Powered By Blogger

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012


 ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

H δυτική φιλοσοφία δεν μας έχει συνηθίσει να θεωρεί το βιωμένο σώμα και τον τρόπο που ζούμε με το σώμα μας ως ουσιαστικές συνιστώσες της υποκειμενικότητας. Κοινότοπα προσδιορισμένο από την «υλική» του προέλευση, το σώμα γρήγορα οδηγήθηκε σε μιαν αντίθεση με το πνεύμα, χωρίς να εξεταστεί η έφεσή του να υποδέχεται το πνεύμα. Ωστόσο, παρόλο που μπορεί να έρθει σε αντίθεση με το πνεύμα, η ουσία του ανθρώπινου δεν το αφορά. Το σώμα λοιπόν ως πεδίο της συνείδησης δεν έχει ή έχει ελάχιστα μελετηθεί. Παρά την εκ βαθέων πρόοδο του Maine de Biran και αργότερα του Merleau-Ponty, το φιλοσοφικό ενδιαφέρον για το βιωμένο σώμα και τις πραγματικές του δυνατότητες, μένει ακόμη να γεννηθεί. Επιθυμία μας είναι να ακολουθήσουμε τα ίχνη μιας σκέψης που αναζητά σημεία σύγκλισης σε δύο πεδία φαινομενικά σε ριζική αντίθεση.
   Εδώ θα εξετάσουμε, από τη μία, όχι μόνον την ποιότητα του ενδιαφέροντος για το ίδιο το σώμα, αλλά ακόμη περισσότερο, την πρακτική της επίδραση στον κόσμο, στο βαθμό που ο κόσμος μπορεί να βιωθεί ως άλλο σώμα ή ένας «ιδιαίτερος κόσμος», με μια προέκταση που καθίσταται εφικτή από το γεγονός ότι και τα δύο ανήκουν στο αυτό υλικό καθώς και έχουν την ίδια πυκνότητα με το πνεύμα. 
   Για να εμβαθύνουμε την αναλογία αυτή, πρότασή μας είναι να περάσουμε στη μελέτη της έννοιας του «κατοικείν», έννοια που μας επιτρέπει να εντοπίζουμε τη φυσική διαφορά σώματος και πνεύματος, εστιάζοντας ταυτόχρονα σε ένα ενδιάμεσο ή στην εντυπωσιακή οικειότητα, και στην αμοιβαία αποκάλυψη, ως μια έφεση προς συνδιαλλαγή που αντικαθιστά τη διαφορά και τον αποχωρισμό. 

Τι σημαίνει κατοικώ

Ας αρχίσουμε με την παρατήρηση ότι το κατοικώ είναι πρώτα απ’ όλα ένα ρήμα. Δεν προσδιορίζει μόνον μια κατοικία, ένα ενδιαίτημα. Δεν είναι μόνον μια «συνήθεια» ανάμεσα στις άλλες, μηχανικός τρόπος να εκτελείς αβίαστα πράξεις της καθημερινότητας. Κατοικείν είναι ένα ρήμα, δηλαδή μια πράξη ζώσα, που υφίσταται επειδή γίνεται και ανανεώνεται στη στιγμή. Το ρήμα υποδηλώνει ήδη μια διαδικασία, μια επιλογή και μια συστράτευση απέναντι στην τοποθεσία που κατοικούμε, τρόπο αποδοχής να αφήνουμε τα ίχνη της παρουσίας μας, να επενδύουμε με την παρουσία μας ένα συγκεκριμένο τόπο του κόσμου, να κάνουμε έτσι ώστε ο χώρος αυτός να διαφέρει ποιοτικά από κάθε άλλον όπου δεν έχω παραστεί, και να συγγενεύει με όλους όσοι παραβρέθηκα.

Πέραν του Είναι και του Έχειν, το ίδιον

Η πράξη του κατοικείν εγκαθίσταται σε μιαν απαραίτητη διάκριση ανάμεσα στο πρόσωπο που κατοικεί και στον τόπο που κατοικείται· έχω ένα σπίτι, δεν είμαι το σπίτι. Το να το κατοικώ αρνείται τη σύγχυση, ένα είδος μονισμού όπου ύλη και πνεύμα θα ήταν ταυτόσημα· εξίσου όμως αρνείται τη σχάση, τον δυϊσμό, όπου η συνάντηση δεν είναι ποτέ εφικτή. Και ακριβώς επειδή υπάρχει διάκριση, μπορεί έτσι η εσωτερική σχέση τόπου και κατοίκου να βρει την έκφρασή της, διότι η διάκριση αυτή λαμβάνει τη μορφή μιας οικειότητας ανάμεσα στο χώρο και στο υποκείμενο, ενός προορισμού του χώρου να αποκαλύψει το υποκείμενο που τον κατοικεί, καθώς επίσης και τον προορισμό του υποκειμένου να έλθει σε σχέση με τον χώρο αυτό.
   Το κατοικείν, λοιπόν, βρίσκεται πέραν του είναι και του έχειν, στη σφαίρα του οικείου. Το σπίτι μού ανήκει, αλλά ο τρόπος που κατοικώ μου είναι οικείος και αναπαλλοτρίωτος. Όποιο κι αν είναι το μεγαλείο ή η ταπεινότητά του, θα εντοπίζουμε τις σταθερές της παρουσίας μου, ανεξαρτήτως χώρου. Σημαδεύω το χώρο με την παρουσία μου και ο χώρος με αποκαλύπτει. 

Ο χώρος της ενότητας

Mια κατοικία «κατοικείται» όταν φοιτάται, όταν εκεί αισθανόμαστε μια παρουσία. Ο χώρος όπου κατοικεί ένας άνθρωπος ομοιάζει με την ολότητα της ζωής του, με ένα σημείο σφαιρικότητας που σπάνια συναντάται σε άλλους δημόσιους χώρους που προορίζονται για δραστηριότητες εγγεγραμμένες στο χρόνο, και ρυθμίζουν οι κοινωνικοί κώδικες, όπως τα μπαρ, η εκκλησία, το γυμναστήριο, η αίθουσα διδασκαλίας, οι σταθμοί των μεταφορικών μέσων... 
   Η ολότητα αυτή αφορά σε όλα τα στοιχεία της ύπαρξης, χωρίς ιεράρχηση: διακρίνουμε μια διάχυτη πατρότητα ανάμεσα στην κίνηση  μιας πένας και σ’ αυτή μιας σκούπας, ανάμεσα στο χέρι που μαγειρεύει, που καθαρίζει τον χώρο όπου ζει, που φροντίζει· ή αντιθέτως διαπιστώνουμε μιαν αντίθεση, που αποκαλύπτει τη σχέση του υποκειμένου με την ίδια του τη σωματικότητα και την υφιστάμενη λανθάνουσα αξιολογική υποτίμηση. Ο χώρος της ζωής, ο τόπος που ζούμε, είναι ο κατεξοχήν τόπος του μη αποχωρισμού, όπου ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τον εαυτό του στο σύνολο των εκδοχών και των συνθηκών της συνείδησής του. 

Ο χώρος της φροντίδας: προέκταση του κόσμου

Κατοικώ έναν χώρο σημαίνει φροντίζω. Ενδεχομένως κάνουμε εργασίες, καθαρίζουμε τακτικά, τακτοποιούμε, διακοσμούμε. Η φροντίδα μπορεί να είναι ελάχιστη, η τάξη θέμα γούστου, η ακαταστασία τακτοποιημένη στο εμφανές χάος της μοναδικότητας του υποκειμένου —«που βρίσκει τον εαυτό του», ακόμη κι όταν ζει μόνος, στο κάτω κάτω αυτός είναι που κατοικεί— ελάχιστα ενδιαφέρει· η πράξη του κατοικείν σημαίνει ανάληψη πράξης, με τρόπο λίγο ή πολύ συνειδητό, του πρωταρχικού χαρακτήρα να έχουμε μια κατοικία στην οποία αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, όπου βρίσκουμε τον εαυτό μας, όπου μπορούμε να έχουμε άμεση επίδραση στον κόσμο, έστω και σ’ ένα μικρό πυρήνα του. Στο βιβλίο Μάτια ανοικτά1 η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, μιλώντας για την κουζίνα της, έλεγε πως αν τα περίχωρα του κόσμου είναι βρώμικα και σιχαμερά, τουλάχιστον υπήρχε ένα σημείο όπου η ίδια μπορούσε να βρίσκεται σε κατάσταση αρμονίας, από το απλό γεγονός ότι είχε τη δική της κουζίνα. Δεν έλεγε ότι η κουζίνα της αποτελούσε τμήμα του κόσμου· τον ίδιο τον κόσμο ξέπλενε μέσα από ένα μικροσκοπικό του τμήμα.

