ήταν πολύ άσχημη;» ρωτάει η Αϊσέ. «Μα αφού την είδαμε, ανόητη!» απαντάει ο Αρίφ.
   Ήταν στο φθινοπωρινό πικνίκ, όταν είχαμε επισκεφθεί το κρεμαστό σπίτι της στο όρος Μπουλμπούλ2‧ υπήρχε ένα άγαλμά της, ένα γυναικείο άγαλμα με αγγελικό πρόσωπο. Μπροστά στο όμορφο αυτό πρόσωπο, είχαμε απαγγείλει τη σουράτα Elham3 και είχαμε κάνει ευχές. Είχαμε μείνει έκπληκτοι από τα αστραφτερά κολιέ, τα ξύλινα μπαστούνια, τα παπούτσια με σιδερένιους νάρθηκες για ανάπηρους που είχαν αφήσει εδώ όλοι αυτοί, οι ευχές των οποίων πραγματοποιήθηκαν. Είχαμε πλύνει τα χέρια μας με το νερό που έτρεχε ανάμεσα από τους βράχους. «Ρίξτε και στο κεφάλι σας νερό, θα σας ανοίξει το πνεύμα», είχε πει η δασκάλα.
   Δεν μπορώ να παντρευτώ με τον Αρίφ. Δεν θα παντρευτώ με κανένα. «Εντάξει! λέει η Αϊσέ. Τότε, ούτε παιδιά θα κάνεις!» Κάνει λάθος! Δεν θα παντρευτώ, αλλά θα αποκτήσω ένα παιδί. Είμαι η Παναγία. Θα αγαπώ πολύ το παιδί μου, δεν θα θυμώνω μαζί του, ακόμα κι αν αφήνει το φαγητό να καεί χωρίς να το κάνει επίτηδες. Με κομμένα κλαδιά δάφνης, πλέκουμε στεφάνια που μοιάζουν μ’ εκείνα που καλύπτουν τα κεφάλια των αγαλμάτων. Όταν τοποθετούμε ένα στο κεφάλι του Αλί, ξαναγεννιέται ως Κέλσος και βγαίνει από τη σαρκοφάγο όπως λέει το παιχνίδι. Οπότε, προσποιούμενοι ότι είναι λατινικά, προφέρουμε ακαταλαβίστικες προτάσεις για να γιορτάσουμε τον γάμο του με την Αφροδίτη. Οι νεόνυμφοι υποβάλλουν τα σέβη τους στην Παναγία. Η Παναγία τούς ευλογεί χαϊδεύοντας τα κεφάλια τους. Έτσι παίζουμε το παιχνίδι «Έφεσος», χωρίς να παραλείψουμε καμιά λεπτομέρεια, από τότε που είδαμε τον Μπεν Χουρ στον υπαίθριο κινηματογράφο....


1. Η Τρύπα της Αρτέμιδος (κοιλότητα στην τοποθεσία του ναού της Αρτέμιδος, ενός από τα επτά θαύματα του κόσμου που δεν διατηρείται σήμερα), οι Επτά Κοιμώμενοι (σπηλιά όπου εικάζεται ότι επτά νεαροί χριστιανοί ξύπνησαν μετά από δύο αιώνων ύπνο σύμφωνα με έναν χριστιανικό αλλά και μουσουλμανικό θρύλο), η βιβλιοθήκη του Κέλσου και το Μεγάλο Θέατρο είναι μέρη της αρχαίας ελληνικής πόλης Εφέσου στα δυτικά της Ανατολίας, αρκετά κοντά στις ακτές του Αιγαίου και της πόλης Σελτσούκ.
2. Καθολικό και μουσουλμανικό τέμενος κοντά στην Έφεσο. Λέγεται ότι μετά τη Σταύρωση του Ιησού, ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής έκρυψε εκεί τη Μαρία μέχρι την Κοίμησή της.

απόσπασμα από το διήγημα το Χαστούκι που δημοσιεύεται στο τευχος 41 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ αφιερωμένο στη σπυγχρονη τουρκική λογοτεχνία.

