Powered By Blogger

Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΚΡΑΜΣI-του Κώστα Τορπουζίδη*


Ο Αντόνιο Γκράμσι ανήκει σε εκείνη τη σημαντική γενιά επαναστατών των αρχών του 20ού αιώνα, που με τη δράση και τις ιδέες τους σφράγισαν το επαναστατικό κίνημα του καιρού τους. Φέτος συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από το θάνατό του στις 27 Απρίλη 1937 από τους δήμιους του Μουσολίνι. Είναι μια ευκαιρία να ξαναφέρουμε το έργο του στην επικαιρότητα και να το εντάξουμε στους προβληματισμούς του σημερινού κινήματος.
   Ο Γκράμσι υπήρξε ένας σοσιαλιστής επαναστάτης που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Γεννήθηκε το 1891 στη Σαρδηνία, στον φτωχό ιταλικό νότο. Το 1911 τελειώνει το λύκειο και κερδίζει υποτροφία για να σπουδάσει φιλολογία στο Τορίνο. Το Τορίνο είναι ήδη μια πόλη 500.000 χιλιάδων, όπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της είναι βιομηχανικοί εργάτες. Η πόλη θεωρείται ως η <<κόκκινη πρωτεύουσα>> της Ιταλίας. Είναι η έδρα της ΦΙΑΤ και της βαριάς βιομηχανίας του ιταλικού Βορρά και αποτελεί το προπύργιο του εργατικού κινήματος. Υπάρχει ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα ενώ μεγάλη είναι η επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Είναι η πόλη όπου το 1911 οι μεταλλεργάτες κηρύσσουν <<ανεπίσημη>> γενική απεργία και δημιουργούν για πρώτη φορά τις περίφημες <<εργοστασιακές επιτροπές>>. Ο Γκράμσι, σχεδόν αμέσως, εντάσσεται στη Σοσιαλιστική Νεολαία και από το 1915 αναπτύσσει έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα στον σοσιαλιστικό τύπο. Καθιερώνεται ως μόνιμος αρθογράφος της εφημερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος <<Φωνή του Λαού>>.
   Η Ιταλία, μετά από έντονες διαμάχες στις διάφορες πτέρυγες της άρχουσας τάξης και τις μυστικές συμφωνίες που υπογράφει η πολιτική Δεξιά με τη Γαλλία και τη Βρετανία, συμμετέχει, έστω και καθυστερημένα, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ωστόσο, είναι το μόνο στην Ευρώπη που κρατάει αντιπολεμική θέση. Μαζί με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες καλεί σε ουδετερότητα. Ταυτόχρονα, συγκροτείται και η αριστερή του πτέρυγα η οποία, με ηγέτη τον Μπορντίγκα, καλεί σε ενεργή αντιπολεμική δράση. Μεγάλο τμήμα της νεολαίας του κόμματος, μαζί και ο Γκράμσι, συστρατεύονται με την άποψη αυτή.
   Στο Τορίνο, όπου το 1915 η εργατική τάξη προέτρεψε σε γενική απεργία ενάντια στην είσοδο στον πόλεμο, ξεσπάει ―Αύγουστος 1917― η πρώτη μαζική εξέγερση που διαρκεί 4 μέρες, με αφορμή την έλλειψη ψωμιού. Η  κυρίαρχη τάξη απαντάει με μαζική βία, χρησιμοποιώντας το στρατό, ενώ οι εργάτες αμύνονται στήνοντας οδοφράγματα στις λαϊκές συνοικίες.
   Ήταν η πρώτη μαζική εργατική εξέγερση που κατέδειξε, ωστόσο, την αδυναμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αριστερής του πτέρυγας, να αναλάβει την οργάνωση και να συμβάλει στην εξάπλωσή της στην υπόλοιπη Ιταλία. Το χάσμα αυτό ανάμεσα στη συμβιβαστική και παθητική στάση της ηγεσίας του κόμματος και των συνδικάτων και την εντεινόμενη δράση και αυτοπεποίθηση των εργατών θα εκδηλωθεί εντονότερα τα επόμενα χρόνια.
   Καταλύτης στη διαδικασία αυτή ήταν το ξέσπασμα και η επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσία. Ο απόηχος των γεγονότων είναι, βέβαια, πανευρωπαϊκός. Οι επιπτώσεις τους όμως στο Τορίνο είναι πιο έντονες ίσως από οπουδήποτε αλλού. Τον Αύγουστο του 1917 η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος προσκαλεί στην πόλη ρωσική αντιπροσωπεία. Θα την υποδεχθεί μια μεγάλη διαδήλωση 80.000 εργατών με το σύνθημα <<Ζήτω ο Λένιν>>.
   Η άνοδος του κινήματος προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Στη διετία 1918-1920 η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας φθάνει από 250.000 στα 2.000.000 μέλη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα από 20.000 στα 180.000 μέλη, ενώ στις εκλογές το Νοέμβρη του 1919 παίρνει 2.000.000 ψήφους και εκλέγει 156 βουλευτές (στους 508). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ριζοσπαστικοποιείται και το 1919 ζητάει να ενταχθεί στην 3η Διεθνή. Στα εργοστάσια οι εργάτες ξεπερνούν στην πράξη τη ρητορεία των ηγετών τους. Αναγενννούν τις <<εργοστασιακές επιτροπές>> και τις μετατρέπουν σε εργαλείο μαζικής εξέγερσης και συντονισμού των αγώνων τους ενάντια στην αδράνεια των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Στο Νότο οι αγρότες προχωρούν σε καταλήψεις κτημάτων των φεουδαρχών. Το 1919-1920 η Ιταλία ζει την επαναστατική περίοδο των εργοστασιακών συμβουλίων που θα μείνει γνωστή ως η <<Κόκκινη Διετία>>.
   Ο Γκράμσι συμμετέχει ενεργά στο κίνημα. Η συμμετοχή του αυτή θα καθορίσει τη σκέψη και τη δράση του για τα επόμενα χρόνια. Από το 1917 είναι πλέον εκδότης της Φωνής του Λαού και μέλος της επιτροπής πόλης του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Τορίνο. Όμως με την έκδοση της εφημερίδας Ordine Nuovo (Νέα Τάξη), τον Απρίλη του 1919, θα αναδειχτεί σε ένθερμο υποστηριχτή και ηγετική φυσιογνωμία των εργοστασιακών συμβουλίων. Η Ordine Nuovo το 1919 έχει κυκλοφορία 3.000 φύλλα και το 1920 ανεβαίνει στα 5.000, αλλά η επιρροή της είναι πολλαπλάσια. Ο ίδιος ο Γκράμσι θα γράψει τον Αύγουστο του 1920. <<Οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’ (αυτό μπορούμε να το βεβαιώσουμε με μεγάλη ικανοποίηση). Αλλά γιατί οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’; Επειδή στα άρθρα αυτής της εφημερίδας ξαναβρίσκανε ένα μέρος από τον εαυτό τους, το καλύτερο μέρος από τον εαυτό τους… Επειδή τα άρθρα της ‘Ordine Nuovo’ δεν ήταν ψυχρά διανοητικά κατασκευάσματα, αλλά αναβλύζανε από τις συζητήσεις μας με χιλιάδες εργάτες και επεξεργάζονταν αισθήματα, θελήσεις και πάθη πραγματικά της εργατικής τάξης του Τορίνο, που είχαν δοκιμαστεί και προκληθεί από μας…>>.1
   Η ομάδα του Ordine Nuovo ανέδειξε το ρόλο της αυθόρμητης δράσης των μαζών την ίδια στιγμή που προωθούσε την ανάπτυξη των εργοστασιακών συμβουλίων σε θεσμούς που οργανώνουν όχι μόνο την ενότητα, αλλά και τη δημιουργικότητα και αυτοπεποίθηση των απλών εργατών, τόσο ενάντια στο αστικό κράτος και τα αφεντικά όσο και απέναντι στους συντηρητικούς συνδικαλιστές ηγέτες. Η βασική θέση του Γκράμσι είναι ότι τα εργοστασιακά συμβούλια επειδή είναι όργανα μάχης κάτω από τον άμεσο έλεγχο όλων των εργατών ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους, αποτελούν και τα έμβρυα των θεσμών μια νέας κοινωνίας, ενός εργατικού σοσιαλιστικού κράτους. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά αλλά και η δύναμή τους σε σχέση με τα συνδικάτα που περιορίζουν τη δράση τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής νομιμότητας χωρίς να αμφισβητούν την ταξική εξουσία.
   Η εργατική τάξη του Τορίνο υλοποιεί πολύ γρήγορα αυτές τις ιδέες. Στα τέλη Μάρτη του 1920 οι εργοδότες στον κλάδο της μεταλλουργίας αναγγέλλουν το κλείσιμο των εργοστασίων τους σε απάντηση στην απεργία των μεταλλουργών, με αφορμή την πρόωρη εφαρμογή της θερινής ώρας, και θέτουν ως όρο τη διάλυση των <<εργοστασιακών επιτροπών>>. Ήταν η σπίθα για να ξεσπάσει γενική απεργία σε όλη την επαρχία του Τορίνο, η οποία διαρκεί δέκα μέρες. Οργανώνεται κεντρικό εργατικό συμβούλιο-Σοβιέτ της πόλης, το οποίο περιφρουρείται από ένοπλους εργάτες. Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των συνδικάτων αρνείται και πάλι να εξαπλώσει το κίνημα στην υπόλοιπη Ιταλία και να αναλάβει το συντονισμό του. Έτσι η εξέγερση οδηγείται στην ήττα. Πρόκειται για το σημείο καμπής που αναγκάζει την αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος να οργανωθεί σε κομμουνιστική ομάδα με σκοπό τη δημιουργία ενός κόμματος με μαρξιστικές αρχές.
   Κεντρική σύλληψη της σκέψης του Γκράμσι είναι ότι η εργατική τάξη δεν αποτελεί απλά μια καταπιεσμένη τάξη. Λόγω της συλλογικότητας, της συνειδητής πειθαρχίας και της κεντρικής θέσης της στην παραγωγή μπορεί να απελευθερώσει όλους τους καταπιεσμένους, οργανώνοντας μια νέα κοινωνία μέσα από τα εργοστάσια. Η εργατική τάξη δεν είναι απλά αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά το συλλογικό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Αυτή η θέση είναι το κόκκινο νήμα που συνδέει τη σκέψη και τη δράση του Α. Γκράμσι με τους επαναστάτες από τον Μαρξ και τον  Ένγκελς μέχρι τον Λένιν και τον Τρότσκι την ίδια περίοδο.
   Αυτός είναι ο λόγος που, παρόλο που συμμερίζεται απόλυτα την κριτική της αριστερής πτέρυγας στην ηγεσία του Σ.Κ., διαβλέπει την αναγκαιότητα να οικοδομηθεί ένα επαναστατικό κόμμα που θα αποτελέσει το <<εργαλείο μάχης>> των εργατών ενάντια στους εργοδότες, αλλά και τη συμβιβαστική και διαλυτική στάση των ρεφορμιστών. Γράφει χαρακτηριστικά: <<Το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης δικαιώνεται μονάχα στο βαθμό που, συντονίζοντας δυναμικά την προλεταριακή δράση, αντιπαραθέτει μια πραγματική επαναστατική εξουσία στη νόμιμη εξουσία του αστικού κράτους και περιορίζει έτσι την ελευθερία πρωτοβουλίας και χειρισμών της τελευταίας: εάν το κόμμα δεν πραγματοποιεί την ενότητα και το συντονισμό των δυνάμεων και αποδείχνεται ένας οργανισμός καθαρά γραφειοκρατικός χωρίς ψυχή και θέληση, τότε η εργατική τάξη ενστικτωδώς θα τείνει να δημιουργήσει ένα άλλο κόμμα και να πλησιάζει τις αναρχικές τάσεις που σκληρά και ακατάπαυστα κριτικάρουν αυτό το συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία των πολιτικών κομμάτων>>.
   Έχοντας μια τέτοια αντίληψη, στρέφει τη δράση του στη δημιουργία κομμουνιστικών πυρήνων μέσα στα εργοστάσια, χωρίς να περιορίζεται απλά στη σκληρή ιδεολογική κριτική της ηγεσίας του Σ.Κ., όπως ο Μπορντίγκα.
   Το Σεπτέμβρη του 1920, μετά από νέες απειλές της εργοδοσίας για λοκ άουτ, ξεσπάει το δεύτερο κύμα καταλήψεων που ξεκινάει από το Μιλάνο και εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ιταλία. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες καλούν το Σ.Κ. να αναλάβει την οργάνωση του αγώνα, αλλά η ηγεσία του αποποιείται κάθε ευθύνη και καλεί τις οργανώσεις του Τορίνο να αναλάβουν αυτές. Με τη διαλυτική αυτή    τακτική έρχονται σε συμφωνία με τον πρωθυπουργό Τζιολίτο οποίος τους δελεάζει με την πρόταση της εργοστασιακής συνδιαχείρισης. Ο ελιγμός αυτός γίνεται τη στιγμή που το κίνημα θέτει ξεκάθαρα το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, ενώ η πιο σκληρή πτέρυγα των αστών επιμένει στην άμεση και σκληρή καταστολή του. Τελικά η πρόταση θα τεθεί σε δημοψήφισμα στα μέλη των συνδικάτων, που αποτελούν ένα μόνο μέρος των εργατών στις εργοστασιακές καταλήψεις. Θα εγκριθεί με μικρή πλειοψηφία.
