Στην πρώτη της ηλεκτρονικής σελίδας των New York Times η φωτογραφία του θεσσαλονικού φωτορεπόρτερ Νίκου Γιακουμίδη κάνει τον γύρο του κόσμου απαθανατίζοντας τη χθεσινή μαζική διαδήλωση ενάντια στην βία και την κοινωνική χυδαιότητα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και των παγκόσμιων καπιταλιστικών μηχανισμών. Το στιγμιότυπο, που εκφράζει το πάθος και την αγωνιστικότητα ενός ολόκληρου λαού, είναι χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας και της πολιτικής βαρύτητας της συγκυρίας. Η ελληνική κοινωνία, οι συνδικαλιστικές και εργατικές της οργανώσεις καθώς και τα ανεξάρτητα πολιτικά κόμματα και πολιτικές οργανώσεις βρίσκονται στο «μικροσκόπιο» των καπιταλιστικών μηχανισμών. Το διακύβευμα είναι το πως χωρίς, μέχρι στιγμής, τη χρήση μαζικής και οργανωμένης βίας -όπως συνέβη με τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας ή στην περίπτωση του Ιράκ ή όπως γίνεται στις χώρες του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου», το ρολόι της κοινωνικής πραγματικότητας μπορεί να γυρίζει κατά βούληση προς τα πίσω έτσι ώστε οι ρυθμοί μιας ολόκληρης κοινωνίας, η ζωή δηλαδή της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού, να συντονίζεται με τις ορέξεις και τις επιθυμίες μιας ισχνότατης κοινωνικής ομάδας που ζει παρασιτικά σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία που πρωτεργάτες και συνεργοί σ'αυτή την βρώμικη και ανήθικη πολιτική αναδεικνύνονται οι ηγεσίες των «σοσιαλιστικών» και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Από τον ανεκδιήγητο Ντομινίκ Στρως Καν, στέλεχος του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος με ηγετικές φιλοδοξίες, ο οποίος με περίσσια χυδαιότητα δηλώνει: «Οι Έλληνες δεν πρέπει να δαιμονοποιούν το ΔΝΤ αλλά να το βλέπουν γι' αυτό που είναι σήμερα, ένα είδος οργανισμού συνεργασίας όπου όλες οι χώρες του κόσμου εργάζονται από κοινού για να βοηθήσουν τις χώρες που αντιμετωπίζουν προβλήματα» έως τον σημερινό πρόεδρο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος προσβάλλει τη νοημοσύνη των πολιτών ισχυριζόμενος ότι κάνει ό,τι κάνει για να σώσει από τη χρεωκοπία τη χώρα, ενώ στην πραγματικότητα υπερασπίζεται την πιο παρασιτική μορφή των καπιταλιστών, το τραπεζικό κεφάλαιο, αλλά και όλους τους αντιδραστικούς κύκλους με προεξέρχουσα την Εκκλησία, το εφιαλτικό σενάριο της σοσιαλδημοκρατίας επαναλαμβάνεται. Οι ηγεσίες αυτές στο όνομα του σοσιαλισμού και της κοινωνικής ευαισθησίας εξαπατούν με ψευτικές υποσχέσεις και μεγάλα λόγια τα λαϊκά στρώμματα προκειμένου να ανέλθουν στην εξουσία κι όταν γίνεται αυτό έχοντας υποκλέψει την λαϊκή εμπιστοσύνη υπονομεύουν τα στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα. Σήμερα, στις κρίσιμες στιγμές που ζούμε όλοι μας, μεγάλη είναι η ευθύνη των αγωνιστών και των στελεχών που βρίσκονται στις τάξεις του ΠΑΣΟΚ. Αυτοί είναι οι πρώτοι που πρέπει να ευαισθητοποιηθούν και να δραστηριοποιηθούν ενάντια σ' αυτή την πρωτοφανή αντιλαϊκή λαίλαπα. Ας ακούσουν τη φωνή της συνείδησής τους, τη φωνή τις καρδιάς τους, κι ας αναλογιστούν πώς γίνεται ένα κοινωνικό κίνημα που κάποτε ενέπνευσε ολόκληρη την κοινωνία και έδωσε ελπίδες σε ένα βασανισμένο λαό, σήμερα να κατάντησε ο φορέας μιας ατέλειωτης πίκρας που δηλητηριάζει το μέλλον των παιδιών μας, που καταδικάζει σε αργό θάνατο τις πιο αδύνατες κοινωνικές ομάδες, τους ηλικιωμένους, τους συνταξιούχους, τις γυναίκες της μανάδες. Οι σύντροφοι του ΠΑΣΟΚ ας αφουγκραστούν τον πόνο και την οδύνη της ψυχής τους κι ας αντισταθούν παντού όπου μπορούν στο μεγάλο κοινωνικό εγκλήμα που διαπράττεται μπροστά στα μάτια όλων μας. Να ενώσουν την αγωνία και τους αγώνες τους με τις ανάγκες μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Δευτέρα 3 Μαΐου 2010
