Powered By Blogger

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Η ευνουχισμένη ψυχολογία και το έπος του ΄40


«... Όταν ήρθε η 28η, (ο Μεταξάς) δεν μπόρεσε να ιδεί ότι τότε μόνο, και όχι στις εορτές του Σταδίου, ολόκληρος ο λαός ήταν μαζί του, μαζί με την απάντηση που έδωσε στον Grazzi την αυγή. Δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι η ημέρα εκείνη δεν επικύρωνε, αλλά καταργούσε την 4η Αυγούστου».
Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφα
“… στην επέτειο της 28  Οκτωβρίου οι φοιτητές οργάνωσαν μια βραδινή διαδήλωση που ξεκίνησε απ΄ την Αγιά Σοφιά και τράβηξε για τις Απάνω Συνοικίες με συνθήματα «Ζήτω το μεγάλο Όχι του ελληνικού λαού», «Ζήτω οι ήρωες της Αλβανία», «Όχι, ο φασισμός δε θα περάσει» κ.α. Στην Αγίου Δημητρίου πυροβόλησαν τους φοιτητές οι Γερμανοί χωροφύλακες»
Γιώργος Καφταντζής, Το πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στον καιρό της Κατοχής
Οι αυτοδίδακτοι: Το παρελθόν είναι εκτεθειμένο στην περιποίηση του από διάφορους αυτόκλητους ιστορικούς. Αυτοδίδακτοι και ανεπαρκείς οι περισσότεροι  διατυπώνουν διάφορες «απόψεις» coram publico και επιχειρούν με μονομανία να τις επιβάλλουν ως τη μοναδική ιστορική αλήθεια.
Τούτοι οι εμπειροτεχνίτες της ιστορικής επιστήμης εστιάζουν σε ιδεολογικοποιημένες και συμβολικές στιγμές του παρελθόντος (πότε ξεκίνησε η Επανάσταση του ΄21, ήταν εθνική  ή κοινωνική, υπήρξε το κρυφό σχολείο κλπ.).  Ένα παρόμοιο ερώτημα είναι και εκείνο που αφορά στο «ποιος είπε το «ΟΧΙ»…» της 28ης Οκτωβρίου.
Ο δημοσιογράφος: Ανησυχίες επί του θέματος είχε στο παρελθόν και ο δημοσιογράφος Κώστας Γκιουλέκας : «Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια απέλπιδα προσπάθεια να εμφανισθεί ότι το «ΟΧΙ» το είπε ο ελληνικός λαός αντί του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Μεταξά. Και  προσπαθούν να αμαυρώσουν μια στιγμή ορόσημο που, πράγματι, λαός και ηγεσία συνταυτίστηκαν απόλυτα και συμπορεύτηκαν απόλυτα στο δρόμο της τιμής». [Ελληνικός Βορράς, 2 Νοεμβρίου 1997, σ. 5]
Κατά το δημοσιογράφο είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως ότι το «ΟΧΙ» εκστομίστηκε – υπάρχει κάποιος που αρνείται το γεγονός; - από τον «πρωθυπουργό»,  αλλά «εκείνη τη στιγμή ο Μεταξάς απηχούσε [sic] τα αισθήματα ολόκληρου του ελληνικού λαού». Συμπέρασμα: «…ο Μεταξάς υπήρξε δικτάτορας. Όχι, όμως, προδότης».
Τα ιστορικά γεγονότα: Η κυβέρνηση ενός φασιστικού καθεστώτος απαίτησε από την κυβέρνηση ενός άλλου φασιστικού καθεστώτος, ένας φασίστας δικτάτορας, απαίτησε από έναν άλλο φασίστα δικτάτορα «γη και ύδωρ».
Ο δεύτερος αρνήθηκε ακολουθώντας μια Realpolitik, η οποία βασίζονταν σε πολιτικοστρατιωτικούς υπολογισμούς για την έκβαση του παγκοσμίου πολέμου. Οι πληροφορίες από τις ελληνικές διπλωματικές αποστολές σε διάφορες χώρες συνηγορούσαν στην άρνηση της ιταλικής πρόκλησης.
Ο δημοσιογράφος: Το «ΟΧΙ» με κεφαλαία γράμματα είναι ιδεολογική επινόηση των μετέπειτα χρόνων. Η συγκεκριμένη ιδεολογική κατασκευή υποστηρίχθηκε από ένα ψευδολυρικό γλωσσικό ύφος, το οποίο συναντάμε σε πανηγυρικούς της ημέρας και σε μαθητικές εκθέσεις. Το ύφος τούτο με καθυστέρηση ετών αναπαράγει και ο δημοσιογράφος του Ελληνικού Βορρά: «Κείνη την 28η Οκτωβρίου του ΄40 τίποτε δεν ήταν πια όπως τα χθες. Τίποτα δεν θύμιζε κείνο το ξημέρωμα, τους Έλληνες του προηγούμενου απόβραδου. Κοιμήθηκαν απλά, άνθρωποι του κάματου, άνθρωποι καθημερινοί με τις μιζέριες, τις ασχήμιες, γιομάτοι με τα ελαττώματα της φυλής και ξύπνησαν αϊτοί, ήρωες ημίθεοι, απηλλαγμένοι μονομιάς από τα πάθη τα παλιά, γιομάτοι με τις προαιώνιες αρετές της φυλής». [Ελληνικός Βορράς, 26  Οκτωβρίου 1997, σ. 5]