Ο χώρος υποδοχής

Χώρος της οικειότητας το κατοικείν αποτελεί επίσης ένα σύνδεσμο με το εξωτερικό —που ήδη δεν είναι και τόσο εξωτερικό: εκεί που κατοικούμε υποδεχόμαστε τους «οικείους» μας. Το οικείο, ως διαπότιση ενός ουσιαστικού τμήματος του εαυτού μας στις πράξεις και στους χώρους, δεν αποτελεί πρόσχημα περιχαράκωσης αλλά εμπεριέχει ένα εν δυνάμει άνοιγμα. Κατοικώ έναν χώρο σημαίνει επίσης ότι μπορώ να υποδεχτώ άλλους, κι έτσι ότι τον διαθέτω όχι μόνον για τη δική του εγκατοίκηση, αλλά επίσης σε μια προοπτική να ειδωθεί και να είναι ευχάριστος και για τους άλλους. Ο ιδιοσυγκρασιακός χαρακτήρας του κατοικείν —και έτσι εν δυνάμει παθολογικός— παραχωρεί εδώ το πεδίο στον οικουμενικό χαρακτήρα της υποδοχής του άλλου, ο οποίος παραπέμπει σε μια σειρά βασικών αρχών που προϋποθέτουν την υπέρβαση του ατομικισμού για να «μπούμε στη θέση του άλλου», χωρίς ωστόσο να αρνούνται την αυστηρή ατμόσφαιρα που προσιδιάζει στο συγκεκριμένο χώρο. Ο χώρος που κατοικούμε δεν είναι μια αίθουσα αναμονής —ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε τον αναζωογονητικό χαρακτήρα που υπάρχει στα μέρη που μας υποδέχονται, τη θεραπευτική πτυχή του να εισέρχεσαι σε ένα μέρος που έχει φτιαχτεί για σένα. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι επαγγελματίες της υποδοχής είτε υποδέχονται πελάτες είτε τους ασθενείς τους. 

Η οργανική διάσταση

Στο διήγημα Το φεγγάρι και η βροχή η Collet αναφέρει πώς βρέθηκε σε ένα διαμέρισμα που κάποτε είχε ζήσει και το είχε ξεχάσει. Το θυμήθηκε μόνον όταν έπιασε το χερούλι ενός παραθύρου· με τη χαρακτηριστική δυσκολία που είχε για να ανοίξει στην αίσθηση του χεριού η μνήμη επανήλθε. Το παράδειγμα είναι διαφωτιστικό του σωματικού τρόπου που διαθέτουμε για να κατακτούμε το χώρο, και της εμμονής μιας «συνήθειάς» μας αλλά και για αυτό που μπορεί να είναι μια «εσωτερική» πράξη. 
   Στο χώρο που διαμένουμε καταθέτουμε την ολότητα της υποκειμενικότητάς μας, συχνά κουτσουρεμένη στον αισθηματικό της κόσμο από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους επαγγελματικούς περιορισμούς —ένα γραφείο είναι ένας ιδιαίτερος χώρος..., παρά τις προσπάθειες να το οικειοποιηθούμε με την τοποθέτηση εικόνων και μπιμπελό, όταν αυτό επιτρέπεται. Ο χώρος συμπυκνώνεται από την ανέπαφη και καθημερινή υποκειμενικότητα με την οποία τον επενδύουμε: πρόκειται για έναν χώρο φορτωμένο με αναμνήσεις, με τη διάρκεια της παρουσίας, με το χρόνο των διαλειμμάτων όπου συγκεντρωνόμαστε για να εξέλθουμε μετά.
   Οργώνουμε έτσι ένα χώρο με τα κινητικά μας πέρα δώθε και τον κατοικούμε —σε αντίθεση με τον «τουρίστα» που δεν έχει τις «συνήθειες», τα καφέ, τα στέκια του.

Ο χώρος της απτής παρουσίας

Αν κατοικώ ένα μέρος, το μέρος αυτό με αποκαλύπτει. Αισθανόμαστε το άρωμά μου, τις μυρωδιές μου, τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιώ, τις μυρωδιές του δέρματός μου, τη μυρωδιά από αποσμητικό χώρου ή αποτσίγαρα. Η φροντίδα του σπιτιού αποκαλύπτει επίσης τη σχέση μου με την ύλη, με τη σωματικότητα, σε μια κλίμακα που μπορεί να αρχίζει από τη στοιχειώδη φροντίδα έως τη μανιακή καθήλωση.
   Τα αντικείμενα του χώρου με καθορίζουν: τα βιβλία αποκαλύπτουν την προσωπικότητά μου, οι δίσκοι, οι πίνακες, την πληθωρικότητα ή την απογύμνωση της. Οι σκοτεινές γωνιές του είναι και οι σκοτεινές μου περιοχές: τα μέρη που δεν θέλω να καθαρίζω, τα ακατάστατα αθέατα ερμάρια, οι απρόσιτες στη σκούπα κόγχες. Το άδειο μου ψυγείο δηλώνει πως ένα μέρος του κόσμου μου έχει εγκαταλειφθεί προς όφελος μιας ζωτικής σχέσης με την εξωτερικότητα. Το ίδιο με το σώμα μου, το μέρος που κατοικώ δεν περιορίζεται στο άθροισμα των αντικειμένων που εμπεριέχει ούτε στις πράξεις που επιτελώ: δημιουργεί μιαν «ατμόσφαιρα», μια «γενική αίσθηση», νιώθουμε άνετα ή άβολα, αρχίζοντας από τον εαυτό μας. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι η προσωπικότητα του χώρου.
   Ζούμε, λοιπόν, σ’ έναν χώρο με το σώμα και το πνεύμα μας κι ακριβώς αυτή η σωματική αποτύπωση καθιστά το χώρο αυτό που κατεξοχήν μας αποκαλύπτει. Κι αν ο χώρος δεν μας αποκαλύπτει, γιατί δεν τον έχουμε επενδύσει, αυτό αποκαλύπτει την άρνησή μας να αφήσουμε το αποτύπωμά μας στην ύλη και ειδικά την αδιαφορία μας απέναντι στον υλικό κόσμο και τα πεδία υποδομής της ζωής του ανθρώπου, τα μη διανοητικά, τα μη «ευγενή».
   Το κατοικείν ενέχει διαδοχικά μιαν ισχυρή οργανική διάσταση και ένα φορτίο ανθρώπινου πνεύματος στην ολότητά του: βούληση, συναισθήματα, συνήθειες, υλικές, πνευματικές, αισθητικές τροφές κλπ. Αποκαλύπτεται στο Είναι μας ένα εντυπωσιακό φαινόμενο του καθρέφτη. Επιπλέον, η κατοπτρική μεταφορά ενεργοποιείται από την εξελικτική ικανότητα της πράξης του κατοικείν: μακράν από το να είναι παγιωμένος για την αιωνιότητα, ο χώρος του κατοικείν είναι θεμελιωδώς κινητός και κινητικός. Τίποτε δεν ομοιάζει για πάντα το ίδιο στο χώρο που κατοικούμε. Όλα αλλάζουν ανεπαίσθητα: το κτίριο, τα αντικείμενα και η τοποθέτησή τους, ο βαθμός τάξης και καθαριότητας. Υπερπηδώντας τις συνήθειες ή τις ελλείψεις, εξερευνώντας ορισμένες χειρονομίες, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για ορισμένες περιοχές με πράξεις φροντίδας γινόμαστε πράγματι ικανοί να δράσουμε στο άμεσο περιβάλλον μας, στο χώρο που κατοικούμε. Και με τις θετικές τους πτυχές οι πράξεις αυτές επιδρούν με τη σειρά τους στον ψυχισμό μας —αίσθηση ότι μπορούμε να διατηρήσουμε έναν πυρήνα του κόσμου, να δρούμε τουλάχιστον σε αυτόν τον χώρο, να βρίσκουμε μία θέση για τον εαυτό μας σε αυτόν τον κόσμο, τουλάχιστον μία... Έτσι, το σπίτι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δεύτερο σώμα, ένας «διευρυμένος μικρόκοσμος» ή ένας «κατά μέσο όρο μακρόκοσμος», εργαστήριο όπου διερευνώνται νέοι τρόποι του ζειν, όρος χωρίς συνάψεις, όπου λαμβάνει χώρα η επεξεργασία μιας συγκεκριμένης σχέσης με την ύλη.