Η Μπιρσέν Φεραχλί (Birsen Ferahlı) γεννήθηκε το 1960 στη Σμύρνη όπου σπούδασε ιατρική και όπου εργάζεται ως ειδική φυσιοθεραπεύτρια. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική της καριέρα εκδίδοντας αξιόλογες κριτικές σε περιοδικά, και στη συνέχεια δοκίμια και διηγήματα σε ομαδικές εκδόσεις αφιερωμένες συγκεκριμένα σε σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς, όπως ο Σελίμ Ιλερί (ένας από τους συγγραφείς του αφιερώματος αυτού) και η διηγηματογράφος Φουρουζάν. Η Μπιρσέν Φεραχλί έχει εκδώσει δύο συλλογές απομνημονευμάτων και διηγημάτων.

Μετάφραση: Μαριάνθη Πάσχου

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Eκδηλώσεις ΕΝΕΚΕΝ, Ουρλιαχτό τ' ουρανού, ο ποιητής Bedri Hoxha



Βedri Xoxha

Ας πεθάνω
Τώρα κι οι τοίχοι
μ' έχουν βαρεθεί
και το ταβάνι έτοιμο να πέσει
οι μύγες κι τα ποντίκια
ενοχλητικοί γείτονες.
Προσμένω μοναχικά τον θάνατο.
Ας πεθάνω.
Θα πεθάνουν και τα προβλήματα.
Να πέσω ξεριζωμένος
από το μακρινό μου πατρικό
όπου η μάνα στο κατώφλι
με περιμένει ακόμα κουρασμένη
να πάω ντυμένος γαμπρός.



O Bedri Hoxha γεννήθηκε στην πόλη Ντίμπρα, στη Βόρεια Αλβανία. Σπούδασε φιλολογία στα Τίρανα. Στα δεκαέξι του κέρδισε το 1ο βραβείο ποίησης του λογοτεχνικού περιοδικού Poezia, των Τιράνων. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές στα αλβανικά και στα ελληνικά. Ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

Εκδηλώσεις ΕΝΕΚΕΝ

Σας περιμένουμε

Richard M. Berlin, A twenty-first century William Carlos Williams, Eneken Cultural Revue


Richard M. Berlin has been been called “A twenty-first century William Carlos Williams” by Booklist. He is the author of two chapbooks and  three poetry collections including  Secret Wounds which was selected by USA Book World as the best general poetry book published in 2011.  Richard is a physician with a psychiatric practice in Lenox.  He is a Senior Affiliate in Psychiatry at the University of Massachusetts Medical school where he has established  the Gerald F. Berlin Creative Writing Award to honor of his father.  The Award  encourages doctors and nurses in training to write about their experiences as a way to bring them closer to their patients.  Richard is the author of more than 60 scientific papers and the editor of  two medical books, "Sleep Disorders in Clinical Psychiatry" and "Poets on Prozac: Mental Illness, Treatment, and the Creative Process." Richard's three poetry collections are being translated into Greek by Miltos Arvanitakis, a film maker, physician, and translator.  This week, Miltos won the European Institute for Literary Translation Award 2016 for his translation of Richard's first book, How JFK Killed My Father.  Miltos is currently completing translations of Secret Wounds and Practice.


https://theberkshireedge.com/

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Daniel Bensaid Μνήμη και αγώνας επανάστασης



Απόσπασμα από το κείμενο του Σταύρου Τομπάζου που δημοσιεύετηκε στο τεύχος 16 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος 2010.
Ο Σταύρος Τομπάζος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Διδάσκει μαθήματα πολιτικής οικονομίας και πολιτικής φιλοσοφίας και έχει πλούσιο συγγραφικό έργο.

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

Μέρες που δεν θα ξαναρθούν, Selim İleri

Πολύ το αγαπώ αυτό το ποίημα του Ζίγια Οσμάν Σαμπά. Εξάλλου όλα τα ποιήματά του μ’ αρέσουν. Έζησε τόσο λίγο, ωστόσο το έργο του αντηχεί στην ψυχή μας και σήμερα ακόμη. Η δίψα για τον έρωτα, η δίψα για τρυφερότητα και για συμπόνοια δεν καταλαγιάζει γρήγορα, γι’ αυτό τα ποιήματά του δεν θα ξεθωριάσουν με τον καιρό. Πάρτε για παράδειγμα τα Παιδικά Χρόνια. Το ποίημα γράφτηκε στα 1936, κι όμως ο λόγος του είναι τόσο ζωντανός!

