Powered By Blogger

Σάββατο 17 Απριλίου 2010

Ian Parker: Λακανική Ψυχανάλυση &  Επαναστατικός Μαρξισμός

Ο καπιταλισμός δημιουργεί τις συνθήκες που δίνουν τη δυνατότητα για την ανάπτυξη εκείνων των κινημάτων που θα καταστούν ικανά να τον αντικρούσουν και ίσως να τον αντικαταστήσουν. Αυτή η περίπλοκη διαλεκτική σχέση μεταξύ ενός πανίσχυρου και διαβρωτικού εκμεταλλευτικού συστήματος και των δυνάμεων που στοχεύουν στο να κάνουν τον κόσμο ένα χώρο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός αποτελεί την προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, θέτει συγκεκριμένα προβλήματα για εκείνους που δουλεύουν για την κοινωνική και ατομική χειραφέτηση. Από τη μια πλευρά, οι μαρξιστές παρακινούνταν πάντα τόσο από οργή για τις αδικίες που οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις επιβάλλουν στα άτομα όσο και από αναλύσεις του παραλογισμού αυτής της πολιτικής οικονομίας· μ’ αυτήν την έννοια, το σοσιαλιστικό-φεμινιστικό σλόγκαν ότι το «προσωπικό είναι [και] πολιτικό» ανακτούσε τη συλλογική μνήμη εκείνου του είδους αγώνα που αφορούσε πάντα το καλύτερο κομμάτι της μαρξιστικής πολιτικής. Από την άλλη, οι ψυχαναλυτές επιμένουν συχνά ότι η προσωπική αυτογνωσία δεν είναι αρκετή για να μας οδηγήσει στις ρίζες της ανθρώπινης δυστυχίας· η ενδοσκοπική ερμηνεία του πως έχουμε φτάσει να είμαστε όποιοι είμαστε μέσα στον κόσμο, πρέπει να συνδέεται με συλλογική δράση για να τον αλλάξουμε. 2
   Η ψυχανάλυση αυτή καθεαυτή δεν είναι απαραίτητα αντικαπιταλιστική και πολλοί αναλυτές έχουν ακολουθήσει τη σαρδόνια αποτίμηση των ιδεαλιστικών υποσχέσεων για σοσιαλισμό κι ευτυχέστερους καιρούς του ίδιου του Φρόιντ,3 προσυπογράφοντας κατά τη διαδικασία μία θεώρηση του σκοπούμενου της προσωπικής ανάλυσης, ωσάν να συνεπάγεται για τον αναλυόμενο σκεπτικισμό, αν όχι κυνισμό, σχετικά με την πολιτική δράση. Ένα από τα παράδοξα που λειτουργούν για τον περαιτέρω διαχωρισμό και την αναδιάρθρωση της καταπονημένης σχέσης μεταξύ του ατομικού και του κοινωνικού υπό τις συνθήκες του καπιταλισμού, είναι ότι ήταν οι αφηρημένες ακαδημαϊκές μορφές της ψυχαναλυτικής θεωρίας που εμβάθυναν την κατανόησή μας της σύγχρονης «υποκειμενικότητας» και που έχουν δυστυχώς επιτύχει να παρέχουν τα κύρια σημεία αναφοράς για το πως θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε την ψυχανάλυση με το μαρξισμό. Ότι αυτά δεν μπορούν να συνδυαστούν, ότι είναι «ευθέως αντίθετα», αναγνωρίστηκε εδώ και πολύ καιρό από ψυχαναλυτές, όμως το πιο ενδιαφέρον και γόνιμο ερώτημα που περιμένει ακόμα να εξεταστεί διεξοδικά είναι: «πρόκειται για διαλεκτικά αντίθετα;»4 Για την απάντηση αυτού του ερωτήματος, χρειάζεται επίσης να είμαστε σαφέστεροι ως προς το ποια θα ήταν τα κατάλληλα σημεία αναφοράς. Δεν είναι αρκετό να λέμε απλά ότι τώρα μπορούμε να εγκύψουμε στη μελέτη του ερωτήματος συγκρίνοντας και αντιπαραθέτοντας τα γραπτά του Μαρξ και του Λακάν.