Κυριακή 25 Απριλίου 2010
Εκδοτικό: H ποίηση της Ιστορίας, Γιώργος Γιαννόπουλος
....Η λήθη ως εργαλείο της εξουσίας. «Το καλοκαίρι του 1930, η ισπανική πρεσβεία στην Αθήνα απηύθυνε στα υπουργεία παιδείας και εξωτερικών “αἴτημα ἱδρύσεως ἕδρας Ἱσπανικῆς Γλώσσης καί Φιλολογίας, διά νά ἱκανοποιηθοῦν αἱ δίκαια ἀπαιτήσεις τῶν 70.000 ἱσπανόφωνων Σεφαρδιτῶν τῆς πόλεως”. Η πρεσβεία διευκρίνησε πως η ισπανική κυβέρνηση προσφερόταν να καλύψει τα έξοδα μισθοδοσίας του καθηγητή που θα επιλεγόταν και αποσαφήνιζε πως δεν κατέθετε το εν λόγω αίτημα για λόγους κάποιας ιδιαίτερης πολιτικής σκοπιμότητας, καθώς ήταν προφανές ότι η διγλωσσία (ου μην αλλά και πολυγλωσσία) της σεφαραδικής κοινότητας δεν συνιστούσε εμπόδιο στην πλήρη αφομοίωσή της στο ελληνικό κράτος. Επιπλέον η Μαδρίτη, εμμέσως πλην σαφώς, έθετε και ζήτημα στοιχειώδους διπλωματικής ευθιξίας, καθώς από το 1928 λειτουργούσε έδρα Νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ σε άλλη ευκαιρία είχε ήδη θέσει και το “ἡθικό ζήτημα τῆς μή ἐξαφανίσεως τῆς ἑβραιοϊσπανικῆς, ὅπως καί ἐν Παλαιᾶ Ἑλλάδι”».2 Το Υπουργείο Παιδείας, με υπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου απάντησε στο αίτημα ότι «παρ, ὅτι δέν εἶχεν ἀντίρρησίν τινα, ὅπως διδάσκεται ἡ ἱσπανική γλώσσα καί φιλολογία ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀπό πανεπιστημιακῆς καθέδρας, ἐν τοῦτοις τό γέ νῦν ἔχον δέν δυνάμεθα νά πράξωμεν τοῦτο διότι ἐν τῇ Φιλολογικῇ Σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δέν ὑπάρχει ἱδρυμένη τοιαύτη ἕδρα ἥτις εἴτε διά νόμου εἴτε διά ἀποφάσεως τῆς εἰρημμένης σχολῆς δύναται νά ἱδρυθῇ». Αλλά και όταν ο υπουργός εξωτερικών Μιχαλακόπουλος απευθύνθηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ζήτησε την άμεση ικανοποίηση του αιτήματος εκτός των άλλων «γιά νά προστατευτεῖ τό κῦρος τοῦ κράτους καί διότι τό ὑπουργεῖον ἦτο ἐκτεθειμένον ἔναντι τῆς πρεσβείας» έλαβε την απάντηση ότι μια τέτοια ενέργεια « θά ἀντεστρατεύετο ὀλεθρίως κατά τοῦ ἔργου τῆς ἐξελληνίσεως τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ στοιχείου τῆς Θεσσαλονίκης (...) θά ἐδέσμευε τήν ἐλευθερίαν τοῦ Πανεπιστημίου ἡ προσφερόμενη μισθοδότησις τοῦ καθηγητοῦ (... καί) δέν οφείλομεν ἰδιαιτέραν προτίμησιν πρός μίαν χώραν ἡ ὁποία πέραν τῶν συνόρων της οὐδέν συνεισέφερεν εἰς τήν ἐν τῷ πεδίῳ τῆς διανοητικῆς ἐργασίας πρόοδον τῆς οἰκουμένης».3 Η εκπληκτική αυτή απάντηση εκ μέρους του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που μετρούσε πέντε χρόνια ζωής και από το 1927 στεγαζόταν στο εντυπωσιακό νεοκλασσικό κτήριο Idadié, την εμπορική σχολή που έκτισε η Νέα Αυτοκρατορική Διεύθυνση Παιδείας και προοριζόταν για την εκπαίδευση ανώτατων κρατικών στελεχών κατά τα πρότυπα του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια από τις ιστορικά αυτονόητες θλιβερές εκδοχές του επιθετικού ελληνικού εθνικισμού, που στον αντισημιτισμό του βενιζελισμού έβρισκε την πιο αποτελεσματική του έκφραση, αν δεν υπήρχε ακόμη μια ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Στο πρακτικό της συνεδρίασης της Φιλοσοφικής Σχολής όπου καταγράφεται η θέση της πλειοψηφίας υπάρχει η υπογραφή του Αλέξανδρου Δελμούζου, την εποχή εκείνη καθηγητή Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και του συναδέλφου του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Να σημειώσουμε ότι για πολλούς εκπαιδευτικούς ο Δελμούζος χαρακτηρίζεται ως «Έλληνας παιδαγωγός, αγωνιστής του ελευθέρου πνεύματος» ενώ ο Τριανταφυλλίδης, η γραμματική του οποίου διδάσκεται σήμερα στα σχολεία, ως αυτός που «εισάγοντας ουσιαστικά νεωτερισμό στην εποχή του, ενδιαφέρθηκε για τη συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε οµογενείς και ξενόγλωσσους».