Να κατοικείς τον οίκο του σώματός σου

Με τον ίδιο τρόπο που το διαμέρισμα είναι κατοικία της ύπαρξής μας, με τον ίδιο τρόπο το σώμα μας είναι ο οίκος του πνεύματός μας. Η σχέση του υποκειμένου με το σπίτι του, καθιστά ορατή την πιο ανεπαίσθητη σχέση με το σώμα του.
   Σε αντιδιαστολή, των εσκεμμένα μη δυϊστικών αναζητήσεων, η διατήρηση της έννοιας του κατοικείν, για να χαρακτηρίσουμε τη σχέση σώματος και συνείδησης, δεν επανεισάγει το διαχωρισμό που επιχειρούμε να καταργήσουμε; Όπως προείπαμε, το σπίτι που κατοικώ δεν είναι Εγώ. Συνεπώς, όταν λέω κατοικώ το σώμα μου, δηλώνω με τον τρόπο αυτόν την ετερότητά του με ένα «Εγώ» που θεωρώ ως πιο ουσιαστικό. Όμως, έτσι δεν επανεισάγουμε εκ νέου την υποβάθμιση της ύλης;
   Ως απάντηση στο ερώτημα να υπενθυμίσουμε το διαφωτιστικό λόγο του Marc Richir στο δοκίμιό του για το σώμα2: «Ποιοι είμαστε εμείς; Εάν αυτό το “ποιοι” ήταν το ίδιο το σώμα, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αυτό: το σώμα αυτό που θα ήμασταν δεν θα ήταν παρά τύφλωση αποκομμένη από τον πόλο του έχειν. Διαφανές καθεαυτό θα ήταν αόρατο διεαυτό —γεγονός που συμβαίνει ενμέρει, αφού συχνότερα διαφεύγει της προσοχής μας (...) Για να υπάρχει το σώμα, χρειάζεται επίσης ο πόλος του έχειν: και δεν χρειάζεται μόνο υπό τη μορφή της αναπηρίας ή της οδύνης, αλλά βαθύτερα και με τρόπο λιγότερο ακραίο, για να το πούμε διαφορετικά, με τη μορφή των ιχνών της πυκνότητάς του στην τρέχουσα εμπειρία· δεν “έχουμε” σώμα μόνον όταν υποφέρουμε “φυσικά”. Αυτή η πυκνότητα, χώρος της “ζώσας ενσάρκωσης”, αποτελεί αντικείμενο αναστοχασμού, εάν κατά κάποιο τρόπο υπάρχει εντός του σώματος κάτι που το υπερβαίνει, που επιχειρεί να αποδράσει, και σε σχέση με το οποίο το σώμα που πάντα εμφανίζεται πολύ περιορισμένο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».
   Στην πραγματικότητα, η έννοια του κατοικείν έρχεται ακριβώς να εγκατασταθεί στο πλεόνασμα του σώματος και σε αυτή την αναγνώριση των διακριτών χώρων όπου συγχέονται. Πρόκειται, λοιπόν, ακριβώς για τη μη σύγχυση δύο διατάξεων, έτσι ώστε να διαγράφονται καλύτερα οι σχέσεις τους. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τη μεταφορική χρήση του όρου. Θα διαπιστώσουμε ότι σε καμιά περίπτωση η μεταφορά δεν απαιτεί κάποια σύμπτυξη. Πράγματι διατεινόμαστε ότι η ψυχή «κατοικεί» το σώμα. Ότι ένα αίσθημα «κυριεύει» την ψυχή, ότι ο χορευτής «κυριεύεται». Ωστόσο, διατηρούμε την ιδέα του χορευτή και όσο αυτή του χορού. Λέμε συνήθως ότι κάποιος έχει «κυριεύεται» από κάτι το θετικό, αλλά δεν το συγχέουμε με αυτό που τον έχει «κυριεύσει». Αντίθετα, για να εκφράσουμε τα συναισθήματα που ακριβώς εισάγουν μια καταπάτηση του υποκειμένου, δεν χρησιμοποιούμε την έννοια του κατοικείν. Συνήθως δεν λέμε ότι κάποιος «κατοικείται» από το μίσος ή την οργή, περισσότερο από ότι λέμε ότι «διακατέχεται», ότι έχει «ερημωθεί», ότι έχει «αφανιστεί», ότι έχει «δεχτεί εισβολή»· τα συναισθήματα, αντί να συνδέουν και να εμπλουτίζουν το συναισθηματικό κόσμο του υποκειμένου, —παρόλο που διατηρούν την ακεραιότητά του— στο πέρασμά τους την απεξαρθρώνουν μέχρι την καταστροφική σύγχυση μεταξύ του περιέχοντος (το υποκείμενο) και του περιεχομένου (το συναίσθημα ή το πάθος). Έτσι, ο θυμός κυριεύει, υφαρπάζει, οικειοποιείται το υποκείμενο που εξαφανίζεται εξολοκλήρου πίσω του ή καλύτερα εκλείπει στιγμιαία εντός του.
   Ξαναβρίσκουμε, λοιπόν, ακριβώς τη θεματική του ιδίου που ήδη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τη σχέση του υποκειμένου με την κατοικία ή με την διαμονή του...

Aπόσπασμα από το δοκίμιο της Marion Richez που δημοσιεύεται στο 23ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.


H Μαριόν Ρισέ







Η φιλοσοφία του σώματος
Η πρόσφατη 9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης δεν ικανοποίησε ιδιαίτερα τους εκδότες, σε αντίθεση με το κοινό που βρήκε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το βιβλίο και τον κόσμο του.

Σε μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις που παρακολουθήσαμε, το Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης, το περιοδικό «Ένεκεν» και το ΕΚΕΒΙ έφεραν σε διάλογο τη Μαριόν Ρισέ, καθηγήτρια φιλοσοφίας της Σορβόνης και τον Παναγιώτη Δόικο, επίκουρο καθηγητή Φιλοσοφίας ΑΠΘ. Το θέμα ήταν «Σώμα και κόσμος: Σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία» και αφορμή το δοκίμιο της Ρισέ «Να κατοικείς το σώμα σου, να κατοικείς τον κόσμο» που δημοσιεύτηκε στο 23ο τεύχος του «Ένεκεν».

Η Μαριόν Ρισέ έχει εμφάνιση μοντέλου. Μιλώντας μαζί της, όμως, αναρωτιέσαι για την ορθότητα της ρήσης του Ντόριαν Γκρέι «Η ομορφιά είναι μια μορφή ιδιοφυίας –στην πραγματικότητα είναι ανώτερη, γιατί δεν χρειάζεται απόδειξη». Μόλις 28 ετών, μ’ ένα βλέμμα που λάμπει μόλις ακούσει κάτι που της τραβά την προσοχή, χαμογελά με συστολή, μιλά απαλά αλλά δε διστάζει να υπερασπιστεί τη φιλοσοφία, μιλώντας έντονα για τους «φιλοσόφους των media», είδος εξαιρετικά διαδεδομένο στη Γαλλία.