Όψεις της ιστορικής πραγματικότητας: Ο διπλωμάτης και ποιητής Γιώργος Σεφέρης υπηρετούσε στο υφυπουργείου Τύπου στην Αθήνα την περίοδο πριν και μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Τα «Χειρόγραφά» του μας παρέχουν μια εικόνα του φασίστα ηγέτη και των συνεργατών του: «… το «όχι» και τα άλλα δεν ήταν πράγματα που συμβιβάζονται εύκολα. Έτσι δημιουργήθηκε μέσα στα κατεργάρικα, ασυνείδητα, και, κατά βάθος, αγροίκα μυαλά των ανθρώπων του καθεστώτος μια αντιφατική ψυχολογία που δύσκολα κατόρθωναν να γεφυρώσουν ακόμη και στην επιφάνεια. Το όχι σήμαινε πως η Ελλάδα θα πολεμούσε τον πιο επικίνδυνο πόλεμο της Ιστορίας της με το μέρος εκείνων που χτυπούσαν τις φασιστικές δυνάμεις. Αλλά το ελληνικό καθεστώς ήταν το ίδιο φασιστικό. Πως ήταν δυνατό να συνδυαστούν τα δύο αυτά πράγματα. Τη λύση τη βρήκαν, κουτοπόνηρα, οι άνθρωποι του Μεταξά: Ο πόλεμός μας δεν ήταν διόλου πόλεμος εναντίον του Άξονα’  ήτανε, μέσα στην παγκόσμια κρίση, ένα ιδιαίτερο, ασύνδετο επεισόδιο’ ο πόλεμός μας ήταν μόνο πόλεμος εναντίον της Ιταλίας – ούτε καν αυτό΄ ήταν πόλεμος εναντίον των στρατιωτικών δυνάμεων της Ιταλίας».[Γιώργος Σεφέρης Χφο, 50—51]
Η κατασκευασμένη μνήμη του Κώστα Γκιουλέκα φαντασιώνεται αϊτούς και αρετές, αλλά ο λόγος του ποιητή διπλωμάτη δεν αφήνει περιθώρια για μυθοπλασίες: «Στην κορυφή (…) της πυραμίδας θα χώριζα τα πνεύματα σε δύο κατηγορίες΄ στους αντιπάλους του Άξονα γενικά και αδιαίρετα, και στους αντιπάλους μόνο των ενόπλων δυνάμεων της Ιταλίας. Οι τελευταίοι αυτοί κανονικά και λογικά έπρεπε να φοβούνται μήπως κερδίσουν τον πόλεμο. Οι άνθρωποι του Μεταξά, εκτός από ελαχίστους, ανήκαν στην τελευταία τούτη κατηγορία». [στο ίδιο, σ. 52-53]
Ο Κώστας Γκιουλέκας, προσπαθώντας να φιλοτεχνήσει μια διαφορετική εικόνα του φασίστα δικτάτορα υπενθυμίζει ότι δεν ήταν «προδότης», αλλά ο Γιώργος Σεφέρης επισημαίνει κάτι χειρότερο από την προδοσία, την αδυναμία του «κυβερνήτη» να απαλλαχθεί «από το κλειστό περιβάλλον των κολάκων  της Πλατείας Συντάγματος» τη στιγμή που η χώρα εισερχόταν «στη μεγάλη τραγωδία της Ευρώπης» και ότι κράτησε «για πιλότους» στις δύσκολες εκείνες στιγμές «τα ίδια ανθρωπάκια που του μαγείρευαν, μέσα στους πρωτοφανείς κλυδωνισμούς της Ευρώπης, μιαν Ελλάδα σαν είδος μετέωρο εκτός τόπου και χρόνου». [στο ίδιο, 46-47]
Οι συνέπειες για τη χώρα από τούτη τη στάση ήταν ολέθριες: «Έτσι φτάσαμε στα γεγονότα της τελευταίας άνοιξης [1941]: Υπουργοί πανικόβλητοι και σπασμωδικοί, διπλωματία χωρίς ειρμό και χωρίς υπόσταση, στρατηγοί που πρόδωσαν, πρωθυπουργοί που αυτοκτονούσαν, και μαζί με όλα αυτά, η ασυγχώρητη, η εγκληματική, η τραγική απώλεια της Κρήτης» [Χφο, 54]
Και συμπληρώνει ο Γιώργος Σεφέρης, αφού πρώτα μιλήσει για «ευνουχισμένη ψυχολογία», πως « (…) αν είχαμε στο τιμόνι ανθρώπους που έβλεπαν τον ορίζοντα και όχι στρουθοκαμήλες που έβλεπαν με το στανιό μια ή δυό μοίρες του κύκλου, θα είχαμε σίγουρα άλλο μυαλό για την κατεύθυνση του πολέμου στο πεδίο της μάχης, άλλο μυαλό για την εξασφάλιση των εθνικών μας δικαίων και την εξωτερική πολιτική, και άλλη ψυχή την τραγική στιγμή της μετάβασης από τον πόλεμο του αλβανικού και του μακεδονικού μετώπου στον πόλεμο των νησιών και του εξωτερικού». [στο ίδιο, 54-55]
Πράγματι, ο Ι. Μεταξάς, δεν υπήρξε προδότης, αλλά φασίστας και ένας φασίστας προκαλεί πάντοτε μεγαλύτερη καταστροφή σε έναν λαό από έναν προδότη.
Αδιάψευστος μάρτυρας η ιστορική εμπειρία…
Όμηρος Ταχμαζίδης
Αυτοαπασχολούμενος δημοσιογράφος
Magister Artium
Φιλοσοφίας-Ιστορίας

