Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ, Λεβή Μπενουζίλιο


Mου δόθηκε  η ευκαιρία για να προλογίσω το τραγούδι «Ελπίδα» που θα ακούσετε σε λίγο και θα προτιμούσα να σας μιλήσω από στήθους, αλλά φοβάμαι ότι η συγκίνηση και το τρακ δεν θα μου επέτρεπαν να εκφραστώ όπως θα ήθελα.
   Θα μου επιτρέψετε να πω δύο λόγια, με την τριπλή ιδιότητα που έχω, ως μέλος της χορωδίας, στιχουργός του τραγουδιού —σε μελοποίηση Κωστή Παπάζογλου— και κυρίως, κυρίως, ως ανιψιός —μαζί με τον αδελφό και τα ξαδέλφια μου— της Αλλέγρας Μπενουζίλιο, μαθήτριας του Ιταλικού Σχολείου, της οποίας το απολυτήριο οι απόγονοί της θα παραλάβουμε σε λίγο, χάρη στην εξαιρετική προσπάθεια του Ιταλικού Ινστιτούτου, που με την ενέργειά του αυτή ανασταίνει για μένα έναν άνθρωπο. Μετατρέπει το όνομα «Αλλέγρα», από ένα από τα τέσσερα αδέλφια που έχασε ο μπαμπάς μου στο Άουσβιτς, ένα από τα τέσσερα παιδιά της γιαγιάς μου, που την άκουγα κάποια βράδια να τα μοιρολογά στο κρεβάτι της —που όμως ποτέ δεν τα γνώρισα και δεν ένιωθα να έχουν άμεση σχέση με μένα, γιατί οι γονείς μας ποτέ δεν μας ενέπλεξαν σε αυτόν τον άφατο πόνο— από έναν ακόμη αριθμό στον μακρύ κατάλογο των απόντων, σε άνθρωπο με υπόσταση, σάρκα και οστά. Είναι πλέον η θεία Αλλέγρα και ευχαριστώ το Ιταλικό Ινστιτούτο και τον κ. Antonio Crescenzi γι’ αυτό!
   Την Κυριακή που μας πέρασε μνημονεύσαμε για μία ακόμη χρονιά τους 50.000 ομοθρήσκους και συμπολίτες μας, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία που στα αυτιά μου ακούγεται ευφημισμός να αποκαλείται «Πλατεία Ελευθερίας». Στην Πλατεία όπου τον Ιούλιο του ’42, κάτω από αφόρητο ήλιο, βασανίστηκαν και εξευτελίστηκαν τα άρρενα ενήλικα μέλη της Κοινότητάς μας. Εξευτελίστηκαν και ένιωσαν, ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα, ότι αυτό που έρχεται είναι χειρότερο από όσα δεινά τούς είχε επιφυλάξει ως τότε η μοίρα και η ανθρώπινη κακεντρέχεια, στη μακραίωνη ιστορία τους σε όλες τις γωνιές της γης... Κάτω από την αφόρητη ζέστη του Ιουλίου…
   Κι εμείς τους μνημονεύσαμε για μία ακόμη χρονιά κάτω από αφόρητο κρύο! Ίσως η πιο κρύα μέρα του χρόνου είναι κάθε χρόνο η Κυριακή που διεξάγεται αυτό το μνημόσυνο. Λες και όλοι αυτοί οι αδικοχαμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, παιδιά μικρότερα κι από αυτά που τα πτυχία τους θα παραλάβουμε σε λίγο, μας φωνάζουν να προσέχουμε, να χτίσουμε έναν κόσμο χωρίς μισαλλοδοξία, ρατσισμό, ξενοφοβία, αντισημιτισμό. Μας φωνάζουν ότι υπάρχει ελπίδα να γεννηθεί από τις στάχτες τους, από τις στάχτες τους ένας καλύτερος κόσμος, φτάνει να μη ξεχνούμε. Να μην ξεχνούμε και να ορθώνουμε ανάστημα σε όσους προσπαθούν να αμβλύνουν, να διαστρεβλώσουν, να συσχετίσουν, να παραγράψουν. Είμαστε όλοι Εβραίοι, είμαστε όλοι Τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι, μετανάστες, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες. Είμαστε όλοι εν δυνάμει θύματα αυτής της εγκληματικής θεωρίας, που όμως δεν χρειάζεται εγκληματίες για να κάνει πράξη όσα πρεσβεύει. Χρειάζεται απλούς, αδούλευτους, συνηθισμένους ανθρώπους μέσης νοημοσύνης και μέσων ικανοτήτων και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. 
   Για αυτόν τον κόσμο, αυτήν την Κοινότητα, που η πρώτη μεταπολεμική γενιά όσων επιβίωσαν από την καταστροφή προσπάθησε να ξαναστήσει στα πόδια της, είναι γραμμένο το τραγούδι «Ελπίδα». Αυτοί οι χαροκαμένοι άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους ήταν οι μόνοι που επιβίωσαν από όλη τους την οικογένεια, όσοι άντεξαν να παραμείνουν σε αυτήν την πόλη που φάνταζε πια ξένη και εχθρική, αυτοί οι άνθρωποι, κάποιοι από τους οποίους ήταν συμμαθητές των παιδιών, των οποίων τα πτυχία θα παραλάβουμε απόψε, εργάστηκαν με πενιχρά μέσα, με λαβωμένες ψυχές, με ανοιχτές πληγές και κατάφεραν να στήσουν στα πόδια της μια αποτεφρωμένη Κοινότητα, για να έρθουν οι επόμενες γενιές, να βάλει κάθε μια το λιθαράκι της, για να φτάσει η Κοινότητά μας να δηλώνει ξανά παρούσα στην πόλη, μέσα στην οποία αναδείχτηκε και την οποία με την παρουσία της ανέδειξε.
   Λέει το τραγούδι:

    Φίλιωσε η οδύνη με την Ελπίδα
    σμίλεψαν κόσμο απ’ την αρχή
    κοφτή η ανάσα, quero mi vida1   
    όχι άλλα δάκρυα, quero bivir2    .