Από παιδιά φιλόσοφοι
Στη χώρα της η φιλοσοφία είναι κάτι το δεδομένο. Τα παιδιά στο σχολείο εξοικειώνονται μαζί της από πολύ νωρίς. Ήδη από το δημοτικό μαθαίνουν τη σύνθεση, δηλαδή να διαβάζουν δυο τρία κείμενα, να παίρνουν τις κεντρικές έννοιες από αυτά και να τις ανασυνθέτουν σε ένα νέο κείμενο.

«Στη Γαλλία σήμερα έχουμε υπερπαραγωγή φιλοσοφίας» λέει. «Η φιλοσοφία σαν έννοια δεν μας είναι κάτι ξένο, κάτι άγνωστο, αλλά είναι και μια φυλακή. Εδώ στην Ελλάδα είναι ανατολή, η Ελλάδα είναι η ανατολή της δύσης. Στην ανατολή δεν υπάρχει διαχωρισμός σώματος και ψυχής ενώ στη δύση υπάρχει. Κι εγώ είμαι δυτική κι αυτό αυτό μου είναι πρόβλημα. Στη Γαλλία έχουμε απεριόριστη πρόσβαση στη φιλοσοφία αλλά αυτό δε σημαίνει ότι φιλοσοφούμε πραγματικά. Η φιλοσοφία είναι δύσκολη, πρέπει να κάνει ερωτήσεις. Αν δεν έχεις ερωτήσεις, δεν υπάρχει λόγος να ανοίξεις ένα βιβλίο για να βρεις απαντήσεις».

Η δική της φιλοσοφία είναι επηρεασμένη από τη δουλειά του γερμανού φυσιολόγου Βίκτορ φον Βαϊτσέκερ (1886-1957) στην ψυχοσωματική. Η θεωρία της μελετά το σώμα ως πεδίο της συνείδησης και ενθαρρύνει τη συνειδητοποίησή του και τη χρήση του ως «κατοικία». Μιλά για ένα σώμα που βιώνεται, ένα σώμα προς την κατεύθυνση του κόσμου, για το «είναι που πρέπει να είναι προσβάσιμο στο σώμα». Για τη Μάριον Ρισέ, «Κατοικώ έναν χώρο σημαίνει φροντίζω. (...) Αν κατοικώ ένα μέρος, το μέρος αυτό με αποκαλύπτει. (...) Με τον ίδιο τρόπο που το διαμέρισμα είναι κατοικία της ύπαρξής μας, με τον ίδιο τρόπο το σώμα μας είναι ο οίκος του πνεύματός μας». Παρακάμπτοντας τον εγωισμό «δημιουργείται η πιθανότητα, όχι μόνον μιας οικολογίας, αλλά στη λογική της κατοικημένης γης, μιας ηθικής. (...) Ο άνθρωπος θα εφάρμοζε στον κόσμο το πρόταγμα που μεταφράζεται σε ηθική: να αγαπάς τον πλησίον σου εαυτόν. Έτσι, μπορούμε να πούμε να αγαπάς τον κόσμο, όπως το ίδιο σου το σώμα».

Η φιλοσοφία καλώς ξενίζει
Στο διάλογο που ακολούθησε ο κ. Δόικος τη χαρακτήρισε «υπαρξιακή φιλόσοφο, υπαρξιακή στοχάστρια».

Πόσο εύκολο είναι για μια νέα γυναίκα να φέρει το βαρύγδουπο τίτλο της «φιλοσόφου»; Χαμογελάει. Μιλά για το προηγούμενο βράδυ που πέρασε διασκεδάζοντας σε μια ταβέρνα στη Θεσσαλονίκη, όταν ένα ζευγάρι γύρισε και την κοίταξε με απορία μόλις άκουσε ότι είναι φιλόσοφος. Πολλές φορές, εξάλλου, οι άνθρωποι τη στραβοκοιτάζουν αλλά θεωρεί τελείως φυσιολογική αυτή την αντίδραση. «Αλίμονο όταν η φιλοσοφία πάψει να  ξενίζει. Η φιλοσοφία έχει το ρίσκο του να γίνει ενοχλητική. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη από ασφάλεια. Η φιλοσοφία έρχεται και του δίνει χαστούκια! Τον βγάζει από τη βόλεψή του, του αλλάζει τα πάντα. Για μένα, αυτό είναι το σημαντικό, το ρίσκο του να μη γνωρίζεις τίποτα». Της αρέσει να μιλούν οι άνθρωποι αλλά θεωρεί ακόμη πιο σημαντικό το να ακούν. «Σημασία έχει η συζήτηση, όχι η συμφωνία».

Οι φιλόσοφοι και οι μιντιοφιλόσοφοι
Στη σημερινή Γαλλία, της υπερπαραγωγής φιλοσόφων, η Μαριόν αναφέρεται στους δυο τύπους που απαντώνται: στους ακαδημαϊκούς και στους φιλόσοφους των μίντια. «Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν αυτοί που σκέφτονται, είναι οι πραγματικοί φιλόσοφοι. Η σκέψη τους δε σταματά ούτε στιγμή. Έχουν μια ειδίκευση ο καθένας, άλλος στον Ντεκάρτ, άλλος στον Σπινόζα, στους Έλληνες... Κάθε φορά που διαβάζεις μια γραμμή σε ένα βιβλίο φιλοσοφίας, σου γεννιούνται ερωτηματικά και μετά δε σταματάς την αναζήτηση. Οι αληθινοί φιλόσοφοι δεν μιλούν επί παντός του επιστητού, σε αντίθεση με τους φιλοσόφους των μίντια. Αυτή η κατηγορία είναι εκείνοι των οποίων η σκέψη δεν ενοχλεί πολύ, δεν είναι επικίνδυνοι, δίνουν τον τόνο. Είναι φιλόσοφοι σε υπηρεσία. Επιζητούν στα 40 ή στα 50 τους την προβολή και τα χρήματα». Στις κουβέντες της τριγυρνά συχνά το όνομα του Μπερνάρ Ανρί Λεβί, διαπρεπούς εκπροσώπου της κατηγορίας. «Η φιλοσοφία, όμως, όταν γίνεται επάγγελμα χάνει την ψυχή της».

Τα δικά της άρθρα κατά καιρούς απορρίπτονται από γαλλικά περιοδικά. «Μου λένε ότι παραείναι intellectual για το κοινό τους. Πως ξέρουν, όμως, τι θέλει πραγματικά το κοινό να διαβάσει;»
Κατά τη γνώμη της, οι σοφοί μεγάλοι φιλόσοφοι είναι εκείνοι που σου δείχνουν πως να ζεις. «Βιάζομαι να τους χορτάσω πριν πεθάνουν, να πιω από τη ζωή τους. Είναι ζωντανοί θησαυροί». Μεγάλο μέρος της ζωής της έχει περάσει διαβάζοντας τους Έλληνες φιλοσόφους. «Εκείνος που έχει δεχτεί τη μεγαλύτερη κριτική είναι ο Νίτσε. Επειδή έχει δεχτεί και το μεγαλύτερο θαυμασμό».

Βγάζει το σημειωματάριό της και μου δείχνει τη λέξη «Θαυμάζειν» που έγραψε η ίδια. Τα γράμματά της μικρά, υπέρκομψα, από το αριστερό της χέρι. Σημειώσεις άλλοτε ξεκάθαρες για τον μη εξοικειωμένο με τη φιλοσοφία κι άλλοτε δύσκολες: κλάσματα και σύμβολα μαθηματικών. Στους στόχους της, να μάθει σανσκριτικά. «Είναι η βάση όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών! Κι αργότερα, αραβικά».

