Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Εκδοτικό: H ποίηση της Ιστορίας, Γιώργος Γιαννόπουλος


   ....Η λήθη ως εργαλείο της εξουσίας. «Το καλοκαίρι του 1930, η ισπανική πρεσβεία στην Αθήνα απηύθυνε στα υπουργεία παιδείας και εξωτερικών “αἴτημα ἱδρύσεως ἕδρας Ἱσπανικῆς Γλώσσης καί Φιλολογίας, διά νά ἱκανοποιηθοῦν αἱ δίκαια ἀπαιτήσεις τῶν 70.000 ἱσπανόφωνων Σεφαρδιτῶν τῆς πόλεως”. Η πρεσβεία διευκρίνησε πως η ισπανική κυβέρνηση προσφερόταν να καλύψει τα έξοδα μισθοδοσίας του καθηγητή που θα επιλεγόταν και αποσαφήνιζε πως δεν κατέθετε το εν λόγω αίτημα για λόγους κάποιας ιδιαίτερης πολιτικής σκοπιμότητας, καθώς ήταν προφανές ότι η διγλωσσία (ου μην αλλά και πολυγλωσσία) της σεφαραδικής κοινότητας δεν συνιστούσε εμπόδιο στην πλήρη αφομοίωσή της στο ελληνικό κράτος. Επιπλέον η Μαδρίτη, εμμέσως πλην σαφώς, έθετε και ζήτημα στοιχειώδους διπλωματικής ευθιξίας, καθώς από το 1928 λειτουργούσε έδρα Νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ σε άλλη ευκαιρία είχε ήδη θέσει και το “ἡθικό ζήτημα τῆς μή ἐξαφανίσεως τῆς ἑβραιοϊσπανικῆς, ὅπως καί ἐν Παλαιᾶ Ἑλλάδι”».2 Το Υπουργείο Παιδείας, με υπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου απάντησε στο αίτημα ότι «παρ, ὅτι δέν εἶχεν ἀντίρρησίν τινα, ὅπως διδάσκεται ἡ ἱσπανική γλώσσα καί φιλολογία ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀπό πανεπιστημιακῆς καθέδρας, ἐν τοῦτοις τό γέ νῦν ἔχον δέν δυνάμεθα νά πράξωμεν τοῦτο διότι ἐν τῇ Φιλολογικῇ Σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης δέν ὑπάρχει ἱδρυμένη τοιαύτη ἕδρα ἥτις εἴτε διά νόμου εἴτε διά ἀποφάσεως τῆς εἰρημμένης σχολῆς δύναται νά ἱδρυθῇ». Αλλά και όταν ο υπουργός εξωτερικών Μιχαλακόπουλος απευθύνθηκε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ζήτησε την άμεση ικανοποίηση του αιτήματος εκτός των άλλων «γιά νά προστατευτεῖ τό κῦρος τοῦ κράτους καί διότι τό ὑπουργεῖον ἦτο ἐκτεθειμένον ἔναντι τῆς πρεσβείας» έλαβε την απάντηση ότι μια τέτοια ενέργεια « θά ἀντεστρατεύετο ὀλεθρίως κατά τοῦ ἔργου τῆς ἐξελληνίσεως τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ στοιχείου τῆς Θεσσαλονίκης (...) θά ἐδέσμευε τήν ἐλευθερίαν τοῦ Πανεπιστημίου ἡ προσφερόμενη μισθοδότησις τοῦ καθηγητοῦ (... καί) δέν οφείλομεν ἰδιαιτέραν προτίμησιν πρός μίαν χώραν ἡ ὁποία πέραν τῶν συνόρων της οὐδέν συνεισέφερεν εἰς τήν ἐν τῷ πεδίῳ τῆς διανοητικῆς ἐργασίας πρόοδον τῆς οἰκουμένης».3 Η εκπληκτική αυτή απάντηση εκ μέρους του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης που μετρούσε πέντε χρόνια ζωής και από το 1927 στεγαζόταν στο εντυπωσιακό νεοκλασσικό κτήριο Idadié, την εμπορική σχολή που έκτισε η Νέα Αυτοκρατορική Διεύθυνση Παιδείας και προοριζόταν για την εκπαίδευση ανώτατων κρατικών στελεχών κατά τα πρότυπα του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος, θα μπορούσε να θεωρηθεί μια από τις ιστορικά αυτονόητες θλιβερές εκδοχές του επιθετικού ελληνικού εθνικισμού, που στον αντισημιτισμό του βενιζελισμού έβρισκε την πιο αποτελεσματική του έκφραση, αν δεν υπήρχε ακόμη μια ανατριχιαστική λεπτομέρεια. Στο πρακτικό της συνεδρίασης της Φιλοσοφικής Σχολής όπου καταγράφεται η θέση της πλειοψηφίας υπάρχει η υπογραφή του Αλέξανδρου Δελμούζου, την εποχή εκείνη καθηγητή Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και του συναδέλφου του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Να σημειώσουμε ότι για πολλούς εκπαιδευτικούς ο Δελμούζος χαρακτηρίζεται ως «Έλληνας παιδαγωγός, αγωνιστής του ελευθέρου πνεύματος» ενώ ο Τριανταφυλλίδης, η γραμματική του οποίου διδάσκεται σήμερα στα σχολεία, ως αυτός που «εισάγοντας ουσιαστικά νεωτερισμό στην εποχή του, ενδιαφέρθηκε για τη συστηματική διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε οµογενείς και ξενόγλωσσους».
  Και για μην υπάρχει καμμιά παρεξήγηση για τη συμβολή της ισπανικής γλώσσας στην πρόοδο της ανθρωπότητας, τον Δεκέμβριο του 1932, όταν η ισπανική πρεσβεία —που τώρα εκπροσωπούσε την κυβέρνηση της Iσπανικής Δημοκρατίας— και ο εβραϊκός τύπος της Θεσσαλονίκης επανέφεραν το αίτημα ίδρυσης έδρας ισπανικών, η απάντηση που δόθηκε από τον πνευματικό πυλώνα της πόλης ήταν χαρακτηριστική: «Τό πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης εὑρίσκει ἀστήρικτον καί ἀπρόσφορον νά προτείνῃ τήν ἵδρυσιν ἕδρας Ἱσπανικῆς Γλώσσης ἥτις δέν προβλέπεται ρητῶς διά τοῦ νόμου καί κατά τήν σημασίαν καί έν γένει ὑπολείπεται (ἡ ἱσπανική) τῆς γαλλικῆς, ἀγγλικῆς, γερμανικῆς γλώσσης και φιλολογίας».
   Σήμερα στην ηλεκτρονική σελίδα του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης μπορεί κανείς να διαβάσει ότι «βρίσκεται χωροταξικά στην καρδιά της πόλης, σε μια έκταση 420.000 τμ». Μια έκταση που συμπίπτει με το χώρο όπου βρισκόταν τα εβραϊκό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Η ναζιστική θηριωδία και το Ολοκαύτωμα έδωσαν πειστικές απαντήσεις στις ανησυχίες των Ελλήνων φιλολόγων του εκπαιδευτικού διαφωτισμού για το ρόλο της ισπανικής γλώσσας στην ανθρωπότητα και το ζήτημα του εξελληνισμού του Ισραηλιτικού λαού της Θεσσαλονίκης.

