Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΓΙΑΜΙΝ, Michael Löwy




άνοδος του φασισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα στην Ιταλία, στη Γερμανία, στην Αυστρία και στην Ισπανία συχνά συνάντησε την υποστήριξη, τη νομιμοποίηση και τις ευλογίες της χριστιανικής θεολογικής επιχειρηματολογίας. Ο Καρλ Σμιτ είναι ένας από τους πλέον καταρτισμένους και αφοσιωμένους εκπροσώπους αυτής της αντιδραστικής χρήσης της θεολογικής κληρονομιάς. Ωστόσο βρίσκουμε τόσο σε χριστιανούς όσο και σε Εβραίους συγγραφείς μια θεολογική ερμηνευτική στην υπηρεσία του αντιφασισμού και του σοσιαλισμού, ουτοπική, ελευθεριακή ή μαρξιστική. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940) είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του εγχειρήματος αυτού. Η σκέψη του εμπνέεται κυρίως από τις εβραϊκές μεσσιανικές αναφορές αλλά στον πολιτικό και θεολογικό του λόγο συναντάμε επίσης, όπως θα δούμε, χριστιανικές μορφές και παραστάσεις.
   Ο Μπένγιαμιν ήταν από τους πρώτους διανοούμενους της γερμανικής αριστεράς που κατήγγειλε τη φασιστική ιδεολογία. Το 1930 θα δημοσιεύσει μια κριτική ενάντια στη μυστικιστική λατρεία του πολέμου του Ernst Jünger με τίτλο Théories du fascisme allemand. Το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: απέναντι στον «μαγικό» λόγο του φασισμού για τον πόλεμο θα πρέπει να αντιτάξουμε τη μαρξιστική ταχυδακτυλουργία, τη μόνη ικανή να παγιδεύσει τη «σκοτεινή ρουνική μαγεία» —δηλαδή τη μετατροπή του πολέμου σε «εμφύλιο»1. Μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί και την εξορία (1933), η μάχη ενάντια στον φασισμό δεν έπαψε να στοιχειώνει τη σκέψη του. Χαρακτηριστικό το περίφημο συμπέρασμα στο δοκίμιο για το Έργο τέχνης την εποχή της μηχανικής αναπαραγωγής (1935): απέναντι στη φασιστική αισθητικοποίηση της πολιτικής, οι μαρξιστές πρέπει να απαντούν με την πολιτικοποίηση της τέχνης. Εάν στα κείμενα αυτά ο φασισμός εμφανίζεται ως ένα παράδοξο αμάλγαμα αρχαϊκών πολιτισμών και τεχνολογικού μοντερνισμού, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930 είναι η δεύτερη πτυχή που κυριαρχεί στα κείμενά του.  
   Στο τελευταίο κείμενο του βιβλίου του Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας 1939 (1940), υπάρχει μια καυστική κριτική για τις αυταπάτες της αριστεράς —εγκλωβισμένης στη γραμμική αντίληψη της προόδου— αναφορικά με τον φασισμό που φαίνεται να αποτελεί εξαίρεση στη νόρμα της προόδου, μια ανεξήγητη «υποχώρηση», μια παρένθεση στην πορεία της ανθρωπότητας προς τα εμπρός.
   Δύο παραδείγματα μας επιτρέπουν να δούμε την επιχειρηματολογία  του Μπένγιαμιν: για τη σοσιαλδημοκρατία ο φασισμός είναι ένα αναχρονιστικό και προνεωτερικό κατάλοιπο του παρελθόντος. Σε κείμενά του ο Καρλ Κάουτσκυ στη δεκαετία του 1920 εξηγούσε ότι ο φασισμός θα μπορούσε να επικρατήσει σε μια ημιαγροτική χώρα όπως η Ιταλία, αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ να επιβληθεί σε ένα σύγχρονο και αναπτυγμένο έθνος όπως η Γερμανία...
   Αλλά και στο επίσημο (σταλινικό) κομμουνιστικό κίνημα ήταν πεπεισμένοι ότι η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία ήταν προσωρινή, ζήτημα ορισμένων εβδομάδων ή μηνών πριν το ναζιστικό καθεστώς σαρωθεί από προοδευτικές δυνάμεις και την εργατική τάξη υπό την πεφωτισμένη καθοδήγηση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD). 
   O Μπένγιαμιν είχε κατανοήσει πλήρως τη νεωτερικότητα του φασισμού, τη δομική του σχέση με τη σύγχρονη βιομηχανική-καπιταλιστική κοινωνία. Εξού και η κριτική του, όπως διατυπώνεται στη Θέση VIII, απέναντι σε αυτούς —πάντα οι ίδιοι— που απορούσαν πώς ο φασισμός είναι «ακόμη» δυνατός στον 20ό αιώνα, τυφλωμένοι από την αυταπάτη ότι η επιστημονική, βιομηχανική και τεχνολογική πρόοδος είναι ασυμβίβαστη με την κοινωνική και πολιτική βαρβαρότητα. 