Δίψα για ζωή
Μας φέρνουν νερό και αδειάζει το μπουκάλι με μια ανάσα. Βγάζει από την τσάντα της ένα βούτυρο κακάο και αλοίφει τα χείλη της. Λες και βλέπω τον εαυτό μου, το liposan είναι ο καλύτερός μου φίλος. Παραγγέλνουμε κι άλλο νερό και πίνει με μεγάλη λαχτάρα. Τη ρωτώ σχετικά. «Ναι, έχω ανάγκη από ενυδάτωση γιατί το νερό είναι η μόνη μου επαφή με τη ζωή αυτή τη στιγμή. Είμαστε εδώ μέσα στο περίπτερο της Έκθεσης απομονωμένοι από τη φύση επί ώρες. Η σκέψη μου δεν είναι αποκομμένη από τη φύση και δυστυχώς δε ζω σε αυτή. Έχω δίψα. Έχω δίψα για τη φύση, έχω δίψα για τα δέντρα, για τη γη». Τελικά, η Μαριόν έχει δίκιο: αρκούσε να ρωτήσω για να πάρω μια φιλοσοφική απάντηση για την εξάρτησή μου από την ενυδάτωση.

Πήρε από μικρή την απόφαση να γίνει φιλόσοφος. «Δεν γνώρισα κάποιον που να μου προτείνει να γίνω μοντέλο!» απαντά γελώντας. «Από πολύ μικρή χρειαζόμουν απαντήσεις για τη ζωή. Η φιλοσοφία είναι ότι πιο κοντινό στη ζωή».
Ασχολείται με το θέατρο και το χορό. «Ένα σώμα είναι όμορφο όταν αντανακλά ένα πνεύμα. Όχι ένα αντικείμενο κατανάλωσης, κάτι που θέλεις να κατέχεις.  Ένα σώμα που είναι σεβαστό, ανοιχτό στον κόσμο. Όταν κοιτάς κάτι, έχεις ήδη κάνει το πρώτο βήμα στην παραίτηση από την κατοχή του. Η ομορφιά είναι ένα φρούτο που το κοιτάζεις χωρίς να το προσεγγίζεις, όπως έχει πει η φιλόσοφος Σιμόν Βέιγ».

Μιλά για τις σκέψεις – σκουπίδια, σκέψεις που δεν ξέρεις από που έρχονται, είναι θόρυβος. «Οι αληθινές σκέψεις είναι πολύ δύσκολες. Ξέρεις, δε σκεφτόμαστε εμείς, σκέφτονται τα μίντια για μας. Η σκέψη γεννιέται από τη σιωπή».

Στεκόμαστε όρθιες στην Έκθεση, περνά ένας μεσήλικας και της μιλά στ’ αγγλικά. Του απαντά ευγενέστατα στην ερώτηση από που κατάγεται και τον ακούει να της μιλά για την οικογένεια και τον αδερφό του. Της ζητά job. Η Μαριόν με κοιτάζει, δεν είναι σίγουρη τι ακούει. «Είναι δύσκολο να καταλάβεις την Ευρώπη» λέει με απορία. Μετά από αυτό το περιστατικό, μάλλον κατάλαβε κάτι περισσότερο για τη ζωή εν έτει 2012 στην Ελλάδα των φιλοσόφων...

Τη ρωτώ για την επικοινωνία της με τους ανθρώπους. «Έχω φίλους φιλοσόφους, αλλά είμαστε φίλοι στη βάση που βρίσκονταν πριν γίνουν φιλόσοφοι». Φίλες; Πηγαίνουν σε καφέ να συζητούν για άντρες; Κι αλήθεια, οι άντρες πώς την αντιμετωπίζουν;

Από δω και πέρα, η συζήτησή παραείναι πριβέ για να κοινοποιηθεί!



Ανάρτηση από το http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=15819



 

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Εκδηλώσεις ΕΝΕΚΕΝ










Από την παρουσίαση του βιβλίου της Κατερίνας Μόντη την Πέμπτη 31 Μαίου στην Θεσσαλονίκη. Ομιλητές οι συγγραφείς Αρχοντούλα Διαβάτη,  Άκης Γαβριηλίδης, και Βασίλης Τσιράκης.Το εξώφυλλο του βιβλίο είναι έργο του γνωστού Θεσσαλονικού ζωγράφου Σώτου Ζαχαριάδη. Οι φωτογραφίες της εκδήλωσεις από τον Κώστα Ιωαννίδη.

Eneken Εκδηλώσεων














Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012









Από την παρουσίαση του 23ού τεύχους του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Ομιλητές Παναγιώτης Δόικος, Μarion Richez.

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Το αυγό του φιδιού


Το κείμενο, εκδοτικό σημείωμα στο 23ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, που κυκλοφορεί, γράφτηκε πριν τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα γεγονότα το φωτίζουν με μια δραματική επικαιρότητα που πρέπει να λειτουργήσει σαν σήμα κινδύνου προς το κοινωνικό κίνημα, τις οραγνώσεις του, αλλά και το αστικό και δημοκρατικό ήθος της κοινωνίας. 

Για την άνοδο του Ναζισμού












Εξήντα επτά χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και τη δίκη της Νυρεμβέργης, νάμαστε λοιπόν βαθειά μέσα σε μια Δημοκρατία της Βαϊμάρης αλα ελληνικά…





του Γιώργου Μητραλιά


Στερούμενη αντιφασιστικών παραδόσεων και πρακτικών, η ελληνική αριστερά σχεδόν κάθε απόχρωσης, παρακολουθεί ανήμπορη και αμήχανη την επανάληψη στη χώρα της του δράματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης όχι σαν φάρσα αλλά πιθανότατα σαν τραγωδία που προαναγγέλλει μεγάλα ευρωπαϊκά δεινά. Αυτό μαρτυρούν τα πρόσφατα γεγονότα: αφού επένδυσε, κατά τους τελευταίους μήνες, τις ελπίδες της στην αριστερά που τοποθετείται στα αριστερά της νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ), η κατεστραμμένη και απελπισμένη ελληνική μικροαστική τάξη τής γυρίζει τη πλάτη σε χρόνο ρεκόρ και ψάχνει τώρα στο άλλο άκρο της πολιτικής σκακιέρας τις ριζοσπαστικές λύσεις των ιστορικών και κατακλυσμικών προβλημάτων της.
  Πράγματι, ήταν αρκετό που οι σχηματισμοί της λίγο ή πολύ ριζοσπαστικής αριστεράς (ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Δημοκρατική Αριστερά,…) φάνηκαν ανίκανοι να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι μονοπωλούσαν ντε φάκτο την αντιπολίτευση στη λεγόμενη κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του τραπεζίτη Λουκά Παπαδήμου, για να της γυρίσουν, μέσα σε λίγες βδομάδες, τη πλάτη και να προσανατολιστούν προς σχηματισμούς που βρίσκονται στους αντίποδες  της ριζοσπαστικής αριστεράς, στην ακόμα και νεοναζιστική άκρα δεξιά, ολάκερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας! Έτσι, αυτά τα κόμματα και συνασπισμοί στα αριστερά του ΠΑΣΟΚ, όχι μόνο βλέπουν να συρρικνώνονται δραστικά αυτά τα 50%-54% των προτιμήσεων που συγκέντρωναν όλα μαζί στη διάρκεια αυτού του χειμώνα, αλλά και ότι αυτή η μείωση γίνεται εν μέρει προς όφελος μιας βίαιης, ρατσιστικής και πογκρομικής άκρας δεξιάς, που θέλει να ξεμπερδεύει με ό,τι είναι κόκκινο ή ακόμα και ροζ. Και όλα αυτά μέσα σε μερικές βδομάδες, σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη!...