Απόσπασμα από το εκδοτικό, ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 16ο



2. Δημήτρης Ε. Φιλιππής, Προφασισμός, εκφασισμός, ψευδοφασισμός, Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία στον μεσοπόλεμο, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 199.
3. Δημήτρης Ε. Φιλιππής, ό.π. σ. 199.

4. Δημήτρης Ε. Φιλιππής, ό.π. σ. 201.

Tο Ολοκαύτωμα ως πολιτισμικό τραύμα. Εκδήλωση του ΕΝΕΚΕΝ

Ιδιαίτερα καλές εντυπώσεις άφησε σε όσους την παρακαλούθησαν η εκδήλωση που διοργάνωσε το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ με ομιλητή τον καθηγητή Νίκο Δεμερτζή και θέμα «Το Ολοκαύτωμα ως πολιτισμικό τραύμα». Η εκδήλωση που έγινε την Παρασκευή 23 Απριλίου -μια δύσκολη μέρα αφού την ίδια μέρα στην πόλη γινόταν πολλές και ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις καθώς καιμια πορεία διαμαρτυρίας για την εισβολή του ΔΝΤ στην κοινωνική πραγματικότητα- κέρδισε τις εντυπώσεις όσων την παρακολούθησαν τόσο για την πολύ σημαντική και εμπεριστατωμένη επιστημονική ανάλυση του Νίκου Δεμερτζή, όσο και για τις ενδιαφέρουσες ερωτήσεις και απαντήσεις που διατυπώθηκαν στο δημόσιο διάλογο που ακολούθησε. Στη φωτογραφία από αριστερά οι  Πέτρος Θεοδωρίδης, Νίκος Δεμερτζής, Γιώργος Γιαννόπουλος.