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Η μοιρασμένη ντροπή του Όμηρου Ταχμαζίδη

«Έχω ένα όνειρο. Να πάει μπροστά η Θεσσαλονίκη.
Να γίνουμε πραγματική συμπρωτεύουσα, πραγματική πρωτεύουσα
του Οικουμενικού Ελληνισμού,
το εφαλτήριο της χώρας προς την ενδοχώρα του Βορρά.
Να κάνουμε την Θεσσαλονίκη πόλη της Νεολαίας, της Ανάπτυξης και του Πνεύματος
».

Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, 1998


Προβλήματα: Η μακρόχρονη και συχνή χρήση των βιβλιοθηκών εξοικειώνει  τον επισκέπτη με τους χώρους, τους ανθρώπους, τη λειτουργία τους. Ο τακτικός χρήστης διακρίνει λεπτομέρειες, εντοπίζει αδυναμίες, αφουγκράζεται προβληματισμούς. Στο μυαλό του σχηματίζονται επάλληλα στρώματα εικόνων: άνθρωποι, γραφεία, ράφια, υπολογιστές... αλλαγές και φθορά... προ πάντων η φθορά...
    Οι ελληνικές βιβλιοθήκες έχουν τρία χαρακτηριστικά: υπεράριθμο προσωπικό και υψηλό κόστος λειτουργίας, αραιή χρήση του αποθέματός τους και μεγάλη φθορά σε σύντομα σχετικώς χρονικά διαστήματα. Δεν πρόκειται περί παραδόξου, απλώς καταδεικνύει την προβληματική σχέση των Ελλήνων με τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες.
    Δε χρειάζεται να εξοικειωθεί κανείς με το προσωπικό της βιβλιοθήκης για να αντιληφθεί τα προβλήματά της. Τούτα είναι συνήθως ανοικτές πληγές... Το ίδιο ισχύει και για τη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Πρόκειται για μια ανοικτή πληγή, η οποία στάζει... ανευθυνότητα και αδιαφορία. Όσο περισσότερο εξοικειώνεται κανείς με τις λειτουργίες της τόσο περισσότερο απογοητεύεται και... ντρέπεται.
    Η ντροπή: Η ντροπή είναι ένα αξιοπερίεργο συναίσθημα: κάποιος ντρέπεται για μια δική του πράξη, αλλά ντρέπεται και για πράξεις των άλλων, κάποιος ντρέπεται γιατί είναι «αυτός» και όχι ο «άλλος» κλ.π. Αυτή η σχέση με τη ντροπή εκδηλώνεται σε πλείστες όσες εκφάνσεις του βίου. Η ντροπή για μια πράξη, για μια κατάσταση δε συνεπάγεται πάντοτε συνυπαιτιότητα. Κάποιος ντρέπεται, δικαίως ή αδίκως δεν έχει σημασία, και για πράξεις άλλων και για καταστάσεις για τις οποίες είναι υπεύθυνοι άλλοι. Πολλές φορές εξ αιτίας τούτης της ντροπής «θέλει να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί».
    Βιβλιοθήκες: Στην προηγούμενη συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου ο επί πολλά χρόνια πολιτικός προϊστάμενος της αντιδημαρχίας Πολιτισμού Βασίλειος Γάκης προσπαθώντας να κάνει ρεκλάμα για τον εαυτού του μέσω της δημοτικής τηλεόρασης εκφώνησε από τα «ορεινά» των εδράνων έναν δεκάρικο λόγο «βιβλιοφιλίας» με εκτενή αναφορά στη σημασία του βιβλίου και της βιβλιοθήκης στο σύγχρονο πολιτισμό.
    Ο πιο επιεικής χαρακτηρισμός θα ήταν «απύθμενο θράσος». Ο πρώην αντιδήμαρχος φαίνεται ότι «δε ντρέπεται λιγάκι» για την κατάσταση στην οποία παρέδωσε τις βιβλιοθήκες της Θεσσαλονίκης. Υπάρχουν κάποιοι, ωστόσο, οι οποίοι ντρέπονται για λογαριασμό του. Όσο υπάρχουν άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο, οι οποίοι ντρέπονται για την αδιαφορία του κάθε κ. Γάκη, η πόλη τούτη διατηρεί ακόμη ελπίδες να ανακάμψει.
    Η καταστροφή: Ο πρώην αντιδήμαρχος είναι συνυπεύθυνος για την καταστροφή του αρχειακού υλικού στο υπόγειο της δημοτικής βιβλιοθήκης. Το αρχείο των εφημερίδων αποτελεί μέρος του πολιτιστικού αποθέματος και μέρος της ιστορίας της Θεσσαλονίκης.
    Γενεές επί γενεών Θεσσαλονικέων, μέσα σε αντίξοες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες κατόρθωσαν να διατηρήσουν, να συντηρήσουν και να εμπλουτίσουν το συγκεκριμένο αρχείο, το οποίο εγκαταλείφθηκε στην τύχη του σε μια εποχή τεραστίων τεχνικών δυνατοτήτων, αφθονίας οικονομικών πόρων και υπεράριθμου και καλοπληρωμένου προσωπικού!
    Και ενώ είναι να ντρεπόμαστε όλοι μας με το χάλι αυτό, παρακολουθούμε με απάθεια την προπαγανδιστική ρητορεία του πρώην πολιτικού υπεύθυνου της αντιδημαρχίας Πολιτισμού περί βιβλίων και βιβλιοθηκών στο δημοτικό συμβούλιο και κανείς δεν τον εγκαλεί προσωπικώς. Αυτός δε ντρέπεται, οι υπόλοιποι δε ντρέπονται;
    Έτσι, σαν μια ελάχιστη ένδειξη σεβασμού για όλους εκείνους που στο παρελθόν φρόντιζαν για τη συντήρηση και την αύξηση τούτου του πολιτιστικού πλούτου της πόλης.
    Πρέπει κανείς να διαθέτει απύθμενο θράσος ή να θεωρεί ότι έχει απόλυτη ασυλία —από πού μπορεί να προκύπτει κάτι τέτοιο;—  για να βαυκαλίζεται δημοσίως για την προσφορά του στον πολιτισμό της πόλης όταν στο υπόγειο της βιβλιοθήκης σβήνονται καθημερινώς ίχνη της ιστορίας της Θεσσαλονίκης.
    Βιβλία και άνθρωποι: Δε χρειάζεται να προσπαθούμε να ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας: όποιος δεν ενδιαφέρεται για τα βιβλία, δεν ενδιαφέρεται και για τους ανθρώπους. Στη σύγχρονη εποχή όσοι ήθελαν να κάψουν ανθρώπους, άρχιζαν πάντοτε από το κάψιμο των βιβλίων. Στο υπόγειο της δημοτικής βιβλιοθήκης συντελείται εδώ και χρόνια ένα διαρκές έγκλημα, μια διαρκής καταστροφή. Τώρα ήλθε η σειρά να ακολουθήσει η καταστροφή των ανθρώπων. Οι πολυδάπανες «Γιορτές των Αγγέλων» απέπνεαν σήψη και μύριζαν κόλαση. To panem et circences χρεοκόπησε και οι θεατές τώρα αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι αυτοί οι ίδιοι είναι η τροφή για τα λιοντάρια στην αρένα. Όσο δεν ντρέπονται οι ίδιοι για την κατάντια τους, τόσο θα εξακολουθεί ο κάθε διαχειριστής της αρένας να αποφαίνεται κυνικώς για τη σημασία των βιβλίων και των βιβλιοθηκών.   
    Το όνειδος: Η αθλιότητα έχει παράδοση. Στον επίλογο του βιβλίου του Inside Hitler’s Greece, ο άγνωστος στις αρχές της δεκαετίες του 1990 ιστορικός Mark Mazower, χαρακτήρισε τα ελληνικά αρχεία και την κατάσταση που επικρατεί σε αυτά «εθνικό όνειδος» («national disgrace»).
     Όταν χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε το σημαντικό βιβλίο του για τη Θεσσαλονίκη Salonica. City of ghosts (Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων) δέχθηκε διάφορες ανόητες επικρίσεις από τους «γνωστούς αγνώστους» πατριδοκάπηλους της Θεσσαλονίκης για το περιεχόμενό του. Μάλιστα, ο τότε δήμαρχος Θεσσαλονίκης Βασίλης Παπαγεωργόπουλος, οδοντίατρος ο ίδιος, τον χαρακτήρισε εντελώς ξεδιάντροπα «ανεκδιήγητο»! Σε μια χώρα, σε μια πόλη, όπου η κατάσταση των αρχείων είναι όντως «εθνικό όνειδος», ο δήμαρχός της χαρακτήρισε ανεκδιήγητο έναν ξένο ιστορικό, ο οποίος έχει συμβάλλει παντοιοτρόπως στην έρευνα για την ιστορία της Ελλάδας και της Θεσσαλονίκης ειδικότερα. Είναι να μην ντρέπεται κανείς για αυτούς τους «ταγούς» της πόλης;
    Ντρεπόμαστε κ. Γάκη... και ας είναι «η μισή ντροπή δική σας και η άλλη μισή δική μας»!

Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Θρασύτατη ναζιστική πρόκληση στα Γρεβενά

Την Κυριακή 28 Αυγούστου το μεσημέρι η πόλη των Γρεβενών έζησε την δραματική εμπειρία της παρουσίας των νοσταλγών του ναζιστικών καθαρμάτων στο πετσί της. «Μπήκαν στην πόλη οι εχθροί...». Με μια εμετική μίμηση παρωδία μιλιταριστικού σχηματισμού, με ακροβολισμένους φουσκωτούς και δυστυχισμένα παιδάκια που μοίραζαν στους υπναλέους θαμώνες των καφενείων και των καφετεριών την εφημερίδα του μίσους και του θανάτου, η διερχόμενη κουστωδία των Χρυσαυγητών επιχείρησε να κάνει επίδειξη της παρουσίας της στην πόλη. Με την καθιερωμένη τακτική των ναζιστικών συμμοριών που καταλαμβάνουν έναν δημόσιο χώρο και σπέρνωντας τον τρόμο και τον φόβο θέλουν να προπαγανδίσουν τις απάνθρωπες φαντασιώσεις και τις νεκρόφιλες ιδεοληψίες τους, οι «φουσκωτοί» με τα μαύρα μπλουζάκια στο κατακαλόκαιρο, τις αρβύλες, τα κομμένα γάντια, το αποβλακωμένο από το μίσος και την απανθρωπιά ύφος και το θολό βλέμμα διάλεξαν την πόλη των Γρεβενών για να επιδείξουν την άθλια ιδεολογική τους πραμάτεια. Ντροπή! Η πόλη των Γρεβενών, ολόκληρη η περιοχή, ο λαός της, η κοινωνία της έχουν μια βαρύνουσα παρουσία στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Είναι η πρώτη ελεύθερη περιοχή στη φασιστοκρατούμενη Ευρώπη. Από τον Μάρτιο του 1943 οι αγωνιστές του ΕΑΜ στη νικηφόρα μάχη του Φαρδυκάμπου έστειλαν μήνυμα ανθρωπισμού και ελευθερίας σε όλη την χειμαζόμενους από την μπότα του κατακτητή λαούς. Απελευθέρωσαν την πόλη και σήμαναν την ώρα της λευτεριάς. Οι κάτοικοί της πλήρωσαν τίμημα σκληρό. Οι Ναζίδες έκαψαν την πόλη, εκτέλεσαν στα χωριά μέσα σε εκκλησίες γέρους, γυναίκες, αθώους, παιδιά. Αυτά τα εγκλήματα του ναζισμού σημάδεψαν για πάντα τη ζωή του τόπου. Αυτά τα κοινωνικά εγκλήματα κατέστρεψαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική και πολιτική ζωή της περιοχής. Είναι ντροπή και αίσχος οι νοσταλγοί του ναζισμού και των δολοφόνων να μαγαρίζουν με την παρουσία τους την περήφανη πόλη και τον λαό των Γρεβενών. Ο φασισμός είναι δόλιος. Ψαρεύει στα θολά. Σήμερα που η ελληνική κοινωνία δοκιμάζεται μαζί με τους λαούς των άλλων χωρών από μια πρωτοφανή κοινωνική κρίση, σήμερα που η οικονομία πνίγεται κάτω από τις αλυσίδες του ατομικού συμφέροντος και του καπιταλιστικού κέρδους, σήμερα που η ανεργία και η απελπισία βυθίζουν στην αθλιότητα τη νεολαία και ολόκληρη την κοινωνία οι ιδεολογίες του μίσους και του θανάτου σαν λυσσασμένες ύαινες στοχεύουν στις ψυχές των απελπισμένων, στην άγνοια ή  την βλακεία των ημιμαθών και το ξεβολεμένων. Το τέρας του φασισμού και του ναζισμού πάει να σηκώσει ξανά κεφάλι. Είναι ντροπή για τα εκατομμύρια των συνανθρώπων μαςπου χάθηκαν από την ναζιστική θηριωδία να ακούγονται σήμερα οι φρικώδεις συριγμοί του ναζιστικού τέρατος. Όλοι οι δημοκράτες πολίτες ανεξάρτητα από τις πολιτικές μας επιλογές θα πρέπει να ορθώσουμε το ανάστημά τμας και με θάρρος να αντιμετωπίσουμε την ναζιστική απειλή. Τέτοιο παράδειγμα θάρρους, αξιοπρέπειας και αποφαστικότητας ήταν η στάση του Γρεβενιώτη δικηγόρου Μενέλαου Παπαϊωάννου ο οποίος σε αντίθεση με κάποιους συμπολίτες του άσκησε το στοχειώδες δημοκρατικό μας καθήλον. Με τη βροντώδη φωνή του αντιστάθηκε στη ναζιστική πρόκληση και ζήτησε από τους «διερχόμενους αλητήριους» να ξεκουμπιστούν από τα Γρεβενά. Ο Μενέλαος Παπαιωάννου με ήθος και παρρησία υπερασπίστηκε την τιμή της πόλης. Η στάση του πρέπει να λειτουργήσει σαν σωτήριο σάλπισμα, σαν κραυγή αξιοπρέπειας και ήθους για μια ολόκληρη κοινωνία που μοιάζει να βυθίζεται στην απελπισία και την αθλιότητα. Είναι ένα μήνυμα ανθρωπιάς και κοινωνικότητας ενάντια  στον πειρασμό και και την ευκολία να ρίξουμε την ευθύνη για όσα συμβαίνουν σε αθώους συνανθρώπους μας γιατί όσο κι αδύναμη μνήμη ορισμένοι θέλουν να έχουμε όλα αυτά στρέφονται τελικά εναντίον όλων μας. Είναι καθήκον των πολιτών και των των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους να διατηρήσουν την ανθρωπιά, την δημοκρατία, την κατανόηση και την κοινωνική αλληλεγγύη. Να υπερασπιστούν τελικά το ύψιστο αγαθό που είναι η ίδια η ζωή. Πότε ξανά φασισμός.