Στη πραγματικότητα, όλα αυτά που συμβαίνουν εδώ και μήνες στην Ελλάδα καταδεικνύουν με τον πιο παραστατικό τρόπο το τεράστιο βάρος της μικρομεσαίας αστικής τάξης στην ελληνική κοινωνία και την καθοριστικής σημασίας επιρροή που πρόκειται να ασκήσει πάνω στα προσεχή γεγονότα. Όμως, προσοχή, δεν πρόκειται μόνο για αυτό. Η ακραία εξαθλίωση αυτής της «κοινωνίας μικροκαταστηματαρχών» στην οποία έχει οδηγήσει η εφαρμογή διαδοχικών σχεδίων λιτότητας, ριζοσπαστικοποιεί  φοβερά αυτή την από εδώ και πέρα ρακένδυτη μικρή και μεσαία ελληνική αστική τάξη, τη σπρώχνει μακριά από τους παραδοσιακούς πολιτικούς εκπροσώπους της, τη μεταβάλει σε καλοπροαίρετο ακροατήριο όλων εκείνων που πρεσβεύουν ριζοσπαστικές λύσεις στο κοινωνικό της ξεπεσμό. Με λίγα λόγια, ξεριζωμένη και απελπισμένη, κατεστραμμένη και αλλόφρων, αυτή η οργισμένη ελληνική μικροαστική τάξη είναι εφεξής διαθέσιμη για να υποστηρίξει ενεργά κάθε πολιτικό πρόγραμμα που θα της φαινόταν ότι προσφέρει ριζοσπαστικές λύσεις στο υπαρξιακό της πρόβλημα. Και είναι για αυτό που ακολουθεί όλο και πιο σταθερά τη κίνηση του εκκρεμούς, κινούμενη από το ένα άκρο στο άλλο σε όλο και πιο σύντομα χρονικά διαστήματα…
  Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται προφανή ή ακόμα και «στοιχειώδη» αλλά όχι στην Ελλάδα, καθώς είναι, δυστυχώς, γεγονός ότι οι ελληνική μεσαία τάξη ήταν πάντα και παραμένει εντελώς απούσα ως τέτοια από τις αναλύσεις, τα σχέδια και τις πρακτικές του συνόλου των πολιτικών σχηματισμών της αριστεράς αυτής της χώρας! Ωστόσο, αυτό το κουσούρι που θα μπορούσε να περάσει σχεδόν απαρατήρητο σε «νορμάλ καιρούς», γίνεται σε αυτή την ώρα της αλήθειας που είναι η παρούσα ιστορική στιγμή, ένα κολοσσιαίο μειονέκτημα που μπορεί να οδηγήσει στη καταστροφή όχι μόνο το εργατικό κίνημα αλλά και ολάκερες γενιές Ελλήνων μισθωτών και πολιτών.
  Οι συνέπειες αυτής της «ιδιαιτερότητας» της ελληνικής αριστεράς είναι ήδη ορατές και δραματικές. Ταυτίζοντας το ελληνικό μικροαστικό τέλμα με το μυθικό «λαό» που τα χωράει όλα των (σταλινικών) ιδεολογικών της παραδόσεων, και ο οποίος είναι –αναγκαστικά- πάντα με τους «καλούς», η ελληνική αριστερά αποκαλύπτεται τώρα εντελώς απογυμνωμένη από εργαλεία κατανόησης των όσων συμβαίνουν στη βάση της ελληνικής κοινωνίας. Και έτσι, παίρνει εδώ και μήνες τα φύκια για μεταξωτές κορδέλες ταυτοποιώντας ως αναγκαστικά «αριστερές» τις εκδηλώσεις μικροαστικής οργής το πολιτικό χρώμα των οποίων δεν είναι για κανένα λόγο προκαταβολικά δοσμένο μια και αποτελεί  την   –κατεξοχήν- πιο κρίσιμη από τις διακυβεύσεις της σύγκρουσης μεταξύ του κεφαλαίου και του κόσμου της εργασίας.
  Τα αποτελέσματα αυτής της «αδυναμίας κατανόησης» στρώνουν ήδη το έδαφος αυτής της αναστροφής τάσης (σε βάρος της αριστεράς και προς όφελος της άκρας δεξιάς) που αναφέρθηκε στην αρχή αυτού του κειμένου.  Συγχέοντας για παράδειγμα κάθε σκληρή (ή ακόμα και βίαιη) κριτική του αστικού κοινοβουλευτισμού με μια αριστερή ριζοσπαστική αντίθεση στο αστικό καθεστώς, η ελληνική αριστερά παραιτήθηκε προκαταβολικά από το ιστορικό της καθήκον να παλέψει καθημερινά για να κερδίσει στο πολιτικό της σχέδιο αυτά τα μικροαστικά στρώματα που αρέσκονται να υπόσχονται τη κρεμάλα στους 300 «προδότες» του ελληνικού Κοινοβουλίου. Και έτσι, ούτε αναγνώρισε ούτε είδε να εμφανίζονται πολιτικοί ανταγωνιστές διαμετρικά αντίθετοι σε αυτήν και οι οποίοι μάχονται πολύ συνειδητά και μεθοδικά για να κερδίσουν στην υπόθεσή τους αυτή την απελπισμένη μικροαστική τάξη…
  Αυτή η ήδη πολύ ανησυχητική κατάσταση προκαλεί όμως κυριολεκτικά συναγερμό από τη στιγμή που η περισσότερη ανερχόμενη δύναμη ανάμεσα σε αυτούς τους «διαμετρικά αντίθετους πολιτικούς ανταγωνιστές» είναι ένα υπερ-βίαιο γκρουπούσκουλο νεοναζιστών φονιάδων με το όνομα Χρυσή Αυγή! Πρέπει να ομολογήσουμε ότι με την εξαίρεση κάποιων ηρωικών κινηματικών πρωτοβουλιών στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ, η ελληνική αριστερά εμφανίζεται  εντελώς άοπλη μπροστά σε αυτό το νεοναζιστικό κίνδυνο που συνιστά κάτι το ολοκληρωτικά καινούργιο στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Πράγματι, τόσο στο συλλογικό υποσυνείδητο όσο και στη παράδοση της ελληνικής αριστεράς, ο «φασίστας» δεν έχει καμιά σχέση με το μέλος της Χρυσής Αυγής. Είναι μάλλον ο αιώνιος «χαφιές της γειτονιάς» που κληροδότησαν στην ιστορία της χώρας τόσες και τόσες στρατιωτικές δικτατορίες και άλλα αστυνομικά καθεστώτα νικητών εμφυλίων πολέμων.
  Όμως, ο μπάτσος ή ο χαφιές δεν είναι σε τελευταία ανάλυση παρά ένας δημόσιος υπάλληλος και δεν μπορεί για κανένα λόγο να ταυτιστεί ούτε με ένα φασίστα ούτε με ένα νεοναζιστή. Και ακόμα περισσότερο με ένα νεοναζιστικό κίνημα και κόμμα. Συνηθισμένη λοιπόν όπως είναι να αποκαλεί «φασίστες» εκείνους που δεν ήταν παρά απλοί κατώτεροι υπάλληλοι αυταρχικών καθεστώτων, η ελληνική αριστερά φαίνεται να είναι τώρα εντελώς απροετοίμαστη και ανυπεράσπιστη μπροστά σε ένα νεοναζιστικό πολιτικό κίνημα που καμώνεται πως έχει τους ίδιους εχθρούς με αυτή (τα σχέδια λιτότητας, τις κυβερνήσεις των νεοφιλελεύθερων κομμάτων, την Τρόικα, τους γραφειοκράτες των Βρυξελλών,…) και που επιπλέον τους δίνει συχνά τα ίδια ονόματα (πλουτοκρατία, ιμπεριαλισμό, κοσμοπολιτικό καπιταλισμό, προδότες της πατρίδας,…). Το αποτέλεσμα αυτής της «έλλειψης προετοιμασίας» είναι ήδη τραγικό. Αυτή η ελληνική αριστερά μοιάζει ανίκανη όχι μόνο να αποτρέψει αλλά ακόμα και να εξηγήσει την κατακόρυφη άνοδο της Χρυσής Αυγής (μέσα σε 3-4 μήνες, αυτή πέρασε από το 1% στο 6,5% των προτιμήσεων των Ελλήνων) και όλα επιτρέπουν, δυστυχώς, να προβλεφτεί μια ακόμα πιο κεραυνοβόλα ανάπτυξή της στους επόμενους μήνες.