   Η κομμουνιστική ομάδα με ηγέτη τον Μπορντίγκα εκπροσωπώντας 60.000 μέλη, από τα συνολικά 170.000, απαντά στην προδοσία της ηγεσίας με μαζική αποχώρηση από το Σ.Κ.. Τον Ιανουάριο του 1921, στο Λιβόρνο, ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. Όμως, καθώς το επαναστατικό κύμα υποχωρεί τόσο στην Ιταλία όσο και στις χώρες της Ευρώπης, η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται στη δράση των επαναστατών στη νέα περίοδο ύφεσης του επαναστατικού κινήματος.
   Ο Γκράμσι είναι από τους πρώτους που από το 1921 θα επισημαίνει τον κίνδυνο μιας φασιστικής δικτατορίας. Στο νέο κόμμα δίνει τη μάχη για μια πολιτική ενιαίου μετώπου όλων των εργατών ενάντια στο φασισμό, όπως πρότεινε στο 3ο συνέδριό της η Κομμουνιστική Διεθνής. Είναι αυτός που σηκώνει το βάρος της αντιπαράθεσης με τις υπεραριστερές θέσεις του Μπορντίγκα που απέκλειαν οποιαδήποτε συμμαχία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα συνδικάτα και στην πράξη οδηγούσαν σε παθητική αντιμετώπιση της κατάστασης.
   Το 1924 εκλέγεται γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και στο συνέδριό του το Γενάρη του 1926 στη Λυών πείθει την πλειοψηφία στην άποψη ότι ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί από μόνο του και στο όνομα της μαρξιστικής θεωρίας να αναγορεύεται σε <<ηγέτη>> των μαζών. Αντίθετα, πρέπει να λειτουργεί σαν την πρωτοπορία της τάξης, να επικοινωνεί με όλα τα  τμήματά της και να τα παρακινεί, με τις πρωτοβουλίες του, σε κοινή δράση. Μόνον έτσι μπορεί να αποκαλύψει τη συμβιβαστικότητα και τον ψεύτικο ρεαλισμό των μεταρρυθμιστικών ηγεσιών και να κερδίσει την αναγνώριση των μαζών ως το δικό τους κόμμα.
   Αργότερα, στα Τετράδια της φυλακής (1929-1933), ο Γκράμσι θα προχωρήσει στη θεωρητική επεξεργασία και ανάλυση αυτής της πολιτικής. Οι αναλύσεις του αυτές αποτελούν και μια απάντηση στην ολέθρια πολιτική γραμμή περί <<επικειμένης κατάρρευσης του καπιταλισμού>> και της <<άμεσης επαναστατικής επίθεσης>> που, από το 1928, θα επιβάλει η σταλινική ηγεσία σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα αδιαφορώντας ουσιαστικά για την πολιτική πραγματικότητα στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία των εργατών ή ακόμη περισσότερο το ενδεχόμενο μιας κοινής δράσης όλων, επαναστατών και ρεφορμιστών, ενάντια στο φασισμό.
   Στα <<Τετράδια>> ουσιαστικά επεξεργάζεται την εμπειρία του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία της προηγούμενης δεκαετίας και αναδεικνύεται στον θεωρητικό της εργατικής επανάστασης στην αναπτυγμένη Δύση. Η αντίληψη ότι η εργατική τάξη είναι το υποκείμενο της αλλαγής και όχι ένα παθητικό υλικό προς διαφώτιση, τον οδήγησε στο να μην υποτιμά τις ιδέες και τις απόψεις που διαμορφώνουν οι εργάτες, με την εμπειρία των αγώνων τους, αποκρυσταλλώθηκε σε μια άλλη θεμελιώδη του άποψη· όλοι οι άνθρωποι είναι φιλόσοφοι, όλοι διαθέτουν μια κοσμοθεωρία για να εξηγούν την κοινωνία και να επιλέγουν τη στάση και τη δράση τους. Αυτή η κοσμοθεωρία, όμως, αναπτύσσεται σε μια ταξική κοινωνία, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν διαθέτει μόνον την οικονομική ισχύ αλλά και την ηγεμονία των ιδεών της.
   Το αστικό κράτος δεν αποτελείται μόνο από θεσμούς υλικής βίας και καταστολής, δηλαδή από τον στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια. Διαθέτει σειρά άλλων μηχανισμών που αρχίζουν από τα εργοστάσια και φτάνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στα συνδικάτα, στα μέσα <<ενημέρωσης>>. Όλοι αυτοί οι <<θεσμοί>>, σε συνεργασία με το <<μακρύ χέρι>> της κρατικής καταστολής ―όταν αυτή είναι αναγκαία― επιβάλλουν, για κάποιο διάστημα, τη συναίνεση των καταπιεσμένων στην αστική εξουσία. Διαμορφώνουν, δηλαδή, μια <<κοινή λογική>> στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Μια <<λογική>> που συνυπάρχει με μιαν αντίρροπη <<ορθή αντίληψη>>, που δημιουργούν οι συλλογικές εμπειρίες και οι αγώνες των εργατών απέναντι στην εκμετάλλευσή τους.
   Πρόκειται για μια αντιφατική συνείδηση που παίζει κρίσιμο ρόλο στη δράση του επαναστατικού κόμματος. Ο Γκράμσι αντιμετώπιζε τα ρεφορμιστικά κόμματα ως την οργανωμένη έκφραση αυτής της αντιφατικής συνείδησης· κόμματα που, ενώ προσφέρουν μιαν στοιχειώδη προστασία και άμυνα στους εργαζόμενους από τις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης, ταυτόχρονα αποτελούν τροχοπέδη στις προοδευτικές ιδέες και στις πρακτικές σύγκρουσης με το καπιταλιστικό σύστημα. Απ’ την άλλη, θεωρούσε το επαναστατικό κόμμα ως τον <<σύγχρονο ηγεμόνα>>, ως θεσμό που μπορεί να καταστεί συλλογικά ο πραγματικός ηγέτης των μαζών. Για να το καταφέρει αυτό το επαναστατικό κόμμα πρέπει να συνεκτιμήσει αυτή την αντιφατική συνείδηση και να μάθει να χρησιμοποιεί τη «μαιευτική μέθοδο» ―όπως έλεγε ο ίδιος― να αναδεικνύει, δηλαδή, και να γενικεύει τις καλύτερες εμπειρίες από την αυθόρμητη δράση των εργατικών μαζών. Να βρίσκεται μέσα στην πραγματική ζωή των εργατών, να ξεκινάει πάντα από τα προβλήματα, τα αιτήματα, τους αγώνες και τις εμπειρίες τους και πάνω σ’ αυτά να εκπαιδεύεται και το ίδιο να διαμορφώνει τις απαντήσεις του και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δράσης ταυτόχρονα. Σύμφωνα με μια διατύπωση του Λένιν που χρησιμοποιούσε και ο Γκράμσι, <<μπορούμε να διευθύνουμε μόνον όταν εκφράζουμε σωστά αυτό που συνειδητοποιεί ο λαός>>.
   Κανένας από τους δύο δεν κήρυττε την υποταγή σε έναν ψεύτικο ρεαλισμό, στις συνθήκες όπως εμφανίζονται στατικά σε μια δεδομένη στιγμή. Ο Γκράμσι υποστήριζε ότι η έγκυρη πραγματικότητα δεν είναι κάτι στατικό, αλλά ένας συσχετισμός δύναμης σε συνεχή κίνηση και αλλαγή, που διαμορφώνεται εξίσου από τη συνειδητή δράση των ανθρώπων. Για το επαναστατικό κόμμα η ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών έχει σημασία προκειμένουν να αναλαμβάνει δράση, να δίνει μάχες όχι μόνο ιδεολογικές αλλά για να βοηθάει την ενωτική και νικηφόρα δράση των εργατών μέσα από συγκεκριμένους στόχους που ενισχύουν τη θέληση και την αυτοπεποίθησή τους για κοινωνική αλλαγή.
   Στη μάχη αυτή ο Γκράμσι επιμένει ότι δεν μπορούμε να ξεχνάμε ποτέ την ισχύ του αστικού κράτους το οποίο απέναντι στο ανερχόμενο επαναστατικό κίνημα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ωμή βία των μηχανισμών καταστολής. Η τραγική εμπειρία της ανόδου του φασισμού ήταν άλλωστε πολύ σκληρή για να μπορεί κανείς να την ξεχνάει. Αποτελεί, λοιπόν, μονομερή και στρεβλωτική ερμηνεία των ιδεών του, η αντίληψη που θέλει τον Γκράμσι να απορρίπτει την προοπτική της επανάστασης στη Δύση και να προτείνει στη θέση της την κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> μια μακρά, δηλαδή, περίοδο ιδεολογικής διαφώτισης των μαζών ή ακόμη και τη συμμετοχή της πολιτικής αριστεράς σε κυβερνήσεις για τη σταδιακή αλλαγή του καπιταλισμού. Για τον Γκράμσι, η κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> δεν λύνει το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας, δηλαδή ποια τάξη ασκεί την οικονομική και πολιτική εξουσία.
   Οι αναλύσεις του για τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη μπορεί να διαμορφώσει τη συνείδηση και την ικανότητα να ηγηθεί των καταπιεσμένων, να κερδίσει δηλαδή την ιδεολογική ηγεμονία, προσφέρουν συγκεκριμένες απαντήσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού στη Δύση. Οι θέσεις του αποτελούν την επεξεργασία της άποψης που υποστήριξε ο Λένιν, ήδη από το Μάρτιο του 1918, στο 7ο συνέδριο του Κ.Κ.Ρωσίας: <<Να αρχίσει όμως κανείς χωρίς προετοιμασία την επανάσταση σε μια χώρα όπου έχει αναπτυχθεί ο καπιταλισμός κι έχει δώσει το δημοκρατικό πολιτισμό και τη δημοκρατική οργάνωση και στον τελευταίο άνθρωπο, θα ήταν λαθεμένο και ανόητο>>.
   Για τον Γκράμσι, οι επαναστάτες πρέπει να στηρίζονται και να στηρίζουν πάντα τα αυθόρμητα κινήματα. Διεξάγουν έναν <<πόλεμο θέσεων>> όχι μόνον σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και για να τα οργανώσουν ώστε να υπάρξουν νίκες, που ανεβάζουν το πνεύμα της συλλογικότητας και την αυτοπεποίθηση των εργαζόμενων. Προετοιμάζονται έτσι για τον <<πόλεμο ελιγμών>>, για την περίοδο και τη στιγμή που θα χρειαστεί να παλέψουν άμεσα για τον τελικό στόχο, την ανατροπή του αστικού κράτους και όλων των θεσμών του.
   Στην πραγματικότητα το επαναστατικό κόμμα εκπαιδεύει τον εαυτό του για να μπορεί να διεξάγει και τους δύο πολέμους· τον <<πόλεμο>> του κινήματος σήμερα και τον πόλεμο της επανάστασης, τη στιγμή που οι συνθήκες του καπιταλισμού, η δράση του κινήματος και η παρέμβαση των επαναστατών φέρουν σε ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας. Έτσι, αποκτάει και την ικανότητα να προσαρμόζεται γρήγορα στη συγκυρία και να περνάει από τον <<πόλεμο θέσεων>> σε μια επιθετική τακτική όταν μεγάλες μάζες μπαίνουν στο προσκήνιο του αγώνα και επιδιώκουν αποφασιστικές νίκες ενάντια στις κυβερνήσεις και το κράτος.
   Λειτουργώντας έτσι το επαναστατικό κόμμα γίνεται το πεδίο διαμόρφωσης αυτών που ο Γκράμσι ονόμαζε <<οργανικοί διανοούμενοι>>. Όχι, δηλαδή, των ακαδημαϊκών που ασχολούνται σχολαστικά με τη θεωρία, αλλά των επαναστατών διανοούμενων, που παρεμβαίνουν συλλογικά και αναπτύσσουν δράση μαζί με όλο το κίνημα. Για τον Γκράμσι, ο «οργανικός διανοούμενος» είναι ένας ειδικός-επιστήμονας του κινήματος, που ασχολείται με όλες τις πτυχές και τα ζητήματα της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής αλλά που ποτέ δεν αντιμετωπίζει το κίνημα αφ’ υψηλού, αλλά ως κομμάτι και οργανωτής του διδάσκεται απ’ αυτό. Ο μαρξισμός στην αντίληψή του δεν μπορεί παρά να είναι η φιλοσοφία της πράξης, της συλλογικής και ατομικής δράσης για την αλλαγή της κοινωνίας και της ζωής μας.
   Οι εμπειρίες του κινήματος αποτελούν κριτήριο για την εγκυρότητα των αναλύσεων του Γκράμσι και σήμερα. Οι αγώνες φοιτητών και εργαζόμενων, τη χρονιά που πέρασε, έφεραν στο προσκήνιο το συσσωρευμένο ριζοσπαστισμό που εκφράστηκε με κοινό πλαίσιο δράσης, <<ανοιχτές>> συντονιστικές επιτροπές, ενωτικά συλλαλητήρια και προτροπή στο σύνολο της εργατικής τάξης για ενιαία κοινωνική δράση. Από τα κοινοτικά συμβούλια στη Βενεζουέλα μέχρι τις γενικές συνελεύσεις και τα συντονιστικά των φοιτητών, οι ιδέες του Γκράμσι αποκτούν πάλι σάρκα και οστά. Η γενιά του Σιατλ και της Γένοβας, του αντιπολεμικού κινήματος και <<του άρθρου 16>> έχει να διδαχθεί πολλά από το έργο του για να συνεχίσει τους αγώνες της κοινωνικής αλλαγής
❏