Και για μην υπάρχει καμμιά παρεξήγηση για τη συμβολή της ισπανικής γλώσσας στην πρόοδο της ανθρωπότητας, τον Δεκέμβριο του 1932, όταν η ισπανική πρεσβεία —που τώρα εκπροσωπούσε την κυβέρνηση της Iσπανικής Δημοκρατίας— και ο εβραϊκός τύπος της Θεσσαλονίκης επανέφεραν το αίτημα ίδρυσης έδρας ισπανικών, η απάντηση που δόθηκε από τον πνευματικό πυλώνα της πόλης ήταν χαρακτηριστική: «Τό πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης εὑρίσκει ἀστήρικτον καί ἀπρόσφορον νά προτείνῃ τήν ἵδρυσιν ἕδρας Ἱσπανικῆς Γλώσσης ἥτις δέν προβλέπεται ρητῶς διά τοῦ νόμου καί κατά τήν σημασίαν καί έν γένει ὑπολείπεται (ἡ ἱσπανική) τῆς γαλλικῆς, ἀγγλικῆς, γερμανικῆς γλώσσης και φιλολογίας».
Σήμερα στην ηλεκτρονική σελίδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μπορεί κανείς να διαβάσει ότι «βρίσκεται χωροταξικά στην καρδιά της πόλης, σε μια έκταση 420.000 τμ». Μια έκταση που συμπίπτει με το χώρο όπου βρισκόταν τα εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Η ναζιστική θηριωδία και το Ολοκαύτωμα έδωσαν πειστικές απαντήσεις στις ανησυχίες των Ελλήνων φιλολόγων του εκπαιδευτικού διαφωτισμού για το ρόλο της ισπανικής γλώσσας στην ανθρωπότητα και το ζήτημα του εξελληνισμού του Ισραηλιτικού λαού της Θεσσαλονίκης.
Απόσπασμα από το εκδοτικό, ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 16ο
2. Δημήτρης Ε. Φιλιππής, Προφασισμός, εκφασισμός, ψευδοφασισμός, Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία στον μεσοπόλεμο, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 199.
3. Δημήτρης Ε. Φιλιππής, ό.π. σ. 199.
4. Δημήτρης Ε. Φιλιππής, ό.π. σ. 201.
Tο Ολοκαύτωμα ως πολιτισμικό τραύμα. Εκδήλωση του ΕΝΕΚΕΝ
Ιδιαίτερα καλές εντυπώσεις άφησε σε όσους την παρακαλούθησαν η εκδήλωση που διοργάνωσε το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ με ομιλητή τον καθηγητή Νίκο Δεμερτζή και θέμα «Το Ολοκαύτωμα ως πολιτισμικό τραύμα». Η εκδήλωση που έγινε την Παρασκευή 23 Απριλίου -μια δύσκολη μέρα αφού την ίδια μέρα στην πόλη γινόταν πολλές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις καθώς καιμια πορεία διαμαρτυρίας για την εισβολή του ΔΝΤ στην κοινωνική πραγματικότητα- κέρδισε τις εντυπώσεις όσων την παρακολούθησαν τόσο για την πολύ σημαντική και εμπεριστατωμένη επιστημονική ανάλυση του Νίκου Δεμερτζή, όσο και για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και απαντήσεις που διατυπώθηκαν στο δημόσιο διάλογο που ακολούθησε. Στη φωτογραφία από αριστερά οι Πέτρος Θεοδωρίδης, Νίκος Δεμερτζής, Γιώργος Γιαννόπουλος.
Σάββατο 17 Απριλίου 2010
Ian Parker: Λακανική Ψυχανάλυση & Επαναστατικός Μαρξισμός
Ο καπιταλισμός δημιουργεί τις συνθήκες που δίνουν τη δυνατότητα για την ανάπτυξη εκείνων των κινημάτων που θα καταστούν ικανά να τον αντικρούσουν και ίσως να τον αντικαταστήσουν. Αυτή η περίπλοκη διαλεκτική σχέση μεταξύ ενός πανίσχυρου και διαβρωτικού εκμεταλλευτικού συστήματος και των δυνάμεων που στοχεύουν στο να κάνουν τον κόσμο ένα χώρο όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός αποτελεί την προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, θέτει συγκεκριμένα προβλήματα για εκείνους που δουλεύουν για την κοινωνική και ατομική χειραφέτηση. Από τη μια πλευρά, οι μαρξιστές παρακινούνταν πάντα τόσο από οργή για τις αδικίες που οι καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις επιβάλλουν στα άτομα όσο και από αναλύσεις του παραλογισμού αυτής της πολιτικής οικονομίας· μ’ αυτήν την έννοια, το σοσιαλιστικό-φεμινιστικό σλόγκαν ότι το «προσωπικό είναι [και] πολιτικό» ανακτούσε τη συλλογική μνήμη εκείνου του είδους αγώνα που αφορούσε πάντα το καλύτερο κομμάτι της μαρξιστικής πολιτικής. Από την άλλη, οι ψυχαναλυτές επιμένουν συχνά ότι η προσωπική αυτογνωσία δεν είναι αρκετή για να μας οδηγήσει στις ρίζες της ανθρώπινης δυστυχίας· η ενδοσκοπική ερμηνεία του πως έχουμε φτάσει να είμαστε όποιοι είμαστε μέσα στον κόσμο, πρέπει να συνδέεται με συλλογική δράση για να τον αλλάξουμε. 2
