Powered By Blogger

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Λόγια που αντέχουν στον χρόνο, Έλενα Αβραμίδου, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, εφ. Η Καθημερινή


Για το εξαιρετικό βιβλίο της Έλενας Αβραμίδου: Λόγια που αντέχουν στον χρόνο.
Οι φωτογραφίες από την εκδήλωση-παρουσίαση είναι του Γιώργου Ιωαννίδη. Ομιλητές: Όμηρος Ταχμαζίδης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Έλενα Αβραμίδου.




























































Λόγια που αντέχουν στο χρόνο
Λόγια που αντέχουν στο χρόνο, γιατί αντιστέκονται στο χρόνο, επειδή δεν χάνουν το νόημα και την αλήθεια τους. Θα έλεγα μάλιστα ότι, με το πέρασμα του χρόνου, αποκτούν μια άλλη λάμψη. Αυτό δεν φανερώνουν, άλλωστε, τα λόγια του Φερνάνδο Σαβατέρ για τη φιλοσοφία και την πολιτική και του Λεωνίδα Κύρκου για
την υποχρέωση του πολίτη «να ανασκουμπωθεί»; Ή η απόφανση του Εμμανουήλ Κριαρά, «η παιδεία χειμάζεται σήμερα», και του Σταύρου Κουγιουμτζή, «ζούμε σε μια αντιαισθητική, αντιπνευματική εποχή»;
Η επισήμανση του Ρικάρντο Πετρέλα, «η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, είναι επικίνδυνη», καθώς και εκείνη της Λουτσιάνα Καστελίνα, «υπάρχει μια κρίση της κουλτούρας της Αριστε-
ράς και μια κρίση της κουλτούρας αυτής καθεαυτήν», πριν από δύο περίπου δεκαετίες, αποτυπώνουν εύστοχα τη σημερινή κατάσταση, καθώς και τους προβληματισμούς μας για τη δημοκρατία και την Αριστερά στις μέρες μας. Και ποια φράση μπορεί να είναι πιο επίκαιρη από αυτή του Μίκη Θεοδωράκη, «σήμερα, εκτός από
την Τέχνη, η μόνη στράτευση που βλέπω είναι στην υπηρεσία του ανθρώπινου πόνου», καθώς ο ανθρώπινος πόνος πληθαίνει δραματικά στις μέρες μας; Υπ’ αυτήν την έννοια, η παρότρυνση του Τζάνι Πουλίζι να διαβάσουμε το Περιμένοντας τους βαρβάρους του Κωνσταντίνου Καβάφη αποκτάει ένα βαθύτερο νόημα.
Υπάρχει, επίσης, η ειλικρινής και συγκινητική αγάπη για τη γλώσσα και τον πολιτισμό μας της Σιου Κάι, του Μάριο Βίτι, του Βιτζέντσο Ρότολο, της Πάολα Μαρία Μινούτσι, του Τσεν Μινχουά, του Λίου Ρουί Χονγκ και του Λι Τσενγκούι,που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μετάφραση των ελληνικών κειμένων στη γλώσσα
τους. Αλλά και του Νικόλα Πιοβάνι που αντλεί σταθερά την έμπνευσή του από τους αρχαιοελληνικούς μύθους. Πώς να μην συγκινεί και εμπνέει η στάση τους;
Και πώς να μην είναι χρέος μας να θυμόμαστε τα λόγια τους, λόγια που αντέχουν στο χρόνο;
Υπάρχουν, ακόμη, τα δραματικά αλλά και λυρικά λόγια του Πρόδρομου Μάρκογλου και του Τάκη Βαρβιτσιώτη, και τα συγκινητικά της απέραντης πλατείας του Νίκου Μπακόλα· τα σχέδια του Κάρολου Τσίζεκ, τα χρώματα του Αλέξανδρου
Ίσαρη, οι μουσικές εκτελέσεις του ΡικάρντοΜούτι και του Σάκη Παπαδημητρίου, και οι ταινίες του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι... Όλα μετουσιώνονται σε λόγο με τρόπο απλό και απέριττο, όπως πρέπει στους μεγάλους.
Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται συνεντεύξεις που είχα την τιμή και τη χαρά να πάρω από ανθρώπους των οποίων είχα διαβάσει τα βιβλία, ακούσει τα τραγούδια και τη μουσική και θαυμάσει τα σχέδια, τις ζωγραφιές και τις ταινίες, ώσπου μου δόθηκε η ευκαιρία να τους συναντήσω και να συνομιλήσω μαζί τους. Όπως συχνά συμβαίνει, αυτά που δημοσιεύονται είναι ένα ελάχιστο μόνο μέρος όσων
είχα την τύχη να ακούσω και να καταγράψω σε ένα μαγνητοφωνάκι. Γιατί, πώς είναι δυνατό να χωρέσουν οι συνομιλίες με το Νίκο Μπακόλα και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Τζάνι Βάτιμο και τον Αντόνιο Ταμπούκι σε 2-3 σελίδες ενός περιοδικού; Ή τα όσα πολύτιμα άκουσα στις αμέτρητες συναντήσεις με τον Κάρολο
Τσίζεκ, και κατά τις επισκέψεις μου στο μικρό διαμέρισμα της οδού Γραβιάς με τη Ζωή Καρέλλη; Και πώς να περιγράψω τη χαρά της μέρας εκείνης στο σπίτι της Διδώς Σωτηρίου, κουβεντιάζοντας με τις ώρες και απολαμβάνοντας τα γευστικά εδέσματα που είχε ετοιμάσει η αδερφή της, Έλλη Παππά; Ή την τελευταία συνάντησή μου με το Γιώργο Κάτο σε ένα ουζερί της Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, και
την ανεξάντλητη διάθεση προσφοράς του Περικλή Σφυρίδη; Είναι ακόμη η πολύωρη συζήτηση με το Βιτορίνο Κούρτσι, έναν άνθρωπο βαθιάς πνευματικής καλλιέργειας και μεγάλης ευαισθησίας, μια ζεστή αυγουστιάτικη μέρα στην Απουλία της Ιταλίας· εκείνη με τη Ντάτσια Μαραίνι, την κυρία των Ιταλικών Γραμμάτων, και τον Εντοάρντο Σανγκουϊνέτι, έναν από τους σπουδαιότερους Ιταλούς ποιητές
του 20ού αιώνα. Είναι, τέλος, τα λόγια της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, για τη γυναίκα και το Βυζάντιο κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής της στην Καβάλα· του Πέτρου Ανταίου για τον Εμφύλιο, και η κινηματογραφική σκέψη του Αλέξη Δερμεντζόγλου. Η συνάντηση μαζί τους με πλούτισε σε γνώσεις και αισθήματα. Τα
κουβαλάω μέσα μου ως κάτι πολύτιμο.
Οι συνεντεύξεις με πρόσωπα της Θεσσαλονίκης άρχισαν στο περιοδικό Ένεκεν σε μια εποχή που η πόλη είχε στερηθεί τα παραδοσιακά της έντυπα. Η έλλειψη των τοπικών εφημερίδων είχε τις πολλαπλές συνέπειές της, σαφώς, και στο χώρο
του πολιτισμού. Έτσι, αποφασίσαμε να δώσουμε τον οφειλόμενο χώρο στους δημιουργούς της πόλης, ανάμεσα στα άλλα και με τις συνεντεύξεις που, ορισμένες από αυτές, περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση. Το άνοιγμα του Ένεκεν στους
πνευματικούς δημιουργούς της πόλης έδωσε μια νέα ώθηση στο περιοδικό αλλά και σε αυτούς τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από μια περιοδική έκδοση και να απευθυνθούν, έτσι, στο ευρύ κοινό. Ήταν, δηλαδή, μια απόπειρα επικοινωνίας με τους δημιουργούς, αλλά και διαμεσολάβησης ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό
τους. Το εγχείρημα πέτυχε· έτσι, ο κύκλος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας γνωστούς για το έργο τους ξένους λογοτέχνες, καλλιτέχνες και στοχαστές, μεταφέροντας τις ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και τους προβληματισμούς τους στα καθ' ημάς. Να ανοίγεσαι σε άλλες σκέψεις και πολιτισμούς είναι πλούτος και εμπειρία ζωής πολύτιμη· και αυτό ακριβώς κάναμε. Εκτός από το προσωπικό τους έργο, θέματα παιδείας και πολιτισμού, καθώς και ο προβληματισμός για το μέλλον, συχνά ένας προβληματισμός που σχετίζεται με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών
και το ρόλο της Αριστεράς, συνιστούν τον πυρήνα των συζητήσεων...
Aπόσπασμα από το βιβλίο της Έλενας Αβραμίδου, Λόγια που αντέχουν στο χρόνο εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2016.

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Λόγια που αντέχουν στον χρόνο, Έλενα Αβραμίδου

Η Δρ Έλενα Αβραμίδου καταγράφει την σκέψη και τις απόψεις μερικών από τους σημαντικότερους σύγχρονους διανοητές στον χώρο της φιλοσοφίας και του πολιτισμού.