    Χρόνια μου, χρόνια παιδικά...
    Κήποι που μοιάζουν τώρα μακρινοί.
    Τόσες και τόσες νύχτες, τόσα πρωινά,
    Αυτές οι μέρες που δεν θα ξαναρθούν,
    Χρόνια μου παιδικά.

Ο Σαμπά γεννήθηκε στα 1910. Φανταστείτε την Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή. Oι νουβέλες του, η μία καλύτερη απ’ την άλλη, μαρτυρούν πως, τον προηγούμενο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη ήταν η πόλη των θαλασσών και η πόλη των κήπων. Θυμάμαι ακόμη εκείνους τους τελευταίους κήπους του Καντίκιογιου1, που έμοιαζαν με απομεινάρια αυτού του παρελθόντος. Όπως όλα τα πράγματα στην Πόλη.
   Βέβαια, εγώ δεν γεννήθηκα σε σπίτι με κήπο. Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην πολυκατοικία Γκερέν2 της λεωφόρου Μπαχαριγιέ3, και δεν ήμουν εξοικειωμένος με τους κήπους. Που ωστόσο λατρεύω παθιασμένα...
   Η πιο μακρινή ανάμνησή μου συνδέεται με τη βροχή. Νομίζω, ήμουν δύο ή τριών χρονών. Δεν πρέπει να τα είχα συμπληρώσει τα τρία, αφού ακόμη ήμουν στο καροτσάκι, που το θυμάμαι ολοκάθαρα. Μια μέρα του φθινόπωρου ή της άνοιξης. Απόγευμα προς το δειλινό (ή έτσι το θέλω, προσθέτω αυθαίρετα και φαντάζομαι πως ήταν δειλινό).
   Η μητέρα μου φορά ένα μαύρο παλτό. Μια γυναίκα που στο πρόσωπό της θα γνωρίσω αύριο τη μητέρα μου, μια νέα γυναίκα. Όμως θυμάμαι, πάνω απ’ όλα, το παλτό: μαύρο, μακρύ, με γιακά από αστραχάν. Το ύφασμά του ήταν αρκετά φθαρμένο (Το φορούσε, εξάλλου, και όταν πήγα στο δημοτικό. Χωρίς τον γιακά…).
   Αρχίζει να βρέχει. Ένα χέρι χαμηλώνει την κουκούλα. Εδώ που βρισκόμαστε κήπο δεν έχει. Στον κήπο του αρχοντικού του Ασσίμ Πασά η λίμνη με τα νούφαρα και τα χρυσόψαρα δεν υπάρχει πια. Ούτε οι δύο τεράστιες μανόλιες στον κήπο της θείας Νεσεκάν, στο Γκιόζτεπε4.
   Δεν ξέρω γιατί, θαρρώ βρισκόμαστε στο Αλτιγιόλ5. Το ίδιο μου συμβαίνει κάθε φορά: σαν να ανεβαίνουμε από το Αλτιγιόλ προς το Μπαχαριγιέ (Ο τόπος είναι γαλήνιος κι ερημικός, τίποτε δεν θυμίζει τον εκκωφαντικό θόρυβο και τα μποτιλιαρίσματα του σύγχρονου Αλτιγιόλ). Σπίτια δίπατα ή τρίπατα, μια εκκλησία πίσω από τα δέντρα. Περνάει το τραμ).
   Βρέχει, το πρόσωπό μου γίνεται μουσκίδι…
   Μόνη απόδειξη για όσα λέω είναι το μαύρο παλτό. Και επαναλαμβάνω: χρόνια το φορούσε, κι όταν ακόμη ήμουν εννέα ή δέκα ετών. «Πώς γίνεται να το θυμάσαι», με ρωτούν. «Ναι, μάλιστα, έναν γούνινο γιακά. Που ξέφτισε με τον καιρό κι άρχισε να μοιάζει με μουτόν...» (Η Πόλη τη δεκαετία του πενήντα δεν ήξερε τι θα πει «κατανάλωση». Όλοι ήταν οικονόμοι. Ακόμη βλέπω μπροστά μου το καλάθι ραπτικής της μητέρας μου. Με το ξύλινο «αυγό», που χρησιμοποιούσε για να καρικώνει τις κάλτσες μας. Γιατί δεν τις πετούσαν τις κάλτσες όταν τρυπούσαν. Και τα καλτσόν όταν έκαναν θηλιά, τα έδιναν για μαντάρισμα…)
    Χρόνια μου, χρόνια παιδικά...