Η ψυχανάλυση αυτή καθεαυτή δεν είναι απαραίτητα αντικαπιταλιστική και πολλοί αναλυτές έχουν ακολουθήσει τη σαρδόνια αποτίμηση των ιδεαλιστικών υποσχέσεων για σοσιαλισμό κι ευτυχέστερους καιρούς του ίδιου του Φρόιντ,3 προσυπογράφοντας κατά τη διαδικασία μία θεώρηση του σκοπούμενου της προσωπικής ανάλυσης, ωσάν να συνεπάγεται για τον αναλυόμενο σκεπτικισμό, αν όχι κυνισμό, σχετικά με την πολιτική δράση. Ένα από τα παράδοξα που λειτουργούν για τον περαιτέρω διαχωρισμό και την αναδιάρθρωση της καταπονημένης σχέσης μεταξύ του ατομικού και του κοινωνικού υπό τις συνθήκες του καπιταλισμού, είναι ότι ήταν οι αφηρημένες ακαδημαϊκές μορφές της ψυχαναλυτικής θεωρίας που εμβάθυναν την κατανόησή μας της σύγχρονης «υποκειμενικότητας» και που έχουν δυστυχώς επιτύχει να παρέχουν τα κύρια σημεία αναφοράς για το πως θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε την ψυχανάλυση με το μαρξισμό. Ότι αυτά δεν μπορούν να συνδυαστούν, ότι είναι «ευθέως αντίθετα», αναγνωρίστηκε εδώ και πολύ καιρό από ψυχαναλυτές, όμως το πιο ενδιαφέρον και γόνιμο ερώτημα που περιμένει ακόμα να εξεταστεί διεξοδικά είναι: «πρόκειται για διαλεκτικά αντίθετα;»4 Για την απάντηση αυτού του ερωτήματος, χρειάζεται επίσης να είμαστε σαφέστεροι ως προς το ποια θα ήταν τα κατάλληλα σημεία αναφοράς. Δεν είναι αρκετό να λέμε απλά ότι τώρα μπορούμε να εγκύψουμε στη μελέτη του ερωτήματος συγκρίνοντας και αντιπαραθέτοντας τα γραπτά του Μαρξ και του Λακάν.
Ο σαφής προσδιορισμός των συγκεκριμένων θεωρητικών παραδόσεων —μαρξιστικών και λακανικών— μπορεί να μας είναι βοηθητικός ως ένα σημείο εκκίνησης, εφόσον υπάρχουν δύο παραδοχές που αυτές οι παραδόσεις ακολουθούν από κοινού και που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη για να θεμελιώσουμε την αντιπαράθεση. Πρώτον, υπάρχει μια έμφαση στη διάσταση της πράξης, μια επιμονή ότι δεν είναι αρκετό να ερμηνεύουμε τον κοινωνικό κόσμο και τον εσωτερικό κόσμο· στην πρώιμη ψυχαναλυτική παράδοση αυτή η έμφαση είναι έκδηλη στην προσοχή που δίνεται σε αυτό που χαρακτηρίζει μια «μεταλλακτική» ερμηνεία5, ενώ για τους ασκούντες πρακτική λακανικούς είναι εμφανής στην επικέντρωσή τους στην κλινική εκπαίδευση. Τα πεδία πράξης είναι πολύ διαφορετικά, αλλά είναι μόνο διαμέσου της δουλειάς μέσα σε καθένα απ’ αυτά τα πεδία που μπορεί να φτάσουμε σε απαντήσεις οι οποίες θα είναι και αυθεντικά λακανικές και μαρξιστικές. Δεύτερον, υπάρχει μια αναγνώριση ότι ο εντοπισμός της δουλειάς συνιστά μια συσσωρευτική παράδοση· ένα κίνημα ακτιβιστών ή ασκούντων πρακτική που διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν θεμελιακά κείμενα, αλλά το οποίο μελετά συλλογικά και επισταμένως την τροχιά της συγγραφικής δραστηριότητας και των ερμηνευτικών σχολίων, ώστε να εκτιμήσει τι μπορεί να γίνει κατανοητό από τα σφάλματα όταν η θεωρία υποβάλλεται σε δοκιμασία. Στην καθεμία περίπτωση, φυσικά, το έργο της διάσωσης και διατήρησης της παράδοσης μορφοποιείται απαραίτητα σε σχέση με μια κατανόηση των συγκεκριμένων καταστροφικών σφαλμάτων, μέσω των οποίων εκείνοι που μιλούν για λογαριασμό της παράδοσης —της ψυχανάλυσης ή του μαρξισμού— την έχουν προδώσει.6