Λόγια που αντέχουν στο χρόνο

Λόγια που αντέχουν στο χρόνο, γιατί αντιστέκονται στο χρόνο, επειδή δεν χάνουν
το νόημα και την αλήθεια τους. Θα έλεγα μάλιστα ότι, με το πέρασμα του χρόνου,
αποκτούν μια άλλη λάμψη. Αυτό δεν φανερώνουν, άλλωστε, τα λόγια του Φερ-
νάνδο Σαβατέρ για τη φιλοσοφία και την πολιτική και του Λεωνίδα Κύρκου για
την υποχρέωση του πολίτη «να ανασκουμπωθεί»; Ή η απόφανση του Εμμανουήλ
Κριαρά, «η παιδεία χειμάζεται σήμερα», και του Σταύρου Κουγιουμτζή, «ζούμε σε
μια αντιαισθητική, αντιπνευματική εποχή»;
Η επισήμανση του Ρικάρντο Πετρέλα, «η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θε-
σμών, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, είναι επικίνδυνη», καθώς και
εκείνη της Λουτσιάνα Καστελίνα, «υπάρχει μια κρίση της κουλτούρας της Αριστε-
ράς και μια κρίση της κουλτούρας αυτής καθεαυτήν», πριν από δύο περίπου δε-
καετίες, αποτυπώνουν εύστοχα τη σημερινή κατάσταση, καθώς και τους προβλη-
ματισμούς μας για τη δημοκρατία και την Αριστερά στις μέρες μας. Και ποια φράση
μπορεί να είναι πιο επίκαιρη από αυτή του Μίκη Θεοδωράκη, «σήμερα, εκτός από
την Τέχνη, η μόνη στράτευση που βλέπω είναι στην υπηρεσία του ανθρώπινου πό-
νου», καθώς ο ανθρώπινος πόνος πληθαίνει δραματικά στις μέρες μας; Υπ’ αυτήν
την έννοια, η παρότρυνση του Τζάνι Πουλίζι να διαβάσουμε το Περιμένοντας τους
βαρβάρους του Κωνσταντίνου Καβάφη αποκτάει ένα βαθύτερο νόημα.
Υπάρχει, επίσης, η ειλικρινής και συγκινητική αγάπη για τη γλώσσα και τον
πολιτισμό μας της Σιου Κάι, του Μάριο Βίτι, του Βιτζέντσο Ρότολο, της Πάολα
Μαρία Μινούτσι, του Τσεν Μινχουά, του Λίου Ρουί Χονγκ και του Λι Τσενγκούι,
που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μετάφραση των ελληνικών κειμένων στη γλώσσα
τους. Αλλά και του Νικόλα Πιοβάνι που αντλεί σταθερά την έμπνευσή του από
τους αρχαιοελληνικούς μύθους. Πώς να μην συγκινεί και εμπνέει η στάση τους;
Και πώς να μην είναι χρέος μας να θυμόμαστε τα λόγια τους, λόγια που αντέχουν
στο χρόνο;
Υπάρχουν, ακόμη, τα δραματικά αλλά και λυρικά λόγια του ΠρόδρομουΜάρ-
κογλου και του Τάκη Βαρβιτσιώτη, και τα συγκινητικά της απέραντης πλατείας
του ΝίκουΜπακόλα· τα σχέδια του Κάρολου Τσίζεκ, τα χρώματα του Αλέξανδρου
Ίσαρη, οι μουσικές εκτελέσεις του ΡικάρντοΜούτι και του Σάκη Παπαδημητρίου,
και οι ταινίες του ΜπερνάρντοΜπερτολούτσι... Όλα μετουσιώνονται σε λόγο με
τρόπο απλό και απέριττο, όπως πρέπει στους μεγάλους.
Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται συνεντεύξεις που είχα την τιμή και τη χαρά
να πάρω από ανθρώπους των οποίων είχα διαβάσει τα βιβλία, ακούσει τα τραγού-
δια και τη μουσική και θαυμάσει τα σχέδια, τις ζωγραφιές και τις ταινίες, ώσπου
μου δόθηκε η ευκαιρία να τους συναντήσω και να συνομιλήσω μαζί τους. Όπως
συχνά συμβαίνει, αυτά που δημοσιεύονται είναι ένα ελάχιστο μόνο μέρος όσων
είχα την τύχη να ακούσω και να καταγράψω σε ένα μαγνητοφωνάκι. Γιατί, πώς
είναι δυνατό να χωρέσουν οι συνομιλίες με το Νίκο Μπακόλα και τον Ντίνο Χρι-
στιανόπουλο, τον Τζάνι Βάτιμο και τον Αντόνιο Ταμπούκι σε 2-3 σελίδες ενός πε-
ριοδικού; Ή τα όσα πολύτιμα άκουσα στις αμέτρητες συναντήσεις με τον Κάρολο
Τσίζεκ, και κατά τις επισκέψεις μου στο μικρό διαμέρισμα της οδού Γραβιάς με τη
Ζωή Καρέλλη; Και πώς να περιγράψω τη χαρά της μέρας εκείνης στο σπίτι της
Διδώς Σωτηρίου, κουβεντιάζοντας με τις ώρες και απολαμβάνοντας τα γευστικά
εδέσματα που είχε ετοιμάσει η αδερφή της, Έλλη Παππά; Ή την τελευταία συνάν-
τησή μου με το Γιώργο Κάτο σε ένα ουζερί της Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, και
την ανεξάντλητη διάθεση προσφοράς του Περικλή Σφυρίδη; Είναι ακόμη η πο-
λύωρη συζήτηση με το Βιτορίνο Κούρτσι, έναν άνθρωπο βαθιάς πνευματικής καλ-
λιέργειας και μεγάλης ευαισθησίας, μια ζεστή αυγουστιάτικη μέρα στην Απουλία
της Ιταλίας· εκείνη με τη Ντάτσια Μαραίνι, την κυρία των Ιταλικών Γραμμάτων,
και τον Εντοάρντο Σανγκουϊνέτι, έναν από τους σπουδαιότερους Ιταλούς ποιητές
του 20ού αιώνα. Είναι, τέλος, τα λόγια της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, για τη γυ-
ναίκα και το Βυζάντιο κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής της στην Καβάλα· του
Πέτρου Ανταίου για τον Εμφύλιο, και η κινηματογραφική σκέψη του Αλέξη Δερ-
μεντζόγλου. Η συνάντηση μαζί τους με πλούτισε σε γνώσεις και αισθήματα. Τα
κουβαλάω μέσα μου ως κάτι πολύτιμο.