Ο Κώστας Τορπουζίδης είναι δικηγόρος. Το δοκίμιό του για τον Αντόνιο Γκράμσι δημοσιεύτηκε στο 8-9ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΟΔΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ-Mάρκος Μέσκος

 
Eυτυχώς, ισχυρίζομαι συχνά, που η ζωή μάς τραβάει ακόμη έξω (έξω από τα σπίτια μας*). Μας ενδιαφέρει και σήμερα, και σήμερα η καθημερινότητα στο χωριό, στη γειτονιά, στη χώρα, στον κόσμο· κοντολογής η δημόσια θέα και η δημόσια ζωή, αν είναι δυνατόν η συμμετοχή.
   Ευτυχώς, λοιπόν, η έξοδος.
   Υποβαθμισμένη βέβαια, το πολύ πολύ μια βόλτα στην πόλη ―στην πόλη που η <<εκάστοτε εξουσία>> ασκεί το ποικίλο <<παιγνίδι>> με σύνεση και πειθώ και ζοριλίκια πάνω στο τομάρι των σιωπηλών, συνήθως, πολιτών της.
Αλλού οι κολυμπήθρες του Σιλωάμ, εδώ, ενδεχομένως, κάποια βουβά εργαστήρια, κάποιες μεμονωμένες <<γραφικές>> περιπτώσεις, εδώ κινδυνεύουν τα πάντα πάντοτε…
   Η αγέρωχη λοιπόν βόλτα μπορεί να ᾽ναι στην πολύβουη Εγνατία, στην κοσμική Τσιμισκή, στην Ερμού με τα νεότευκτα αγάλματα, στο Συντριβάνι, στην παραλία, στα καφέ μπαρ των καθέτων οδών επί των επτά κυρίων αρτηριών (τόσο το κέντρο της Πόλης). Ενίοτε και σ’ άλλα σημεία: Καλαμαριά, Πολίχνη, Πανόραμα, Τούμπες, Συκιές, Νεάπολη, Αμπελόκηποι, δυτικές συνοικίες (που αναπτύσσονται και <<αναπτύσσονται>> γοργότατα)· υπάρχουν παντού λησμονημένοι φίλοι.
   Τα στέκια της σημερινής παρέας κάπου γύρω από την πλατεία Ναυαρίνου, γύρω από το εναπομείναν ερείπιο-ανάκτορο του Ρωμαίου Γαλέριου.
   Μια ευθεία κάθετη οδός ξεκινάει από τη Ροτόντα, την Καμάρα (αφετηρία σχεδόν όλων των κοινωνικών κινητοποιήσεων), κόβει την Εγνατία, την οδό με το σινεμά Βακούρα, την Πρίγκιπος Νικολάου και την Τσιμισκή, για να καταλήξει στην εκκλησία της Παναγίας κάπου στο τέλος της Διαγωνίου προς τον Λευκόν Πύργο. (Ωραία τα ονόματα των <<σημείων>>, ιστορίες, αίματα, πραγματικότητες ενδοστρεφείς, αναστολές και μύθοι).
   Η κάθετη οδός οικεία, (και) ονομάζεται Δημητρίου Γούναρη. Τη μέρα περνούν από ’κεί και τυφλοί με το άσπρο μπαστούνι, επαίτες μετανάστες με ξεχασμένα ελαφρά τραγούδια, συχνότερα περνούν ωραία παιδιά ―τη νύχτα το χασίσι πάει σύννεφο…

   Κάπου στο νούμερο 22 της οδού το μικρό βιβλιοπωλείο <<Κεντρί>> ―άλλαξε, ρε Αντώνη, τ’ όνομα του μαγαζιού, φωνάζουν πειράζοντας τον διευθυντή του οι φίλοι, μοιάζει με το τσιβί και τη βουκέντρα, τι διάολο, αυτό σημαίνει πολυπολιτισμική πρωτεύουσα; Χαμογελάει εκείνος καπνίζοντας αδιάκοπα το τσιγάρο και απαντάει: Το όνομα θα μείνει, έτσι το βρήκα έτσι θα πάει, <<Κεντρί>>.
   Το εμβαδόν του μικροβιβλιοπωλείου δεν υπερβαίνει τα είκοσι μέτρα, περίπου τέσσερα η πόρτα συν οι βιτρίνες και άλλα τέσσερα πέντε το βάθος του. Φίσκα το βιβλίο, ενημερωμένη η κλασική διάσταση αλλά και η σύγχρονη και η τρέχουσα, στα τζάμια των προθηκών αιωρούνται βιβλία και περιοδικά (το <<Πλανόδιον>>, οι <<Σημειώσεις>>, το <<Πανοπτικόν>>, το <<Αντί>>, ο <<Πολίτης>>, το <<Εντευκτήριο>>, το <<Ένεκεν>>, το <<Δέντρο>>, η <<Νέα Εστία>>). Πλείστες οι δειγματοληψίες των βιβλίων, ο Σπινόζα, η αρχαία διανόηση προηγουμένως, ο Μπακούνιν, ο Λούκατς, η Ντίκινσον, η Αχμάτοβα, ο Τρακλ ―ο Αντώνης, γρήγορος σε κάθε αναγνωστική απαίτηση, ενημερωμένος με τη συνολική διαδρομή του βιβλίου, προλαβαίνει ικανοποιώντας τους πελάτες του σε όλα.
   Ο χώρος μέσα στο βιβλιοπωλείο, ο ελεύθερος, είναι ελάχιστος· μας <<επιτρέπεται>> να πλησιάσουμε κυρίως όταν σιμώνουμε το ταμείο. Έξω από το <<Κεντρί>>, το πεζοδρόμιο και το σύνορο-πεζούλι του απέναντι ερείπιου, είναι αρκετά και βρίσκουμε τον τρόπο να σμίγουμε εκεί πίνοντας τον καφέ. Ο Τάσος, ο Γιώργης, ο Σάκης, ο Μάκης, ο Αλέξανδρος, ο Δημήτρης, ο Κώστας, ο Μιχάλης, η Λουκία, η Τζένη, η Ελένη, συχνά (και με διαλείμματα) παρόντες.

   Προσφάτως, μας χάλασε την ησυχία ένα συνεργείο κατασκευής δημοσίων έργων, δημοτικών έργων για την ακρίβεια. Ξήλωσαν το φθαρμένο δάπεδο της οδού Γούναρη και των <<περιχώρων>> της, σκόνες, καρότσια, φωνές, άμμος και τσιμέντα ―και τσιμέντα πολλά! Κάποτε φάνηκαν και τα άλλα υλικά: κομμένα μάρμαρα πολλών ποιοτήτων, κόκκινα τούβλα δαπέδου (πυρότουβλα;), γκρίζες πλάκες, μετρήσεις, υπολογισμοί, πραγματώσεις, αναθεωρήσεις (επί τα χείρω).
   Οι μαγαζάτορες, εκτός από τον φετινό αφόρητο καύσωνα, γκρινιάζουν καθημερινά γιατί το έργο ράβε-ξήλωνε τράβηξε πολύν καιρό ―κι ακόμη να τελειώσει!
   Αλλά το πολύ τελείωσε.
   Μπορούμε να δούμε το <<Έργον>>:
   Μια σειρά καθέτων και οριζοντίων μαρμάρων στο κόκκινο φόντο των τούβλων. Τίποτε άλλο. Χωρίς φαντασία, χωρίς λογισμό, χωρίς κάποιο μοτίβο βυζαντινό της πόλεως Θεσσαλονίκης, μια έρπουσα βαρβαρότητα, επίπεδη, άσχημη, αναρμόδια, κάτω από τα πόδια μας, χάρη καμιά!
   Και δεν υπολογίζονται τα έξοδα και οι κόποι, οι ανύπαρκτοι αρχιτέκτονες σχεδιαστές· το αποτέλεσμα μετράει: Ένα τίποτε. Τι άραγε φυλακίζει αυτό (ουσιαστικότερο) κάτω από την επίστρωση του δρόμου; Πλεονάζει (στο <<Έργον>>) το άμετρο, άχαρο και αδικαίωτο εν πολλοίς μάρμαρο, κάγκελα <<λευκών κελιών>> μήπως (από κάτω, στο χώμα;).
   Άραγε αναλογίστηκαν οι αρμόδιοι της σύγκρισης των δύο εικόνων; Η μια είναι το ρωμαϊκό ερείπιο της πλατείας Ναυαρίνου εν Θεσσαλονίκη, η άλλη αυτή, η σημερινή επί της οδού Δημητρίου Γούναρη εν έτει 2007 μετά Χριστόν, έργο άχαρης οδοποιίας. Δεν χρειάζεται πολύ για να εννοήσεις πώς κατάφεραν οι άνθρωποι του σήμερα να πράξουν, χωρίς ενθουσιασμό και αγάπη και χάρη αισθητική, το <<Έργον>>…
   Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανίας, φωνάζει από μακριά ο Σαίξπηρ ―που συνεχίζεται πολλαπλώς επί των ημερών μας (και) εν Θεσσαλονίκη στεναχωρώντας πολλούς υποψιασμένους πολίτες. Δυστυχώς. (Πάλι και πάλι).


Θεσσαλονίκη, τέλη Αυγούστου 2007.

*Tα «σπίτια» εδώ σαν αποκούμπι της απόσυρσης από τα κοινωνικά, της ηθικής, πολιτικής κόπωσης και (φευ) των γηρατειών.
Θεσσαλονίκη, τέλη Αυγούστου 2007.
Το κείμενο του Μάρκου Μέσκου δημοσιεύτηκε σε συλλεκτικό ένθετο στο τεύχος 8-9 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ 

Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΟΡΜΟΣ-Γλώσσα, σεξουαλικότητα και εθνότητα στο εθνικό βαλκανικό αφήγημα. Κώστας Κανάκης