    Είναι παιδί, είναι πουλί
    είναι του κόσμου η μουσική
    είναι νεράκι που βγαίνει απ’ το βράχο3
    είναι η δύναμη που ’χει η ευχή4.
      Δώσε μητέρα στην κόρη πένα,
    πατέρα δώσε στο γιο χαρτί,
    γκρεμίστε, χτίστε, vale la pena5   
    δείξτε το δρόμο προς τη ζωή.
    Είναι παιδί, είναι πουλί
    είναι του κόσμου η μουσική
    μέσα απ’ την άβυσσο γεννιέται η ελπίδα
    είναι η δύναμη που ’χει η ζωή.

    No ai nada mas valoroso6   
    d’un mansevico en su idad         
    salio del fuego savio I ermoso          
    I sta kantanto el Αtikva



1. Θέλω τη ζωή μου.
2. έλω να ζήσω
3. Σαν κι αυτό που ανάβλυσε στην έρημο από το ραβδί του Μωυσή.
4. Η ευχή που χιλιάδες χρόνια κάθε Πέσαχ επικαλούνταν οι Εβραίοι απανταχού της γης. «Μπασανά αμπαάβ μπε γιερουσαλάιμ»: Του χρόνου στην Ιερουσαλήμ.
4. Αξίζει τον κόπο. 

Το Ιταλικό Ινστιτούτο και η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης διοργάνωσαν στις 29/01/2014 εκδήλωση με αφορμή την ανεύρεση επαίνων και απολυτηρίων, τα οποία δεν παραδόθηκαν ποτέ στους 155 μαθητές, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που φοιτούσαν πριν από το Ολοκαύτωμα στο ιταλικό σχολείο «Umberto I». Στην εκδήλωση, η οποία διοργανώθηκε στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Ιταλικού Ινστιτούτου, κλήθηκαν όσοι απόγονοι των μαθητών εντοπίστηκαν, για να τους απονεμηθούν τα πτυχία. Ο καθηγητής Antonio Crescenzi πρόβαλε και διάβασε στους παρευρισκόμενους αποσπάσματα από εργασίες και εκθέσεις των μαθητών, ενώ ο υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ Ανδρέας Μπουρούτης εκφώνησε ομιλία με θέμα «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και η ιταλική παρουσία». Ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης Δαβίδ Σαλτιέλ αναφέρθηκε στην παρουσία και το έργο σημαντικών Εβραίων της Θεσσαλονίκης με καταγωγή από την Ιταλία, όπως οι Αλατίνι, Μοδιάνο, Φερνάντεζ, Μισραχή, Σαΐας, Τιάνο κ.α., η οποία αποτέλεσε κλειδί για την ανάπτυξη της πόλης σε διεθνές επίπεδο. Συνεχίζοντας, συνεχάρη τον Antonio Crescenzi και την Monica Zecca για την επιμονή τους να αναδείξουν μια χαμένη πτυχή της ιστορίας της πόλης μας και υπενθύμισε στους παρευρισκόμενους τις ενέργειες που έγιναν από το Ιταλικό προξενείο, με επικεφαλής τον Πρόξενο Guelfo Zamboni χάρις στις οποίες διασώθηκαν Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης.
   Η χορωδία της Ισραηλιτικής Κοινότητας τραγούδησε παραδοσιακά ισπανοεβραϊκά τραγούδια, καθώς και ένα νέο, το τραγούδι «Ελπίδα» που είναι γραμμένο πρόσφατα, σε μουσική του μαέστρου της χορωδίας Κωστή Παπάζογλου και στίχους του μέλους της χορωδίας και απόγονου μιας από τις μαθήτριες του Ιταλικού σχολείου, Λεβή Μπενουζίλιο
.
Το κείμενο δημοσιεύεται στο 31ό τε΄χυοςτου περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