Οι συνεντεύξεις με πρόσωπα της Θεσσαλονίκης άρχισαν στο περιοδικό Ένεκεν
σε μια εποχή που η πόλη είχε στερηθεί τα παραδοσιακά της έντυπα. Η έλλειψη
των τοπικών εφημερίδων είχε τις πολλαπλές συνέπειές της, σαφώς, και στο χώρο
του πολιτισμού. Έτσι, αποφασίσαμε να δώσουμε τον οφειλόμενο χώρο στους δη-
μιουργούς της πόλης, ανάμεσα στα άλλα και με τις συνεντεύξεις που, ορισμένες
από αυτές, περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση. Το άνοιγμα του Ένεκεν στους
πνευματικούς δημιουργούς της πόλης έδωσε μια νέα ώθηση στο περιοδικό αλλά
και σε αυτούς τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από μια περιοδική έκδοση και
να απευθυνθούν, έτσι, στο ευρύ κοινό. Ήταν, δηλαδή, μια απόπειρα επικοινωνίας
με τους δημιουργούς, αλλά και διαμεσολάβησης ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό
τους. Το εγχείρημα πέτυχε· έτσι, ο κύκλος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας γνω-
στούς για το έργο τους ξένους λογοτέχνες, καλλιτέχνες και στοχαστές, μεταφέ-
ροντας τις ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και τους προβληματισμούς τους στα καθ’
ημάς. Να ανοίγεσαι σε άλλες σκέψεις και πολιτισμούς είναι πλούτος και εμπειρία
ζωής πολύτιμη· και αυτό ακριβώς κάναμε. Εκτός από το προσωπικό τους έργο, θέ-
ματα παιδείας και πολιτισμού, καθώς και ο προβληματισμός για το μέλλον, συχνά
ένας προβληματισμός που σχετίζεται με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών
και το ρόλο της Αριστεράς, συνιστούν τον πυρήνα των συζητήσεων.
Οι συνεντεύξεις συνεχίστηκαν αργότερα και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες,
καθώς και στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Οι εξήντα που περιλαμβάνονται
στον ανά χείρας τόμο είναι μόνο ένα μέρος των όσων βρίσκονται διάσπαρτες σε
έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν, αρκετοί με παρότρυναν κατά καιρούς να προ-
χωρήσω στην έκδοση ενός τόμου με τις συνεντεύξεις εκείνης της περιόδου. Καθώς
φαίνεται, δεν είχε φτάσει ακόμη η ώρα. Στην τελική απόφασή μου συνετέλεσε
αποφασιστικά, όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο, η διαπίστωση, μέσα από τις
συζητήσεις με τα ανίψια μου, του πόσο λίγα γνωρίζουν για τους σύγχρονους πνευ-
ματικούς δημιουργούς. Και όταν, μια μέρα, η ανιψιά μου μού είπε ότι στην ερώτηση
της φιλολόγου τους, ποιο σύγχρονο πεζογράφο ή ποιητή γνωρίζουν, κανείς δεν
απάντησε, δεν γνώριζαν κανένα, τα λόγια της με βύθισαν σε σκέψεις. Αυτή είχε
ακούσει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, είχε διαβάσει κάποια ποιήματά του και
τον είχε δει κάπου μεταξύ Τσιμισκή και Αριστοτέλους, αλλά δεν ήταν βέβαιη. Έτσι
προτίμησε να μείνει σιωπηλή... Ε, λοιπόν, η σκέψη −ή μήπως η ελπίδα και η επι-
θυμία;− ότι τουλάχιστον αυτή, τα ξαδέρφια και οι φίλοι της θα είχαν την ευκαιρία
να ξεφυλλίσουν αυτό το βιβλίο και να διαβάσουν κάποιες από αυτές τις συνεν-
τεύξεις, με έκανε να αποφασίσω αυτό που επί χρόνια δεν αποφάσιζα. Καθώς φαί-

νεται, η ώρα είχε φτάσει...