Στην υπόγεια διάβαση του Terazije, που θυμίζει την αθηναϊκή Ομόνοια πριν τις χωροταξικές επεμβάσεις και είναι βασικό πέρασμα και χώρος δραστηριοποίησης μικροπωλητών και αεριτζήδων, βλέπει κανείς κάθε λογής συνθήματα, σε αυτοκόλλητα και σταμπωτό ή αυτοσχέδιο γκραφίτι, που αφορούν όχι μόνο τους «νεκροθάφτες της Γιουγκοσλαβίας» (grobari Jugoslavije), την ανάκτηση του Κοσόβου ή την επιστροφή «της Σερβίας στους Σέρβους» (Srbija Srbima), αλλά και την εξόντωση των «πούστηδων»/«παιδεραστών» (smrt pederima) τους οποίους κάποιοι «περιμένουν» (čekamo vas) προκειμένου «να μην περάσει η 20.09» (neće proći 20.09). Ο λόγος για το τι θα συμβεί στη για δεύτερη φορά επιχειρούμενη Gay Pride Parade, την Παρέλαση Υπερηφάνειας (povorka ponosa) προγραμματισμένη για τις 20 Σεπτεμβρίου του 2009. Παράλληλα, άλλα συνθήματα αναρτώνται και σε κάθε τοίχο γύρω από την Trg Republike ή kod konja «στο άλογο», δηλαδή κάτω από το άγαλμα του έφιππου Mihailo Obrenović, όπου δραστηριοποιούνται και τα υποκείμενα της έρευνας της Athanasiou (2010). Για τις ταραχές που οδήγησαν στη ματαίωση της εκδήλωσης ενοχοποιούνται κάποιοι (γνωστοί και στην Ελλάδα) αχαλίνωτοι «φίλαθλοι», οι οποίοι στο Βελιγράδι, την Παρασκευή 19.9.2009, τραυμάτισαν σοβαρότατα έναν Γάλλο υποστηρικτή της Toulouse με την οποία έπαιζε η ντόπια Partizan, δίνοντας έτσι το στίγμα των προθέσεών τους για την επομένη (πρβλ. και το σχετικό φύλλο της εφημερίδας «Politika» στο διαδίκτυο). Αυτή η εκδήλωση σεξουαλικής ορατότητας θεωρείται ότι υποσκάπτει τα διακυβεύματα εκείνων που γεμίζουν την πόλη (και τους τοίχους του κοινοβουλίου) με το σύνθημα «τιμή» (образ ή obraz) γραμμένο πάνω από έναν σταυρό που σχηματίζουν τα τέσσερα c του κυριλλικού αλφαβήτου (και το οποίο παραπέμπει στο εθνικό μότο само слога Cрбина спасава ή samo sloga Srbina spasava «Μόνον η ενότητα σώζει τους Σέρβους»).
   H συνάδελφος στο Κέντρο Γυναικείων Σπουδών και Έρευνας του Φύλου  ήρθε, εμφανέστατα, σε δύσκολη θέση και μόνο που το ανέφερα. Το ζήτημα, όμως, υπερβαίνει τα όποια προσωπικά μας συναισθήματα. Άλλωστε, το παράδειγμα του Βελιγραδίου είναι απλώς πιο επίκαιρο (και πιο σύνθετο) από άλλα. Η περίπτωση των ΟΥΚ του Λιμενικού που φώναζαν συνθήματα μίσους προς τους μετανάστες κατά τη διάρκεια της επίσημης παρέλασης για την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 2010 είναι ένα άλλο παράδειγμα, πιο κοντά σε μας. Τέτοιες περιπτώσεις δείχνουν γλαφυρά όψεις της διαπλοκής της γλώσσας, της εθνότητας, του φύλου και της σεξουαλικότητας στον προσωπικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό αυτο- και ετερο-προσδιορισμό. Και αυτός ο προσδιορισμός περνά μέσα από τα ξένα και εγχώρια στερεότυπα που συναποτελούν, μαζί με πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας ιστορικών γεγονότων και διαδικασιών, αυτό που θα ονομάσω εθνικό αφήγημα. Το έναυσμα για αυτήν την εργασία έχει πολλές πηγές. Θα αναφερθώ επιγραμματικά σε αυτές, επιχειρώντας να δώσω μια σύνοψη όσων προτίθεμαι να εξετάσω και να συνδέσω:
   Στη (γκέι τουλάχιστον) πορνογραφία, περίοπτη θέση κατέχουν τα εθνικά υποκείμενα που χαρακτηρίζονται ποικιλοτρόπως ως προς τις σεξουαλικές τους επιδόσεις. Μάλιστα πολλοί ιστότοποι ειδικεύονται σε απροκάλυπτα σεξουαλικές (=πορνογραφικές) αναπαραστάσεις εθνικών υποκειμένων (πρβλ. Czech boys). Τα υποκείμενα σεξουαλικοποιούνται με τη διάχυση στερεοτύπων μέσω του λόγου —τόσο του σωσσυρικού λόγου/parole όσο και του φουκωικού λόγου/discours ο οποίος περιέχει μεν αλλά υπερβαίνει το λόγο/parole. Τα στερεότυπα, σε αντίθεση με τα πρωτότυπα ως χαρακτηριστικότερα μέλη κατηγοριών, είναι καρικατουρίστικες αναπαραστάσεις υπαρκτών και αναγνωρίσιμων κατά τα άλλα αντικειμένων αναφοράς (παρά τον υπερκαθορισμό που συχνότατα οδηγεί στη στρέβλωσή τους). Ένα επιτυχημένο (βλ. πιστευτό) στερεότυπο συνήθως βασίζεται σε στοιχεία που τα ίδια τα αναπαριστώμενα υποκείμενα προβάλουν ως συγκροτητικά της υποκειμενικότητάς τους.
Μέσα από περιηγήσεις στα Βαλκάνια αλλά και τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία, διαπιστώνω ότι ενώ υπάρχουν σαφώς διακριτά εθνικά βαλκανικά αφηγήματα, η εικονογραφία του έθνους και του βαλκάνιου άντρα εμφανίζει αξιοπρόσεκτες ομοιότητες σε επιμέρους βαλκανικές κοινωνίες. 5. Εάν ο καθορισμός της ηγεμονικής αρσενικότητας περνά σε πολλές δυτικές κοινωνίες από την απαξίωση της ομοφυλοφιλίας (πρβλ. Benwell 2000), στα Βαλκάνια αυτή η διαδικασία διαπλέκεται επίσης, και μάλιστα σε βάθος χρόνου, με την εθνική κυριαρχία και έναν λόγο που παραπέμπει σε μια νοοτροπία του αουτσάιντερ των εξελίξεων (πρβλ. την filozofija palanke «επαρχιώτικη νοοτροπία/φιλοσοφία» του Konstantinović 2008 [1969]). Η βαλκανική εκδοχή του μάτσο ανδρισμού, ακόμη και στο πλαίσιο της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, ερωτικοποιείται (εντός και εκτός των συνόρων) γεγονός που, από τη μία μεριά, διατρανώνει αυτό το διαλογικό κατασκεύασμα, ενώ, από την άλλη, το ετεροποιεί σταθερά ως άξεστο, απολίτιστο, φαλλοκρατικό, πατριαρχικό, επαρχιώτικο, αλλά και ως ντόμπρο, τίμιο, γενναίο, κ.ο.κ. Όλα αυτά τα αντιφατικά κατηγορήματα βρίσκουν τελικά τη θέση τους στα συμφραζόμενα της σεξουαλικοποίησης του άλλου ως εθνικού υποκειμένου. Η πλούσια βιβλιογραφία για καθέναν από τους σπονδύλους που εξετάζω εδώ και τη μεταξύ τους σχέση δεν μου είναι άγνωστη. Θεωρώ όμως σκόπιμο να μην επεκταθώ σε συζητήσεις για τους ορισμούς και το σκεπτικό των συζεύξεων που, από τη μια μεριά, έχουν γίνει αντικείμενο εξονυχιστικής εξέτασης αλλού (βλ. π. χ., Mosse 1982, Pryke 1998, Nagel 1998) και, από την άλλη, προκύπτουν έμμεσα και από όσα θα πω παρακάτω.
   Η ακύρωση για δεύτερη φορά της προγραμματισμένης «Παρέλασης Υπερηφάνειας» (Gay Pride Parade/Povorka Ponosa) στο Βελιγράδι τον Σεπτέμβριο του 2009 έφερε και πάλι στην επιφάνεια εννοιολογήσεις της εθνότητας και των εθνικών υποκειμένων σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και, κυρίως, την ομοσεξουαλικότητα. Ασφαλώς, η εξέταση της σχέσης σεξουαλικότητας και εθνότητας —καθώς και σεξουαλικότητας και εθνικισμού— δεν είναι καινούριο ζήτημα (βλ. Mosse 1982). Θα έλεγε κανείς ότι είναι η παραληρηματική εκδοχή του σλόγκαν «το προσωπικό είναι πολιτικό». Στην περίπτωση, δε, των Βαλκανίων, με ανοιχτά ακόμη τα ζητήματα —και τις ουλές— που άνοιξαν οι πρόσφατοι πόλεμοι, η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση και έχει κεντρική θέση στον ομοφοβικό λόγο που εμφανίζεται άρρηκτα συνδεδεμένος με τον κυρίαρχο λόγο του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Παράλληλα, η εθνότητα παραμένει προνομιακό αντικείμενο ερωτικοποίησης και πορνογραφικής εκμετάλλευσης, όπως προκύπτει από διαδικτυακούς τόπους που φέρουν γλαφυρούς τίτλους με όρους εθνότητας. Έτσι το σώμα, ως φυσικό αντικείμενο —με επιθυμίες— που υπάρχει στον χώρο, από τη μία μεριά, εννοιολογείται σταθερά και ως εθνικό (δηλ. στο επίπεδο του φαντασιακού) και, από την άλλη, ερωτικοποιείται και πλασάρεται ως τέτοιο, στο πλαίσιο ενός ρητορικού ακροβατικού που στοχεύει στην άνωθεν διαχείριση και περιστολή των επιθυμιών του. Επιπλέον, η τρέχουσα κυρίαρχη εννοιολόγηση του αρσενικού μεταξύ των ομοφυλόφιλων αντρών στα Βαλκάνια —όπως και αλλού— υποστηρίζει και αναπαράγει αυτή τη λογική ακριβώς επειδή φετιχοποιεί —εντός και εκτός εθνικών συνόρων— την τραχύτητα και τη σκληρότητα του εθνικού βαλκανικού υποκειμένου που έκαναν το balkan συνώνυμο του αγροίκου στα γαλλικά, στις αρχές του περασμένου αιώνα (πρβλ. West 2006: 21). Αποτέλεσμα αυτής της λογικής είναι ότι εντόπιες μορφές ομοφυλοφιλίας αντέχουν στην πίεση που ασκεί το αγγλοσαξωνικό gay μοντέλο, ενώ, ταυτόχρονα, αναπαράγουν μια εκδοχή του ανδρικού ομοερωτισμού ως επιθυμία «πραγματικών αντρών για πραγματικούς άντρες» που βιώνεται ως επί το πλείστον «εκτός γκέι κύκλων». Έχει επίσης ενδιαφέρον να στραφούμε στη σύζευξη έθνους και αρσενικότητας σε σχέση με την ομοφυλοφιλία και να τη δούμε υπό το πρίσμα του precarity, της τρωτότητας ή ευαλωτότητας της Judith Butler (2009). Το πιο διαδεδομένο στερεότυπο της αντρικής ομοφυλοφιλίας είναι η εκθήλυνση του αρσενικού υποκειμένου που το καθιστά ελλειμματικό άντρα. Η εκθήλυνση, ως καίριο πλήγμα που δέχεται ο ανδρισμός, παίρνει τη μορφή της πρωκτικής διείσδυσης από έναν άλλον «ανδρισμό». Δεδομένης της συνάρτησης ανδρισμού/αρσενικότητας και εθνότητας, το έθνος είναι ευάλωτο γιατί είναι ευάλωτος ο ανδρισμός. Έτσι, ένας τρόπος προστασίας του έθνους είναι η περιθωριοποίηση του ελλειμματικού άντρα. Η αποδοχή του θα σήμαινε ατίμωση και συνεπώς απώλεια του έθνους όπως το ξέρουμε. Μια αποδοχή του ομοφυλόφιλου ως άντρα προϋποθέτει τη δύσκολη μετάβαση σε μια διαφορετική εννοιολόγηση του έθνους. Αυτή η εννοιολόγηση θα συνεπάγονταν μεγαλύτερη ορατότητα για τις γυναίκες ως εθνικά υποκείμενα πέραν της αναπαραγωγικής τους ιδιότητας, ως υποκείμενα που θα διαχειρίζονταν τα ίδια και την «τιμή» και την «ντροπή» τους. Υπό αυτή την έννοια τουλάχιστον, το έθνος συνδέεται τόσο με την αρσενικότητα όσο και με τη θηλυκότητα. Όμως, για την ώρα συνεχίζει να θεωρείται αστείο το εξής ανέκδοτο: Ο Αθανάσιος Διάκος πριν τον ανασκολοπίσουν απαγγέλλει λεβέντικα «Για δες καιρό που διάλεξε, ο χάρος να με πάρει τώρα που ανθίζουν τα βουνά…» [σε αυτό το σημείο οι Τούρκοι τον ανασκολοπίζουν και συνεχίζει την απαγγελία με τσιριχτή φωνή και σπάζοντας τον καρπό του] «και βγάζει η γη γκαζόν…». Αυτό το ανέκδοτο που άκουσα έφηβος στο σχολείο στριφογυρίζει στο μυαλό μου από τότε που σκέφτηκα τον τίτλο αυτής της εργασίας. Έρχεται επίσης στο μυαλό μου κάθε φορά που διαβάζω για την ετεροποίηση των Τούρκων στα σερβικά εθνικά συμφραζόμενα (ίσως γιατί και ο Ρήγας ανασκολοπίστηκε στο Βελιγράδι αλλά και μέσω της φρικώδους περιγραφής αυτής της πρακτικής στο Γεφύρι στο Δρίνο του Ivo Andrić). Αν ο θάνατος ενός εθνικού ήρωα είναι ούτως ή άλλως πλήγμα για ένα «γιο του έθνους», τότε ο θάνατός του ως ελλειμματικού άντρα από τον «χειρότερο εχθρό» είναι η ύστατη ατίμωση για το έθνος. Μια παρόμοια λογική που στηρίζεται στην ατίμωση/μόλυνση του έθνους ως εξήγηση του βιασμού (γυναικών αλλά και αντρών) εν καιρώ πολέμου έχει προταθεί από διάφορες πηγές. Αν την ακολουθήσουμε, βλέπουμε γιατί η εθνότητα συναρτάται με τη σεξουαλικότητα και δη με την αρσενικότητα. Βλέπουμε επίσης ότι η αρσενικότητα συναρτάται με την εθνότητα και η εθνότητα με τον «πολεμιστή» άνδρα».
Το έθνος οικοδομείται με την αναπαραγωγική σεξουαλικότητα των εθνικών υποκειμένων. Αλλά η διείσδυση από ένα πέος μπορεί να εξοστρακίσει το εθνικό υποκείμενο: τη γυναίκα στην περίπτωση βιασμού από τον εχθρό και τον άντρα σε κάθε περίπτωση. Αυτό το στοιχείο του εθνο-σεξουαλικού αφηγήματος, σε όλη την αποστομωτική απλότητά του, εργαλειοποιείται για τη διατήρηση καλά εδραιωμένων μηχανισμών εξουσίας, εφόσον το μεταφορικό δυναμικό του επιτρέπει ιλιγγιώδη εννοιολογικά άλματα που, όταν δεν περνούν απαρατήρητα, αντιστέκονται σθεναρά σε παρεμβάσεις. Αυτή η εργασία αντλεί από δεδομένα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο οι περιγραφές της Rebecca West για την «αρρενωπότητα» των Νοτιοσλάβων αντρών, πορνογραφικά βίντεο που ερωτικοποιούν εθνικά υποκείμενα, διαδικτυακές προσωπικές αγγελίες, αποσπάσματα συνεντεύξεων από ντοκυμανταίρ, προσωπικές ιστορίες και γκραφίτι στους δρόμους μεγαλουπόλεων σε μια προσπάθεια κατανόησης της σεξουαλικοποίησης του «εθνικού κορμού» και της «εθνικοποίησης» των έμφυλων και σεξουαλικών υποκειμένων........