  Ωστόσο, ακόμα πιο ανησυχητική από την εκλογική της άνοδο είναι ήδη η οργανωτική της ανάπτυξη και κυρίως η επέκταση της πολιτικής και κοινωνικής επιρροής των Ελλήνων νεοναζιστών.  Ιδού λοιπόν ένα πρόσφατο παράδειγμα και λέει πολλά για το πόσο «απροετοίμαστη» είναι η ελληνική αριστερά και που αποτυπώνει στην εντέλεια τη δραματικότητα της κατάστασης. Θέλοντας να απαντήσει στις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει η καλή υποδοχή που επιφυλάχτηκε σε μια ισχυρή αντιπροσωπεία της Χρυσής Αυγής από τους απεργούς της Χαλυβουργίας, που διεξάγουν ένα παραδειγματικό αγώνα εδώ και πέντε μήνες κάτω από την αποκλειστική καθοδήγηση συνδικαλιστών του ΚΚΕ, το ΠΓ αυτού του κόμματος έβγαλε μια ανακοίνωση που κατάγγελλε… «τους ψευτοεπαναστάτες της Χρυσής Αυγής και του ΣΥΡΙΖΑ»!
  Όπως μπορούσαμε να αναμένουμε, αυτή η ανακοίνωση προκάλεσε πολλές διαμαρτυρίες επειδή, κατά τη παλιά συνήθεια του ΚΚΕ, έβαζε στο ίδιο καλάθι τους νεοναζιστές και τους αγωνιστές του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως, για μια ακόμα φορά, πέρασε σχεδόν απαρατήρητο το γεγονός ότι για την ηγεσία του ΚΚΕ, οι νεοναζιστές δεν είναι τελικά παρά… «ψευτοεπαναστάτες»! Δηλαδή, σχεδόν ακίνδυνοι και όχι μια ένοπλη συμμορία που υπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κεφαλαίου και έχει για κύριο στόχο να εξατομικεύσει την εργατική τάξη καταστρέφοντας για πολύ καιρό τις συνδικαλιστικές της οργανώσεις καθώς και τα πολιτικά κόμματα της αριστεράς.
  Μια τέτοια άγνοια της φύσης των φασιστικών οργανώσεων από μέρους της ελληνικής αριστεράς είναι σίγουρα προάγγελος μεγάλων επερχόμενων δεινών.  Και το χειρότερο είναι ότι αυτά τα δεινά δεν θα περιοριστούν στο εκλογικό επίπεδο.  Πράγματι, αφού έκαναν στόχο των δολοφονικών στρατιωτικών τους επιχειρήσεων κατά προτεραιότητα τους μετανάστες, και ενθαρρυμένοι από τη σκανδαλώδη ατιμωρησία που τους επιφυλάσσεται, οι Έλληνες νεοναζιστές επεκτείνουν εφεξής το «πεδίο δράσης» τους σε ό,τι κινείται στα αριστερά ή ακόμα και πιο πέρα (συμπεριλαμβανομένου του ΠΑΣΟΚ), χωρίς να κάνουν διάκριση μεταξύ ριζοσπαστών και ρεφορμιστών. Το σχέδιό τους είναι ξεκάθαρο:  να εμφανιστούν σαν ριζοσπαστική εναλλακτική λύση απέναντι στο «σύστημα» και να τρομοκρατήσουν τα πλήθη χρησιμοποιώντας πρωτόγνωρη βία.  Και όλα αυτά χωρίς να κρύβουν ποτέ τις χιτλερικές τους αναφορές. Ακόμα κι αν  είναι προσωρινός, ο απολογισμός της στρατηγικής τους βγάζει μάτια: Φέρνει αποτελέσματα! Τραβάνε κόσμο και έχουν ούριο τον άνεμο στα πανιά τους…
  Σίγουρα, το γιατί αυτής της εφιαλτικής επιτυχίας δεν οφείλεται μόνο στη κρίση και στην έλλειψη αντιφασιστικών παραδόσεων και κουλτούρας στην ελληνική κοινωνία και αριστερά. Αυτή η επιτυχία είναι επίσης εξηγήσιμη από το γεγονός ότι η ελληνική άκρα δεξιά εκμεταλλεύεται τις ρατσιστικές, σοβινιστικές, σκοταδιστικές και αντιδραστικές παραδόσεις που καλλιεργήθηκαν και συντηρήθηκαν μεθοδικά εδώ και δεκαετίες από την «επίσημη» ιδεολογία και κυρίως την πρακτική του ελληνικού Κράτους και των κυρίαρχων κομμάτων. Δεν είναι μόνο που το ελληνικό Κράτος είναι το μόνο στην Ευρώπη (και πέρα από αυτή) που δεν έχει ακόμα χωριστεί από την (υπερσυντηρητική) Εκκλησία! Είναι και που οι Έλληνες SS της εποχής της ναζιστικής κατοχής της χώρας, παραμένουν πάντα αναγνωρισμένοι ως…αντιστασιακοί και λαβαίνουν τακτικά τη σύνταξή τους για τις υπηρεσίες στην ευγνωμονούσα πατρίδα. Είναι που στελέχη των κυβερνητικών κομμάτων τολμούν να δηλώσουν δημόσια ότι θα έπρεπε να κάνουμε τους σκουρόχρωμους μετανάστες «χρωμο-σαμπουάν» (εκσυγχρονισμένη αναφορά στους «Εβραίους που έγιναν σαπούνι» στο Άουσβιτς) και ότι προσωπικότητες ενός κόμματος της αριστεράς προτείνουν, χωρίς να προκαλέσουν αντιδράσεις, να λυθεί το ζήτημα της μετανάστευσης στέλνοντας τους μετανάστες  χωρίς τροφή στα «βραχονήσια του Αιγαίου»!  Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε ότι, θέλοντας να εμποδίσουν την αυξανόμενη επιρροή της ρατσιστικής ακροδεξιάς, οι κυβερνήτες κάνουν όλο και περισσότερο τους μαθητευόμενους μάγους, οργανώνοντας καθημερινά αληθινά πογκρόμ  ενάντια στους μετανάστες και μιλώντας για αυτούς στη τηλεόραση σαν να ήταν λιγότερο κι από άγρια ζώα προς εξολόθρευση, μπορούμε να κατανοήσουμε τόσο την υπό εξέλιξη επιχείρηση παρουσίασης της Χρυσής Αυγής σαν ένα κόμμα που είναι σαν οποιοδήποτε άλλο όσο και την ανταπόκριση που βρίσκει σε πλήθη αποπροσανατολισμένων και κατεστραμμένων ανθρώπων που ψάχνουν να βρουν ριζοσπαστικές  και κυρίως εκδικητικές εναλλακτικές  λύσεις.
  Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε ότι η Ελλάδα είναι προκαταβολικά καταδικασμένη να γίνει εύκολη λεία της άκρας δεξιάς και να υποστεί την «ομαλοποίηση» της κοινωνίας της που επιμένει να ξεσηκώνεται ενάντια στα κελεύσματα της Τρόικας; Η απάντηση είναι Όχι. Τίποτα, απολύτως τίποτα δεν είναι προαποφασισμένο, τα πάντα είναι ακόμα δυνατά και δεν επιτρέπεται καμιά μοιρολατρία. Όμως, υπό δυο βασικές προϋποθέσεις: ότι η ελληνική αριστερά α) θα ξεπεράσει γρήγορα το κατακερματισμό της και το παθολογικό σεχταρισμό της και θα μάθει κατεπειγόντως να ενώνει τις δυνάμεις απέναντι στο κοινό ταξικό εχθρό, και β) θα συγκροτήσει ένα ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο πάλης πριν είναι πολύ αργά.