Υπάρχει, επιπρόσθετα, μια στενή αντιστοιχία μεταξύ των μορφών σφαλμάτων όσον αφορά την πράξη που καθένα από τα κινήματα έχει τεκμηριώσει και στη συνέχεια επιχείρησε να αποφύγει. Το αν αυτή η αντιστοιχία σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια αναλογία μεταξύ της λακανικής και της μαρξιστικής παράδοσης και το αν στη συνέχεια δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι απαντήσεις που έχουν παράσχει αυτές οι παραδόσεις είναι ομόλογες σε χαρακτήρα, είναι ένα άλλο ζήτημα, ένα ζήτημα που θα διερευνήσουμε σε εύθετο χρόνο. Η ομοιότητα μεταξύ των εχθροτήτων που έχει δημιουργήσει το καθένα από τα κινήματα κατά τη διαδικασία της ιστορικής του ανάπτυξης έχει ελκύσει από μόνη της αρκετούς σχολιαστές, που την παρατηρούν από την πλευρά του ενός κινήματος προς εκείνη του άλλου και αναζητούν μια αλληλοσυμπληρωματική σχέση για να καταστήσουν άξιο λόγου τον εντοπισμό κάποιων από τα σφάλματα και τους εχθρούς που υπάρχουν και λειτουργούν στο εσωτερικό των παραδόσεων και πολλαπλασιάζονται από αυτές. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται: Πρώτον, η επίδραση ορισμένων μορφών κουλτούρας οι οποίες διαστρεβλώνουν συστηματικά τις κριτικές και τους στόχους του κινήματος (η κουλτούρα της κατανάλωσης γενικά για τους μαρξιστές και η αμερικανική κοινωνία των Η.Π.A. για τον Λακάν και, δεύτερον, η αποκρυστάλλωση μιας γραφειοκρατικής κάστας που ρυθμίζει τη θεωρία και την πρακτική σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα —ο κυρίαρχος κυβερνητικός μηχανισμός στη Σοβιετική Ένωση για τους μαρξιστές και η στραγγαλιστική λαβή της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (IPA) για τους λακανικούς. Οι ποικίλες προσπάθειες για να διατυπωθούν επαρκώς ενδελεχείς θεωρίες του πολιτισμού και να δομηθούν εναλλακτικές μορφές οργάνωσης ως απόκριση στα πραγματικά προβλήματα που έχουν καταπονήσει αυτά τα κινήματα χρησιμεύουν όλο και περισσότερο στο να εντείνουν τη δουλειά των υποστηρικτών τους, είτε ως λακανικών ψυχαναλυτών είτε ως επαναστατών μαρξιστών.
Ian Parker, Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 17ο.
1. Μαντέλ, 1971.
2. Bλ. Kovel, 1988.
3. «Μια πραγματική αλλαγή στις σχέσεις των ανθρώπινων όντων με τις κτήσεις θα βοηθούσε περισσότερο προς αυτήν την κατεύθυνση, παρά οι οποιεσδήποτε ηθικές επιταγές· αλλά η αναγνώριση αυτού του δεδομένου μεταξύ των σοσιαλιστών έχει επισκιαστεί και αχρηστευτεί για πρακτικούς σκοπούς από μια νέα ιδεαλιστική παρανόηση της ανθρώπινης φύσης», Freud 2001α, σ. 143.
4. Strachey, 1937, σ. 7.
5. Strachey, 1934.
6. Mandel, 1979, Roudinesco 1990.
Το απόσπασμα εισαγωγή από το κείμενο του Ian Parker που δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η φωτογραφία είναι του μεγάλου γάλλου φωτογράφου Izis, αναδρομική έκθεση με έργα του οποίου διοργανώνει το κεντρικό Δημαρχείο του Παρισιού. Η έκθεση διαρκεί έως τις 29 Μαΐου 2010.
Η ψυχανάλυση αυτή καθεαυτή δεν είναι απαραίτητα αντικαπιταλιστική και πολλοί αναλυτές έχουν ακολουθήσει τη σαρδόνια αποτίμηση των ιδεαλιστικών υποσχέσεων για σοσιαλισμό κι ευτυχέστερους καιρούς του ίδιου του Φρόιντ,3 προσυπογράφοντας κατά τη διαδικασία μία θεώρηση του σκοπούμενου της προσωπικής ανάλυσης, ωσάν να συνεπάγεται για τον αναλυόμενο σκεπτικισμό, αν όχι κυνισμό, σχετικά με την πολιτική δράση. Ένα από τα παράδοξα που λειτουργούν για τον περαιτέρω διαχωρισμό και την αναδιάρθρωση της καταπονημένης σχέσης μεταξύ του ατομικού και του κοινωνικού υπό τις συνθήκες του καπιταλισμού, είναι ότι ήταν οι αφηρημένες ακαδημαϊκές μορφές της ψυχαναλυτικής θεωρίας που εμβάθυναν την κατανόησή μας της σύγχρονης «υποκειμενικότητας» και που έχουν δυστυχώς επιτύχει να παρέχουν τα κύρια σημεία αναφοράς για το πως θα μπορούσαμε να συνδυάσουμε την ψυχανάλυση με το μαρξισμό. Ότι αυτά δεν μπορούν να συνδυαστούν, ότι είναι «ευθέως αντίθετα», αναγνωρίστηκε εδώ και πολύ καιρό από ψυχαναλυτές, όμως το πιο ενδιαφέρον και γόνιμο ερώτημα που περιμένει ακόμα να εξεταστεί διεξοδικά είναι: «πρόκειται για διαλεκτικά αντίθετα;»4 Για την απάντηση αυτού του ερωτήματος, χρειάζεται επίσης να είμαστε σαφέστεροι ως προς το ποια θα ήταν τα κατάλληλα σημεία αναφοράς. Δεν είναι αρκετό να λέμε απλά ότι τώρα μπορούμε να εγκύψουμε στη μελέτη του ερωτήματος συγκρίνοντας και αντιπαραθέτοντας τα γραπτά του Μαρξ και του Λακάν.