ΜΕ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΤΣΙΖΕΚ, Έλενα Αβραμίδου

Δεν ξέρω τι προέχει τούτη τη στιγμή, ως μνήμη και συναίσθημα, από όλα όσα είναι ο Κάρολος Τσίζεκ για μένα. Ίσως πάλι να μην προέχει τίποτα, γιατί πώς να ξεχωρίσεις τον μερακλή δάσκαλο και τον ερωτικό μεταφραστή από τον παθιασμένο ζωγράφο και τον εμπνευσμένο γραφίστα ή τον ακάματο εργάτη του (πεζού και ποιητικού) λόγου από τον Άνθρωπο;
   Είχα την τύχη να τον συναναστραφώ για κάποιο διάστημα. Να κουβεντιάσω, να περπατήσω, να δω εκθέσεις, να εργαστώ μαζί του, να γνωρίσω φίλους του και μαζί να τους επισκεφτούμε στο σπίτι τους. Και, βεβαίως, να τον ακούσω να μιλάει για τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια, για το ιταλικό σχολείο όπου φοίτησε και τον καθηγητή του Στέλιο Ξεφλούδα, από τον οποίο άκουσε πρώτη φορά για τον Ν. ΞΓ. Πεντζίκη. Και ακόμη για τους συμμαθητές και φίλους του, για τα χρόνια της διδασκαλίας στο Ιταλικό Τμήμα του Α.Π.Θ., για τον Κοχλία και τα χρόνια της Διαγωνίου, για την πρώτη του συμμετοχή σε μια ομαδική έκθεση ζωγραφικής το 1944 στο ανθοπωλείο του Ευρυβιάδη Κωνσταντινίδη μαζί με τους Ν. Γ. Πεντζίκη, Γ. Σβορώνο, Ν. Σαχίνη, Τ. Ιατρού και Γ. Παπαδόπουλο, για τον κύκλο του φαρμακείου Πεντζίκη, για τον Γ. Ιωάννου και τους φίλους του από την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης.
   Ζωγράφος, γραφίστας, μεταφραστής, συγγραφέας και πανεπιστημιακός δάσκαλος. Τι από όλα αυτά θεωρείς κατ’ εξοχήν τον εαυτό σου; τον ρώτησα κάποτε. «Θεωρώ τον εαυτό μου κατ’ εξοχήν ζωγράφο», απάντησε αυθόρμητα. «Με τη ζωγραφική εκφράζομαι πιο άνετα και πρωτότυπα. Όσο για το επάγγελμα του δασκάλου, αυτό ήταν βιοποριστικό. Το είχα διαλέξει από πολύ νωρίς και με ικανοποιούσε, επειδή κατείχα το αντικείμενο πολύ καλά. Δεν φοβήθηκα ποτέ να αντιμετωπίσω ένα ακροατήριο ούτε χρειάσθηκε ποτέ να κουραστώ ιδιαίτερα για να προετοιμάσω κάτι. Το έκανα με ευκολία και με ευχαρίστηση».
   Ιταλία (όπου γεννήθηκε), Ελλάδα (όπου έζησε) και Τσεχία (από όπου καταγόταν): τρεις χώρες, τρεις γλώσσες, τρεις αγάπες. «Είμαι γιος τριών μητέρων», συνήθιζε να λέει παραφράζοντας τον τίτλο ενός διηγήματος του Πιραντέλλο. Τίμησε με τον τρόπο του και τις τρεις «μητέρες» του: με τις εξαιρετικές του μεταφράσεις από τα ιταλικά και τα τσεχικά στη γλώσσα μας, που χειριζόταν αριστοτεχνικά. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι είναι ο κατ’ εξοχήν εισηγητής της τσεχικής ποίησης στη χώρα μας.
   Προσωπικότητα πολυδιάστατη, έζησε και δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη ήσυχα και αθόρυβα, με συνέπεια και υπευθυνότητα. Σεμνός και ευαίσθητος, ήταν αφιερωμένος στο έργο του, είτε επρόκειτο για μια ζωγραφιά ή ένα εξώφυλλο είτε για μια μετάφραση ή ένα ποίημα. Ό,τι έκανε, το έκανε με αγάπη, αλλά και ακρίβεια και πάθος για την τελειότητα. Στη ζωγραφική προβάλλοντας με χρωματιστά μολύβια, πενάκι, πινέλλο αλλά και μονοτυπίες-κολλάζ τα βιώματα και τις μνήμες του· στην ποίηση με στίχους παραδοσιακούς που σφύζουν όμως από ερωτισμό και αισθαντικότητα, γραμμένα με μολύβι με μικρά, καλλιτεχνικά γράμματα και τη δέουσα προσοχή και ακρίβεια· στα μικρά πεζογραφήματα με χιούμορ και σεβασμό στη μνήμη, διαρκώς παρούσα· και στις μεταφράσεις αναζητώντας με προσοχή τις λέξεις και τις αντιστοιχίες ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Δεν μπορείς να λες «λαχανάκι μου» σε μια γυναίκα επειδή μεταφράζεις από τα γαλλικά, έλεγε με νόημα· έτσι είσαι traditore, αλλά όχι traduttote.
   «Χρειάζεται άπταιστη γνώση της μητρικής και πολύ καλή γνώση της ξένης γλώσσας, παιδεία και ευαισθησία για το έργο της μετάφρασης», επαναλάμβανε. Και αναφερόμενος στον εαυτό του: «Για να μεταφράσω κάτι πρέπει να μου αρέσει, να με συγκινεί. Εξάλλου, μόνο κάτι που σε συγκινεί ως μεταφραστή μπορεί και να αποδοθεί καλά. Υπάρχουν περιπτώσεις ποιημάτων που δεν μπορούσα να μεταφράσω για πολύ καιρό, κάποια στιγμή όμως είναι σαν να ανοίγει ένα παράθυρο και ξαφνικά τα καταφέρνεις».
   Το να μεταφράζεις μαζί του ή να τον βλέπεις να μεταφράζει ήταν μια μοναδική εμπειρία, όχι μόνο μαθητείας αλλά ζωής, και θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που είχα την ευκαιρία να τη ζήσω. Ήταν η διαδικασία της μετάφρασης αυτό που εξέπληττε, γιατί δεν περιοριζόταν σε μια «ξερή» μετάφραση· ήταν ένα καθόλου που περιελάμβανε τον τρόπο που προσέγγιζε το ποιητικό κείμενο και τον ποιητή, την επεξεργασία του ποιήματος και τη δική του, προσωπική, ματιά. Διατηρώ στη μνήμη και στην καρδιά μου τις ώρες εκείνες που μεταφράσαμε μαζί κάποια ποιήματα του Παζολίνι, ως μοναδικές και πολύτιμες στιγμές που με πλούτισαν ως άνθρωπο και μου έμαθαν πολλά για το δύσκολο και ευαίσθητο έργο της μετάφρασης.
   Με την ίδια αγάπη κρατάω μέσα μου και άλλες βαθιά ανθρώπινες στιγμές που είχα την τύχη να μοιραστώ μαζί του. Την επίσκεψή μας, αίφνης, στην οικία Λέοντος Περαχά· το ζεύγος Περαχά είχε να διηγηθεί μια συγκλονιστική ιστορία, τη ζωή τους στο ναζιστικό στρατόπεδο, τη διάσωση και επιστροφή τους. Ο Λέων Περαχάς επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη φορώντας τη ριγωτή στολή του στρατοπέδου, την οποία, σε ανύποπτο χρόνο, είχα δει στο Εβραϊκό Μουσείο της πόλης μας, χωρίς να φανταστώ τότε ότι κάποια μέρα θα συναντούσα αυτόν στον οποίο κάποτε ανήκε και θα άκουγα επί ώρες, στο μισοσκόταδο, άφωνη, συγκινημένη, ταραγμένη, συγκλονισμένη, την αφήγησή του....