http://greveniotis.gr/arthrografia/6757-kathikon-ton-aireton-mas-i-katadiki-ton-fasiston.html                     

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

MΑΡΞΙΣΜΟΣ, ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ & ΚΡATOΣ.- Ian Parker






   O μαρξισμός αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς για την οργάνωση της συζήτησης αυτής, και η ψυχανάλυση θα αρθρωθεί ως μια πρακτική σε σχέση με αυτόν. Ορισμένες φορές στις ακαδημαϊκές συζητήσεις η ψυχανάλυση συσχετίζεται με μαρξικές αντιλήψεις, η ψυχαναλυτική πρακτική όμως δεν διαθέτει την ίδια άμεση σχέση με το κράτος. Έστω και αν πάντοτε πρέπει να λειτουργεί εντός των περιορισμών των συγκεκριμένων κρατικών πρακτικών, οι ψυχαναλυτές έχουν συχνά καταστεί ικανοί να υποκριθούν πως ενδιαφέρονται απλώς και μόνο για την προσωπική αλλαγή πως αυτή μπορεί να προχωρήσει ανεξάρτητα από την πολιτική δραστηριότητα...

Ο καπιταλισμός μπορεί να χαρακτηριστεί, από τη μεριά του Μαρξισμού, από την ευρύτερη, πιο ανοιχτή άποψη της επαναστατικής μαρξικής παράδοσης, ως ακολούθως: Ο καπιταλισμός, κατ’ αρχάς, είναι ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα στο οποίο υπάρχει εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Αυτή η εκμετάλλευση απαιτεί τον έλεγχο των μέσων παραγωγής, εάν όχι πάντοτε την άμεση κατοχή, που οργανώνεται γύρω από το κέρδος που αποκτάται από την υπεραξία που παράγουν οι εργάτες. 
Κατά δεύτερον απαιτεί η σχέση μεταξύ καπιταλιστή και εργαζόμενου να θεωρείται ως κάτι μόνιμο και αμετάβλητο. Η σχέση συνεπώς ουσιοκρατικοποιείται και μέσω αυτής της ουσιοκρατίας μπορεί να δικαιωθεί ιδεολογικά είτε ως το είδος της σχέσης που είναι αναγκαία για να εκπολιτιστεί η κοινωνία είτε ως έκφραση των φυσικών τάσεων των ανθρώπινων όντων που ανταγωνίζονται για τις πηγές και πωλούν την εργασία τους σε άλλα όντα. 
Τρίτον, ο καπιταλισμός στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη έννοια των ατομικών δικαιωμάτων. Τα δικαιώματα αυτών που κατέχουν τα μέσα παραγωγής έτσι ώστε να παρέχουν εργασία σε άλλους για το κέρδος και, ασφαλώς, το δικαίωμα των εργαζομένων να πουλάνε την εργατική τους δύναμη και να αντιλαμβάνονται τη συναλλαγή αυτή σαν να δημιούργησε ένα συμβόλαιο που ήταν συνειδητό και ελεύθερο και στο οποίο συμβάλλονται και τα δύο μέρη.
   Τέταρτον, υπάρχει μια περίφραξη των φυσικών πηγών έτσι ώστε αυτές μπορούν να αγοραστούν και να πωληθούν, κι έτσι ώστε να είναι αναγκαίο για αυτούς που εμπλέκονται στην καλλιέργεια της γης προς επιβίωση ως μέρος της αγροτικής οικονομίας να επιλέξουν σε αναπλήρωση να γίνουν μέρος της βιομηχανικής δύναμης εργασίας. Αυτή η εμπορευματοποίηση των φυσικών πηγών διαθέτει μια λογική κατά την οποία πρέπει να υπάρχει μια διακυβέρνηση της εδαφικότητας καθώς επεκτείνεται η οικονομία της αγοράς και στη συνέχεια μια μεταλλαγή της χρήσης του εδάφους όπου δεσπόζει το οικονομικό κεφάλαιο και ποικίλες ανταγωνιστικές μορφές του ιμπεριαλιστικού ελέγχου της ξένης χώρας, της εργασίας και των αγορών. 
Ένα πέμπτο σημείο, το οποίο τρέχει παράλληλα με την ουσιοκρατικοποίηση των σχέσεων, είναι ότι υπό τον καπιταλισμό οι οικονομικές σχέσεις επικυρώνονται εκ νέου στο πρόσωπο ανόμοιων ιδεολογικών και ηθικών διεκδικήσεων. Αυτή η επικύρωση επεξεργάζεται τον ιδεολογικό ορίζοντα εντός του οποίου αμφισβητείται ο καπιταλισμός, κι αυτό με τρόπο τέτοιο ώστε να συμβαίνει μια ιζηματοποίηση των θεωρούμενων ως δεδομένων βασικών κανόνων παραγωγής και σχέσεων, βασικοί κανόνες που είναι άμεσα ανοικτοί σε επικρίσεις. 
Έκτον, η ανάπτυξη της παραγωγής γίνεται αντιληπτή ως μια γραμμικά εκτυλισσόμενη διαδικασία, ως ένας δοθέντας νόμος της οικονομικής προόδου. Αυτή η φαινομενική γραμμικότητα της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της φυσικής ανάπτυξης του καπιταλισμού έξω από τους πρώτερους τρόπους παραγωγής, αναπαράγεται εννοιολογικά σε ανεπίσημες περιγραφές της φυσικής και κοινωνικής εξέλιξης και στη χρονική ταξινόμηση της μέρας εργασίας και της εξατομικευμένης διάρκειας ζωής. 
Έβδομον, η αξίωση πως υπάρχει ένας βαθμός ομαλοποίησης των οικονομικών σχέσεων από το κράτος, ομαλοποίηση που σήμερα επενεργεί υπό τις συνθήκες του νεοφιλελευθερισμού παραλλήλως με την απελευθέρωση και την ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών πρόνοιας. Ο καπιταλισμός δομεί και εγγυάται τον εαυτό του ιδεολογικά γύρω από το μοτίβο της «ελεύθερης αγοράς», όμως το κράτος υπήρξε πάντα ένας αναγκαίος ομαλοποιητικός μηχανισμός ώστε να εξασφαλιστεί ότι υπάρχει ένας «ανταγωνισμός» που να εξασφαλίζει επιπλέον πως η αντίσταση στον καπιταλισμό θα συντριβεί.
   Όγδοο, οι αποφάσεις που παίρνονται από τους εκμεταλλευόμενους να πουλήσουν την εργατική τους δύναμη όπως επίσης και η απόφαση των εκμεταλλευόμενων να επενδύσουν, θεωρούνται ατομικές αποφάσεις και αυτή η ατομικότητα γίνεται αντικείμενο επίκλησης από τους υποστηρικτές ως μια προσδιοριστική αρχή της καπιταλιστικής κοινωνίας. Υπάρχει μια αντίστοιχη και αναγκαία ατομικοποίηση της κυριότητας της υποκειμενικής εμπειρίας έτσι ώστε ακόμη και προσπάθειες ώστε να λειτουργεί ομαλά ο καπιταλισμός αντιμετωπίζονται ως «κρατικές παρεμβάσεις». 
Ένατο, η ορθολογικότητα του συστήματος υποστηρίζεται από μια συγκεκριμένη επιστημονική άποψη κοινωνικής και προσωπικής διαφώτισης. Αυτός ο ιδεολογικός οπλισμός της επιστήμης υπό τον καπιταλισμό τίθεται λοιπόν ενάντια σε εναλλακτικά συστήματα τα οποία υποτιμώνται ως προ-επιστημονικά, απολίτιστα και «παράλογα», ή ενδεχομένως ρομαντικοποιούνται ως ανορθολογικά και ενστικτώδη, συχνά όμως με έναν τέτοιο τρόπο σαν να τίθεται σε προτεραιότητα η ορθολογικότητα που αναλαμβάνει κάθε άτομο επιδιώκοντας μια περαιτέρω διαφώτιση επ’ αυτών. Εντέλει, το δέκατο σημείο, υπάρχει μια φαινομενική διαφάνεια των κοινωνικών σχέσεων αλλά αυτό το ιδεολογικό μεταφορικό σχήμα λόγου της διαφάνειας λειτουργεί από μόνο του ώστε να εντείνει την αλλοτρίωση που υφίσταται στον καπιταλισμό. Η αλλοτρίωση αυτή και οι εξατομικευμένες περιγραφές και επεξηγήσεις της χρησιμεύουν ώστε να συσκοτίσουν τις συνθήκες της ζωής κατά τις οποίες κάθε άτομο διακρίνεται από τη δημιουργική του δουλειά...
  