Aπόσπασμα από δοκίμιο του Κώστα Κανάκη που δημοσιεύεται στο 18ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Ο Κώστας Κανάκης διδάσκει κοινωνιογλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Για το ροκ του Γιάννη Αγγελάκα-Dr. Lara Recagno

να σας προτείνω ένα νοητικό πείραμα: υποθέστε ότι διαβάζετε κάποιες γραμμές χωρίς να γνωρίζετε το συγγραφέα τους, ούτε πού, πότε και γιατί γράφτηκαν. Και φανταστείτε ότι τις αξιολογείτε έτσι όπως είναι.
   Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα κόμικς έχουν την ίδια σπουδαιότητα με μια εικόνα, όπου μια κινηματογραφική ταινία έχει την ίδια αξία με μια θεατρική παράσταση και όπου ένα τραγούδι έχει την ίδια αξιοπρέπεια με ένα ποίημα, το πείραμά μας θα ήταν ενδιαφέρον, αλλά σίγουρα όχι και αναπάντεχο.
   Στη γηραιά Ευρώπη, όμως, όπου η διάκριση μεταξύ των καλών τεχνών και της τέχνης που απευθύνεται στο ευρύ κοινό παραμένει ένα πολύβλαστο δέντρο με τις ρίζες του βυθισμένες στο φεουδαλικό χούμο του Μεσαίωνα, αυτή η πράξη θα μας έδινε τη δυνατότητα να συντρίψουμε —όπως μας διαβεβαιώνει ο Gombrich— εκείνους τους «εσφαλμένους λόγους» για να μην απολαμβάνουμε ένα έργο τέχνης.
   Ας εντρυφήσουμε, λοιπόν, στις ακόλουθες γραμμές:
    
Τί χρὴ τί χρή με, δέσποτ᾽, ἐν ξένᾳ ξένον
    στέγειν ἢ τί λέγειν πρὸς ἄνδρ᾽ ὑπόπταν;
    φράζε μοι.

    Κάτω απ' τα πόδια μου οι δρόμοι καίγονται
    Τρέχω σαν ξένος στην πιο ξένη ερημιά
    Κι ακούω τις γέφυρες που πίσω μου γκρεμίζονται
    Μα δεν με νοιάζει αν θα γυρίσω πίσω πια
    Θέλω να ζήσω όπως τ' αστέρια που ξεψύχησαν
    Μέσα στο φως κάποιου αφιλόξενου και μακρινού ουρανού
    Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα
    Και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού.

    Όπως και οι ψυχές, τα πρωτυνά κορμιά μας θα ζητάμε,
    όμως καμιά ψυχή το πρωτυνό το σώμα της δε θα ξαναντυθεί,
    γιατί δεν είν’ σωστό να πάρει κανείς πίσω ό,τι έχει ξεντυθεί.
    Εδώθε θε να σέρνουμε τα δόλια τα κορμιά μας,
    Στο πένθιμο το δάσος θε να κρεμαστούν, καθένα απ’ το δεντρί
    Όπου φυλακισμένη την κακιά του κρατάει την ψυχή.

    Το λιμάνι ανάβει σε άλλους τα φώτα του·
    εμένα προτρέπει ακόμη
    στ’ ανοικτά το αδάμαστο πνεύμα
    και της ζωής ο πονεμένος έρωτας.
   
    Συχνά συνάντησα την κακοπάθεια της ζωής:
    ήταν ο παφλασμός του ρυακιού του εμποδισμένου,
    ήταν ο μαρασμός του φύλλου του καψαλισμένου,
    ήταν το άλογο το σωριασμένο καταγής.

    Καλό δε γνώρισα εκτός από το θαύμα
    που κάνει φανερή τη θεϊκή Αδιαφορία:
    ήταν το άγαλμα μες στη μεσημεριάτικη αδράνεια,
    και το σύννεφο, και το γεράκι που υψώθηκε στα ουράνια.
 

   Αυτοί είναι κάποιοι στίχοι των Σοφοκλή, Γιάννη Αγγελάκα, Δάντη Αλιγκέρι, Uberto Saba, Eugenio Montale. Ίσως θα εκπλαγείτε μαθαίνοντας ότι κάποιες απ’ αυτές τις γραμμές είναι το κείμενο ενός ροκ τραγουδιού που γράφτηκε στην Ελλάδα προς το τέλος του 20ού αιώνα.
   Έκπληξη;
   Ο Γιάννης Αγγελάκας (Nεάπολη, Θεσσαλονίκη, 1959) είναι μέλος μιας οικογένειας που δεν είναι εύπορη, και μεγαλώνει με συναίσθηση της φτώχειας του και του μόχθου που προϋποθέτει καθημερινά η ζωή.
   Κατά τα χρόνια της παιδικής και πρώιμης εφηβικής του ηλικίας, η εξουσία καταλαμβάνεται από μια φασιστικού τύπου δικτατορία· ο πατέρας του Αγγελάκα, μέλος του KKE, τάσσεται με το μέρος των αντικαθεστωτικών. Ο Γιάννης, όμως, δεν αποδέχεται ούτε το νέο καθεστώς ούτε την επιλογή του πατέρα του: θεωρεί ότι ο κομμουνισμός είναι κι αυτός μια δικτατορία κρυμμένη πίσω από απατηλές ιδεολογίες. Νιώθει ότι ο πατέρας του, που έλεγε ότι ήταν επαναστάτης, δεν μπορεί να τον καταλάβει γιατί είναι διαφορετικός. Έτσι, ο Γιάννης αρχίζει να απομακρύνεται από την οικογένειά του, μέχρι που το 1979 εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι για να μην επιστρέψει ποτέ.
   Στα χρόνια του Λυκείου παρακολουθεί μαθήματα κιθάρας, όπου και συναντά τον Γιώργο Καρρά, ένα νεαρό της ίδιας ηλικίας, με τον οποίο ξεκινά αμέσως μια σπουδαία φιλία και σχηματίζει το ροκ συγκρότημα Τρύπες το 1983. Οι Τρύπες υπήρξαν ένα σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά· τη γενιά εκείνων που αδημονούσαν για την έκδοση του κάθε άλμπουμ των Τρύπες, εκείνων τις ζωές των οποίων άγγιζαν τα τραγούδια τους, εκείνων που μεγάλωσαν και σμιλεύτηκαν με τις νότες του Ταξιδιάρα Ψυχή και του Εδώ.
   Ήταν μια σημαντική εμπειρία για όλα τα μέλη του συγκροτήματος, τα οποία δεν μοιράζονταν απλώς τη δουλειά, την επιτυχία, τους ήχους, τη μουσική, αλλά επίσης και ουσιαστικά την ίδια τους τη ζωή· δούλευαν, έπαιζαν, μεγάλωναν μαζί.
   Ήταν μια καταλυτική εμπειρία για τη ζωή και την εσωτερική διαδρομή του ίδιου του Αγγελάκα: οι Τρύπες δεν του έδειχναν μόνο μια ποιητική και μουσική ρότα, αλλά έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
   Η εκφραστική επιλογή των από κοινού μοιραζόμενων συναισθημάτων τους συνιστά ένα μουσικό είδος που σμίγει τη διεθνή ροκ με την ελληνική γλώσσα, με την επίγνωση ότι αυτό θα εμπόδιζε την επιτυχία πέρα από τη χώρα τους, αλλά με τη βεβαιότητα ότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα με την οποία επιθυμούσαν να επικοινωνούν και με την πεποίθηση ότι οι θαυμαστές από τους οποίους ήθελαν να γίνουν κατανοητοί ήταν οι Έλληνες νέοι. Πέρα απ’ αυτό, με το να εκφράζονται στη γλώσσα τους μπορούσαν να δημιουργούν δύσκολα κείμενα, να δίνουν φωνή στο θυμό, την ανησυχία, την εσωτερικότητα αυτών των ίδιων, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς.
   Οι στίχοι των τραγουδιών5 που έπαιζε το συγκρότημα γράφονταν από τον Αγγελάκα και κάποιοι από αυτούς είναι σχέδια ποιημάτων που είχε   γράψει παλιότερα ο ίδιος. Αλλά ο Γιάννης διαβεβαιώνει ότι η τύχη που είχε η μουσική τους οφείλεται πάνω απ’ όλα στη βαθιά συνεργασία ανάμεσα στους συντρόφους του. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ο ίδιος δηλώνει: «Όταν γράφω κάτι, είναι σαν να το έγραψαν και εκείνοι. Επειδή αν δεν το νιώθουν, δεν μπορούν να παίξουν ένα τραγούδι».
   Αυτή η τέλεια και αποδοτική συνέργεια θα διαρκέσει για δεκαπέντε χρόνια. Είναι μόνο το 2000, αφού έχουν ήδη «γεννηθεί» οχτώ άλμπουμ, που οι Τρύπες χωρίζουν, κουβαλώντας μαζί τους την αναγνώριση ότι ήταν αυτοί που ξεκίνησαν την ιστορία του ροκ στην Ελλάδα, με εξαίρεση την εμπειρία του σολίστα Παύλου Σιδηρόπουλου. 
   «Στις Τρύπες» ο Αγγελάκας αφιερώνει δύο συλλογές που γράφτηκαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια: Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι και Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; Αυτές περιλαμβάνουν και κάποιους στίχους του γκρουπ, μικρά ποιήματα, αφορισμούς, στοχασμούς, καθώς και ορισμένα ιχνογραφήματα σε ελεύθερο σχέδιο του ίδιου του Αγγελάκα.

    Φοβισμένη σε κοιτάζω ν' ανεβαίνεις
    βρώμικα σοκάκια στα κρυφά
    Κυριακή, κάποιο πελάτη περιμένεις
    κι ίσως απόψε σου αφήσει αρκετά
                Νταβαντζής, από το άλμπουμ Τρύπες, 1985.


   Στα δύο πρώιμα άλμπουμ, Τρύπες και Πάρτυ στον 13ο Όροφο, τα κείμενα αναπαριστούν θέματα της αστικής πραγματικότητας και των σχετικών με αυτή καταστάσεων ή ψυχικών διαθέσεων, όπως η φτώχεια, η νεότητα με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις της ή ακόμα και τόπους συνάντησης: παμπ, πάρτι, δρόμους.................................................

   Η «Ατέλειωτη επιστροφή» των πραγμάτων, η κυκλικότητα των δεινών, η καταδίκη σε χρόνιο θρήνο χωρίς ανάπαυση, η απουσία κάθε ελπίδας, οι αναθεματισμοί και η κεντρικότητα της αγάπης φέρνουν με εξαιρετική ακρίβεια στη μνήμη τα τρίστιχα του Δάντη για τους λάγνους που περιπλανώνται αιώνια, παρασυρμένοι από την καταιγίδα της κολάσεως.