Απόσπασμα από κείμενο της Έλενας Αβραμίδου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί . H Dr Έλενα Αβραμίδου ζει στο Πεκίνο και διδάσκει την ελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Μαζί με τον Όμηρο Ταχμαζίδη είναι από τα ιδρυτικά μέλη του ΕΝΕΚΕΝ από τη δεκαετία του 1990. Δοκίμια, αναλύσεις, ρεπορτάζ και συνεντεύξεις της δημοσιεύονται ανελλιπώς σε κάθε τεύχος του περιοδικού και προσφέρουν μια πρωτότυπη, αυθεντική, έγκυρη και μοναδική δυνατότητα πρόσβασης του ελληνικού αναγνωστικού κοινού στην κινεζική ιστορία αλλά και στη σύγχρονη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική της πραγματικότητα της Κίνας. Η φωτογραφία του Κάρολου Τσίζεκ είναι του Γιάννη Βανίδη.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

ΜΙΑ ΝΕΑ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ, Isaac Joshua

Πάνε πάνω από πέντε χρόνια που η κατάρρευση της Lehman Brothers έδωσε το έναυσμα για την αρχή της μεγάλης κρίσης του 21ου αιώνα. Ήδη ιδιαίτερα μεγάλης διάρκειας, η κρίση αυτή μοιάζει χωρίς τέλος. Μεταφέροντας το επίκεντρό της από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη, αλλάζοντας μορφή, από χρηματιστηριακή σε κρίση χρέους, είναι πάντα παρούσα. Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν να τη χαρακτηρίσουμε αναφορικά με τη μακρά σειρά των κρίσεων που έχουν σημαδέψει την ύπαρξη του καπιταλισμού; Ο Jean Lescure παρατηρεί ότι το έτος 1825 μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη γενικευμένη κρίση, υπερπαραγωγή άξια του ονόματός της. Στον πρώτο τόμο του βιβλίου του Οι γενικευμένες και περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής (1938), από το 1825 έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει υπολογίσει συνολικά έντεκα κρίσεις αυτού του τύπου: (1825, 1836-39, 1847, 1857, 1866, 1873, 1882-84, 1890-93, 1900, 1907, 1913-14), με μια περιοδικότητα που κυμαινόταν από επτά έως δέκα χρόνια. Έκτοτε είναι αποδεκτό ότι μπορούμε να χαρακτηρίζουμε την περίοδο αυτή ως μία ανταγωνιστική ρύθμιση —με την έννοια ότι κυριαρχούν τα φαινόμενα της αγοράς— κι αυτό κυρίως από την κρίση του 1847 και μετά. Θα είχε ενδιαφέρον να εντοπίσουμε τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά των διακυμάνσεων αυτών και να τοποθετήσουμε τη σύγχρονη κρίση απέναντι σε αυτές.