  Ωστόσο, ο χρόνος πιέζει απελπιστικά, η ελληνική κοινωνία –αλλά και η εργατική τάξη- αποσυντίθενται ταχύτατα και είναι εντελώς λάθος να νομίζουμε  ότι το βάθεμα της κρίσης θα οδηγήσει μοιραία στη κατάρρευση του καθεστώτος και ίσως και του ίδιου του συστήματος. Εξάλλου, ενόσω η παρούσα καθαρά προεπαναστατική κατάσταση δεν μεταβάλλεται σε επαναστατική κατάσταση (με τις φροντίδες της ριζοσπαστικής αριστεράς), τότε ναι, είναι σχεδόν μοιραίο να το στρίψει στην αντεπανάσταση, να γίνει αντεπαναστατική! Και τα σημάδια των τελευταίων βδομάδων είναι ανησυχητικά: τα δυο μεγάλα κυβερνητικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα βλέπουν την ελεύθερη πτώση τους να σταματάει και ανακτούν την αυτοπεποίθηση τους, ενώ στα δεξιά εμφανίζονται νέοι πολιτικοί σχηματισμοί που αμφισβητούν από τα κόμματα της αριστεράς το μονοπώλιο της αντιπολίτευσης στα μέτρα λιτότητας.  Είναι αλήθεια ότι προς το παρόν, δεν είμαστε παρά στην αρχή αυτής της αντιστροφής τάσης  και ότι η ελληνική αριστερά διαθέτει ακόμα ένα κάποιο κεφάλαιο λαϊκής εμπιστοσύνης.  Όμως, προσοχή: γινόμαστε ήδη στην Ελλάδα μάρτυρες μιας εξαιρετικής επιτάχυνσης του ρου της ιστορίας και οι ανατροπές καταστάσεων γίνονται εφεξής μέσα σε μερικές βδομάδες. Εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν αυτό το θεμελιώδες χαρακτηριστικό των «ανώμαλων» περιόδων της ιστορίας, όπως αυτής που περνάμε τώρα στην Ελλάδα, είναι καταδικασμένοι όχι μόνο να μην κατανοήσουν ό,τι συμβαίνει στα τρίσβαθα της κοινωνίας αλλά και να αιφνιδιάζονται μόνιμα από τα  «απρόβλεπτα» κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα.  Με λίγα λόγια, είναι καταδικασμένοι να ηττηθούν πριν καν δώσουν τη μάχη…
  Νάμαστε λοιπόν μπροστά σε μια άλλη μεγάλη αδυναμία της ελληνικής αριστεράς: για αυτή, ο πολιτικός και κοινωνικός χρόνος μένει πάντα ο ίδιος, αναλλοίωτος και ακίνητος, είναι ένα χρόνος επίπεδος όπου κάθε επιτάχυνση της ιστορίας είναι αδιανόητη και προκαταβολικά απαράδεκτη! Είναι λοιπόν επειδή η παρούσα ιστορική στιγμή δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη που η ηγεσία του ΚΚΕ (όπως εξάλλου και η υπερβολικά ρεφορμιστική της Δημοκρατικής Αριστεράς) παρουσιάζει σαν μοναδική λύση στη κρίση τη σταδιακή ενίσχυση αυτού του κόμματος, κάνοντας ότι αγνοεί ότι τα πάντα (συμπεριλαμβανομένης και της τύχης του ίδιου του ΚΚΕ) παίζονται  όχι σε ένα ομιχλώδες μέλλον αλλά σήμερα, στους επόμενους μήνες.  Επίσης, ο συνασπισμός της άκρας αριστεράς ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν και λιγότερο τυφλωμένος και σεχταριστικός από ό,τι το ΚΚΕ, δεν βλέπει πώς θα ήταν δυνατό να συμμαχήσει τώρα με άλλους σχηματισμούς της αριστεράς καθώς είναι πάρα πολύ αδύναμος προς το παρόν για να σταθεί απέναντι π.χ. στο ΣΥΡΙΖΑ. Συνιστά λοιπόν…υπομονή, κάνοντας ότι αγνοεί πως η ιστορία δεν κάνει υπομονή και μας υπόσχεται καταστροφικές επαύριον αν αναβάλουμε για αύριο αυτό που πρέπει να κάνουμε σήμερα.  Τέλος, ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), αν και είναι ο πιο ενωτικός από όλους, περιορίζεται με τις διαδοχικές προτάσεις εκλογικών συμμαχιών, μάλλον να στριμώχνει τους άλλους σχηματισμούς της αριστεράς παρά να ενεργεί συγκεκριμένα για τη δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου της αριστεράς  που συσπειρώνει, οργανώνει και συντονίζει, για να τις κάνει αποτελεσματικές, τις αντιστάσεις παντού στη βάση της ελληνικής κοινωνίας, που έχουμε τόσο ανάγκη σήμερα και όχι αύριο…
  Είναι λοιπόν γεγονός ότι αναβάλλοντας για αύριο τις αποφάσεις και τις επιλογές που η κοινωνική και πολιτική κατάσταση ανάγκης μας επιβάλει να πάρουμε σήμερα σημαίνει ότι δείχνουμε εγκληματική ανευθυνότητα απέναντι στην ελληνική και διεθνή αριστερά, στους Έλληνες και Ευρωπαίους εργαζομένους. Κι αυτό επειδή είναι τώρα και όχι «αργότερα», στις σημερινές μάχες και όχι στις αυριανές, που ίσως δεν θα υπάρξουν πια, που θα παιχτεί  όχι μόνο η δικιά μας τύχη αλλά και η τύχη των επόμενων γενιών. Όχι μόνο της τάδε ή της δείνα κατάκτησης των μισθωτών αλλά της ίδιας της ύπαρξης των οργανώσεων του κόσμου της εργασίας στο σύνολό του, της ύπαρξης της εργατικής τάξης ως τέτοιας! Το να μην κατανοούμε όλα αυτά, τις πραγματικές διακυβεύσεις τής υπό εξέλιξης αναμέτρησης, σημαίνει λοιπόν ότι δεν έχουμε μια καθαρή εικόνα, δεν κατανοούμε το βάθος και την πρωτόγνωρη ένταση, τις αληθινά ιστορικές διαστάσεις της παρούσας επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στους εργαζομένους και στις εργαζόμενες, ενάντια στη συντριπτική πλειοψηφία των «από κάτω» των κοινωνιών μας. Με λίγα λόγια, να μην κατανοούμε ότι είναι απολύτως ρεαλιστική και καθόλου αδιανόητη  η προοπτική ενός αύριο που θα έβλεπε να έχει σφραγιστεί η τύχη μας, ενός αύριο που δεν θα πρόσφερε πια καμιά ευκαιρία να πολεμήσουμε στις επόμενες δεκαετίες…
  Το συμπέρασμά μας είναι λοιπόν κατηγορηματικό: για να σταθεί στο ύψος των ιστορικών διακυβεύσεων του πολέμου που η ελληνική και διεθνής αστική τάξη έχει εξαπολύσει ενάντιά της και ενάντια στο κόσμο της εργασίας, η ελληνική αριστερά πρέπει να απομακρυνθεί από τη ρουτίνα της και από τις συνήθειές της, από το παραδοσιακό τρόπο της να κάνει πολιτική, να σκέφτεται και να δρα. Κατά συνέπεια, πρέπει καταρχήν να συνειδητοποιήσει ότι η παρούσα σύγκρουση δεν είναι μια απλή επανάληψη των προηγούμενων, αλλά κάτι καινούργιο ποιοτικά διαφορετικό, ότι είναι εδώ για να μείνει, ότι θα έχει μεγάλη διάρκεια, και κυρίως ότι πρόκειται για μια συνολική μάχη που εκτείνεται σε όλη τη σφαίρα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων.  Αν συνειδητοποιήσει όλα αυτά, την εντελώς νέα πραγματικότητα, τότε θα κατορθώσει να κάνει τον αγώνα της όχι μόνο ενωτικό και ριζοσπαστικό αλλά και να τον ριζώσει στη βάση της κοινωνίας μέσα σε ένα οργανωμένο κίνημα μεγάλης πνοής και γύρω από ένα εναλλακτικό σχέδιο για μια Ευρώπη των λαών και των εργαζομένων, που απομένει πάντα να εφευρεθεί. Αλλά προσοχή: Σύντροφοι, ο χρόνος πιέζει και αυτό που είναι σήμερα ακόμα δυνατό δεν θα είναι πια αύριο…