   Χρειαζόμαστε, παρατηρεί ο Μπένγιαμιν σε μια από τις προπαρασκευαστικές σημειώσεις των Θέσεων, μια θεωρία της ιστορίας βάσει της οποίας μπορεί να αποκαλύπτεται ο φασισμός (gesichtet)2. Μόνο μια θεωρία χωρίς τις αυταπάτες της προόδου μπορεί να εκτιμήσει ένα φαινόμενο όπως ο φασισμός που είναι βαθιά ριζωμένο στη σύγχρονη τεχνολογική και βιομηχανική «πρόοδο», που σε τελική ανάλυση δεν ήταν δυνατή παρά τον 20ό αιώνα. Η κατανόηση ότι ο φασισμός μπορεί να θριαμβεύσει «πολιτισμένα» και ότι «η πρόοδος» δεν θα οδηγήσει αυτομάτως στην εξαφάνισή του μας επιτρέπει, σκέφτεται ο Μπένγιαμιν, να βελτιώσουμε τη θέση μας στον αντιφασιστικό αγώνα. Ένας αγώνας, τελικός στόχος του οποίου είναι η δημιουργία ενός «αυθεντικού ειδικού καθεστώτος», δηλαδή της κατάργησης της κυριαρχίας και της δημιουργίας της αταξικής κοινωνίας. 
   Από το 1939, κι ακόμη αρκετά μετά τη συμφωνία του Μονάχου το 1938, στα μάτια του Μπένγιαμιν, όπως και σε πολλούς άλλους διανοούμενους της αριστεράς στην Ευρώπη, η Σοβιετική Ένωση εμφανίζεται ως ο μοναδικός σύμμαχος απέναντι στη φασιστική απειλή, το ύστατο ανάχωμα στους ιμπεριαλιστικούς στόχους του Τρίτου Ράιχ. Σε επιστολή του στις 3. 8. 1938 στον Μαξ Χορκχάιμερ, ο Μπένγιαμιν, με πολλές επιφυλάξεις, εκφράζει την ελπίδα «τουλάχιστον προς το παρόν» το σοβιετικό καθεστώς —το οποίο χαρακτηρίζει απερίφραστα ως «μια προσωπική δικτατορία με όλη της την τρομοκρατία»— ως «τον παράγοντα των συμφερόντων μας σε έναν μελλοντικό πόλεμο». Και προσθέτει πως πρόκειται για έναν παράγοντα που «κοστίζει το πλέον αδιανόητα υψηλό κόστος στον βαθμό που πρέπει να πληρώνεται με θυσίες που διαβιβρώσκουν εξαιρετικώς ειδικά τα συμφέροντα που μας είναι οικεία ως παραγωγοί» —μια έκφραση που αναμφισβήτητα αναφέρεται στη χειραφέτηση των εργαζόμενων και στον σοσιαλισμό3. Το 1939 ωστόσο το σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ θα επιφέρει σκληρό χτύπημα σε αυτή την ύστατη αυταπάτη. 
   Αναμφισβήτητα στη Θέση Χ γίνεται αναφορά στο γεγονός αυτό όταν γράφει ότι: «ανατρέπονται οι πολιτικοί στους οποίους οι αντίπαλοι του φασισμού είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους», οι οποίοι «επιβάρυναν την ήττα τους προδίδοντας τον ίδιο τους τον σκοπό». Η διατύπωση αυτή αφορά αναμφισβήτητα στους κομμουνιστές (σταλινικούς) «που πρόδωσαν τον στόχο τους» κάνοντας ειρήνη με τον Χίτλερ. Ειδικότερα η φράση αναφέρεται στο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα K.P.D. το οποίο, αντίθετα από το σοβιετικό ΚΚ, «σερνόταν στη γη». Ο Μπένγιαμιν στηρίζει τις ελπίδες του για ένα συνεπή αγώνα ενάντια στο φασισμό περισσότερο στο κομμουνιστικό κίνημα παρά στη σοσιαλδημοκρατία. Το Σύμφωνο ωστόσο τσάκισε την ελπίδα αυτή. Η «προδοσία» σημαίνει όχι μόνο το Σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ, αλλά επίσης και τη νομιμοποίησή της εκ μέρους των κομμουνιστικών κομμάτων που θα υιοθετήσουν τη σοβιετική «γραμμή»4. Και πράγματι ο Μπένγιαμιν συμμερίζεται απόλυτα την κατηγορηματική καταδίκη του Συμφώνου από πολλούς άλλους Γερμανούς κομμουνιστές εξόριστους στο Παρίσι, όπως o φίλος του Heinrich Blücher, σύζυγος της Άννα Άρεντ, ο Willy Münzenberg ή ο Manes Sperber5. 
   Έτσι από το 1938 μια θεολογική διάσταση, ήδη έντονα παρούσα  από τα γραπτά της νεότητάς του —θα κάνει την εμφάνισή της και θα διαποτίσει έντονα την αντιφασιστική του σκέψη— χωρίς ωστόσο να παύσουν οι αναφορές του στον ιστορικό μαρξιστικό υλισμό.