Η ανταγωνιστική ρύθμιση: κρίσεις πρώτου τύπου

Ας ξεκινήσουμε από την καθοδική φάση. Η καταστροφή του κεφαλαίου βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη — εκποίηση εταιρειών, κλείσιμο εργοστασίων, ξεπούλημα του εξοπλισμού τους, κ.λπ. Οι χρεωκοπίες διαδέχονται η μία την άλλη, αριθμούν χιλιάδες είτε πρόκειται για τράπεζες είτε για τη βιομηχανία είτε για το εμπόριο. 
   Τα κέρδη ωστόσο, παρόλο που βρίσκονται στο πιο χαμηλό τους επίπεδο, σταδιακά αποκαθίστανται. Πρώτα απ’ όλα από τη μείωση του κόστους των συντελεστών παραγωγής, που προκαλεί η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας: επιτόκια, μισθώματα, αξία πρώτων υλών, αλλά κυρίως των μισθών. Έτσι στη διάρκεια της κρίσης του 1873 στις ΗΠΑ και στις εταιρείες σιδηροδρόμων παρατηρήθηκε μεγάλη πτώση των μισθών που έφθασε το -10% ή ακόμη και το -20%1. Μεγάλη πτώση μισθών παρατηρείται επίσης στη Γαλλία, στη διάρκεια της κρίσης του 1882, καθώς επίσης και στις ΗΠΑ, όπου η πτώση στην κλωστοϋφαντουργία αγγίζει το 25 με 30% και το 15 με 22% στη μεταλλουργία. Στη διάρκεια της κρίσης του 1890-93 καταγράφεται ισχυρή πτώση μισθών, μία κατάρρευση που στα ορυχεία, στη μεταλλουργία και στην κλωστοϋφαντουργία των ΗΠΑ αγγίζει το -20%. Στην κρίση του 1907 η πτώση των μισθών φθάνει στο 15% κατά μέσο όρο στις ΗΠΑ για να αγγίξει το 40% τον Φεβρουάριο του 1908 στις επιχειρήσεις που συνθέτουν το τραστ ατσαλιού. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν θα εμποδίσει τον μηχανισμό αυτό: έτσι μετά την κρίση του 1921, στην Αγγλία, ο μέσος πραγματικός μισθός του 1922 θα είναι χαμηλότερος από τον αντίστοιχο του 1913.
   Παράλληλα με την πτώση του κόστους των συντελεστών σημειώνεται μια βελτίωση της παραγωγικότητας που επιφέρει από τη μία η αυξανόμενη εντατικοποίηση της εργασίας, μιας υποταγμένης λόγω της ανεργίας εργατικής δύναμης, και από την άλλη λόγω της εφαρμογής νέων μεθόδων παραγωγής και μηχανολογικού εξοπλισμού.
   Η βελτίωση της παραγωγικότητας συμβάλλει στις επιπτώσεις της πτώσης κόστους των συντελεστών παραγωγής, και οι δύο αυτές συνθήκες ωθούν τα κέρδη ανοδικά. Όσο για τις αποδόσεις των επενδεδυμένων κεφαλαίων, αυτές έχουν περιοριστεί σημαντικά, λόγω της έντονης ρευστοποίησης των επιχειρήσεων. Έτσι το ποσοστό κέρδους μεγαλώνει, με την αύξηση του αριθμητή του (το κέρδος) και με την πτώση του παρονομαστή του (το συσσωρευμένο κεφάλαιο). Αυτό αποτελεί προτροπή για επενδύσεις. Εξάλλου, καθώς μεγάλο μέρος του κεφαλαίου έχει καταστραφεί, παρουσιάζονται πολλές ευκαιρίες για κερδοφόρες επενδύσεις· και καθώς δεν έχουν γίνει επενδύσεις ή έχουν γίνει ελάχιστες, το νέο υλικό εμπεριέχει βελτιώσεις που το καθιστούν πιο παραγωγικό.
   Αρχίζει η ανάκαμψη. Γεγονός ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο και συστηματικά παρόν: ένας κλάδος, κινητήρια δύναμη, που προκύπτει από μία νέα καινοτομία, σύρει την ανάκαμψη. Ανήκει στον πρωτογενή τομέα, αυτόν που παράγει τα μέσα παραγωγής. Στις περισσότερες των περιπτώσεων πρόκειται για τον σιδηρόδρομο, αργότερα για τις βιομηχανίες ηλεκτρισμού ή αυτές των τροχιοδρόμων. Ο πρωτογενής τομέας αναπτύσσεται γοργά. Όχι μόνον γιατί εμπεριέχει τον κινητήριο μοχλό του κλάδου, αλλά γιατί παρέχει όλα εκείνα τα υλικά που απορροφά ο τελευταίος, (χυτοσίδηρος, σίδηρος, ατσάλι. κάρβουνο, κ.λπ.) και τα μέσα μεταφοράς (ναυπηγεία). Ο δευτερογενής τομέας, τα καταναλωτικά αγαθά, ενεργοποιείται (κλωστοϋφαντουργία κ.λπ.). Η οικοδομή, παραγωγική και κατοικίες, με τη σειρά τους εμπλέκονται στη φάση ανόδου. Οι τράπεζες συνάπτουν δάνεια ακόμη πιο χαλαρά, όσο οι προοπτικές φαντάζουν θετικές, ενισχύοντας την ισχύ της εξάπλωσης, πολλαπλασιάζουν τις ευκαιρίες αλλά και το ρίσκο. Η κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο και στην αγορά ακινήτων, που προσελκύει η προσδοκία για άμεσα κέρδη, και τροφοδοτούν κύματα κεφαλαίων, καβαλικεύει το κίνημα και τελικά το υποτάσσει. 