   Ο σαφής προσδιορισμός των συγκεκριμένων θεωρητικών παραδόσεων —μαρξιστικών και λακανικών— μπορεί να μας είναι βοηθητικός ως ένα σημείο εκκίνησης, εφόσον υπάρχουν δύο παραδοχές που αυτές οι παραδόσεις ακολουθούν από κοινού και που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη για να θεμελιώσουμε την αντιπαράθεση. Πρώτον, υπάρχει μια έμφαση στη διάσταση της πράξης, μια επιμονή ότι δεν είναι αρκετό να ερμηνεύουμε τον κοινωνικό κόσμο και τον εσωτερικό κόσμο· στην πρώιμη ψυχαναλυτική παράδοση αυτή η έμφαση είναι έκδηλη στην προσοχή που δίνεται σε αυτό που χαρακτηρίζει μια «μεταλλακτική» ερμηνεία5, ενώ για τους ασκούντες πρακτική λακανικούς είναι εμφανής στην επικέντρωσή τους στην κλινική εκπαίδευση. Τα πεδία πράξης είναι πολύ διαφορετικά, αλλά είναι μόνο διαμέσου της δουλειάς μέσα σε καθένα απ’ αυτά τα πεδία που μπορεί να φτάσουμε σε απαντήσεις οι οποίες θα είναι και αυθεντικά λακανικές και μαρξιστικές. Δεύτερον, υπάρχει μια αναγνώριση ότι ο εντοπισμός της δουλειάς συνιστά μια συσσωρευτική παράδοση· ένα κίνημα ακτιβιστών ή ασκούντων πρακτική που διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν θεμελιακά κείμενα, αλλά το οποίο μελετά συλλογικά και επισταμένως την τροχιά της συγγραφικής δραστηριότητας και των ερμηνευτικών σχολίων, ώστε να εκτιμήσει τι μπορεί να γίνει κατανοητό από τα σφάλματα όταν η θεωρία υποβάλλεται σε δοκιμασία. Στην καθεμία περίπτωση, φυσικά, το έργο της διάσωσης και διατήρησης της παράδοσης μορφοποιείται απαραίτητα σε σχέση με μια κατανόηση των συγκεκριμένων καταστροφικών σφαλμάτων, μέσω των οποίων εκείνοι που μιλούν για λογαριασμό της παράδοσης —της ψυχανάλυσης ή του μαρξισμού— την έχουν προδώσει.6
   Υπάρχει, επιπρόσθετα, μια στενή αντιστοιχία μεταξύ των μορφών σφαλμάτων όσον αφορά την πράξη που καθένα από τα κινήματα έχει τεκμηριώσει και στη συνέχεια επιχείρησε να αποφύγει. Το αν αυτή η αντιστοιχία σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια αναλογία μεταξύ της λακανικής και της μαρξιστικής παράδοσης και το αν στη συνέχεια δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι απαντήσεις που έχουν παράσχει αυτές οι παραδόσεις είναι ομόλογες σε χαρακτήρα, είναι ένα άλλο ζήτημα, ένα ζήτημα που θα διερευνήσουμε σε εύθετο χρόνο. Η ομοιότητα μεταξύ των εχθροτήτων που έχει δημιουργήσει το καθένα από τα κινήματα κατά τη διαδικασία της ιστορικής του ανάπτυξης έχει ελκύσει από μόνη της αρκετούς σχολιαστές, που την παρατηρούν από την πλευρά του ενός κινήματος προς εκείνη του άλλου και αναζητούν μια αλληλοσυμπληρωματική σχέση για να καταστήσουν άξιο λόγου τον εντοπισμό κάποιων από τα σφάλματα και τους εχθρούς που υπάρχουν και λειτουργούν στο εσωτερικό των παραδόσεων και πολλαπλασιάζονται από αυτές. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται: Πρώτον, η επίδραση ορισμένων μορφών κουλτούρας οι οποίες διαστρεβλώνουν συστηματικά τις κριτικές και τους στόχους του κινήματος (η κουλτούρα της κατανάλωσης γενικά για τους μαρξιστές και η αμερικανική κοινωνία των Η.Π.A. για τον Λακάν και, δεύτερον, η αποκρυστάλλωση μιας γραφειοκρατικής κάστας που ρυθμίζει τη θεωρία και την πρακτική σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα —ο κυρίαρχος κυβερνητικός μηχανισμός στη Σοβιετική Ένωση για τους μαρξιστές και η στραγγαλιστική λαβή της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (IPA) για τους λακανικούς. Οι ποικίλες προσπάθειες για να διατυπωθούν επαρκώς ενδελεχείς θεωρίες του πολιτισμού και να δομηθούν εναλλακτικές μορφές οργάνωσης ως απόκριση στα πραγματικά προβλήματα που έχουν καταπονήσει αυτά τα κινήματα χρησιμεύουν όλο και περισσότερο στο να εντείνουν τη δουλειά των υποστηρικτών τους, είτε ως λακανικών ψυχαναλυτών είτε ως επαναστατών μαρξιστών.