    Κι αυτή η διαβολεμένη, όπου σταματημό δεν έχει,
    με μια κακία τις ψυχές τραβολογάει·
    τις ξεσκίζει και δώθε-κείθε τις στριφογυρνάει.
    Σαν τούτες φτάνουνε στα χείλια του γκρεμού,
    αρχίζουνε τα ουρλιαχτά, το κλάμα και τους θρήνους·
    τη θεία βούληση τότες αυτές πιάνουν να βλαστημούνε.
    Κατάλαβα πως τούτο το μαρτύριο
    ήταν για τους αμαρτωλούς της σάρκας,
    τη λογική που δούλωσαν στην εξουσία του πάθους.
    Κι όπως πετάνε τα ψαρόνια στη βαρυχειμωνιά,
    πολλά-πολλά μαζί, ατέλειωτη μια λιτανεία,
    έτσι οι σπηλιάδες τις κακορίζικες ψυχές
    πάνω-κάτω, δω κι εκεί χτυπάγαν με μανία·
    παρηγοριά δεν έχουνε καμία,
    ούτε γι’ ανάσα, ούτε και που μικραίνει η τιμωρία.
 
Σε αναλογία με τον Δάντη και με τη χριστιανική θεώρηση της κόλασης σαν τόπο αιώνιας καταδίκης για τους επίγειους αμαρτωλούς, θυμόμαστε ότι στο Όλα τελικά ξεναγυρνάν σε μας δεν λείπουν οι αναφορές στον εξευμενισμό της προσωπικής ενοχής: η μορφή ενός «θεού εκβιαστή» και η φράση «Κι εμείς πληρώνουμε».

    Δεν υπάρχει χαμένος καιρός δεν υπάρχει
    οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
    ένας θεός εκβιαστής τις συγκεντρώνει
    κι όμηρους τις κρατάει
    ώσπου τα λύτρα που ζητάει από μας να πληρωθούν
    Κι εμείς πληρώνουμε
    Όλα τελικά, όλα
    όλα τελικά ξαναγυρνάν σ' εμάς
                Όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας,

                      
από το άλμπουμ Τρύπες στον Παράδεισο, 1990.

   Το όλα ξαναγυρνάν είναι μια από τις θεμελιώδεις ιδέες στην ποίηση του Αγγελάκα. Με όλη την αρμόζουσα επιφυλακτικότητα, θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτή την ιδέα ως μία επανερμηνεία της αρχαίας θεωρίας περί της «αέναης επιστροφής»· της ιδέας ότι στη ζωή του κάθε ατόμου, το καθετί «επιστρέφει» και επαναλαμβάνεται αναρίθμητες φορές, χωρίς καμιά πιθανότητα μεταβολής της πορείας των γεγονότων. 
   Πρόκειται για μια ιδέα σύμφωνα με την οποία η ζωή μας αναγκάζει, καθημερινά, να αντιμετωπίζουμε σκληρές δοκιμασίες. Τα λάθη επιστρέφουν κι αυτά, αλλά δεν διδάσκουν τίποτα. Έτσι και στον Αγγελάκα, ακόμα και αυτή η ελάχιστη παρηγοριά είναι απούσα. Ο άνθρωπος είναι προορισμένος να διαπράττει για πάντα τα ίδια σφάλματα επειδή αυτό είναι σύμφυτο με το πεπρωμένο του, αλλά και επειδή εκείνο που στο τέλος αποκαλύπτεται να είναι ένα νιοστό σφάλμα, στο ξεκίνημά του είναι μια δελεαστική κολακεία.
   Η αγάπη είναι ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία που συνιστούν μέρος αυτής της τραγικής κυκλικής κίνησης του καρουζέλ.
   Σε αυτή τη συνεχή επανάληψη βιωμάτων «πάντοτε διαφορετικών αλλά, και πάλι, πάντοτε όμοιων», ο ποιητής φαίνεται να προτιμά εκείνες τις στιγμές της «παύσης» που μεσολαβεί ανάμεσα σε μια εμπειρία και σε μια άλλη, τις υποτιθέμενες «στιγμές ηρεμίας», στις οποίες δεν καιγόμαστε και δεν υποφέρουμε. Πράγματι, η λέξη σιωπή χρησιμοποιείται πολύ. 
Αποσπάσματα από το δοκίμιο της Δρ Lara Recagno που δημοσιεύτηκε στο 13ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Η φωτογραφίες από την παρουσίαση του κειμένου στο ΠΕΙΡΑΜΑ στις 13 Ιουνίου του 2009.

Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2010

Χωρική κατασκευή ανδρισμών στις τουαλέτες.Eλένη Κυρατσού

Παρόλο που οι τουαλέτες έχουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή βίωση του υλικού περιβάλλοντος από τον καθένα, παρόλο που είναι από τους πιο διαδεδομένους χώρους του κτισμένου περιβάλλοντος και παρόλο που επενδύονται με ισχυρές συμβολικές και κοινωνικές σημασίες τους σε πολλούς πολιτισμούς, είναι εκπληκτικό το πόσο μικρή σημασία τους δίνεται στον ακαδημαϊκό και δημόσιο διάλογο (Plaskow 2009:viii). Στον ακαδημαϊκό κόσμο συγκεκριμένα, το θέμα της τουαλέτας φαίνεται να θεωρείται παρεξηγήσιμο πεδίο, σαν να αναμετριέται με τα όρια του επιστημονικά αποδεκτού. Αν και σημαντικοί κοινωνικοί στοχαστές όπως οι Freud, Lacan, de Beauvoir, Foucault, Butler, Zizek, και Kristeva έχουν αναφερθεί στη σημασία του χώρου των τουαλετών και τη συσχέτιση του με σύγχρονα συστήματα αξιών, οι τουαλέτες παρέμεναν μέχρι πρόσφατα, εκτός της συστηματικής κοινωνικής, ιστορικής και χωρικής ακαδημαϊκής μελέτης. Τα τελευταία χρόνια, αυτό φαίνεται να αλλάζει, καθώς οι τουαλέτες προβάλλουν (δυναμικά) στις ακαδημαϊκές συζητήσεις. Ενδείξεις για αυτό αποτελούν (για παράδειγμα) το συνέδριο Outing the Water closet: Sex, Gender, and the Public Toilet, ο συλλογικός διεπιστημονικός τόμος Ladies and Gents: Public toilets and Gender (Gershenson & Penner 2009) και ο υπό έκδοση συλλογικός διεπιστημονικός τόμος επίσης, Toilet: Public Restrooms and the Politics of Sharing (Noren & Molotch), στα οποία το φαινομενικά περιορισμένο θέμα του χώρου των τουαλετών αντιμετωπίζεται όχι μόνο ως προς την ισχυρή συσχέτισή του με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και ως ένα πιθανό παράθυρο σε ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις και δομές. Κάποιοι σύγχρονοι ερευνητές πιστεύουν ότι είναι μία ιστορική στιγμή στην οποία φαίνεται να υπάρχει έντονο ενδιαφέρον και ανοιχτή διάθεση για να συζητήσουμε για τις τουαλέτες (Plaskow 2009:vii) καθώς και ότι υπάρχει μία αυξανόμενη διεθνής θέληση να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα που σχετίζονται με την τουαλέτα (Anthony and Dufresne 2007). Το παρόν άρθρο προέρχεται από ανακοίνωση με θέμα τις κατασκευές ανδρισμών μέσω των κυρίαρχων χωρικών διαμορφώσεων των ανδρικών τουαλετών, στη διημερίδα (Αρσενικοί και μη) Ανδρισμοί. Στηρίζεται σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις από την επιτόπια έρευνα στη Θεσσαλονίκη, κυρίως κατά το 2008, στα πλαίσια της διδακτορικής μου εργασίας, η οποία γενικότερα έχει ως στόχο να αναδείξει τον ρόλο του δομημένου περιβάλλοντος στη συγκρότηση του πολιτισμού, μέσα από το παράδειγμα του χώρου των τουαλετών. Πιο συγκεκριμένα, η διερεύνηση της εμπλοκής ενός θεωρούμενου «φυσικού» και «ασήμαντου» χώρου όπως οι τουαλέτες του αστικού χώρου, τόσο στη διαμόρφωση των κοινωνικών αντιλήψεων, θέσεων, αξιολογήσεων, και νοοτροπιών, όσο και στη διαμόρφωση και διαχείριση των ταυτοτήτων των πολιτών και του κοινωνικού τους χώρου. Η έρευνα εστιάζει στις εκτός οίκου τουαλέτες της Θεσσαλονίκης. Αυτές που αναφέρονται ως δημόσιες τουαλέτες κυρίως στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία (public toilets /restrooms), και είναι στη Θεσσαλονίκη, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος του δυτικού κόσμου, έμφυλα διαχωρισμένες σε ανδρικές και γυναικείες. Προτιμώ τον όρο έξω-οικιακές, παρά δημόσιες (τουαλέτες), καθώς εκφράζει καλύτερα τον ισχυρό σύγχρονο διαχωρισμό, από τους ίδιους τους συνομιλητές μου, των τουαλετών σε οικιακές και μη, και επιτρέπει την ανάλυση του δημοσίου και μη, χαρακτήρα των τουαλετών του αστικού χώρου, καθώς αυτές βρίσκονται σε δημόσιους αλλά και ιδιωτικούς χώρους —όπως πάρκα, πλατείες, σταθμούς, καταστήματα και εμπορικά κέντρα, γραφεία, νοσοκομεία, σχολεία, καφετέριες, μπαράκια και κλαμπάκια, ταβέρνες και εστιατόρια, και διάφορα άλλα.
   Ειδικότερα, οι εκτός οίκου τουαλέτες ανάγονται σε ένα από τα καταλληλότερα πεδία για τη διερεύνηση της έννοιας του χώρου σε σχέση με το φύλο και τη σεξουαλικότητα λόγω κυρίως της ισχυρής χωρικής τους έμφυλης διχοτόμησης. Πιο συγκεκριμένα, οι έξω-οικιακοί χώροι υγιεινής, όπου κυριολεκτικά οι τοίχοι διαχωρίζουν τους χρήστες σε άνδρες και γυναίκες, φυσικοποιούν, χωροποιούν και ταυτόχρονα παγιώνουν την κυρίαρχη αντίληψη των δύο, βιολογικά και ανατομικά, διαφορετικών φύλων. Έτσι, η είσοδος του υποκειμένου στις έξω-οικιακές τουαλέτες αποτελεί μία προσωπική ενσωματωμένη εμπειρία του φύλου, αλλά και μία δημόσια ασυνείδητη επιβεβαίωση της έμφυλης ταυτότητας και του σύγχρονου δυτικού πολιτισμικού κανόνα που θέλει μόνο δύο αυστηρά διακριτά φύλα. Με άλλα λόγια, για το φύλο οι (εκτός οίκου) τουαλέτες αποτελούν έναν «παγιωμένο» χώρο που διαχωρίζεται σε δυο αυστηρά τμήματα και υποχρεώνει κάθε υποκείμενο να περιοριστεί σε μία μόνο από δύο κλειστές επιλογές. Με αυτόν τον τρόπο η αναγκαστική επιλογή, «ανδρών» ή «γυναικών», χωροποιεί και φυσικοποιεί άμεσα την επικρατούσα έμφυλη ιδεολογία και την καθημερινή διαχείρισή της (Κυρατσού 2005).
   Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας, μέσα από συνεντεύξεις επιβεβαιώθηκε ότι οι περισσότεροι συνομιλητές μου αντιλαμβάνονται με βεβαιότητα ότι υπάρχουν «δυο φύλα» με σημαντικές διαφορές ανάμεσα τους και ότι ανήκουν με βεβαιότητα σε ένα από αυτά, το οποίο και καθορίζει τη σχέση τους με τον χώρο της τουαλέτας. Όλοι οι συνομιλητές μου στη Θεσσαλονίκη δηλαδή, ως «άνδρες» ή «γυναίκες» πηγαίνουν σε ανδρικές ή γυναικείες τουαλέτες. Θεωρούν «δεδομένη» και «φυσική» τη διχοτόμηση του χώρου των τουαλετών σε ανδρικές και γυναικείες. Δεν την αμφισβητούν εφόσον ανάγεται στην ανατομική διαφορά, η οποία είναι εδραιωμένη από τον επιστημονικό κυρίαρχο λόγο. Σε πολλές από τις συζητήσεις μάλιστα, η έμφυλη διχοτομία έχει φυσικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η τουαλέτα —διαφορετική ανδρών και γυναικών— να γίνεται απόδειξη της διαφορετικότητάς τους. Ο διαχωρισμός του χώρου των τουαλετών ακολουθείται στην πράξη σχολαστικά στη Θεσσαλονίκη και οι περιπτώσεις επίσκεψης σε τουαλέτα που βρίσκεται σε αναντιστοιχία με το φύλο είναι πολύ σπάνια. Επίσης τα άτομα του ίδιου φύλου συνηθίζουν να μοιράζονται αναμεταξύ τους κοινές εμπειρίες και συμπεριφορές, αλλά αυτές παραμένουν ανεξερεύνητες και μη προσβάσιμες από το άλλο φύλο. Έτσι, ο χώρος και η εμπειρία του «αντίθετου φύλου» καθίσταται «άβατο», με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η σύγκριση και ενοποίηση των εμπειριών των δύο, χωρικά διαχωρισμένων, έμφυλων επιλογών. Συγκεκριμένα, οι άνδρες συνομιλητές μου ισχυρίζονται ότι οι πρακτικές στις γυναικείες τουαλέτες είναι κάτι που «δεν ξέρουν», «δεν θα μπορούσαν να ξέρουν», ή «δεν πρέπει να ξέρουν». Παρόλα αυτά στις συνεντεύξεις κάνουν επαναλαμβανόμενα σχόλια για την «ιδέα» που έχουν για τις γυναικείες τουαλέτες. Πολλοί τις φαντάζονται καθαρότερες, και ξαφνιάζονται όταν μαθαίνουν ότι και οι γυναικείες τουαλέτες «είναι τόσο βρώμικες όσο οι ανδρικές». Πολλοί τις φαντάζονται «καλύτερες» όπως ένας 7χρονος που περιγράφοντας τις «απαίσιες τουρκικές τουαλέτες που έχουν τα αγόρια στο σχολείο», δηλώνει με σιγουριά ότι «τα κορίτσια έχουν κανονικές» (λεκάνες)!
   Ο χωρικός διαχωρισμός των ανδρικών και των γυναικείων τουαλετών  καθοδηγεί σε διαφορετική χρήση, διαφορετική αντίληψη του σώματος και του εαυτού, σε διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις, διαφορετικό έθος, άνδρες και γυναίκες αντίστοιχα. Καθώς οι αντιλήψεις και οι εμπειρίες των υποκειμένων σε έξω-οικιακές τουαλέτες είναι ισχυρά έμφυλες, επιβάλλουν στο υποκείμενο τη σχέση με το σώμα του προσδίδοντάς του περιορισμούς αλλά και δυνατότητες, καθώς το κατατάσσουν σε ιεραρχικές σχέσεις δύναμης ανάλογα με το φύλο που «έχει». Σχέσεις δύναμης και έμφυλα χαρακτηριστικά που λειτουργούν αμφίδρομα και όχι μόνο σε βάρος του ενός από το άλλο φύλο, (καθώς επίσης) και ιεραρχικές κατατάξεις οι οποίες μπορούν να εκληφθούν αρνητικά ή θετικά, ανάλογα με την οπτική από την οποία εξετάζονται. Γενικότερα (και ως γενίκευση), στην κυρίαρχη άποψη η θηλυκότητα σχετίζεται με την «καθαριότητα», την «πολιτισμένη συμπεριφορά», τους «καλούς τρόπους» και εξαναγκάζεται σε δυσκολότερη βίωση του χώρου, ενώ ο ανδρισμός σχετίζεται με την «ζωώδη συμπεριφορά», κερδίζοντας όμως ανεξαρτησία από υλική υποστήριξη, άνετη βίωση του χώρου, και ελευθερία κινήσεων. Συμπερασματικά, εμβαθύνοντας στις εμπειρίες και τους χώρους κατά την επιτόπια, διαπίστωσα ότι η επιτελεστική αναμέτρηση με τα έμφυλα πρότυπα στο πεδίο της έξω-οικιακής τουαλέτας, την καθιστά προβληματική για κάθε υποκείμενο, ανεξάρτητα από το φύλο του.
   Ερευνητές από διαφορετικά επιστημονικά πεδία εστίασαν πρόσφατα, στον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες τουαλέτες διαμορφώνουν και ρυθμίζουν έμφυλες και σεξουαλικές ταυτότητες. Οι Edelman (1996), Barcan (2005), Davies (2007), Penner (2009), Gershenson & Penner (2009) και Κυρατσού (2005) συμφωνούν ότι η τουαλέτα δεν είναι απλώς λειτουργική απάντηση στις σωματικές ανάγκες αλλά πολύ περισσότερο ένα πολιτισμικό προϊόν που διαμορφώνεται από Λόγους για το φύλο, το σώμα, την ιδιωτικότητα και την υγιεινή. Επίσης ότι, η χωρική οργάνωση των τουαλετών επιδιώκει να διαμορφώσει έμφυλους χρήστες, καθώς στον συγκεκριμένο χώρο χωροποιούνται οι ερμηνείες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας και προσδιορίζονται κανόνες για τις επιτελέσεις τους. Για τους ανδρισμούς που κατασκευάζονται χωρικά ο Edelman, με το άρθρο του στον συλλογικό τόμο Stud: Architectures of Masculinity (Sandler 1996), εστίασε πρώτος στο ανδρικό τμήμα των «δημοσίων» τουαλετών και στον τρόπο με τον οποίο τα υλικά στοιχεία του χώρου αλλά και οι κυρίαρχοι χωρικοί κανόνες συμπεριφοράς, καθοδηγούν και βασίζονται στην επιτέλεση της ηγεμονικής ετεροφυλοφιλικής αρρενωπότητας.  Συγκεκριμένα, για τον Edelman, η καθορισμένη ιδιωτικότητα των ατομικών καμπίνων και ταυτόχρονα η τοποθέτηση των ουρητήρων στον προθάλαμο, καθορίζουν τους κανόνες έκθεσης του αρσενικού σώματος. Μία κοινωνική τεχνολογία που απαιτεί μια ορισμένη σχέση μεταξύ του υποκειμένου και του σώματος του, ορίζοντας ότι «στις ανδρικές τουαλέτες δεν δείχνεις τον κώλο σου και δεν κρύβεις το πουλί σου» (1996:153). Παράλληλα καθορίζει την σχέση του υποκειμένου με τους άλλους, μέσω της διαχείρισης του βλέμματος, καθώς καθορίζει ότι παρόλο που το πέος πρέπει να επιδεικνύεται δημόσια, ποτέ δεν πρέπει να κοιτάζεται απευθείας. Είναι σαν ο χώρος να κατασκευάζεται, συμπληρώνει ο Edelman, βάσει της υπόθεσης ότι δεν μπορεί να υπάρχει ομοφυλοφιλική επιθυμία μέσα σε αυτόν και συγχρόνως σαν να κατασκευάζεται για να διαφυλαχθεί από αυτήν την επιθυμία, δίνοντάς της τη δυνατότητα να συμβεί μέσω της υλικής κατασκευής και αποτρέποντας κάθε πιθανότητα να συμβεί μέσω του έθους (στο ίδιο: 154). Από αυτήν την οπτική οι ανδρικές τουαλέτες επιχειρούν να κατασκευάσουν ένα αρσενικό υποκείμενο κλεισμένο στον εαυτό του που του απαγορεύεται κάθε είδους οπτική επικοινωνία με οτιδήποτε άλλο εκτός του καθρέπτη του. Κατασκευάζονται, γράφει ο Edelman, «με στόχο να φρουρούν το φόβο του εξευτελισμού και της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας», ενώ, και λειτουργούν «ως θεατρική σκηνή της ετεροφυλοφιλικής αγωνίας» (στο ίδιο: 152). Καθοδηγούν το αρσενικό υποκείμενο ενώπιον του μόνου κοινού του οποίου η μαρτυρία μετράει, του αρσενικού, να επιτελέσει το υποχρεωτικό του κλείσιμο στην κυρίαρχη αρρενωπότητα (στο ίδιο). Κατά τη διάρκεια της επιτόπιας έρευνας στη Θεσσαλονίκη πολλοί ερωτηθέντες ισχυρίσθηκαν ότι όταν χρησιμοποιούν τους ουρητήρες «βρίσκονται σε επαγρύπνηση για αδιάκριτα βλέμματα και κινήσεις από άλλους άνδρες». Επιβεβαιώνουν τους ισχυρούς κανόνες διαχείρισης του βλέμματος, συμπεριφοράς και παραμονής που διέπουν τις ανδρικές τουαλέτες, και περιγράφουν, πώς κάθε παρέκκλιση των κανόνων μπορεί να αποτελέσει διακύβευση της αρρενωπότητας. Ο Χρήστος, για παράδειγμα, παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο η έμφυλη και σεξουαλική ταυτότητα αστυνομεύεται από τον χώρο και τους ανθρώπους και τι γίνεται όταν τα υποκείμενα ξεφεύγουν από το κοινωνικό σενάριο και δρουν διαφορετικά. Λέει: «Γενικά δεν υπάρχει φόβος. Θα το καταλάβεις αμέσως εάν κάποιος προσπαθεί να σε πλησιάσει. Εάν έρθει κάποιος στον ουρητήρα δίπλα σου ενώ έχει άλλους κενούς παραπέρα, σημαίνει ότι θέλει να επικοινωνήσει μαζί σου. Δεν είναι και τίποτα, τα μαζεύεις και φεύγεις αν θέλεις. Αλλά αυτό δεν το κάνει κανείς, γιατί θα τον γιουχάρουν οι άλλοι, ... θα τον κράξουν άσχημα. Γενικά αν κάποιος παραμένει πολύ ώρα στους προθαλάμους, —φτιάχνεται στον καθρέπτη, κάνει ότι πλένει τα χέρια του— τότε φαίνεται ότι χρονοτριβεί για κάποιον λόγο, και πιθανόν να είναι πούστης που θέλει να βλέπει τους άλλους ή να βρει κανέναν». Οι συζητήσεις λοιπόν για τους ουρητήρες, συχνά στρέφονται άμεσα γύρω  από τις ανδρικές σεξουαλικότητες. Στη συνέντευξη με τον Βλαντιμίρ για τις τουαλέτες ενός εμπορικού κέντρου στη δυτική Θεσσαλονίκη, απαντά ότι δεν χρησιμοποιεί ποτέ τους ουρητήρες, μόνο τις καμπίνες, γιατί «υπάρχουν πολλοί περίεργοι τύποι εκεί», αναφέρει όμως, μια (άσχετη με τουαλέτες) ιστορία για «έναν τραβεστί που συνάντησε μπροστά στην είσοδο του εμπορικού». Συνέδεσε έτσι απευθείας τους ουρητήρες με τη σεξουαλική και έμφυλη ταυτότητα παρόλο που στις αφηγήσεις του δεν είχαν καμία άμεση σχέση. Γενικότερα, οι περισσότεροι συνομιλητές στην επιτόπια ισχυρίστηκαν ότι «δεν προτιμούν να χρησιμοποιούν τους ουρητήρες, παρόλο που οι άλλοι το κάνουν». «Δεν τους πειράζει να περιμένουν κανένα λεπτό να αδειάσει κάποια καμπίνα». Λένε ότι στους ουρητήρες «ντρέπονται», «δεν τους έρχεται εύκολα», «δεν μπορούν», «πάντα έχουν τον νου τους μήπως κανείς τους κοιτάζει αδιάκριτα», «το βρίσκουν απολίτιστο», ή πώς «στους ουρητήρες πάνε μόνον οι γέροι».
...........