   Αλλά ήδη, πριν τη μεταστροφή, διαπιστώνεται πτώση στην απόδοση επενδύσεων. Όταν πρόκειται για εξοπλισμούς όπως τα κανάλια, οι σιδηρόδρομοι κ.λπ., μπορούμε να υποθέσουμε ότι αρχικά εξασφαλίζουν τα μεγαλύτερα φιλέτα. Oι επόμενοι δεν μπορούν να έχoυν παρά μικρότερες αποδόσεις: επειδή όμως πλανάται το δέλεαρ των πρώτων αποτελεσμάτων, η εισροή κεφαλαίων συνεχίζεται. Εάν πρόκειται για καινοτομίες —για παράδειγμα ο ηλεκτρισμός— ο πρώτος που θα τις εισάγει μπορεί να κερδίσει σημαντικά μερίδια στην αγορά, σε βάρος των παλαιότερων, και να αποκομίσει έτσι τεράστια κέρδη. Απέναντί του δεν έχει κανέναν πραγματικό ανταγωνιστή. Όσοι ακολουθήσουν θα έχουν λιγότερο σημαντικά κέρδη αλλά, βοηθούντος του δολώματος του κέρδους, ακολουθούν πολλοί, πάρα πολλοί. Τελικά, ο καθοριστικός παράγοντας, εξαιτίας μιας υπερθερμαινόμενης δραστηριότητας, τα κόστη εκμετάλλευσης —μισθοί, επιτόκια, μισθώματα, τιμές πρώτων υλών— αυξάνουν με ταχύτητα, γεγονός που προετοιμάζει τη μεταστροφή.
   Αυτό συμβαίνει —ιδιαίτερα στους έως τότε τομείς αιχμής— όταν γίνεται ορατό ότι τα ποσοστά κέρδους βρίσκονται σε πτώση ή τα αναμενόμενα δεν θα υλοποιηθούν ή ότι τα νέα κέρδη δεν θα μπορούν να διατηρηθούν στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα. Είναι οι ίδιοι τομείς που έχουν οδηγήσει στη συσσώρευση που τώρα ωθούν στην πτώση. Η ατμομηχανή της οικονομίας επιβραδύνει ή απλώς σταματά. Ο πρωτογενής τομέας παραγωγής —σίδηρος, χυτοσίδηρος. ατσάλι, άνθρακας— υφίσταται γρήγορα τις επιπτώσεις. Υπάρχει περιστολή δαπανών γεγονός που επηρεάζει και τις υπόλοιπες επιχειρήσεις του τομέα. Σειρά έχουν τώρα οι δραστηριότητες στον δευτερογενή τομέα, η κατανάλωση —κλωστοϋφαντουργία κ.λπ. Ο κλάδος των ναυπηγείων πλήττεται το ίδιο με την οικοδομή, που ήδη απειλείται από την αύξηση των επιτοκίων.
   Στη διάρκεια της κρίσης του 1847 στην Αγγλία, η πτώση στις κατασκευές των σιδηροδρομικών γραμμών είχε βίαιες επιπτώσεις στις μεταλλευτικές και μεταλλουργικές βιομηχανίες. Στην κρίση του 1857, η διακοπή στην κατασκευή σιδηροδρομικών δικτύων είχε σχεδόν παντού άμεσο αντίκτυπο στον κλάδο της σιδηρουργίας, στα βιομηχανικά έλαια και στη συνέχεια στην κλωστοϋφαντουργία. Της κρίσης του 1866 προηγείται μια επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στη Γαλλία και μια οπισθοχώρηση στην Αγγλία στην κατασκευή σιδηροδρόμων, που θα οδηγήσει στην υποχώρηση των εργασιών στα ορυχεία και στη συνέχεια στην κατανάλωση και στην οικοδομή. Στη Γερμανία, πριν την κρίση του 1873, διαπιστώνουμε βίαιη πτώση στην κατασκευή σιδηροδρόμων: όπως μας λέει Jean Lescure, «ο σιδηρόδρομος έβαζε στην τροχιά του όλη τη βιομηχανία σιδήρου και ορυκτών». Το ίδιο συνέβη και στις ΗΠΑ όπου η διακοπή των σιδηροδρομικών έργων προκαλεί την κατάρρευση της παραγωγής σιδήρου, χυτοσιδήρου, στη συνέχεια της κλωστοϋφαντουργίας και τέλος των κατασκευών. Οι κρίσεις του 1882 και του 1884 στη Γαλλία αποτελούν συνέχεια της βίαιης διακοπής του σχεδίου Freycinet2, και στις ΗΠΑ της εξίσου βίαιης επιβράδυνσης της κατασκευής σιδηροδρόμων, από το 1882 έως το 1884. Η κρίση του 1893 στις ΗΠΑ εγκαινιάζεται με τον σιδηρόδρομο. Όπως σημειώνει ο Lescure, από την αρχή, «ορισμένες εταιρείες σιδηροδρομικών έργων παρουσιάζουν σοβαρές αποκλίσεις στους ισολογισμούς τους». Από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 1893, παρατηρείται κύμα πτωχεύσεων και, «οι εταιρείες του κλάδου αποτελούν τον κορμό των θυμάτων». Ακολουθεί η βαθιά ύφεση στη μεταλλουργία το δεύτερο εξάμηνο του 1893. Στην κρίση του 1900 είναι η Ρωσία που κάνει την αρχή: μόλις ολοκληρώθηκε η κατασκευή των μεγάλων σιδηροδρομικών γραμμών (Yπερσιβηρικός, Μαντζουρία) η ρωσική βιομηχανία εμφανίζει πτώση στις παραγγελίες. Στη Γερμανία oι βιομηχανίες, που είχαν δώσει το σήμα για τη συσσώρευση, είναι αυτές που εγκαινιάζουν την ύφεση του 1900, αρχίζοντας από τη βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρισμού. Στις ΗΠΑ, υπογραμμίζει ο Lescure, «στην κρίση του 1907 οι σιδηρόδρομοι διατηρούν την κυρίαρχη θέση που είχαν την περίοδο της συσσώρευσης κερδών», με την πτώση να αντιστοιχεί στην πτώση στις παραγγελίες σιδήρου. Το τραμ παίζει τον ρόλο του καθοδικού σπιράλ, και το ίδιο συμβαίνει με τη βιομηχανία ηλεκτρισμού, που συμπαρασύρει τη βιομηχανία και τα ορυχεία χαλκού. 