Aπόσπασμα από κείμενο της Έλενα Αβραμίδου στο βιβλίο της Λόγια που αντέχουν στο Χρόνο, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ Θεσσαλονίκη, 2016.

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2017

Eudora Welty Aπό πού έρχεται η φωνή;

Έπεσε νύχτα. Το σκοτάδι ήταν αραιό όπως ένα φόρεμα χιλιοφορεμένο, που πάντα αφήνει το κρύο να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Σε λίγο το φεγγάρι σηκώθηκε. Μια φάρμα απλωνόταν αρκετά ορατή, όπως μια άσπρη πέτρα στο νερό, ανάμεσα στα δέντρα και τα άχρωμα ξερά τους φύλλα. Με μια πιο προσεκτική και ερευνητική ματιά μπορούσε κανείς να διακρίνει όλα τα υπάρχοντα των Μόρτον —μέχρι και τις μικροσκοπικές ντοματιές στις τακτοποιημένες σειρές κοντά στο σπίτι, γκρίζες και ελαφριές σαν φτερά, τρομερές, εκτεθειμένες καθώς ήταν στην ευπάθεια. Το φεγγαρόφωτο κάλυπτε τα πάντα και φώτιζε το σκοτεινό διάγραμμα όλων, το αγροτόσπιτο όπου μόλις είχε σβήσει η λάμπα.
   Στο εσωτερικό ο Τζέισον και η Σάρα Μόρτον ήταν κουκουλωμένοι με το πάπλωμα σε ένα ξυλοκρέβατο που είχε φτιαχτεί πρόχειρα κοντά στο τζάκι. Μια φωτιά πετάριζε ακόμα στο τζάκι με έναν νυσταγμένο θόρυβο, ενώ το εξαντλημένο φως ανεβοκατέβαινε στον τοίχο, στα δοκάρια της σκεπής, και πάνω από το ξυλοκρέβατο που ήταν ξαπλωμένοι οι ηλικιωμένοι, σαν ένα πουλί που προσπαθούσε να βρει τρόπο να βγει από το δωμάτιο.   
   Η μακρόσυρτη, κουρασμένη αναπνοή του Τζέισον ήταν ο μόνος ήχος πέρα από το πετάρισμα της φωτιάς. Ήταν ξαπλωμένος κάτω από το πάπλωμα, με τα πόδια τεντωμένα, τυλιγμένος σαν φασόλι, το πρόσωπο στραμμένο στην πόρτα. Τα χείλη του άνοιγαν στο σκοτάδι και ανέπνεε, εξέπνεε και εισέπνεε αργά με κυματισμούς σαν μια συζήτηση ή μια ιστορία —μια απορία και ένας αναστεναγμός.
   Η Σάρα ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα με το στόμα ορθάνοιχτο, σιωπηλή, αλλά δεν κοιμόταν. Είχε στυλωμένο το βλέμμα της στα σκοτεινά και αδιάκριτα σημεία ανάμεσα στα δοκάρια. Τα μάτια της φαίνονταν να είναι υπερβολικά ανοιχτά, τα ματόκλαδα καταπονημένα και μουδιασμένα, σαν ανοίγματα που τα είχαν τεντώσει χωρίς σχήμα και δεν είχαν πια χρησιμότητα. Για μια στιγμή μια φλόγα ορθώθηκε με συριγμό πάνω στο κούτσουρο και το προσωπάκι της, τα χλωμά της μαλλιά, καθώς και ένα χέρι που κρατούσε την άκρη του σκεπάσματος, έλαμψαν προς στιγμή με λαμπερό μπλε χρώμα. Κατόπιν τράβηξε το πάπλωμα και σκεπάστηκε μέχρι το κεφάλι.   
   Κάθε βράδυ ξάπλωναν τρέμοντας από το κρύο, η επικοινωνία μέσα στη μιζέρια τους δεν ήταν παραπάνω από αυτή που έχουν τα  χτυπημένα από καταιγίδα παντζούρια. Πολλές φορές περνούσαν πολλές μέρες, εβδομάδες χωρίς καθόλου λέξεις. Δεν ήταν και μεγάλοι —μόνο πενήντα χρόνων. όμως η ζωή τους είχε πολλή κούραση και μεγάλη έλλειψη της ανάγκης να μιλούν, με τη φτώχεια που φαινόταν να τους έχει περιβάλλει, όπως μια καταστροφή πολλή μεγάλη για να τη συζητάς, αλλά τους χώριζε και τους στερούσε την επιθυμία για συμπάθεια. Πιθανόν, χρόνια πριν, η μακρόχρονη συνήθεια της σιωπής να είχε ξεκινήσει με θυμό ή με πάθος. Ποιος ξέρει;  
   Καθώς αδυνάτιζε η φωτιά, η αναπνοή του Τζέισον γινόταν όλο και πιο βαριά, ούτε καν ονειρευόταν. Εντελώς σκεπασμένο το κορμί της Σάρας, ελαφρύ όσο ένα κλαράκι, δεν διαγραφόταν καθόλου κάτω από το πάπλωμα. Για την ίδια, αυτή η έλλειψη βάρους ήταν η αιτία που δεν μπορούσε να ζεσταθεί.