Ian Parker, Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 17ο.
1. Μαντέλ, 1971.
2. Bλ. Kovel, 1988.
3. «Μια πραγματική αλλαγή στις σχέσεις των ανθρώπινων όντων με τις κτήσεις θα βοηθούσε περισσότερο προς αυτήν την κατεύθυνση, παρά οι οποιεσδήποτε ηθικές επιταγές· αλλά η αναγνώριση αυτού του δεδομένου μεταξύ των σοσιαλιστών έχει επισκιαστεί και αχρηστευτεί για πρακτικούς σκοπούς από μια νέα ιδεαλιστική παρανόηση της ανθρώπινης φύσης», Freud 2001α, σ. 143.

4. Strachey, 1937, σ. 7.
5. Strachey, 1934.
6. Mandel, 1979, Roudinesco 1990.


Το απόσπασμα εισαγωγή από το κείμενο του Ian Parker που δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η φωτογραφία είναι του μεγάλου γάλλου φωτογράφου Izis, αναδρομική έκθεση με έργα του οποίου διοργανώνει το κεντρικό Δημαρχείο του Παρισιού. Η έκθεση διαρκεί έως τις 29 Μαΐου 2010.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

«Οι καπιταλιστές πάνε στον Παράδεισο»

 «Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν.»

Μπέρτολτ Μπρέχτ

“Επιτέλους” !  Αυτό αναφώνησε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημ. Δασκαλόπουλος, μετά το πρόσφατο διάγγελμα του πρωθυπουργού. Ενθουσιάστηκε από τη σκληρότητα των μέτρων που εξαγγέλθηκαν. Τώρα που μπήκαμε σε επιτήρηση θα  πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Τον περασμένο Οκτώβριο βρέθηκε σε μια έκθεση στο Λονδίνο κι αγόρασε ένα πίνακα 1,5 εκατ. $. Όσα θα βγάλει ένας εκπαιδευτικός δουλεύοντας 60 χρόνια ή ένας εμποροϋπάλληλος δουλεύοντας 80 χρόνια ! Είναι να μη χαίρεται με τη σκληρή λιτότητα (των εργαζομένων) και με την επιτήρηση; Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει συσσωρευμένος τεράστιος πλούτος κι εμείς πρέπει πάλι να πληρώσουμε για χρέη που ποτέ δεν δημιουργήσαμε. Τα ταμεία είναι άδεια αλλά και οι τσέπες μας επίσης. Ποιοι έχουν  τέλος πάντων τα λεφτά; Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα :
  • Τα τελευταία 12 χρόνια το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 60%. Αφού το δικό μας – των εργαζομένων – εισόδημα δεν αυξήθηκε καθόλου, Πού πήγε όλος αυτός ο πλούτος ;
  • 30.000 ελληνικές οικογένειες διαθέτουν στα τμήματα private banking των τραπεζών περίπου 50 δις € ενώ άλλα 40 δις έχουν καταθέσει έλληνες πολίτες στο εξωτερικό. Μάλλον δημόσιοι υπάλληλοι θα ‘ναι.