Απόσπασμα από δοκίμιο της Ελένης Κυρατσούς που δημοσιεύεται στο 18ο τχ. του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η Ελένη Κυρατσού είναι αρχιτέκτων μηχανικός, υποψήφια διδάκτορας κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Η φωτογραφία είναι του Κώστα Ιωαννίδη.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

AΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΝΙΦΟΥΣΤΟΦΟΡΕΙΝ ΚΑΙ ΤΟ ΟΦΡΥΟΒΛΕΦΑΡΟΓΡΑΦΕΙΝ

Το σχολείο στο «γύψο»
του Μηταφίδη Τριαντάφυλλου*
    «Εδώ Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης, καλούμε τους καθηγητές Μέσης Εκπαίδευσης και τους δασκάλους να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Στιγματίζοντας το πικρό δηλητήριο της αμάθειας που προσφέρθηκε στα Ελληνόπουλα την τελευταία επταετία, να αναλάβουν επιτέλους το ρόλο τους.
   »Καταγγέλλουμε το εξοντωτικό πλαίσιο που τους μεταβάλλει από πνευματικούς λειτουργούς σε όργανα της κρατικής γραφειοκρατίας και τους ζητούμε να συμπαρασταθούν στους πρώην μαθητές τους.
  »Έλληνες δάσκαλοι, σταθείτε στο ύψος του κοινωνικού σας ρόλου. Πείτε στα παιδιά σας την αλήθεια. Συμπαρασταθείτε με απεργίες διαδηλώσεις και καταλήψεις στον αγώνα του ελληνικού λαού ενάντια στο φασισμό. Τα πανεπιστήμια όλης της χώρας κρατάνε και σας περιμένουν…»
     Αυτή η αγωνιώδης έκκληση ακουγόταν, μεταξύ άλλων, σαν σήμερα πριν 47 χρόνια από τη «μοναδική ελεύθερη γωνιά της πόλης», από το ραδιοφωνικό σταθμό του «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» που εξέπεμπε από την Πολυτεχνική Σχολή στους 1420 χιλιόκυκλους στα Μεσαία και στους 220 στα Βραχέα.
          Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, λοκατζήδες με εφ' όπλου λόγχη περικύκλωσαν το κτίριο. Στις 4.30 το πρωί τρία άρματα στρέφουν τις κάνες προς το κτίριο. Αρχίζουν οι δια­πραγματεύσεις της Συντονιστικής Επιτροπής των πολιορκημένων φοιτητών με τις στρατιωτικές και πανεπιστημιακές αρχές. Στις 5.30 το πρωί μέσα από μια πυκνή παράταξη λογχοφόρων, αρχίζουν να βγαίνουν οι φοιτητές που τους συλλαμβάνουν οι Ασφαλίτες.
Η χούντα έδειξε ιδιαίτερο ζήλο στο να «εκπαιδευθεί ο παντελώς αδιαφώτιστος ελληνικός λαός εις τας ιδεολογικάς αρχάς της Επαναστάσεως, ώστε να μην επαναληφθούν αι εγκληματικαί πράξεις των ξενοκίνητων ερυθρών διαβόλων». Για να εξυπηρετήσει αυτόν το «θεάρεστο» σκοπό της έβαλε στο «γύψο» και το σχολείο, αφού το «καθάρισε» από τους «μη νομιμόφρονες» εκπαιδευτικούς, ενώ όσους/ες «δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις» τους έστειλε στα ξερονήσια και τις φυλακές.
Η «Εθνική και Ηθική Διαπαιδαγώγησις» (Ε.Η.Δ.) των νέων περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, το κυνήγι των μακρυμάλληδων, των ομοφυλόφιλων, το υποχρεωτικό κούρεμα, την ποδιά κάτω από το γόνατο και την κορδέλα με τα εθνικά χρώματα στα μαλλιά και, φυσικά, τον εκκλησιασμό, τη λογοκρισία και την απαγόρευση χιλιάδων βιβλίων, ακόμη και του ελληνοβουλγαρικού λεξικού!
Ενδεικτικές είναι οι απείρου κάλλους διαταγές χουντικού επιθεωρητή προς τους «δασκάλους του Γένους»(sic), ώστε να αντιμετωπίσουν «τας ποικίλας φωνάς κοαζόντων βατράχων…, τα ερυθρά ρύγχη αρκτίων άρκτων που προβάλλονται και δη εν χορώ προ των προθύρων των δωμάτων μας». Αποφασίζει λοιπόν και διατάσσει: «απαγορεύεται το θαμίζειν εις κέντρα κακόφημα, το συσφαιρίζειν και βωμολοχεύεσθαι μετά των πολιτών». Ιδιαίτερα εφιστά την προσοχή «των εριτίμων κυριών και δεσποινίδων ότι η ατημέλεια προκαλεί αποστροφήν. Ούτω έτι πλέον το καπνίζειν υπό των γυναικών, το μινιφουστοφορείν, το οφρυοβλεφαρογράφειν σκορπίζουν την αηδίαν, διότι το Εκπαιδευτήριον δεν είναι αίθουσα ντιορικών επιδείξεων αλλά ιερά Κιβωτός θείων λειτουργημάτων» (!). Υπερακοντίζοντας, οι εγκάθετοι στο Δ.Σ. της ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης-Κιλκίς-Χαλκιδικής στις 20-7-1970 καλούσαν «ευθαρσώς και απεριφράστως» τους πραξικοπηματίες να «προσέξουν», διότι η «Μέση Εκπαίδευσης θηλυκοποιείται (!)»
Οι «Έλληνες θα απαλλαγούν από το σαράκι του εγωκεντρισμού, θα εξυγιάνουν τους εαυτούς τους και θα συγκροτήσουν τον περιούσιον λαόν του Κυρίου, με την ακατάπαυστον δογματικήν επανάληψιν της εθνικής ιδέας υπό την μορφήν του συνθήματος «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», έκρωζε ο δικτάτορας Παπαδόπουλος. Αυτή την εποχή νοσταλγεί ο χουντοθρεμμένος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος, που,  εκτός της εξωτερικής πολιτικής, θέλει να καθορίζει και το δήμαρχο της πόλης: «ήταν τότε που οι εκπαιδευτικοί εδίδασκαν στην εκπαίδευση, οι εφοριακοί εδούλευαν για το δημόσιο και οι πολίτες εκρατούσαν τα τρανταχτά σε αξία χαρτονομίσματα της δραχμής με υπογραφή "Ο υπουργός Νικ. Μακαρέζος"! Ήταν η εποχή της πιο ισχυρής οικονομίας της Ελλάδος.»(!)
Η γενιά του Πολυτεχνείου, αν και γεύθηκε τους δηλητηριώδεις καρπούς των γκεμπελίσκων της χούντας, δεν υπέκυψε στη μισαλλόδοξη γεύση τους. «Αι διαφωτιστικαί ομιλίαι» στα σχολεία όχι μόνον δεν κατάφεραν να ευνουχίσουν τις συνειδήσεις των εφήβων, αλλά και μετατράπηκαν σε μπούμερανγκ για τους εμπνευστές τους. Ο αιματηρός ξεσηκωμός του Πολυτεχνείου και η πτώση του τυραννικού καθεστώτος λίγους μήνες μετά αποτελούν τρανταχτές αποδείξεις. Γι’ αυτό το Πολυτεχνείο παραμένει αστείρευτη πηγή έμπνευσης για όσους «δεν συμμορφώνονται προς τας υποδείξεις» - ιδιαίτερα στη μετά ΔΝΤ εποχή.
*πολιτικός κρατούμενος της χούντας-δημοτικός σύμβουλος Δήμου Θεσσαλονίκης
ΑΥΓΗ, «Συναντήσεις», 17-11-2010

Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ-ΖΑΝ ΜΠΑΤΟΥ

Ο Μωάμεθ γεννιέται στη Μέκκα περίπου το έτος 570 της χριστιανικής περιόδου. Την εποχή εκείνη η κεντρική Αραβία γνωρίζει περίοδο ταχείας ανάπτυξης που ενισχύεται από την εισροή καραβανιών που μεταφέρουν εμπορεύματα και πληροφορίες στους άξονες Βορρά-Νότου, από την Παλαιστίνη έως την Υεμένη, και Ανατολής-Δύσης, από την Αιθιοπία έως τον Περσικό. Η γέννεση του Ισλάμ δεν μπορεί να γίνει κατανοητή παρά εντός αυτού του πλαισίου.
   Στους τέσσερεις ορίζοντες αυτού του σύμπαντος δύο μεγάλες αυτοκρατορίες, η Ρωμαϊκή Βυζαντινή —που εξακολουθεί να ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος της περιφέρειας— και η Περσική των Σασσανιδών καθώς και οι δύο πολιτισμοί της Αιθιοπίας (Βασίλειο του Ακσούμ) και η «Ευτυχής Αραβία» (Χιμάρ ή Υεμένη), αποτελούν πανίσχυρους πόλους. Το Βυζάντιο είναι ο σύμμαχος της χριστιανικής Αιθιοπίας ενώ η Περσία των Σασσανιδών έχει καταφέρει να υποτάξει την Νότια Αραβία που χάνει έτσι ένα τμήμα των προγόνων της από το υπόλοιπο της Χερσονήσου. Από το 540 έως το 629 οι διαρκείς πολεμικές συγκρούσεις Βυζαντινών και Περσών θα εξασθενίσουν την επιρροή τους στις διαφιλονικούμενες περιοχές στην «Εύφορη Ημισέληνο» όπου εγκαθίστανται προοδευτικά μεταναστευτικά ρεύματα αραβικής προέλευσης.
   Εν μέρει ένδημες οι φυλές των Βεδουίνων της Κεντρικής Αραβίας, στηρίζονται απόλυτα στο ρόλο του διαμεσολαβητή για να αναπτύξουν ένα δίκτυο αγορών και εμπορικών κέντρων με τη Μέκκα στο επίκεντρo. Θα έλθουν σε επαφή με διαφορετικές ομάδες χριστιανών αντιφρονούντων —μονοφυσίτες, νεστοριανοί, κ.λπ.— που ζουν στις περιοχές της «Eύφορης Ημισελήνου» αλλά και στην Αιθιοπία ή στην Υεμένη και οι οποίες διαλογίζονται αναφορικά με τη διπλή φύση —ανθρώπινη και θεϊκή— του Ιησού, καθώς και με τους οπαδούς του Ζωροαστρισμού αλλά και τους Εβραίους που ζουν στην Περσία.....

Ο κοινωνικός λόγος μιας αναδυόμενης πίστης

Κάθε μονοθεϊστική πίστη τείνει να θέσει την αρχή της ισότητας του καθενός/μιας και της υποταγής στη βούληση του Θεού, αλλά και τη σωτηρία ή την καταδίκη του στο πέρας του χρόνου ανεξάρτητα από την οικονομική του κατάσταση και την περιουσία. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για το Ισλάμ το οποίο απορρίπτει το χριστιανικό δόγμα της Αγίας Τριάδας στο όνομα της απόλυτης μοναδικότητας του Αλλάχ. Στο Κοράνι τα πάθη της Κόλασης και οι χάρες του παραδείσου παρουσιάζονται στον πιστό με τρόπο έντονο και ζωντανό. «Το άτομο», υπογραμμίζει πάλι ο Rodinson, «αποκτά αξία μοναδική και ξεχωριστή. Μ’ αυτόν ασχολείται το Υπέρτατο Ον, αυτός είναι ο δημιουργός του και αυτόν θα τον κρίνει ανεξάρτητα από την καταγωγή, την οικογένεια και τη φυλή του».
   Ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 6ου αιώνα, σημειώνει ο Hodgson, o πλουτισμός των εμπόρων της Μέκκας «αποτελούσε απειλή για τη αλληλεγγύη των μελών της φυλής, και εν πάσει περιπτώσει, ναρκοθετούσε το ιδεώδες των Βεδουίνων για το γενναιόδωρο άνθρωπο για τον οποίο ο πλούτος είναι βέβαια μια καλοδεχούμενη αν και εφήμερη διάκριση από το σύνολο». Τα πρώτα βήματα προς τον Μωάμεθ θα γίνουν από τα πιο ελεύθερα πνεύματα που αμφισβητούν την κυριαρχία της άρχουσας τάξης της Μέκκα. Ανάμεσά του συναντάμε γόνους πλούσιων οικογενειών που έχουν έρθει σε σύγκρουση με τους γονείς τους, αλλά και μέλη λιγότερο φημισμένων οικογενειών, καθώς επίσης και μη πολίτες της Μέκκας, ανέστιοις και τέλος απελεύθερος και δούλους. Ο Προφήτης, εξάλλου, θα συνταχθεί με τους φτωχούς, τους καταφρονεμένους και τους ορφανούς καυτηριάζοντας την αλαζονία των πλουσίων  της Μέκκας: «Φυλαχθείτε! Ατιμάζετε τα ορφανά! Την κληρονομιά λαίμαργα καταπίνετε! Τον πλούτο άπληστα αγαπάτε!» (Κοράνι 89, 17-20).
   Σύμφωνα με το δόγμα των θρησκειών της Αποκάλυψης, οι εντολές του Ύψιστου αγγέλλονται στους πιστούς διαμέσου ενός προφήτη, η θέση του οποίου νομιμοποιείται από την υπέρτατη πνευματική εξουσία. «Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος με τον οποίο ο Θεός συνομιλεί απευθείας», σημειώνει ο Rodinson, «να υποταχθεί στις εντολές της οποιασδήποτε συνόδου; Και ποιες εντολές του Ύψιστου θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης της αριστοκρατία της Μέκκας;» Ο ίδιος ο Μωάμεθ εξάλλου, δεν κράτησε κριτική στάση —ο Rodinson θα πει «σχεδόν επαναστατική»— απέναντι στους κομφορμιστές, τους πλούσιους και του ισχυρούς;

..............................


Απόσπασμα από κείμενο του καθηγητή Ζαν Μπατού σχετικό με τη θρησκεία του Ισλάμ που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τχ. 18, που κυκλοφορεί. Ο Ζαν Μπατού είναι ιστορικός, μέλος της ηγεσίας του Αντικαπιταλιστικού, Φεμινιστικού και Οικολογικού κινήματος για τον Σοσιαλισμό του 21ού αιώνα στην Ελβετία. Διευθύνει επίσης το περιοδικό Αντιστάσεις (solidaritéS).