   Μόλις γίνει αισθητή ή παγιωθεί η ύφεση, οι φούσκες στο χρηματιστηριο ή στην αγορά ακινήτων σκάνε. Το γεγονός αυτό προστίθεται στη γενικότερη κατάρρευση. Οι τράπεζες δέχονται πλήγμα είτε λόγω της εμπλοκής τους με επισφαλείς πελάτες είτε από τη μείωση της αξίας των τίτλων που κατέχουν είτε από την άμεση συνεργία τους στην κερδοσκοπία. Η τεράστια ανάγκη για ρευστό για να αντιμετωπιστούν οι υποχρεώσεις απέναντι στα μειωμένα έσοδα, προσκρούει στη διατίμηση των επιτοκίων, που παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο, και το οποίο μερικές φορές φθάνει σε ενοχλητικά ύψη. Στην κρίση του 1907, στις ΗΠΑ, στη διάρκεια της «μαύρης εβδομάδας» (21-26 Οκτωβρίου 1907), τα ημερήσια επιτόκια δανεισμού έφθασαν από το 22% στο 75% και έως το 125%3.
   Η πτώση τιμών απειλεί τα κέρδη και αυξάνει το βάρος ενός χρέους που με τη σειρά του επιβαρύνει την ανάκαμψη. Από τον Ιούλιο του 1836 έως τον Ιούλιο του 1837 η πτώση στο βαμβάκι φθάνει στο 45%, στον χυτοσίδηρο το 44%, στο 33% στον μόλυβδο, στο 31% στον καπνό. Εάν συνυπολογίσουμε τη Γαλλία, τις ΗΠΑ και την Αγγλία η πτώση των τιμών, από τις 15 Σεπτεμβρίου του 1857 έως τον Ιανουάριο του 1858, φθάνει από το 30 έως το 50% στο βαμβάκι, στη ζάχαρη, στον καφέ, στο ρύζι, στην ποτάσα, στα δέρματα. Μεγάλης κλίμακας πτώση τιμών παρατηρείται στις ΗΠΑ στη διάρκεια της κρίσης του 1873. Πάντα στις ΗΠΑ, ο δείκτης Mac Lean Hardy, από 106 το 1883 περνά στο 99,4 το 1884, με αφορμή την κρίση του 18824. Η πτώση είναι ιδιαίτερα βίαιη στην κρίση του 1921: ο δείκτης τιμών εμπορευμάτων εκπεφρασμένος σε χρυσό, το 1920 στην Αγγλία από 258 πέφτει το 1921 στο 167, και την ίδια περίοδο στη Γαλλία από 214 στο 154, ενώ στις ΗΠΑ από 253 στο 1655.
   Κατανοούμε λοιπόν ότι με τη συσσώρευση όλων αυτών των παραγόντων αστάθειας, πως όλες οι κρίσεις ανταγωνιστικής ρύθμισης είναι ιδιαίτερα βίαιες. Η πτώση στην παραγωγή είχε αγγίζει επίπεδα που δύσκολα μπορούμε να φανταστούμε σήμερα. Για παράδειγμα, στην κρίση του 1847 στη Γαλλία η παραγωγή ελαίων πέφτει κατά 22,5%, από το 1847 έως το 1848, ενώ η παραγωγή σιδηρομεταλλεύματος μειώνεται κατά 50% από το 1847 έως το 1849. Στις ΗΠΑ, στην κρίση του 1907, η παραγωγή των σιδηροτροχιών πέφτει κατά 52%, η κατασκευή σιδηροδρόμων κατά 44,5% (από το 1906 έως το 1908), η παραγωγή ατσαλιού στο 47,5% από το 1907 έως το 19086.
   Πράγματι, όπως είδαμε, είναι η σφοδρότητα της κρίσης που προσφέρει τα υλικά της ανάκαμψης. Είναι η γρήγορη πτώση του κόστους των συντελεστών —επιτόκια, τιμές πρώτες ύλες— και ειδικότερα των μισθών, που επιτρέπει την ανόρθωση του κέρδους. Η γενικευμένη ελαστικοποίηση —του κόστους συντελεστών αλλά επίσης και της τιμής των εμπορευμάτων— είναι αλήθεια ότι οξύνει τις πτωτικές τάσεις αλλά εξίσου και τις ανοδικές, συμβάλλει στη μεταστροφή της συγκυρίας στο τέλος της περιόδου της συσσώρευσης αλλά, ως αντιστάθμισμα, επιταχύνει την ανάκαμψη που ακολουθεί. Εάν υπάρχει βελτίωση της παραγωγικότητας —που ωθεί την κερδοφορία— αυτή συνδέεται με τη βιαιότητα της κρίσης. Όσο για την κερδοφορία του κεφαλαίου, παρόλο που παρουσιάζει ισχυρή πτώση μέσω της επιταχυνόμενης διάλυσης των επιχειρήσεων, το ποσοστό κέρδους αυξάνεται, ακριβώς επειδή έχει πέσει πολύ.
   Οι κρίσεις λοιπόν της ανταγωνιστικής ρύθμισης είναι ιδιαίτερα έντονες αλλά βραχείες. Πράγματι, εάν θεωρήσουμε την κρίση του 1847 ως την πρώτη ανταγωνιστικής ρύθμισης, υπολογίζουμε μια περίοδο τριών ετών από το 1847 (κρίση) έως το 1850 (αρχή της φάσης της επόμενης συσσώρευσης)· σύμφωνα με τους ίδιους υπολογισμούς μετράμε πέντε έτη από το 1857 έως το 1861· ένα έτος από το το 1866 έως το 1867, πέντε έτη από το 1873 έως το 1878, τέσσερα από το 1882 έως το 1886, επτά ή τέσσερα —αναλόγως με το πότε θεωρούμε την αρχή της κρίσης— από το 1890-93 έως το 1896, τέσσερα έτη από το 1900 έως το 1904, δύο έτη από το 1907 έως το 1909. Η, σχετικά, βραχεία διάρκεια της κρίσης εμφανίζεται ως αναγκαίο αντιστάθμισμα της έντασής της.