   Πόσο την είχε κουράσει το κρύο! Πλέον μόνο αυτό μπορούσε να κάνει —να την κουράζει. Χρόνο με τον χρόνο ένιωθε σίγουρη πως θα πέθαινε πριν φύγει το κρύο. Τώρα, σύμφωνα με το ημερολόγιο, ήταν άνοιξη... Αλλά με το πέρασμα των χρόνων δεν υπήρχε αλλαγή. Έβγαζαν τα φυτά από τα κουτάκια τους, θα τα μεταφύτευαν πάντα νωρίς, και είχε τέτοια παγωνιά... Πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαν ψηλώσει, είχαν αναπτυχθεί, που το κρύο δεν τα είχε εμποδίσει και υπήρχε σοδειά;
   Σαν άκαρπο όνειρο, η Σάρα άρχισε να σκέφτεται την άνοιξη και το καλοκαίρι. Στην αρχή σκεφτόταν απλώς τα χρώματα, το πράσινο και το κόκκινο, τη μυρωδιά του ήλιου στο έδαφος, το άγγιγμα στα φύλλα και τις ζεστές, γινωμένες ντομάτες. Μετά, έτσι καλυμμένη που ήταν κάτω απ’ το πάπλωμα, σκεφτόταν την πόλη Ντέξτερ την εποχή της φόρτωσης. Στο μυαλό της το μικρό σκονισμένο Ντέξτερ γινόταν θέατρο θρυλικού πανηγυρισμού, τόπος ευχαρίστησης. Σε κάθε του δρόμο χαμογελαστοί αγρότες έφερναν καρότσες με τις καλύτερες ντομάτες τους. Τα υπόστεγα συσκευασίας ήταν όλα στολισμένα —μπα, ήταν απλώς ο μαγιάτικος ήλιος που έλαμπε. Ο κύριος Πέρκινς, η ψιλή, όλο κίνηση μορφή του, ήταν στο επίκεντρο κάθε δραστηριότητας, αγόραζε, έδινε οδηγίες, ανέμιζε κίτρινα χαρτιά που πρέπει να ήταν τηλεγραφήματα, φώναζε με μεγάλη ανυπομονησία. Από την άλλη, αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης της φάρμας τους τώρα. Σειρές ολόκληρες με φορτηγά αυτοκίνητα εκτείνονταν σε αναμονή φόρτωσης. Ήταν πιθανό να έχουν γλιτώσει από την απειλή της παγωνιάς τόσες πολλές ντομάτες στον κόσμο; Και βέβαια ήταν. εδώ γινόταν η τέλεια παρέλαση των συσκευαστών από τη Φλόριντα, κατευθείαν από τη Φλόριντα, ηλιοκαμένοι, ξεκάλτσωτοι και μερικοί με τατουάζ. Στο καφέ απέναντι στον δρόμο έπαιζε το μουσικό κουτί, και ο κουτσός που περπατούσε σαν πάπια ήταν εκεί και έπαιρνε πόζες για μια δεκάρα για τους νεαρούς με τα κεφάλια κολλημένα. Με θριαμβευτικές φωνές οι άντρες μεθούσαν, και κάπου-κάπου ακουγόταν και μια πιστολιά. Στη σκιά τα παιδιά γιόρταζαν με ντοματομαχίες. Μια έντονη, μεθυστική, γλυκιά μυρωδιά πλανιόταν παντού. Τέτοιος ενθουσιασμός! Ας ξεκουραστούν οι συσκευαστές, έστω και για λίγο, σκέφτηκε η Σάρα. Να τεντωθούν καταϊδρωμένοι κάτω από τη σκιά των δέντρων και ένας να παίξει κιθάρα. Τα κορίτσια που συσκευάζουν, ακούν ενώ δουλεύουν. Τι μικρά μαύρα χέρια, κόκκινα από τον χυμό! Τα πρόσωπά τους πάντα νυσταγμένα και ξαναμμένα. όταν οι άντρες τις μιλάνε, εκείνες γελάνε... Ο Τζέισον και η Σάρα είναι κι αυτοί εκεί, στέκονται κάτω από τον καυτό ήλιο, στέκονται κοντά στο πρώτο υπόστεγο, δίνουν το δικό τους φορτίο, παρακολουθούν τις δικές τους ντομάτες, που τις σπρώχνουν στη διαδικασία, που καταβροχθίζονται, τις ξεχωρίζουν, τις τυλίγουν, τις φορτώνουν στο αυτοκίνητο �όλα τόσο γρήγορα... Ο κύριος Πέρκινς απλώνει το σκληρό, γρήγορο χέρι του. Κάνε χειραψία γρήγορα! Πόσο γρήγορα τελειώνουν όλα!