   Τη χρονιά εκείνη (1938) ο Μπένγιαμιν δημοσιεύει ένα άρθρο για το μυθιστόρημα της εξόριστης Γερμανοεβραίας κομμουνίστριας Anna Seghers, Die Rettung (Η διάσωση), με τον τίτλο «Ένα χρονικό των Γερμανών ανέργων». Αυτό το εκπληκτικό από πολλές απόψεις κείμενο μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος συνέχειας του μεγάλου δοκιμίου για τον Αφηγητή του 1936: η Seghers παρουσιάζεται όχι ως μυθιστοριογράφος αλλά ως αφηγήτρια (Erzählerin), και το βιβλίο της ένα είδος χρονικού (Chronik), γεγονός που στα μάτια του απογραφέα, του προσδίδει μια ιδιαίτερα υψηλή πνευματική και πολιτική αξία. O Μπένγιαμιν θα συγκρίνει την τέχνη της με αυτή της μινιατούρας πριν την προοπτική ή με αυτή των χρονικογράφων του Μεσαίωνα, τα πρόσωπα των οποίων ζουν σε μια εποχή, η οποία «αντιλαμβάνεται το βασίλειο του Θεού ως καταστροφή». Μια καταστροφή που έπεσε πάνω στους άνεργους και τους Γερμανούς εργάτες, το Tρίτο Ράιχ είναι ακριβώς το αντίθετο του θεϊκού Ράιχ: «είναι κάτι σαν την αντεστραμμένη εικόνα (Gegenbild), η εμφάνιση του Αντίχριστου. Όπως γνωρίζουμε, αυτό σημαίνει την ευλογημένη υπόσχεση της μεσσιανικής περιόδου. Με ανάλογο τρόπο το Τρίτο Ράιχ σημαίνει τον σοσιαλισμό»6. Αυτό που περιγράφει ο Μπένγιαμιν εδώ —με την ευκαιρία ενός μυθιστορήματος κομμουνιστικής έμπνευσης— είναι ένα είδος θεολογικής κριτικής —ιουδαιοχριστιανικής— του ναζισμού ως ψευδούς, ως Αντιχρίστου, ως διαβολικής εκδήλωσης ενός πονηρού και απατηλού κακού. Όπως γνωρίζουμε, ο Αντίχριστος είναι μια αρχαϊκή φυσιογνωμία που εμφανίζεται για πρώτη φορά στα αποστολικά του Ιωάννη αλλά αντλεί την καταγωγή του από την έννοια του αντιμεσσία παρούσα ήδη στον ιουδαϊσμό. Εσχατολογικής φύσης, προσδιορίζει ένα σατανικό απατεώνα που επιχειρεί, λίγο πριν το τέλος του κόσμου, να υποκαταστήσει τον Ιησού Χριστό.
   Έτσι ο σοσιαλισμός ερμηνεύεται θεολογικά από τον Μπένγιαμιν ως το ισοδύναμο της μεσσιανικής υπόσχεσης, ενώ το χιτλερικό καθεστώς, αυτή η τεράστια μυστικοποίηση που υποτίθεται ότι είναι «εθνική σοσιαλιστική», αποκαλύπτει τον Αντίχριστο δηλαδή τις δυνάμεις της κόλασης: η έκφραση «ακτινοβόλα ναζιστική κόλαση» (die strahlende Nazihölle) θα χρησιμοποιηθεί πιο κάτω στο κείμενο.
   Αναμφίβολα ο Μπένγιαμιν εμπνεύστηκε, για να υπογραμμίσει αυτή την εντυπωσιακή παράλληλο, από την αλληλογραφία και τα κείμενα του φίλου του προτεστάντη θεολόγου —που ήταν και επαναστάτης σοσιαλιστής αγωνιστής— του Ελβετού Fritz Lieb, ο οποίος από το 1934, είχε χαρακτηρίσει τον ναζισμό ως τον σύγχρονο Αντίχριστο. Σε μια διάλεξη το 1938 ο Lieb εξέφρασε την ελπίδα του να δει την ήττα του Αντίχριστου στην τελευταία του μάχη ενάντια στους Εβραίους, που θα απέβλεπε στην εμφάνιση του Μεσσία —του Χριστού— και την εγκαθίδρυση της Χιλιετούς Βασιλείας του7.
   Έχοντας πλέξει το εγκώμιο της Anna Seghers για το ότι μπόρεσε να αναγνωρίσει θαρραλέα και χωρίς υπεκφυγές την ήττα της επανάστασης στη Γερμανία, ο Μπένγιαμιν καταλήγει με αγωνία: «Αυτοί οι άνθρωποι θα μπορέσουν άραγε να απελευθερωθούν;» (Werden sich diese Menschen befreien?) Η μόνη ελπίδα θα ήταν μια σωτηρία (Erlösung) —ακόμη μια μεσσιανική έννοια— αλλά από πού θα προέλθει; Αυτή τη φορά η απάντηση είναι ιερόσυλη· η σωτηρία θα προέλθει από τα παιδιά, τα παιδιά των προλετάριων που αναφέρει το μυθιστόρημα
   Ξαναβρίσκουμε την έννοια του Αντίχριστου στις Θέσεις του 1940.  Σύμφωνα με τον Μπένγιαμιν —στη Θέση VI,— «ο μεσσίας δεν θα έρθει μόνον ως ο σωτήρας, αλλά ως ο νικητής του Αντίχριστου». Σχολιάζοντας το σημείο αυτό ο Tiedemann διαπιστώνει ένα εντυπωσιακό παράδοξο: «Πουθενά αλλού ο Μπένγιαμιν δεν μιλά με τρόπο τόσο άμεσα θεολογικό, αλλά πουθενά αλλού οι προθέσεις του δεν είναι τόσο υλιστικές». Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο Μεσσίας της προλεταριακής τάξης είναι ο Αντίχριστος των κυρίαρχων τάξεων8. ....