    Ο θάνατος απρόσμενος,
    του δίδυμου αδελφού μου
    δεν γνώρισα τον τάφο του, 
    όλα αυτά τα χρόνια μου, τα παιδικά.

Και έναν ακόμη στίχο έγραψε ο Ζίγια Οσμάν Σαμπά:

    Θλίψη ατέλειωτη, τα παιδικά μου χρόνια.

Κι εγώ, σαν ήμουνα παιδί; Ήμουν δυστυχισμένος; Λένε πως ήμουν πολύ ήσυχο παιδί. Πως όταν γεννήθηκα δεν έκλαψα καθόλου. Φαινόταν ότι θα γινόμουν ένας μικρός κοιλιόδουλος: βάλθηκα αμέσως να βυζαίνω το δάχτυλό μου. Κοιμόμουν πολύ. Ήμουν πολύ υπάκουος, δεν ήμουν δύσκολο παιδί.
   Αργότερα, όταν μπόρεσα να κρίνω μόνος μου, σκέφτηκα πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι ακριβώς. Δεν ήμουν παιδί κοινωνικό, ήμουν απ΄ τη φύση μου κλειστός. Η υπακοή μου ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια «φυγή». Ήταν η ανάγκη μου να κρυφτώ. Ένιωθα ξένος προς τη μητέρα μου, προς τη μεγάλη μου αδελφή, προς τον πατέρα μου, ιδίως, προς το σπίτι όπου ζούσαμε, προς τους γείτονες, προς τους φίλους και προς τους συγγενείς. Και δεν άφηνα τίποτε να φανεί. Υποχρέωνα τον εαυτό μου σε μια ύπαρξη μοναχική.
   Εκείνα τα χρόνια ήταν γκρίζα, μουντά. Οι άνθρωποι ήταν μετρημένοι, συνεσταλμένοι, διακριτικοί. Οι γονείς μου είχαν κάνει έναν γάμο «παραδοσιακό». Κάποιοι κοινοί φίλοι αναλάμβαναν να γνωρίσουν το ζευγάρι μεταξύ τους. Κι άμα ταίριαζαν παντρεύονταν, κατά τ’ άλλα άφηναν το σμίξιμο να κάνει το θαύμα του. Παντρεύτηκαν το 1938... Δεν ξέρω αν τα παιδικά μου μάτια μπορούσαν να δώσουν στα πράγματα τις σωστές τους διαστάσεις, όμως τους θυμάμαι και τους δύο κλεισμένους, τον καθένα, στον δικό τους κόσμο. Σίγουρα ενωμένους. Όμως σαν δύο ψυχές ξεχωριστές, σαν δύο διαφορετικούς χαρακτήρες.
   Η μητέρα μου είναι πολύ κοινωνική, ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή. Ωστόσο όλα της τα συναισθήματα, όλες τις επιθυμίες κι όλες τις προσδοκίες, τις χαντακώνει μέσα της. Στο σπίτι είχαμε ένα πιάνο αιωνίως κλειστό. Η μητέρα μου ήξερε, νομίζω, να παίζει. Τώρα κατεβαίνουμε την αγορά του Καντίκιογιου, από εκεί αγοράζει η μητέρα μου ψάρια, φρούτα και λαχανικά (Γιατί της είχαν μάθει πιάνο; Χρόνια μετά το ερώτημα αυτό τριβέλιζε στον νου μου).
   Ο πατέρας μου είναι πολύ τακτικός άνθρωπος, διδάσκει στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο6 του Γκουμούσουγιου7. Την Κυριακή παίζει φλάουτο (Γιατί; Για ποιον;). Είναι Κύπριος στην καταγωγή, χώρισε με την οικογένειά του από τα παιδικά του χρόνια. Ίσως αργότερα προσπάθησε να επανέλθει στα ίχνη αυτού του αποχωρισμού. Δεν είναι φλύαρος, τα κρατάει όλα μέσα του (Πολύ καιρό μετά τον θάνατό του, ένα πρωί, θα ξεσπάσω σε λυγμούς, στην ιδέα ότι ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον πατέρα μου...).
   Η μεγάλη μου αδελφή είναι επιμελής μαθήτρια. Πειθαρχημένη, τακτική, όπως ο πατέρας μου. Το ράφι της είναι καλοσυγυρισμένο, τα βιβλία και τα τετράδιά της, υποδειγματικά. Ευαίσθητο κορίτσι, που όμως δεν το δείχνει.
   Ο Μουτζαφέρ Χατζηχασάνογλου, από τους πιο παραγνωρισμένους εκπροσώπους της λογοτεχνίας μας, έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο εξαιρετικό: Σπιτικά δίχως αγάπη. Όχι πως είναι απούσα η αγάπη, μη φανταστείτε, είναι απλώς άλλη, μια αγάπη ραγισμένη, τσακισμένη. Το σύμπαν σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Μόνο μέσα από ορισμένα ποιήματα του Μπεχτσέτ Νεσατιγκίλ μπορείς να το συλλάβεις αυτό...