  • Μόνο οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο εταιρείες είχαν κέρδη: 11,8 δις € το 2009, 10 δις το 2008 και 11,3 δις το 2007.  Η Εθνική Τράπεζα την τελευταία πενταετία είχε κέρδη 6,3 δις €. Το 2009 η ΔΕΗ πραγματοποίησε κέρδη 1,1 δις ενώ προέβλεπε ο προϋπολογισμός της 531 εκατ. €.
  • Ελληνικές επιχειρήσεις (υπολογίζονται 4.000) έχουν επενδύσει σχεδόν 20 δις € στο εξωτερικό, από τα οποία τα 16 δις στα Βαλκάνια.
  • Την τετραετία 2004 – 2008  χαρίστηκαν πάνω από 9 δις € σε περίπου 50.000 επιχειρήσεις ( τα 5,1 δις από τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των κερδών από 35% σε 25% και 3,5 δις από τις δυο ρυθμίσεις περαίωσης ανέλεγκτων χρήσεων.)
  • Υπάρχουν 10.000 υπεράκτιες (offshore) εταιρείες ελληνικών συμφερόντων που διακινούν γύρω στα 500 δις € και το δημόσιο χάνει ετησίως από φόρους 6 δις.
  • Κάθε χρόνο οι καταναλωτές πληρώνουν και οι επιχειρήσεις εισπράττουν αλλά δεν αποδίδουν περί τα 6 με 6,5 δις € από ΦΠΑ.
  • Η εισφοροδιαφυγή φτάνει τα 8 δις € ετησίως.
  • Πάνω από 5.000 επιχειρήσεις οφείλουν 31 δις € στο δημόσιο.
  • Οι έλληνες εφοπλιστές αγόρασαν το 2009 -χρονιά κρίσης- 164 μεταχειρισμένα πλοία διαθέτοντας 3,16 δις $. Μικρό ποσό για τους εφοπλιστές. Ο ελληνικός εφοπλισμός ελέγχει σχεδόν το 20% του παγκόσμιου στόλου και το 40,9% της κοινοτικής ναυτιλίας. Αν και αποτελεί παγκόσμια δύναμη στηρίζεται σημαντικά από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η Εθνική Τράπεζα τούς έχει δανείσει 3,5 δις €, η Πειραιώς 2 δις € κι ακολουθούν οι υπόλοιπες. Με τις δικές μας, τις λαϊκές αποταμιεύσεις – καταθέσεις οι τράπεζες  χρηματοδοτούν το «θαύμα» της ελληνικής ναυτιλίας.
  • Κι επειδή είμαστε παραδοσιακά ναυτική χώρα δεν θα μπορούσε να υστερούμε και σε κότερα, θαλαμηγούς κλπ. Ο Θοδ. και Γιάννα Αγγελοπούλου πούλησαν τη θαλαμηγό τους -που ήταν η καλύτερη στη χώρα- κι αγόρασαν ένα υπερσύγχρονο mega yacht μήκους 85,6 μέτρων κι αξίας 150 εκατομ. $. Ο  εφοπλιστής Προκοπίου έχει παραγγείλει θαλαμηγό 106 μέτρων και αξίας πάνω από 100 εκατ.$.  