απόσπασμα από το δοκίμιο του Michael Löwy  που δημοσιεύεται στο τεύχος 31ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί

Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

ENEKEN τεύχος 31ο

Στάλθηκε σήμερα με το ταχυδρομείο το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ στους φίλους και συνδρομητές του.
Στο νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί δημοσιεύονται χειρόγραφα με ποιήματα του ποιητή Αλέξη Τραϊανού. Tα ποιήματα προέρχονται από το αρχείο του γιατρού και κινηματογραφιστή Μίλτου Αρβανιτάκη και είναι δώρο του ποιητή προς τον φίλο του. Πρόκειται για ποιήματα δακτυλογραφημένα σε διαφανή φύλλα ριζόχαρτου Α4 που φέρουν αρίθμηση και χειρόγραφες διορθώσεις του ποιητή. Ο Αλέξης Τραϊανός (φιλολογικό ψευδώνυμο του Αλέξανδρου Ζαβατάρη) γεννήθηκε στις 20 Οκτωβρίου 1944 στη Θεσσαλονίκη και αυτοκτόνησε στις 7 Μαΐου του 1980 στο Καπανδρίτι Αττικής. Ποιητική φωνή ξεχωριστή και μοναδική για την ποιότητα και την τραγικότητα του λόγου της. Το μικρό αυτό αφιέρωμα στον Τραϊανό συνοδεύει ποίημα της ποιήτριας Άννας Γρίβα με τίτλο Βασιλίσσης Όλγας 118, Ο άγνωστος νόστος του Αλέξη Τραϊανού. Στο ίδιο τεύχος η Ντάντη Σιδέρη-Speck μεταφράζει ποίηση του Μπρεχτ με την προτροπή του «Να διαβάζεται πρωί και βράδυ». ΗΜελίτα Τόκα Καραχάλιου παρουσιάζει τον ποιητή και κριτικό λογοτεχνία Μοχάμεντ Αμπντουλάχ Μπρίκι από το Εμιράτο Σαρζάχ και η Τούλα Παπαπάντου μεταφράζει τον Νορβηγό ποιητή Ούλαφ Χ. Χάουγκ (1908-1994) που γεννήθηκε και έζησε όλη του τη ζωή στο Ούλβικ, ένα χωριό στα δυτικά της Νορβηγίας, καλλιεργούσε οπωρώνα με μήλα και ζούσε από αυτόν. Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύονται ποιήματα των Βασίλη Ιωαννίδη, Κώστα Ριζάκη,Ελένης Κοφτερού, Νίκου Μυλόπουλου, Αντρέα Καρακόκκινου και Στέργιου Τσακίρη.
Το διήγημα του Δημήτρη Χατζή Τετριμμένα σύμβολα, μέτρο λογοτεχνικής αρτιότητας και αισθητικής ποιότητας συνοδεύουν διηγήματα των σύγχρονων λογοτεχνών: Γιώργου Ανέστη, Δημήτρη Τσινικόπουλου, του πρωτοεμφανιζόμενου Π, Ένιγουέϊ, Γιάννη Τσιτσίμη, Άγγελας Μπολέτση, Αδαμαντίας Ξηρίδου, Ξενοφώντα Μαυραγάνη. Ηποιήτρια και performer Σίσσυ Δουτσίου μας μεταφέρει στα ονειρικά δωμάτια του Blue Hotel ενή η Ιωάννα Άρτεμις Σιγκούνη μεταφράζει το εφιαλτικό διήγημα της Annie Proulx «55 μίλια ως το βενζινάδικο».
Στο τεύχος υπάρχει κριτική και παρουσιάσεις βιβλίων από τους: Πέτρο Θεοδωρίδη, Παναγιώτη Βούζη, Πέτρο Γκολίτση, Έλενα Αβραμίδου, Φίλιππο Φιλίππου, Κώστα Δρουγαλά, Θεμιστοκλή Μουτσίση, Νίκο Χουρδάκη, Φωτεινή Παπαρήγα, Αθανάσιο Οικονόμου, Γιάννη Τσιτσίμη και Γιώργου Γιαννόπουλου.

Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2014

μονόΔΡΟΜΟΣ; Γιώργος Γιαννόπουλος


O δρόμος είναι πάντα σκληρός. Μέχρι την κορυφή η μαύρη πέτρα των γκρεμών ορίζει τους ίσκιους στις στροφές. Κάτω από τα πόδια σου ανατριχιάζει το κενό και μόνον η τόλμη των αγριόχορτων κι ένα ποίημα κατακρήμνισης σου δίνει κουράγιο να συνεχίσεις. Κι αυτή η προσμονή της άλλης πλευράς. Λίγο πριν την κορυφή.
   Έπειτα φτάνεις στο τέλος. Μπροστά στα μάτια σου απλώνεται μια στενή κοιλάδα. Εδώ η γνώση ακτινοβολεί σαν μαύρη τρύπα. Το ασπρόμαυρο της φωτογραφίας μπερδεύει με τα χρώματα της μνήμης. Εδώ η μνήμη δεν έχει χρόνο. Το ένστικτο σέρνει το βάρος του μοιραίου. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν φτάνει στο PortBou1. Πρέπει να περάσει τα σύνορα. Εδώ ανοίγουν οι πύλες της κόλασης. Κάποτε η ιστορία συγκλίνει πάνω στο ασήμαντο δέρας μιας ανθρώπινης ύπαρξης. Η Ευρώπη είναι στο χείλος της καταστροφής. Τον λόγο τώρα έχει ο θάνατος και η καταστροφή. Ένας ολόκληρος κόσμος απειλείται με συντριβή. Πόση άγνοια χρειάστηκε να μεσολαβήσει έτσι που να σβήνει η μνήμη κάθε φορά2; Και με πόσο πόνο και οδύνη ο ποιητής εμμένει στην αλήθεια; Πώς μέσα από τον λόγο του έρχεται να πληρωθεί ο χρησμός της γραφής3; 
   Η ιστορία έρχεται να μας συναντήσει. Η ιστορία είναι το σώμα μας στον κόσμο. Της γράφει: ««Είχα πάει στη Ρίγα να επισκεφθώ μια φίλη. Το σπίτι της, η πόλη, η γλώσσα, μου ήταν άγνωστα. Κανείς δεν με περίμενε, κανείς δεν με γνώρισε. Δυο ώρες γυρνούσα μοναχός στους δρόμους. Έτσι δεν την έχω ξαναδεί ποτέ. Απ' την πόρτα κάθε σπιτιού έβγαινε μια ψηλή, λεπτή φλόγα, κάθε αγκωνάρι σπιθοβολούσε, κάθε τραμ πλησίαζε σαν πυροσβεστική αντλία. Αφού θα 'βγαινε ίσως από αυτή την πόρτα, θα 'στριβε τη γωνία και θα καθόταν μες στο τραμ. Από τους δυο μας όμως έπρεπε πάση θυσία να είμαι εγώ που θα την έβλεπα πρώτος. Γιατί, αν ακουμπούσε πάνω μου το φυτίλι της ματιάς της, θα 'σκαγα σαν πυριτιδαποθήκη»4.
   Ο δρόμος είναι σκληρός. Μια γυναίκα συναντά έναν άντρα. Ο δρόμος αυτός χαράζεται εντός. Αλλάζει τη ζωή του. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν πηγαίνει στη Ρίγα. Συναντά ξανά την Anna «Asya» Ernestovna Latsis5. Μετά της αφιερώνει: «Ο δρόμος αυτός ονομάζεται Οδός Asya Latsis από το όνομα αυτής που ως μηχανικός τον διάνοιξε μέσα στον συγγραφέα». Ο δρόμος. Πάντα. Ο σκληρός δρόμος. Ο δρόμος του έρωτα. Ο μονόδρομος. Ο δρόμος του θανάτου; Θα της πει: «Όποιος αγαπά, δεν προσηλώνεται μόνο στα “κουσούρια” της αγαπημένης, μόνο στις παραξενιές και τις αδυναμίες μιας γυναίκας. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο και οι κρεατοελιές, τα φθαρμένα ρούχα και μια στραβή περπατησιά τον δένουν πολύ διαρκέστερα και πιο αμείλικτα από κάθε ομορφιά. Αυτό το 'χουμε νιώσει από καιρό. Και γιατί; Αν αληθεύει μια θεωρία που λέει πως η αίσθηση δεν φωλιάζει μέσα στο κεφάλι, πως ένα παράθυρο, ένα σύννεφο, ένα δέντρο, δεν το αισθανόμαστε μες στο μυαλό μας, παρά στον τόπο που το αντικρίζουμε, τότε και με τη ματιά που ρίχνουμε στην αγαπημένη βρισκόμαστε έξω από τον εαυτό μας. Εδώ όμως βασανιστικά αγχωμένοι και συνεπαρμένοι. Τυφλωμένη σα σμάρι πουλιών φτεροκοπά η αίσθηση μέσα στη λάμψη της γυναίκας. Κι όπως γυρεύουν προστασία τα πουλιά στις φυλλωσιές και κρύβονται στα δέντρα, έτσι οι αισθήσεις δραπετεύουν στις σκιερές ρυτίδες, τις άχαρες χειρονομίες και τ' αθέατα ψεγάδια του αγαπημένου κορμιού, όπου κουρνιάζουν ασφαλείς μες στην κρυψώνα. Και κανείς περαστικός, δεν μαντεύει πώς ακριβώς εδώ, μες στο λειψό, το επιλήψιμο φωλιάζει η ακαριαία ερωτική συγκίνηση του θαυμαστή»6.
   Η ιστορία μάς στοιχειώνει. Η ιστορία. Η εγγραφή στα σώματα των ανθρώπων. Το καλοκαίρι βρέχει στη Ρίγα. Ένα παιδί τρέμει στις όχθες του ποταμού Ντύνα. H μνήμη πνίγεται ξανά στα νερά7.
    Του γράφει: «Ο Mονόδρομος είναι το αγαπημένο μου βιβλίο. είναι από τα πιο βαθιά συγκλονιστικά και ιδιοφυή βιβλία που έχω διαβάσει. Όλοι τον φτύνανε τον Μπένγιαμιν, τον είχαν πετάξει μέσα στη φτώχεια, τον οδηγούσαν στον θάνατο. O φασισμός ήταν η τελευταία πράξη της τραγωδίας του, εκεί που η προσωπική του συντριβή ενώθηκε με τα κοινωνικά αδιέξοδα. Λίγοι άνθρωποι συμπύκνωσαν την ιστορία στο μικρό τους δέρας με αυτόν τον τρόπο. Νομίζω πως όταν γράφει τον Μονόδρομο, ξέρει ότι ο μονόδρομος είναι γι’ αυτόν ο θάνατος. Η αυτοχειρία του ήταν μια πράξη σεβασμού στον άνθρωπο, σε όσους ανθρώπους είχαν απομείνει. Είναι προφήτης και ποιητής, είναι ο πιο σπουδαίος φιλόσοφος που συνάντησα στη ζωή μου μαζί με τον Μαρξ, τον Πλάτωνα και τους προσωκρατικούς. Φωτισμένος. Δεν μπορούσε να είναι με καμία γυναίκα, βυθιζόταν στο πνεύμα με έναν τρόπο καταστροφικό για τον ίδιο και για εκείνες... Η Μπουμπουλίνας, η Κοραή, το Σκοπευτήριο, ο Φάρος Νέας Σμύρνης, τα χωριά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας, τα βουνά που πληγώθηκαν από νάρκες και διαμελισμένα σώματα, το Αιγαίο με τις αίγες και τις σαύρες, είναι μακρινά όλα αυτά; Εμείς είμαστε εμμονικοί; Όχι, γιατί όταν ο Μπένγιαμιν έγραφε, όταν ο Χάκκας έγραφε, ήξεραν πως τα κρεματόρια και τα αποσπάσματα δεν σβήνουν με ένα γύρισμα του ρολογιού ή με μια γομολάστιχα. Σ’ αυτό που ζητά αίμα, πρέπει να φτύσεις το αίμα σου. Κάποιοι το κάνανε και τόσα χρόνια όσα και η ζωή μου ακούω το αίμα τους να κοχλάζει μέσα στο μυαλό μου. Ο μονόδρομος είναι χαραγμένος με μαχαίρι. Αυτό δεν είναι πρόζα».
   Mια γυναίκα βαδίζει στους δρόμους της πόλης. Κρύβει μέσα της το αίμα. Τα βήματά της άλλοτε ο δρόμος του έρωτα, άλλοτε ο μονόΔρομος του θανάτου. Το κορμί της, το βλέμμα της ο Angelus Novus8.
 