Ο σαφής προσδιορισμός των συγκεκριμένων θεωρητικών παραδόσεων —μαρξιστικών και λακανικών— μπορεί να μας είναι βοηθητικός ως ένα σημείο εκκίνησης, εφόσον υπάρχουν δύο παραδοχές που αυτές οι παραδόσεις ακολουθούν από κοινού και που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη για να θεμελιώσουμε την αντιπαράθεση. Πρώτον, υπάρχει μια έμφαση στη διάσταση της πράξης, μια επιμονή ότι δεν είναι αρκετό να ερμηνεύουμε τον κοινωνικό κόσμο και τον εσωτερικό κόσμο· στην πρώιμη ψυχαναλυτική παράδοση αυτή η έμφαση είναι έκδηλη στην προσοχή που δίνεται σε αυτό που χαρακτηρίζει μια «μεταλλακτική» ερμηνεία5, ενώ για τους ασκούντες πρακτική λακανικούς είναι εμφανής στην επικέντρωσή τους στην κλινική εκπαίδευση. Τα πεδία πράξης είναι πολύ διαφορετικά, αλλά είναι μόνο διαμέσου της δουλειάς μέσα σε καθένα απ’ αυτά τα πεδία που μπορεί να φτάσουμε σε απαντήσεις οι οποίες θα είναι και αυθεντικά λακανικές και μαρξιστικές. Δεύτερον, υπάρχει μια αναγνώριση ότι ο εντοπισμός της δουλειάς συνιστά μια συσσωρευτική παράδοση· ένα κίνημα ακτιβιστών ή ασκούντων πρακτική που διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν θεμελιακά κείμενα, αλλά το οποίο μελετά συλλογικά και επισταμένως την τροχιά της συγγραφικής δραστηριότητας και των ερμηνευτικών σχολίων, ώστε να εκτιμήσει τι μπορεί να γίνει κατανοητό από τα σφάλματα όταν η θεωρία υποβάλλεται σε δοκιμασία. Στην καθεμία περίπτωση, φυσικά, το έργο της διάσωσης και διατήρησης της παράδοσης μορφοποιείται απαραίτητα σε σχέση με μια κατανόηση των συγκεκριμένων καταστροφικών σφαλμάτων, μέσω των οποίων εκείνοι που μιλούν για λογαριασμό της παράδοσης —της ψυχανάλυσης ή του μαρξισμού— την έχουν προδώσει.6
Υπάρχει, επιπρόσθετα, μια στενή αντιστοιχία μεταξύ των μορφών σφαλμάτων όσον αφορά την πράξη που καθένα από τα κινήματα έχει τεκμηριώσει και στη συνέχεια επιχείρησε να αποφύγει. Το αν αυτή η αντιστοιχία σηματοδοτεί κάτι περισσότερο από μια αναλογία μεταξύ της λακανικής και της μαρξιστικής παράδοσης και το αν στη συνέχεια δικαιολογεί το συμπέρασμα ότι οι απαντήσεις που έχουν παράσχει αυτές οι παραδόσεις είναι ομόλογες σε χαρακτήρα, είναι ένα άλλο ζήτημα, ένα ζήτημα που θα διερευνήσουμε σε εύθετο χρόνο. Η ομοιότητα μεταξύ των εχθροτήτων που έχει δημιουργήσει το καθένα από τα κινήματα κατά τη διαδικασία της ιστορικής του ανάπτυξης έχει ελκύσει από μόνη της αρκετούς σχολιαστές, που την παρατηρούν από την πλευρά του ενός κινήματος προς εκείνη του άλλου και αναζητούν μια αλληλοσυμπληρωματική σχέση για να καταστήσουν άξιο λόγου τον εντοπισμό κάποιων από τα σφάλματα και τους εχθρούς που υπάρχουν και λειτουργούν στο εσωτερικό των παραδόσεων και πολλαπλασιάζονται από αυτές. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται: Πρώτον, η επίδραση ορισμένων μορφών κουλτούρας οι οποίες διαστρεβλώνουν συστηματικά τις κριτικές και τους στόχους του κινήματος (η κουλτούρα της κατανάλωσης γενικά για τους μαρξιστές και η αμερικανική κοινωνία των Η.Π.A. για τον Λακάν και, δεύτερον, η αποκρυστάλλωση μιας γραφειοκρατικής κάστας που ρυθμίζει τη θεωρία και την πρακτική σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα —ο κυρίαρχος κυβερνητικός μηχανισμός στη Σοβιετική Ένωση για τους μαρξιστές και η στραγγαλιστική λαβή της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας (IPA) για τους λακανικούς. Οι ποικίλες προσπάθειες για να διατυπωθούν επαρκώς ενδελεχείς θεωρίες του πολιτισμού και να δομηθούν εναλλακτικές μορφές οργάνωσης ως απόκριση στα πραγματικά προβλήματα που έχουν καταπονήσει αυτά τα κινήματα χρησιμεύουν όλο και περισσότερο στο να εντείνουν τη δουλειά των υποστηρικτών τους, είτε ως λακανικών ψυχαναλυτών είτε ως επαναστατών μαρξιστών.
Ian Parker, Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τεύχος 17ο.
1. Μαντέλ, 1971.