Ο Π. Δράγνης έχει κότερο 82 μέτρα. Έχει γραφτεί ότι η θαλαμηγός του Μελισσανίδη κοστίζει 65 εκ., του Κούστα 60 εκ., του Βαφειά το ίδιο κι ακολουθούν άλλοι με ακριβότερα κι άλλοι με φθηνότερα κότερα, όπως Κοπελούζος, Πατέρας, Τσάκος, Αλαφούζος, Δημ. Κωστόπουλος, Ρέστης, Βασιλάκης, Κοντομηνάς, Μαρινόπουλος κλπ. Ο Σπ. Λάτσης νοικιάζει την 117 μέτρων «Τurama», σε μη έχοντες κότερο επιχειρηματίες, αντί 90.000 € τη μέρα !
  • Μη νομίσετε ότι υστερούμε και στον αέρα. Διακόσια είκοσι ιδιωτικά αεροπλάνα είναι καταγεγραμμένα στα ελληνικά νηολόγια (χώρια όσα είναι σε νηολόγια του εξωτερικού ). Η Μαρ. Λάτση έχει 3 ιδιωτικά τζετ (Boeing 757, Boeing 737 και Gulfstream IV), o Βγενόπουλος 2 (Cesna και Falcon 900), o M.Κυριακού ένα και καλό αξίας 50 εκ., ο Ρέστης ένα των 47 εκ., ο Κόκκαλης, ο Μελισσανίδης, ο Τσακίρης, ο Μαρινάκης, ο Θοδ. κι η Γ. Αγγελοπούλου και πολλοί άλλοι. Τα έξοδα συντήρησης ενός τέτοιου αεροσκάφους φτάνουν το χρόνο 1 με 1,5 εκατ. € !
  • Ο  Λ. Λαυρεντιάδης ξόδεψε το Δεκέμβρη 70 εκ. € κι αγόρασε το 31,3% της Proton Bank αφού πρωτύτερα είχε δώσει 36 εκ. για το 50% του γηπέδου Καραϊσκάκη και άλλα 86 εκ. για να επαναγοράσει τη «Νεοχημική», από την πολυεθνική Carlyle. Έδωσε και κάτι «ψιλά» για ν’ αποκτήσει μερτικό σε κάποια από τα μεγαλύτερα ΜΜΕ της χώρας (13,53% στον Πήγασο, που ελέγχει ΜEGA και Έθνος,  9,62% στην Ελευθεροτυπία, κι ελέγχει Flash 9.61, Espresso, City Press, Αthens News, Σφήνα, Ισοτιμία κλπ). Ο Β. Ρέστης αγόρασε το πιο αναγνωρίσιμο τουριστικό αξιοθέατο του Μαυροβουνίου, το νησάκι του Αγ. Στεφάνου, ξοδεύοντας 30 εκ. € και σχεδιάζει να επενδύσει 50 εκ. χτίζοντας βίλες σε αυτό.
  • Έρευνα του Hotels.com (καλοκαίρι 2009) έδειξε πως η ακριβότερη σουϊτα στον κόσμο νοικιάζεται 50.000$ και είναι του Grand Resort στο Λαγονήσι Αττικής!
  • Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΟΤ, από το Μάρτη του 2005 ως τον Οκτώβρη του 2009, είχαν υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο (Ν. 3290/04) 1790 επενδύσεις ξενοδόχων προϋπολογισμού 5,7 δις € και επιδοτήθηκαν με 2,5 δις €. Δηλαδή το 44% ήταν από δικά μας λεφτά. Τζάμπα επενδυτές μιας και τα υπόλοιπα είναι δανεικά από τις δικές μας καταθέσεις στις τράπεζες.