1. Τον Αύγουστο του 1940 ο Μπένγιαμιν εξασφάλισε βίζα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από διαπραγμάτευση του Μαξ Χορκχάιμερ. Επιχειρώντας να ξεφύγει από την Γκεστάπο, ο Μπένγιαμιν σχεδίαζε να αναχωρήσει για την Αμερική μέσω της ουδέτερης Πορτογαλίας, την οποία ήθελε να προσεγγίσει μέσω της Ισπανίας. Στο Πορτμπού, μια πόλη των γαλλοϊσπανικών συνόρων στα Πυρηναία, ο Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε. Βλ. επίσης Μ. Löwy, Θεολογία και αντιφασισμός στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ένεκεν τχ.31, σ. 74.
2.«Το πρόβλημα της μνήμης (και της λήθης)... θα με απασχολήσει για πάρα πολύ καιρό...». Βάλτερ Μπένγιαμιν, επιστολή στην Gretel Adorno, 7 Μαΐου 1940. Walter Benjamin, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, εκδ. Λέσχη των κατασκόπων της ιστορίας, Αθήνα 2014.
3. Αλέξης Τραϊανός, «Μιλούνε οι νεκροί/Ουρλιάζουν φίλε μου// Λίγοι ακούνε». Ένεκεν τχ.31, σ. 135.
4. Walter Benjamin, Μονόδρομος, Όπλα και πυρομαχικά, μτφρ. Νέλλη Ανδρικοπούλου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2004, σ. 76.
5. Η Anna Asja Lācis (Анна «Ася» Эрнестовна Лацис, 19 Οκτωβρίου 1891-21 Nοεμβρίου 1979) ήταν Λετονή ηθοποιός και διευθύντρια θεάτρου. Ενεργό μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων στη δεκαετία του 1920, έγινε διάσημη για τις προλεταριακές θεατρικές της ομάδες με έργα για παιδιά και τις θεατρικές της παραστάσεις agitprop στη Σοβιετική Ένωση και στη Λετονία.Το 1922 πήγε στη Γερμανία όπου γνώρισε τον Bertolt Brecht και τον Erwin Piscator, στον οποίο πρωτοπαρουσίασε τις ιδέες του Vsevolod Meyerhold και του Vladimir Mayakovsky. Το 1924 στο Κάπρι συναντά τον Γερμανό φιλόσοφο και κριτικό Walter Benjamin. Για τα επόμενα χρόνια το ζευγάρι διατηρεί μια κυμαινόμενη σχέση, καθώς ο Μπένγιαμιν την επισκέπτεται στη Μόσχα και στη Ρίγα. Η Άννα Λάσιτς θεωρείται ο άνθρωπος που έστρεψε τον Μπένγιαμιν στον μαρξισμό. Στη διάρκεια της σταλινικής περιόδου φυλακίστηκε για πολλά χρόνια. Το 1948 επέστρεψε στη Σοβιετική πλέον Λετονία, όπου και έζησε με τον σύζυγό της, τον Γερμανό κριτικό θεάτρου Bernhard Reich. Από το 1950 έως το 1957 διετέλεσε διευθύντρια του θεάτρου Valmiera Drama Theatre και χρησιμοποίησε τις αριστερές πρωτοποριακές της μεθόδους στις θεατρικές της παραγωγές. Εγγονή της Άννας Λάστις είναι η διεθνούς φήμης θεατρική σκηνοθέτης Māra Ķimele.