Η ψυχανάλυση, με διαφορετικούς τρόπους εντός διαφορετικών θεωρητικών παραδόσεων, περιστρέφεται γύρω από την προβληματική της ακεραιότητας του υποκειμένου. Αυτή η προβληματική δεν επιλύεται συστηματικά σε καμία ψυχαναλυτική παράδοση αλλά επανεμφανίζεται μέσω των συζητήσεων για τη φύση του Εγώ ως ένα «σωματικό εγώ», για τη φύση του «δέρματος» ως επιφάνεια της οροθεσίας, για το «Εγώ» που φθάνει να είναι όπου «αυτό» ήταν, για την «υποκειμενοποίηση» του υποκειμένου και για την αξία που αποδίδεται στην «υπευθυνότητα» ακόμα κι αν εννοιολογικοποιείται ως ικανή να δίνει απαντήσεις, να εξηγεί. Η περιοχή, συνεπώς, του ατόμου συμπληρώνει την περιοχή του κράτους ως ένας χώρος από τον οποίο ίσως λαμβάνει χώρα η συναλλαγή με τους άλλους.
   Υπάρχει λοιπόν η υπόθεση πως η τροχιά κάθε υποκειμένου αποτελεί το παράγωγο ενός συγκεκριμένου καθορισμού και ορισμένες φορές, λέγεται, ενός επικαθορισμού εκ μέρους των οικογενειακών σχέσεων ή αλυσίδων ή σημαινόντων. Αυτοί οι βασικοί κανόνες τίθενται ασφαλώς υπό διερώτηση στην ανάλυση, αλλά είναι ιδιαιτέρως σπάνια η υπόσχεση πως ο αναλυόμενος θα αποφύγει αυτούς τους καθορισμούς, παρά μόνο η ευχέρεια να τους μειώσει ως ανόητους κατά την ανάλυση και να σφυρηλατήσει μια διαφορετική σχέση μαζί τους στην πραγματική ζωή. Συνεπώς η ψυχανάλυση επικυρώνει με ύπουλο τρόπο τις κοινωνικές δυνάμεις που ερευνά και η αναλυτική εξέλιξη μπορεί συχνά να καταλήξει σε ένα μείγμα στωικισμού και κυνισμού στην επιφάνεια ενός εξωτερικού κόσμου που πρέπει να παραμείνει ο ίδιος. Υπάρχει συχνά μια ανεπίσημη αναπτυξιακή ακολουθία που αναγνωρίζεται, μια χρονικότητα που έχει στηριχθεί από ψυχαναλυτικές εκκλήσεις της αναπτυξιακής ψυχολογίας. Αυτή η χρονική σχέση ορισμένες φορές αναθεωρείται εννοιολογικά κατά τις αναλύσεις της παραγωγής του αιτίου μέσω της αναβαλλόμενης δράσης από την οποία συγκεκριμένα μόνο συμβάντα γίνονται τραυματικά μετά το συμβάν. Αυτό απλώς χρησιμεύει ώστε να εγκλείσει την ιστορία του ατομικού υποκειμένου εντός μιας αφήγησης που είναι πιο αποτελεσματικά «ραμμένη» στον χώρο από συλλογισμούς που κινούνται κυκλικά στον χώρο και καθορίζουν το παρόν ως κάτι που υπήρξε πάντα ως συνθήκη. Ακόμα και οι πιο ενδοσκοπικές ιστορίες του καπιταλισμού χρησιμοποιούν το ίδιο είδος μηχανισμού, για να ανακαλύψουν στις πρωταρχές του εκείνο που λειτουργεί έτσι ώστε η οικονομική ιστορία να παγιδεύεται σε έναν κύκλο. Οι περισσότερες εκδοχές της ψυχανάλυσης καθιστούν ικανό το άτομο να λειτουργεί σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες, ακόμα και αν ο ψυχαναλυτής δεν προσπαθεί πραγματικά να επιτευχθεί αυτή η προσαρμογή. Η προσαρμογή στις συνθήκες της ζωής ορισμένες φορές προχωρά μέσω του μονοπατιού της ανατροπής της ταύτισης και των ιδανικών, αυτό όμως στη συνέχεια οδηγεί στην εγκατάλειψη των πολιτικών ιδανικών, της ιδέας πως ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, οδηγεί στο να ζει κανείς μαζί με το σύμπτωμα και ενδεχομένως να το απολαμβάνει, σε μια αποδοχή της «έλλειψης». Όπως και το οικονομικό σύστημα που τη στεγάζει, η ψυχανάλυση αναγνωρίζει πως οι πιο προσαρμοστικές διαδικασίες είναι εκείνες που είναι ικανές να συνεργαστούν παρά να συγκρουστούν με τις καινοτομίες.
   Η μοναδικότητα κάθε υποκειμένου ανάγεται συχνά στη λειτουργία των ατομικών χαρακτηριστικών. Υπεράνω και πέραν του ισχυρισμού πως μια «κλινική περίπτωση» δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως κιγκλίδωμα για άλλες περιπτώσεις, η ατομικότητα ενός μονοπατιού μέσω του οποίου η ανάλυση αναπαράγεται σύμφωνα με την επιμονή πως η θεραπεία, ακόμα και μια πολιτική απόφανση στο εσωτερικό της σχολής, λαμβάνει χώρα «μία προς μία». Οι συλλογικές διαδικασίες αντιμετωπίζονται ως παθολογικές, και ιδεολογικές προειδο-  ποιήσεις σχετικά με τα πλήθη και αναπαράγονται στις κρυφά εξατομικευμένες παραλλαγές των ομάδων ανάλυσης οι οποίες υπολογίζονται είτε ως «μια εξάσκηση του εγώ στη δράση» είτε ως η θεραπεία της ομάδας ως ένα πολυκέφαλο άτομο. Συχνά η ψυχανάλυση, παρά τις προειδοποιήσεις του ίδιου του Φρόιντ, προσκολλώνται σε μια διαχωριστική κοσμοθεωρία η οποία αξιώνεται ως πραγματική και η οποία ορισμένες φορές ενθαρρύνεται από εφαρμογές στην επιστήμη, σε μια επιστημονική μέθοδο ή σε ισχυρισμούς που απευθύνονται στο υποκείμενο της επιστήμης....