  • Πάνω που πήγαν να μας πείσουν πως «δεν υπάρχει σάλιο» και λίγο μετά την ανακοίνωση της επιτήρησης, πληροφορηθήκαμε ότι αγοράζουμε 6 γαλλικές φρεγάτες κόστους 2,5 δις €, για να υπερασπίζουν τα «εθνικά μας δίκαια» ανοιχτά της Σομαλίας και στον Περσικό κόλπο.
Δεν αναφέρομαι καθόλου στις μίζες και στα σκάνδαλα (Siemens, Βατοπαίδι, δομημένα ομόλογα, διαγραφή προστίμου 5,5 δισ. € της «Ακρόπολης» κλπ) γιατί είναι γνωστά. Άλλωστε έχει επιληφθεί κι η ελληνική  …δικαιοσύνη. Ούτε  στα 28 δις € που τέθηκαν στη διάθεση των τραπεζών και τώρα τα χρησιμοποιούν για να δανείσουν το κράτος σαν κοινοί τοκογλύφοι. Μπορεί να ζούμε όλοι στην ίδια χώρα αλλά είμαστε δυο διαφορετικές χώρες, δυο διαφορετικοί και αντίθετοι κόσμοι. Δυο κόσμοι μέσα στην ίδια χώρα. Από τη μια ο κόσμος μας:  ανεργία,  απολύσεις,  τρομοκρατία κι  εξευτελισμοί στους χώρους δουλειάς, ανασφάλιστη εργασία,  μερική απασχόληση,  προσωρινή απασχόληση,  συντάξεις των 400€ ,  μισθοί των 700 €,  σύνταξη στα 67,  δάνεια και  κάρτες, τα φροντιστήρια των παιδιών, η βενζίνη στα 1,4 €, ο 14ος μισθός που κόβεται , η κατάργηση των συμβάσεων, ο φόβος κι η αγωνία για το αύριο. Κι απ’ την άλλη ο κόσμος τους:  τραπεζίτες,  επενδυτές, golden boys, βιομήχανοι κι εφοπλιστές, πολυτελείς επαύλεις, ιδιωτικά τζετ, θαλαμηγοί, χειροποίητες Bentley και θηριώδη Hummer, διαμάντια και τσάντες Luis Vuitton και Hermes, η Μύκονος, το Κολωνάκι και η Εκάλη,  σαλέ και σούσι μπαρ, χαριτωμένοι μόδιστροι και «καλλιτεχνάδες διανοούμενοι λινάτσες», όπως λένε κι οι Active Member. Ένας κόσμος σπατάλης, χλιδής , σαπίλας και παρακμής. Τελικά λεφτά υπάρχουν αλλά όχι για μας. Είναι δικά μας αλλά δεν είναι για μας. Εμείς τα «γεννήσαμε» αλλά δε μας ανήκουν. Φταίμε όμως κι εμείς γιατί όπως λέει κι η παροιμία «αν δεν εγονάτιζε η καμήλα δεν τηνε φορτώνανε». Η επίθεση που δεχόμαστε από  ΠΑΣΟΚ – ΝΔ –Ε.Ε. και κεφαλαιοκράτες (διεθνείς και εθνικούς) δε θα σταματήσει ποτέ από μόνη της. Τώρα πρέπει να αναχαιτίσουμε την επίθεση, τώρα να διεκδικήσουμε  αναδιανομή του πλούτου, έξοδο από τη ληστρική Ε.Ε. του κεφαλαίου. Για να επιστρέψει πάνω από την Ευρώπη το φάντασμα που κάποτε πλανιόταν, όπως έλεγε ο Μαρξ. Για ν’ αρχίσουν πάλι να τρέμουν οι ξεσαλωμένες, σήμερα,  κυρίαρχες τάξεις.
Γιάννης Κυριακάκης
Οικονομολόγος, εκπαιδευτικός - Χανιά