6. Walter Benjamin, Μονόδρομος, Παρακαλείται το κοινό να προστατεύει τις καλλιέργειες, ό.π., σ. 46.
7. «Η “Λεγεώνα των SS” παρέλασε την Κυριακή (16.03.2014) στη Ρίγα της Λετονίας με τη συμμετοχή ωστόσο να είναι πολύ μικρότερη από τις εκτιμήσεις των διοργανωτών. Πρόκειται για Λετονούς που πολέμησαν στο πλευρό των ναζί. Οι νοσταλγοί των ναζί παρελαύνουν κάθε χρόνο στις 16 Μαρτίου από το 1991 όταν και έπεσε η Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο η φετινή επέτειος των ναζί της Λετονίας συμπίπτει με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, καθώς στην Κριμαία πραγματοποιείται το δημοψήφισμα για απόσχιση της περιοχής από την Ουκρανία και προσάρτησή της στη Ρωσική ομοσπονδία. Μάλιστα οι ναζί της Λετονίας εκφράζουν και την υποστήριξή τους στους ομοϊδεάτες τους της Ουκρανίας, που έχουν ισχυρή παρουσία στη νέα μεταβατική ηγεσία του Κιέβου. H παρέλαση των ναζί επέφερε και αλλαγές στην κυβέρνηση της Λετονίας. Ειδικότερα η πρωθυπουργός της χώρας, Λαϊμντότα Στραουγιούμα, ανακοίνωσε την απομάκρυνση του υπουργού, Έιναρς Γκιλίνσκις, ο οποίος δήλωσε πως θα συμμετάσχει στις εκδηλώσεις. Εξάλλου η παρέλαση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και στην Εβραϊκή και τη ρωσική κοινότητα της Λετονίας, που αντιστοιχεί στο 25% του συνολικού πληθυσμού της χώρας (συνολικά 2 εκα.)». Πηγή: TVXS. Σήμερα οι χώρες της Βαλτικής στην ουσία αποτελούν προτεκτοράτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ, και η κοινωνική και οικονομική τους πραγματικότητα αποτελεί στόχο και προάγγελο για το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών έτσι όπως το «οραματίζονται» οι Ευρωπαίοι και Αμερικανοί κεφαλαιοκράτες.

8. «... ένας άγγελος που φαίνεται έτοιμος να απομακρυνθεί από κάτι όπου μένει προσηλωμένο το βλέμμα του. Τα μάτια του είναι διάπλατα ανοιχτά, το στόμα ανοιχτό και οι φτερούγες τεντωμένες. Έτσι ακριβώς πρέπει να είναι ο άγγελος της ιστορίας. Το πρόσωπό του είναι στραμμένο στο παρελθόν. Όπου εμείς βλέπουμε μια αλυσίδα γεγονότων, αυτός βλέπει μια μοναδική καταστροφή που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων και τα εκσφενδονίζει μπροστά στα πόδια του. Θα ήθελε να σταματήσει για μια στιγμή, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να στήσει ξανά τα χαλάσματα. Μια θύελλα σηκώνεται όμως από τη μεριά του Παραδείσου αδράχνοντας τις φτερούγες του και είναι τόσο δυνατή που δεν μπορεί πια ο άγγελος να τις κλείσει. Η θύελλα τον ωθεί ακαταμάχητα προς το μέλλον, στο οποίο η πλάτη του είναι στραμμένη, ενώ ο σωρός από τα ερείπια φθάνει μπροστά ως τον ουρανό. Αυτό που εμείς αποκαλούμε πρόοδο, είναι αυτή η θύελλα».
Walter Benjamin, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, ό.π., σ. 16

Ενεκεν τεύχος 31ο, περιεχόμενα


Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ 

Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

Με χειρόγραφα του ποιητή ΑλέξηΤραϊανού και ένα ανέκδοτο ποίημά του κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Μαζί και πλούσια ύλη.