Εκτενή ασπάσματα από το κείμενο του Ian Parker που ολόκληρο υπάρχει στο 20ό τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Ο Ιan Parker είναι καθηγητής Ψυχολογίας στο Manchester Metropolitan University, συνδιευθυντής του Discourse Unit (http://www.discourseunit.com>), αρχισυντάκτης της Ετήσιας Επιθεώρησης Κριτικής Ψυχολογίας (Annual Review of Critical Psychology) και γραμματέας του Ψυχαναλυτικού Μητρώου του Manchester (Manchester Psychoanalytic Matrix). Ασκεί πρακτική ως αναλυτής και είναι μέλος του Κέντρου Φροϋδικής Ανάλυσης και Έρευνας (Centre for Freudian Analysis and Research), της Εταιρείας της Νέας Λακανικής Σχολής του Λονδίνου (London Society of the New Lacanian School) και του Συλλόγου Ψυχαναλυτών του Η. Β (College of Psychoanalysts–UK). Στα βιβλία του περιλαμβάνεται το Lacanian Psychoanalysis: Revolutions in Subjectivity, εκδ. Routledge, 2010. Το πορτρέτο του Ian Parker φιλοτέχνησε ο κονγκολέζος ζωγράφος και συνεργάτης του περιοδικού Leon Tsimbemba. Μετάφραση από την αγγλική Δάνης Κουμασίδης.

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Αποκαθήλωση του αίσχους!-Όμηρος Ταχμαζίδης