1. Παλιά ονομασία για το Καντίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τη μεγάλη συνοικία που βρίσκεται στην ασιατική όχθη της Κωνσταντινούπολης, στη συμβολή του Βοσπόρου με τη θάλασσα του Μαρμαρά.
2. Οι πολυκατοικίες στην Τουρκία δεν έχουν μόνο αριθμούς οδικής αρίθμησης, αλλά και ονόματα.
3. Kύρια οδική αρτηρία του Καντίκιοϊ.
4. Συνοικία στην ασιατική όχθη της Πόλης, στα νότια του Καντίκιοϊ, απέναντι από τα Πριγκηπονήσια.
5. Στα τουρκικά, «Έξι δρόμοι»: ένα από τα σημαντικότερα σταυροδρόμια του Καντίκιοϊ. Στο κέντρο της πλατείας του Αλτιγιόλ υπάρχει το άγαλμα ενός ταύρου.
6. Πανεπιστήμιο που εξειδικεύεται στις πολυτεχνικές σπουδές.
7. Συνοικία στην ευρωπαϊκή όχθη της Κωνσταντινούπολης, ανάμεσα στο Ταξίμ και στη Μπεσίκτας.

Απόσπασμα από διήγημα του Σελίμ Ιλερί (Selim Ιleri) Μέρες που δεν θα ξαναρθούν που δημοσιεύεται στο τεύχος 41ο του περιοδικού που κυκλοφορεί.

Ο Σελίμ Ιλερί (Selim Ιleri) γεννήθηκε το 1949 στην Κωνσταντινούπολη. Γρήγορα εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να στραφεί στη συγγραφή. Σε ηλικία δεκαεννέα ετών εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από νουβέλες (Cumartesi Yalnızlığı, Η μοναξιά του Σαββάτου). Έχει γράψει περί τα πενήντα έργα (μυθιστορήματα, νουβέλες, απομνημονεύματα, δοκίμια, σενάρια για ταινίες και θεατρικά), πολλά από τα οποία έχουν βραβευτεί. Έχει διευθύνει τις λογοτεχνικές και πολιτιστικές επιφυλλίδες σε πολλές εφημερίδες και είναι παραγωγός ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. Θεωρείται «συγγραφέας της Πόλης», εξαιτίας των δοκιμίων που έγραψε για τη γενέτειρα πόλη του, την Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε όλη του τη ζωή. Το ζήτημα των σχέσεων της Ανατολής με τη Δύση τον απασχολεί όλο και περισσότερο στο έργο του.

Μετάφραση: Μυρτώ Φίτζιου Επιμέλεια: Ευγενία Γραμματικοπούλου