από:
http://syspeirosi.wordpress.com/ kai http://www.activemedia.gr/

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2009

Καπιταλισμός και κρίσεις

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ έως σήμερα ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που το χαρακτηρίζει η αστάθεια. Όλη του η ιστορία σημαδεύεται από αναταράξεις και βίαιες φάσεις ανόδου που ακολουθούν εξίσου βίαιες περίοδοι ύφεσης. Έτσι από το 1825 έως το 1914, για παράδειγμα, μπορούμε να εντοπίσουμε ανά οκταετία περίπου κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, ορισμένες μάλιστα από αυτές ιδιαίτερης σφοδρότητας. Γενικά ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια μακρά ιστορία διακυμάνσεων και αστάθειας. Κατά την άποψή μας ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο οι κρίσεις, όλη την περίοδο που προηγείται του κραχ 1929, δεν μετατράπηκαν σε δομικές υφέσεις είναι ότι έως τότε ο καπιταλισμός ήταν διαρθρωμένος σε ένα περιβάλλον μικρής παραγωγής —αγροτική τάξη, βιοτεχνία, μανιφακτούρα, μικρεμπόριο. Υπήρχε έτσι μια διαφοροποίηση του κοινωνικού χώρου βασισμένη στο γεγονός ότι όλοι οι συντελεστές της οικονομίας δεν ήταν ομοιογενείς κι ούτε έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα με τον ίδιο τρόπο. Oι αντιδράσεις απέναντι στην κρίση ήταν διαφορετικές ακόμη και στην αντίθετη κατεύθυνση απέναντι στο σοκ της κρίσης. Έτσι η ετερογένεια αυτή λειτούργησε σαν ανάχωμα στην εξάπλωση της κρίσης και γενικά περιόριζε τις επιπτώσεις της.
Ξέρουμε ωστόσο πως o καπιταλισμός είναι ένα σύστημα επεκτατικό που εργάζεται συστηματικά για να εξαφανίσει την μικρή παραγωγή που τον περιβάλλει και να την περιορίσει όλο και περισσότερο· στόχος του είναι να συρρικνώσει την κοινωνική πραγματικότητα σε δύο ακραίους πόλους: τη μισθωτή εργασία και το κεφάλαιο. Με τον τρόπο αυτό βέβαια μπορεί να αυξάνονται οι βραχυπρόθεσμες ευκαιρίες κέρδους από την άλλη ωστόσο και σε μακροπρόθεσμα τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα όλου του συστήματος. Κατά τη γνώμη μας η κρίση του 1929 ήταν το αποτέλεσμα μιας βίαιης εκτίναξης προς τα εμπρός του όλου συστήματος, εξαιτίας της αστάθειάς του που προκάλεσε το πέρασμα του κόσμου της μικρής παραγωγής σ’ αυτόν της μισθωτής εργασίας.
Δυστυχώς όλα τα συμπεράσματα από την κρίση του ’29 δεν έγιναν πλήρως κατανοητά. Μετά το 1945 εφαρμόστηκαν κάποια μέτρα και είναι αυτά που οι οικονομολόγοι αποκαλούν «φορντική ρύθμιση». Για να εξηγήσουμε πιο απλά το φαινόμενο, αυτό το σχήμα παρέμβασης έχει ως στόχο την σταθεροποίηση της γενικής ζήτησης στην αρχή μιας ύφεσης επιδιώκοντας έτσι να αποφευχθεί η μετατροπή της σε βαθειά κρίση του όλου συστήματος, όπως συνέβη με το κραχ του ’29. Από την άποψη αυτή τουλάχιστον η μεγάλη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος χρησίμευσε σαν ένα μάθημα για τους κεφαλαιοκράτες. Αυτή ωστόσο η παρέμβαση στην οικονομία έχει κόστος για τους καπιταλιστές είτε γιατί είναι αναγκασμένοι να περικόψουν έστω και ελάχιστα ένα τμήμα των κερδών τους είτε γιατί η εφαρμoγή του απαιτεί ένα περιορισμό στις κινήσεις και στους ελιγμούς του κεφαλαίου που το τελευταίο χρειάζεται προκειμένου να αρπάξει τις ευκαιρίες κερδοφορίας που του παρουσιάζονται. Παρόλα αυτά οι καπιταλιστές αναγκάστηκαν να αποδεχθούν αυτό το μοντέλο ρύθμισης για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και σε παγκόσμιο επίπεδο γιατί τα ποσοστά κέρδους ήταν τεράστια. Ήταν όλη η μεταπολεμική περίοδος. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 όμως η κατάσταση αυτή αλλάζει. Σημειώνεται πτώση του ποσοστού κέρδους και στη δεκαετία του ’80 θα αγγίξει το πιο χαμηλό της επίπεδο. Έκτοτε στις διευθυντικές γραμμές των καπιταλιστών και του χρηματιστικού κεφαλαίου γίνεται σαφές ότι το κόστος που αντιπροσωπεύει η ρύθμιση της αγοράς και ο παρεμβατισμός είναι αρκετά υψηλό κι ότι το πρόβλημα του συστήματος δεν είναι πλέον η αστάθεια του αλλά η μείωση του ποσοστού κέρδους εξ ου και η αντιδραστική «επανάσταση» των καπιταλιστών που στο πρόσωπο της Θάτσερ και του Ρέιγκαν θα βρουν την πολιτική τους εκπροσώπηση. Στη δεκαετία του ’80, λοιπόν, οι πολιτικές του φορντικού παρεμβατισμού αχρηστεύονται και τα σωσίβια που το σύστημα είχε φτιάξει, έπειτα από την κρίση του ’29, πετιούνται στην θάλασσα. H καταστροφή ωστόσο του μοντέλου του φορντισμού δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε και η κοινωνική πραγματικότητα στην οποία προσπαθούσε να απαντήσει. Αυτή η κοινωνική πραγματικότητα είναι παρούσα και μάλιστα ισχυρή όσο ποτέ αφού το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι πως να σταθεροποιηθεί ένα σύστημα παρά την υπεροχή της μισθωτής εργασίας. Ήταν ένα ζήτημα που έπρεπε να λύσει ο φορντισμού. Σήμερα η εξέλιξη του συστήματος είναι τέτοια που η μισθωτή εργασία κυριαρχεί παντού στις ανεπτυγμένες χώρες. Έτσι η αστάθεια του συστήματος αντί να περιορίζεται γενικεύεται όλο και περισσότερο. Αυτό συνεπάγεται ότι οι καπιταλιστές δεν αρκέστηκαν μόνο στο να καταργήσουν τον φορντικό παρεμβατισμό· έπρεπε να ακολουθήσουν μιαν άλλη συνταγή που θα τον αντικαθιστούσε, έστω κουτσά-στραβά. Χρειάστηκαν, λοιπόν, ένα σύστημα που να στηρίζει τη γενική ζήτηση σε στιγμές που ξεσπάει η ύφεση για να προλαβαίνει την επέκτασή της και τη μετατροπή της σε κρίση του συστήματος. Ξέρουμε βέβαια ότι η συντηρητική «επανάσταση» αντιτίθεται λυσσαλέα τόσο σε κάθε απόπειρα διαπραγμάτευσης για το μοίρασμα της υπεραξίας που έχει παραχθεί όσο και στις αυξήσεις των μισθών. Έτσι η μόνη διέξοδος για τους καπιταλιστές για να στηρίξουν την γενική ζήτηση της αγοράς ήταν να σπρώξουν στα άκρα τον δανεισμό των νοικοκυριών και των καταναλωτών επιβάλλοντας ένα μοντέλο ανάπτυξης που στηριζόταν στο όσο το δυνατόν μικρότερη αποταμίευση και στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κατανάλωση. Η μείωση της αποταμίευσης, φυσικά, αυξάνει την κατανάλωση χωρίς να χρειάζονται άλλοι πόροι· δηλαδή μπορεί να αυξηθεί η κατανάλωση χωρίς να αυξάνονται τα εισοδήματα των νοικοκυριών κι η πολιτική αυτή ενισχύει την κατανάλωση των νοικοκυριών, κυρίως στην αγορά κατοικίας, χωρίς να αυξάνονται τα εισοδήματά τους. Έχουμε έτσι να μοντέλο εκρηκτικού χαρακτήρα...

(Εκτενές απόσπασμα από το κείμενο «Καπιταλισμός και κρίσεις» του Isaac Johsua που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τχ.12. Ο Ο Isaac Johsua διδάσκει οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Paris-XI. Είναι μέλος του ιδρύματος Κοπέρνικος και επιστημονικός σύμβουλος της οργάνωσης ATTAC. Έχει δημοσιεύσει μεγάλο αριθμό κειμένων και βιβλίων).