   Η Σάρα, αβαρής κάτω από το πάπλωμα, μπορούσε να σκέφτεται τις γιορτές στο Ντέξτερ, και να φαντάζεται ώριμες ντομάτες μόνο αποσπασματικά, όπως η αναζωπύρωση της μικρής φωτιάς. Το υπόλοιπο διάστημα σκεφτόταν μόνο το κρύο, το κρύο που δεν σταματούσε. Δεν μπορούσε να μη νιώθει το σύγκρυο εδώ και τώρα, που δεν χρειαζόταν να το σκέφτεται, αλλά ήταν ένα τρέμουλο στο σκοτάδι.    
   Έβηξε υπομονετικά και γύρισε το κεφάλι της στη μία πλευρά. Ξετρύπωσε από το πάπλωμα και είδε ότι η φωτιά είχε σβήσει. Μόνο ένα ογκώδες ξύλο είχε μείνει, ένα ακίνητο, κόκκινο, λυγισμένο, σαν μια κάλτσα του Τζέισον πεταμένη κάπου. Μόνο με αυτή την παρηγοριά η Σάρα έκλεισε τα μάτια και αποκοιμήθηκε.
   Άντρας και γυναίκα ήταν ξαπλωμένοι εντελώς ακίνητοι στο σκοτεινό δωμάτιο. Τη βραχνή, σιγανή αναπνοή του Τζέισον, που έμοιαζε με τη βαβούρα κάποιας αδέξιας νυσταλέας γερο-αρκούδας που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο, δεν την άκουγε κανείς. 
   Το κρύο δυνάμωνε καθώς περνούσε η ώρα. Το φεγγάρι, έντονο και λευκό σαν το χιόνι που δεν πέφτει εδώ, ανέβαινε ψηλότερα στον ουρανό, μέσα στη μακριά νύχτα και απομακρυνόταν από τη γη. Η φάρμα έδειχνε τόσο μικροσκοπική και ακίνητη όσο ένα κοχύλι, με το μικρό πόμολο του σπιτιού να το περιβάλλουν καμπυλώδη αυλάκια με ντοματιές. Το κρύο, σαν ένα λευκό πιεστικό χέρι, έφτανε κάτω, και ακίνητο, έμενε πάνω από το κοχύλι.
   Υπάρχει μια μεγάλη σφυρίχτρα στο Ντέξτερ, που τη φυσούν όταν υπάρχει απειλή παγωνιάς. Είναι γνωστή σε όλους ως η σφυρίχτρα του κυρίου Πέρκινς. Τώρα ακουγόταν μέσα στην καθάρια νύχτα, το ένα σφύριγμα ακολουθούσε τ’ άλλο. Απ’ άκρη σ’ άκρη στην εξοχή άναβαν φώτα στα παράθυρα στις φάρμες. Άντρες και γυναίκες έβγαιναν τρεχάτοι στα χωράφια τους και σκέπαζαν τα φυτά τους με ό,τι είχαν, ενώ η σφυρίχτρα του κυρίου Πέρκινς συνέχιζε να σφυρίζει.
   Η σφυρίχτρα δεν ξύπνησε τον Τζέισον Μόρτον. Συνέχιζε να κοιμάται, η βαθιά αναπνοή του σαν βρυχηθμοί από την κουφάλα ενός δέντρου. Το δεξί του χέρι ήταν ριγμένο κάτω, θα πρέπει να ήταν σε βαθύ όνειρο, και ήταν τεντωμένο κάτω στο κρύο πάτωμα, στο επίκεντρο ενός κομματιού φεγγαριού που έφεγγε το δωμάτιο. Η Σάρα ένιωθε να ξυπνά. Ήξερε ότι σφύριζε η σφυρίχτρα του κυρίου Πέρκινς και τι σήμαινε. Kαι τώρα έπρεπε να πάρει τον Τζέισον και να βγουν έξω στο χωράφι. Μια απαλή χαλάρωση, μια ψευδαίσθηση ζεστασιάς διέτρεξε πεισματικά το σώμα της, και για λίγο συνέχιζε να είναι ξαπλωμένη.