2. Bλ. Kovel, 1988.
3. «Μια πραγματική αλλαγή στις σχέσεις των ανθρώπινων όντων με τις κτήσεις θα βοηθούσε περισσότερο προς αυτήν την κατεύθυνση, παρά οι οποιεσδήποτε ηθικές επιταγές· αλλά η αναγνώριση αυτού του δεδομένου μεταξύ των σοσιαλιστών έχει επισκιαστεί και αχρηστευτεί για πρακτικούς σκοπούς από μια νέα ιδεαλιστική παρανόηση της ανθρώπινης φύσης», Freud 2001α, σ. 143.
4. Strachey, 1937, σ. 7.
5. Strachey, 1934.
6. Mandel, 1979, Roudinesco 1990.
Το απόσπασμα εισαγωγή από το κείμενο του Ian Parker που δημοσιεύεται στο 17ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η φωτογραφία είναι του μεγάλου γάλλου φωτογράφου Izis, αναδρομική έκθεση με έργα του οποίου διοργανώνει το κεντρικό Δημαρχείο του Παρισιού. Η έκθεση διαρκεί έως τις 29 Μαΐου 2010.
Τρίτη 6 Απριλίου 2010
Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010
«Οι καπιταλιστές πάνε στον Παράδεισο»
“Επιτέλους” ! Αυτό αναφώνησε ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημ. Δασκαλόπουλος, μετά το πρόσφατο διάγγελμα του πρωθυπουργού. Ενθουσιάστηκε από τη σκληρότητα των μέτρων που εξαγγέλθηκαν. Τώρα που μπήκαμε σε επιτήρηση θα πλέει σε πελάγη ευτυχίας. Τον περασμένο Οκτώβριο βρέθηκε σε μια έκθεση στο Λονδίνο κι αγόρασε ένα πίνακα 1,5 εκατ. $. Όσα θα βγάλει ένας εκπαιδευτικός δουλεύοντας 60 χρόνια ή ένας εμποροϋπάλληλος δουλεύοντας 80 χρόνια ! Είναι να μη χαίρεται με τη σκληρή λιτότητα (των εργαζομένων) και με την επιτήρηση; Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει συσσωρευμένος τεράστιος πλούτος κι εμείς πρέπει πάλι να πληρώσουμε για χρέη που ποτέ δεν δημιουργήσαμε. Τα ταμεία είναι άδεια αλλά και οι τσέπες μας επίσης. Ποιοι έχουν τέλος πάντων τα λεφτά; Ας δούμε ορισμένα παραδείγματα :«Αυτοί που αρπάνε το φαϊ απ’ το τραπέζι κηρύχνουν τη λιτότητα. Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσίματα ζητάν θυσίες. Οι χορτάτοι μιλάν στους πεινασμένους για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν.»Μπέρτολτ Μπρέχτ
- Τα τελευταία 12 χρόνια το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 60%. Αφού το δικό μας – των εργαζομένων – εισόδημα δεν αυξήθηκε καθόλου, Πού πήγε όλος αυτός ο πλούτος ;
- 30.000 ελληνικές οικογένειες διαθέτουν στα τμήματα private banking των τραπεζών περίπου 50 δις € ενώ άλλα 40 δις έχουν καταθέσει έλληνες πολίτες στο εξωτερικό. Μάλλον δημόσιοι υπάλληλοι θα ‘ναι.
- Μόνο οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο εταιρείες είχαν κέρδη: 11,8 δις € το 2009, 10 δις το 2008 και 11,3 δις το 2007. Η Εθνική Τράπεζα την τελευταία πενταετία είχε κέρδη 6,3 δις €. Το 2009 η ΔΕΗ πραγματοποίησε κέρδη 1,1 δις ενώ προέβλεπε ο προϋπολογισμός της 531 εκατ. €.
- Ελληνικές επιχειρήσεις (υπολογίζονται 4.000) έχουν επενδύσει σχεδόν 20 δις € στο εξωτερικό, από τα οποία τα 16 δις στα Βαλκάνια.
- Την τετραετία 2004 – 2008 χαρίστηκαν πάνω από 9 δις € σε περίπου 50.000 επιχειρήσεις ( τα 5,1 δις από τη μείωση του συντελεστή φορολόγησης των κερδών από 35% σε 25% και 3,5 δις από τις δυο ρυθμίσεις περαίωσης ανέλεγκτων χρήσεων.)
- Υπάρχουν 10.000 υπεράκτιες (offshore) εταιρείες ελληνικών συμφερόντων που διακινούν γύρω στα 500 δις € και το δημόσιο χάνει ετησίως από φόρους 6 δις.
- Κάθε χρόνο οι καταναλωτές πληρώνουν και οι επιχειρήσεις εισπράττουν αλλά δεν αποδίδουν περί τα 6 με 6,5 δις € από ΦΠΑ.
- Η εισφοροδιαφυγή φτάνει τα 8 δις € ετησίως.
- Πάνω από 5.000 επιχειρήσεις οφείλουν 31 δις € στο δημόσιο.
- Οι έλληνες εφοπλιστές αγόρασαν το 2009 -χρονιά κρίσης- 164 μεταχειρισμένα πλοία διαθέτοντας 3,16 δις $. Μικρό ποσό για τους εφοπλιστές. Ο ελληνικός εφοπλισμός ελέγχει σχεδόν το 20% του παγκόσμιου στόλου και το 40,9% της κοινοτικής ναυτιλίας. Αν και αποτελεί παγκόσμια δύναμη στηρίζεται σημαντικά από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Η Εθνική Τράπεζα τούς έχει δανείσει 3,5 δις €, η Πειραιώς 2 δις € κι ακολουθούν οι υπόλοιπες. Με τις δικές μας, τις λαϊκές αποταμιεύσεις – καταθέσεις οι τράπεζες χρηματοδοτούν το «θαύμα» της ελληνικής ναυτιλίας.