H κρίση του 1929: κρίση δεύτερου τύπου

Ωστόσο η κρίση του 1929 ήταν διαδοχικά έντονη και μακρά και αυτό συνέβη ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Εδώ είχαμε την παρέμβαση ενός νέου παράγοντα.
   Πράγματι, για μεγάλο χρονικό διάστημα, το καπιταλιστικό σύστημα κολυμπούσε στο περιβάλλον της μικρής παραγωγής —αγροτική παραγωγή, βιοτεχνία. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην άμβλυνση της εμβέλειας των κρίσεων, γιατί οι ασυνέχειες του κοινωνικού χώρου και οι διαφοροποιημένες αντιδράσεις (και μάλιστα συγκρουόμενες) στο σοκ της κρίσης συνέβαλαν στην επιβράδυνση της διάχυσης της επιθυμίας και στην απόσβεση της σύγκρουσης. Η ετερογένεια του οικονομικού περιβάλλοντος ενισχύει διαφοροποιημένες συμπεριφορές (παραγωγή για την αγορά, αλλά και αυτοκατανάλωση, οικιακή οικονομία κ.λπ.) που σπάνε την ισχύ του κύματος. Σε αντίθεση, η ομογενοποίηση του περιβάλλοντος κάνει τους οικονομικούς παράγοντες να αντιδρούν με τον αυτό τρόπο και όλοι πλήττονται εξίσου, γεγονός που πολλαπλασιάζει το αποτελέσμα του αρχικού σοκ. Ο καπιταλισμός ωστόσο είναι κατακτητικός, και λειτουργεί διαρκώς για να συρρικνώνει το σύμπαν που τον περιβάλλει σε δύο αντίθετους πόλους: το κεφάλαιο και την εργασία. Η επικράτηση της μισθωτής εργασίας και των εταιρειών μετοχικού κεφαλαίου δημιουργεί μια αλληλουχία στις συμπεριφορές που φράσει τον δρόμο για την εκτόνωση των κυμάτων της ύφεσης. Πρόκειται για ένα επιβαρυντικό στοιχείο καθοριστικής σημασίας αναφορικά με την επέκταση και τη διεύρυνση των κρίσεων.
   Έτσι μπορέσαμε να ερμηνεύσουμε τη μεγάλη αμερικανική κρίση του 1929, ως κρίση που προκάλεσε η ταχεία μετάβαση από τον κόσμο μικρών παραγωγών σε αυτόν της μισθωτής εργασίας. Στη διάρκεια του τελευταίου τρίτου του 19ου αιώνα όπως είδαμε, εμφανίστηκαν ήδη, πολλαπλές οικονομικές κρίσεις που έσκαγαν στο ανατολικό τμήμα των ΗΠΑ. Η οικονομική ετερογένεια ωστόσο του αμερικανικού οικονομικού περιβάλλοντος συνέβαλε στην απόσβεσή τους, αφού συνδύαζε εταιρείες και ιδιώτες επιχειρηματίες, μισθωτούς και αγρότες, μικρή και μεγάλη παραγωγή. Η οπισθοχώρηση σε μορφές δραστηριότητας που σχετίζονται με τη μικρή παραγωγή ήταν ιδιαίτερα ταχεία, στη συγκυρία 19ου και 20ού αιώνα, γεγονός που εξηγείται με το άνοιγμα των συνόρων που συνέβη την ίδια περίοδο. Σε μερικές δεκάδες χρόνια, περάσαμε από έναν κόσμο μικρής παραγωγής στην κυριαρχία των επιχειρήσεων και της μισθωτής εργασίας....

απόσπασμα από τη μελέτη του Isaac Joshua που δημοσιεύεται στο 31ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Το κείμενο είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό για ειδικά χαρακτηριστικά της κρίσης που ζούμε και τις προοπτικές που αυτή δημιουργεί. O Isaac Joshua είναι οικονομολόγος, συγγραφέας και μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Attac. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και σπούδασε οικονομία στο Παρίσι. Μέλος της Ένωσης Κομμουνιστών Φοιτητών (UEC), και στη συνέχεια του ΚΚΓ, παρακολουθεί τα σεμινάρια του Charles Bettelheim στην École Pratique des Hautes Études. Από το 1964 έως το 1967 θα εργαστεί ως οικονομολόγος στην Κούβα, στο Υπουργείου Βιομηχανίας, που διευθύνει ο Τσε Γκεβάρα, και στη συνέχεια θα διδάξει πολιτική οικονομία στο πανεπιστήμιο της Αβάνας. Την περίοδο αυτή θα συνεργαστεί πολλές φορές με τον Charles Bettelheim, όταν ο τελευταίος ταξιδεύει στην Κούβα. Επιστρέφοντας στο Παρίσι έρχεται σε ρήξη με το Κομμουνιστικό Κόμμα και γίνεται μέλος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Νεολαίας (JCR), στο πλευρό του Alain Krivine και των Γάλλων τροτσκιστών. Θα λάβει ενεργό μέρος στην εξέγερση τον Μάιο-Ιούνιο του 1968. Το έργο του μελετά τις κρίσεις του καπιταλισμού και έχει εκδοθεί σε πολλά βιβλία. Μετάφραση: Γιώργος Γιαννόπουλος.