   Μετά ανασηκωμένη στο κρεβάτι, έπιασε τον άντρα της από τους ώμους και τον κουνούσε πάνω-κάτω χωρίς να λέει κουβέντα. Έβαλε όλη της τη δύναμη για να τον ξυπνήσει. Αυτός έβηξε, ο βρυχηθμός του σταμάτησε, και ανακάθισε στο κρεβάτι. Ούτε αυτός μίλησε, κάθονταν και οι δύο με λυγισμένα τα κεφάλια και άκουγαν τη σφυρίχτρα. Έπαψε για λίγο και μετά ξανάρχισε. Ένα μακρύ, ανοδικό σφύριγμα.
   Γρήγορα η Σάρα και ο Τζέισον σηκώθηκαν από το κρεβάτι. Ήταν κι οι δυο βαριά ντυμένοι λόγω του κρύου και μόνο τα παπούτσια τους φόρεσαν. Ο Τζέισον άναψε το φανάρι και η Σάρα μάζεψε τα στρωσίδια, τα τύλιξε γύρω της και τον ακολούθησε έξω.          
   Όλα ήταν άσπρα και όλα τους φαίνονταν αχανή και εκτενή καθώς περπατούσαν πάνω στο παγωμένο χωράφι. Άσπρος σε μια σκιασμένη λακκούβα, εγκαταλειμμένος από χρόνο σε χρόνο, ο παλιός μύλος σόργου, έστεκε σαν μηχανή ονείρου, με τον μακρύ πόλο του πρηνηδόν, τον στομωμένο του άξονα.
   Σκύβοντας πάνω από τα μικρά φυτά, ο Τζέισον και η Σάρα τα άγγιζαν, και άγγιζαν και το χώμα. Με τη δική της γνώση, με τα δικά τους χέρια, βρήκαν ότι όλα ήταν αληθινά —το κρύο, η σωστή προειδοποίηση, η ανάγκη για δράση. Πάνω από τα παλούκια που ήταν ανάμεσα στα φυτά, άπλωσαν τα παπλώματα ένα-ένα, τα άπλωναν με μεγάλη επινοητικότητα. Ο Τζέισον έβγαλε το παλτό του και το άπλωσε πάνω από τα μικρά και τρυφερά φυτά προς την πλευρά του σπιτιού. Μετά κοίταξε τη Σάρα και εκείνη έσκυψε, έπιασε το φόρεμά της και το έβγαλε από το κεφάλι. Τα μαλλιά της λύθηκαν και άρχισε αμέσως να τρέμει παράφορα. Ευτυχώς που το φόρεμα ήταν μακρύ και φαρδύ και καλύφθηκαν όλα τα φυτά.   
   Μετά η Σάρα και ο Τζέισον στάθηκαν άπρακτοι για λίγο και χάζευαν τον ουρανό και το χωράφι.   
   Δεν φυσούσε. Υπήρχε μόνο το έντονο λευκό φως του φεγγαριού. Γιατί αυτό το ήρεμο κρύο βυθιζόταν μέσα τους σαν τα δόντια μιας παγίδας; Με σκυμμένους τους ώμους γύρισαν στο σπίτι σιωπηλοί.
   Το σπίτι δεν ήταν περισσότερο ζεστό. Είχαν ξεχάσει την πόρτα ανοιχτή στο δυνατό άκουσμα της σφυρίχτρας. Κάθισαν περιμένοντας να έλθει το πρωί.
   Μετά ο Τζέισον έκανε ένα σπάνιο, παράξενο πράγμα. Εκεί, πολύ πριν ξημερώσει, έριξε κηροζίνη πάνω σε ένα κλαράκι προσανάμματος και άναψε φωτιά. Ζαρωμένοι πλησίασαν, σιγά-σιγά πλησιάστηκαν, και κάθισαν έτσι κοντά-κοντά ακίνητοι, μέχρι που κάηκε. Η Σάρα εξακολουθούσε να στέκεται ακίνητη. Μετά ο Τζέισον, φορώντας τα εσώρουχα και τα μακριά μπλε παντελόνια βγήκε έξω και έφερε ακόμη ένα φορτίο και το μεγάλο κούτσουρο από κερασιά που το φύλαγαν για το τέλος του χειμώνα.
   Η υπερβολική ζέστη του δωματίου διέγειρε τη Σάρα, όπως οι αναμνήσεις από το Ντέξτερ την εποχή του φορτώματος. Καθόταν κουκουλωμένη με ένα μακρύ καφέ βαμβακερό μισοφόρι, κρατώντας το από το λάστιχο που συγκρατούσε τη μέση. Τα γκρίζα μαλλιά της, πιο αραιά στους κροτάφους, έπεφταν στους ώμους της, όπως ενός παιδιού ανέτοιμου για πάρτυ. Κρατούσε τα γόνατά της κολλημένα στα μουδιασμένα, κρεμασμένα στήθη της και κοιτούσε τη φωτιά, τα μάτια της ορθάνοιχτα. ...

απόσπασμα από το διήγημα Η σφυρίχτρα που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων Eudora Welty Aπό πού έρχεται η φωνή; σε μετάφραση Τούλας Παπαπάντου, από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.