- Κι επειδή είμαστε παραδοσιακά ναυτική χώρα δεν θα μπορούσε να υστερούμε και σε κότερα, θαλαμηγούς κλπ. Ο Θοδ. και Γιάννα Αγγελοπούλου πούλησαν τη θαλαμηγό τους -που ήταν η καλύτερη στη χώρα- κι αγόρασαν ένα υπερσύγχρονο mega yacht μήκους 85,6 μέτρων κι αξίας 150 εκατομ. $. Ο εφοπλιστής Προκοπίου έχει παραγγείλει θαλαμηγό 106 μέτρων και αξίας πάνω από 100 εκατ.$. Ο Π. Δράγνης έχει κότερο 82 μέτρα. Έχει γραφτεί ότι η θαλαμηγός του Μελισσανίδη κοστίζει 65 εκ., του Κούστα 60 εκ., του Βαφειά το ίδιο κι ακολουθούν άλλοι με ακριβότερα κι άλλοι με φθηνότερα κότερα, όπως Κοπελούζος, Πατέρας, Τσάκος, Αλαφούζος, Δημ. Κωστόπουλος, Ρέστης, Βασιλάκης, Κοντομηνάς, Μαρινόπουλος κλπ. Ο Σπ. Λάτσης νοικιάζει την 117 μέτρων «Τurama», σε μη έχοντες κότερο επιχειρηματίες, αντί 90.000 € τη μέρα !
- Μη νομίσετε ότι υστερούμε και στον αέρα. Διακόσια είκοσι ιδιωτικά αεροπλάνα είναι καταγεγραμμένα στα ελληνικά νηολόγια (χώρια όσα είναι σε νηολόγια του εξωτερικού ). Η Μαρ. Λάτση έχει 3 ιδιωτικά τζετ (Boeing 757, Boeing 737 και Gulfstream IV), o Βγενόπουλος 2 (Cesna και Falcon 900), o M.Κυριακού ένα και καλό αξίας 50 εκ., ο Ρέστης ένα των 47 εκ., ο Κόκκαλης, ο Μελισσανίδης, ο Τσακίρης, ο Μαρινάκης, ο Θοδ. κι η Γ. Αγγελοπούλου και πολλοί άλλοι. Τα έξοδα συντήρησης ενός τέτοιου αεροσκάφους φτάνουν το χρόνο 1 με 1,5 εκατ. € !
- Ο Λ. Λαυρεντιάδης ξόδεψε το Δεκέμβρη 70 εκ. € κι αγόρασε το 31,3% της Proton Bank αφού πρωτύτερα είχε δώσει 36 εκ. για το 50% του γηπέδου Καραϊσκάκη και άλλα 86 εκ. για να επαναγοράσει τη «Νεοχημική», από την πολυεθνική Carlyle. Έδωσε και κάτι «ψιλά» για ν’ αποκτήσει μερτικό σε κάποια από τα μεγαλύτερα ΜΜΕ της χώρας (13,53% στον Πήγασο, που ελέγχει ΜEGA και Έθνος, 9,62% στην Ελευθεροτυπία, κι ελέγχει Flash 9.61, Espresso, City Press, Αthens News, Σφήνα, Ισοτιμία κλπ). Ο Β. Ρέστης αγόρασε το πιο αναγνωρίσιμο τουριστικό αξιοθέατο του Μαυροβουνίου, το νησάκι του Αγ. Στεφάνου, ξοδεύοντας 30 εκ. € και σχεδιάζει να επενδύσει 50 εκ. χτίζοντας βίλες σε αυτό.
- Έρευνα του Hotels.com (καλοκαίρι 2009) έδειξε πως η ακριβότερη σουϊτα στον κόσμο νοικιάζεται 50.000$ και είναι του Grand Resort στο Λαγονήσι Αττικής!
- Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΟΤ, από το Μάρτη του 2005 ως τον Οκτώβρη του 2009, είχαν υπαχθεί στον αναπτυξιακό νόμο (Ν. 3290/04) 1790 επενδύσεις ξενοδόχων προϋπολογισμού 5,7 δις € και επιδοτήθηκαν με 2,5 δις €. Δηλαδή το 44% ήταν από δικά μας λεφτά. Τζάμπα επενδυτές μιας και τα υπόλοιπα είναι δανεικά από τις δικές μας καταθέσεις στις τράπεζες.
- Πάνω που πήγαν να μας πείσουν πως «δεν υπάρχει σάλιο» και λίγο μετά την ανακοίνωση της επιτήρησης, πληροφορηθήκαμε ότι αγοράζουμε 6 γαλλικές φρεγάτες κόστους 2,5 δις €, για να υπερασπίζουν τα «εθνικά μας δίκαια» ανοιχτά της Σομαλίας και στον Περσικό κόλπο.
Γιάννης Κυριακάκης
Οικονομολόγος, εκπαιδευτικός - Χανιά
από:
http://syspeirosi.wordpress.com/ kai http://www.activemedia.gr/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