Η απόδοση τιμής: Είναι προφανές ότι η πρωτοβουλία του δημοτικού συμβουλίου για την έστω και όψιμη απότιση τιμής στους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος αποτελεί  σημαντική στιγμή για την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το πολιτικό και κοινωνικό εύρος τούτης της συμβολικής και “χαμηλόφωνης” κίνησης δεν μπορεί να αποτιμηθεί ακόμη. Θεωρώ ότι ο συμβολισμός της είναι ακόμη μεγαλύτερος και από την καθυστερημένη εγκατάσταση του μνημείου του Ολοκαυτώματος στο δημόσιο χώρο της πόλης. Και τούτο διότι η δημοτική αρχή δεν εκπλήρωσε κάποιο δίκαιο αίτημα των Ισραηλιτών, αλλά ανέλαβε η ίδια τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία με το έντονο συμβολικό φορτίο μετά από δεκαετίες απαράδεκτης σιωπής της πολιτικής τάξης και της κοινωνίας της πόλης. Ήταν μια πράξη συμφιλίωσης με την ένοχη συνείδησή μας. Το ηθικό και συμβολικό κεφάλαιο της συγκεκριμένης απόφασης είναι ανεκτίμητο εφόδιο για όλους εκείνους τους Θεσσαλονικείς οι οποίοι προσπαθούν να αποκαταστήσουν μια έντιμη και “ισορροπημένη” σχέση με το “σκοτεινό” παρελθόν της ιδιαίτερης πατρίδας τους - ειδικότερα για τις νεότερες γενιές!
Τα ονόματα: Η ονοματοδοσία των οδών είναι ένα σύνθετο πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, διότι αφορά – μεταξύ άλλων - και στην ενστάλαξη ιδεολογίας στο χώρο.
Είναι προφανές ότι οι επίγονοι μιας ιδεολογίας, ενός ποιητικού ρεύματος, μιας πνευματικής κίνησης, οι φυσικοί απόγονοι προσώπων, φροντίζουν για τη διαιώνιση της μνήμης κάποιου ατόμου μέσω της αναγραφής του ονόματός του σε κάποιον οδοδείκτη. Αλλά ο νόμος θέτει περιορισμούς και η ονοματοδοσία δεν είναι ανεξέλεγκτη, π.χ. ο νομοθέτης, ορθώς πράττοντας, προνόησε τον αποκλεισμό εκείνων των προσώπων τα οποία υπηρέτησαν τυραννικά καθεστώτα.
Το αίσχος: Η ύπαρξη οδών με ονόματα ποικιλώνυμων συνεργατών των χιτλερικών και θαυμαστών του αγκυλωτού σταυρού στους δρόμους της Θεσσαλονίκης είναι ύβρις προς τη μνήμη των χιλιάδων αδικοχαμένων Θεσσαλονικέων. Και δεν είναι λίγες τούτες οι περιπτώσεις.
Οι ειδικές συνθήκες οι οποίες επικράτησαν στη χώρα μας λόγω του εμφυλίου πολέμου είχαν ως συνέπεια να “καθαγιασθούν” διάφοροι δοσίλογοι μέσα από διάφορες μυθοπλασίες και να εξομαλυνθεί η ενσωμάτωσή τους στην καθημερινότητα της εποχής. Έτσι, υπουργοί της κατοχικής κυβέρνησης και δήμαρχοι, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, χαφιέδες και οπλοφόροι συνεργάτες των κατακτητών, αντισημίτες και μαυραγορίτες, εκθειάστηκαν ως “πατριώτες”, “αντιστασιακοί”, “προστάτες” του λιμοκτονούντος πληθυσμού της πόλης και τιμήθηκαν με την απόδοση του ονόματός τους σε κάποια οδό της πόλης.
Ειδικότερα διάφοροι γερμανόφωνοι οργανικοί διανοούμενοι της καθεστηκυίας τάξης της πόλης, επικαλέστηκαν τις “αναγκαστικές” υπηρεσίες “διερμηνείας” προς τους Γερμανούς ως άλλοθι για τη συνεργασία τους με τους κατακτητές. Τούτο το σαθρό “επιχείρημα” καταρρίπτεται σήμερα σε πλείστες περιπτώσεις από διάφορες γραπτές μαρτυρίας και πηγές. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να απαλλαγεί από τα τελευταία ιδεολογικά κατάλοιπα  του δοσιλογισμού στο δημόσιο χώρο της και να ξεπλύνει το αίσχος δεκαετιών αμαύρωσης της ιστορικής μνήμης.
Η ενοχή: Υπάρχει κάτι σαν συγκαλυμμένη ενοχή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός εμποδίζει την απρόσκοπτη αντιπαράθεσή μας με το παρελθόν.
Για παράδειγμα: το 1943, λίγες εβδομάδες μετά την εκκένωση της Θεσσαλονίκης από τους Ισραηλίτες κατοίκους της, Θεσσαλονικείς ανέλαβαν την κατεδάφιση του ισραηλιτικού συνοικισμού 151 – στα ανατολικά της πόλης – και Θεσσαλονικείς πουλούσαν τα τούβλα του και τις λαμαρίνες του. “Αθεόφοβοι” Θεσσαλονικείς είχαν μετατρέψει την άδεια Συναγωγή του συνοικισμού αρχικώς σε άτυπο “γραφείο ευρέσεως εργασίας” και στη συνέχεια σε μάνδρα υλικών κατεδάφισης, υπό την υψηλή επιστασία των παραγόντων του “λαϊκού κράτους” (“Volksstaat”) του Α. Χίτλερ. Πώς μπορεί να μεταδοθεί τούτο στη νέα γενιά;  Πληγώνει και συντρίβει.
H πνευματική ηγεσία:  Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης υπηρέτησε τους κατακτητές και αυτό αποκρύπτεται ακόμη και σήμερα. Η σκοτεινή πλευρά και ο ρόλος ενός τμήματος της οργανικής διανόησης της Θεσσαλονίκης, πανεπιστημιακής και μη κατά τη διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και κατά την διάρκεια της χιτλερικής κατοχής αποσιωπάται συστηματικά. Η περίπτωση του Περικλή Βιζουκίδη – γνωστού για τις ακροδεξιές ιδέες του ήδη από το Μεσοπόλεμο - δεν είναι  μοναδική.
Η τιμή προς το πρόσωπό του μέσω της ονοματοδοσίας κάποιας οδού από το καθεστώς της δικτατορίας είναι απολύτως φυσιολογική. Τίμησαν κάποιον “δικό” τους, έναν ομοϊδεάτη τους.
Ο Περικλής Βιζουκίδης παρίστανε το “διερμηνέα” σε ένα καθεστώς εγκληματιών και τιμήθηκε από ένα καθεστώς εγκληματιών. Όσοι, σήμερα, διαμαρτύρονται στη βάση κριτηρίων καταγωγής για  τη σημειολογική αποκάθαρση του δημόσιου χώρου και την αποκατάσταση έντιμης και απροκατάληπτης σχέσης με το παρελθόν μας προσβάλλουν τα δεκάδες χιλιάδες θύματα της Θεσσαλονίκης, αλλά και τoν ιδιαίτερο τόπο προέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου διότι και εκεί  μαρτύρησαν οι άνθρωποι  τα πάνδεινα από τα καθάρματα, τα οποία μετέτρεψαν την Ευρώπη σε κόλαση θανάτου.
Αποκαθήλωση του ψεύδους: Ο νόμος είναι σαφής και πρέπει να τηρηθεί. Οι κάθε είδους συνεργάτες των καθαρμάτων και δολοφόνων του λαού της Θεσσαλονίκης δεν αξίζουν να τιμώνται. Το ιστορικό ψεύδος πρέπει να αποκαθηλωθεί, οι  υπηρέτες εγκληματικών καθεστώτων πρέπει να πάρουν την άγουσα προς τη χωματερή της ιστορίας.