Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ






Κυκλοφορεί με πλούσια ύλη το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Την έκδοση συνοδεύει το εορταστικό αφήγημα του Ζαχαρία Στουφή The party... και η ποιητική συλλογή του Γιώργου Φρέρη Διαθήκη. Την έκδοση κοσμούν συλλεκτικά έργα του θεσσαλονικιού ζωγράφου και συγγραφέα Γιάννη Βούρου. Στο επετειακό τεύχος δημοσιεύεται δοκίμιο της Τούλας Παπαπάντου και αφορά στους ποιητές που έχουν δημοσιεύσει πονήματά τους στο περιοδικό την τελευταία δεκαετία. Παράλληλα κυκλοφορεί και το δοκίμιο του αυστριακού φιλόσοφου Walter Seitter, σε μετάφραση Όμηρου Ταχμαζίδη, για τη ζωή και το έργο του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου και τη σημασία της ζωγραφικής του έλληνα δημιουργού στην παγκόσμια ιστορία της τέχνης. Σας περιμένουμε...

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Εκδηλώσεις ΕΝΕΚΕΝ, Bρυξέλλες Σεπτέμβριος 2015, Théâtre de la Place des Martyrs

Στο foyer του «Théâtre de la Place des Martyrs», έγιναν τα επίσημα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής που οργανώθηκε από την γκαλερί Theorema την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου με θέμα « Art contemporain grec: un dialogue ouvert ». Με την ευκαιρία αυτή  ο κ. Γιώργος Γιαννόπουλος ποιητής και εκδότης του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ παρουσίασε το, εμπνευσμένο από ένα ποιήμα του ιδίου, θέμα « Mon père Oedipe » με τίτλο « Bruxelles ». Η ομιλία του κου Γιαννόπουλου είχε σαν βάση τον πανάρχαιο ανθρωποκεντρικό ερώτημα του Οιδίποδα που αποτελεί μία θέση απένατι στη Αλήθεια και την Πραγματικότητα. Με διαχρονικές έννοιες που αφορούν την κοινωνία των ανθρώπων αλλά και με επίκαιρο βλέμμα πάνω στη κρίση, η ομιλία του κου Γιαννόπουλου φανέρωσε τις γέφυρες και την διαλεκτική μεταξύ ελληνικής γλώσσας, Θεάτρου και Τέχνης.
Η πολιτιστική αυτή συνέργεια μεταξύ ελληνικών και βελγικών φορέων ήταν ένα πολύ θετικό δείγμα για τον τρόπο με τον οποίο οφείλει ο ελληνικός πολιτισμός, κλασσικός και σύγχρονος, να πλησιάζει το βελγικό κοινό, το οποίο αγκάλιασε την εκδήλωση.
Η ομιλία και η συζήτηση που ακολούθησε έγινε στα γαλλικά.
O Γιώργος Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961. Από το 1995 εκδίδει και διευθύνει το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ και τις ομότιτλες εκδόσεις. Έχουν κυκλοφορήσει οι ποιητικές του συλλογές «Διαδρομή» (2000), «Το θέρος των βροτών» (2010) και «Λόγια θανάτου και αγάπης» (2015) καθώς και το μυθιστόρημα «Το μαύρο βιβλίο» (2003). Κείμενα και ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.

http://www.newsville.be/giorgos-giannopoulos-oidipous-tyrannos-parousiasi/

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

“Η τέχνη είναι μια συλλογική εμπειρία», Συνέντευξη του Γιώργου Γιαννόπουλου στην Kυριάκο Μπάνο

http://ergatiki.gr/article.php?issue=1191&id=12412

Τεύχος 1191
“Η τέχνη είναι μια συλλογική εμπειρία”

Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, εκδότης του Ενεκεν μίλησε στον Κυριάκο Μπάνο με αφορμή την κριτική πάνω στην τελευταία του ποιητική συλλογή «Λόγια θανάτου και αγάπης». 

Ο Κυριάκος Mπάνος γράφοντας για την καινούρια μου ποιητική συλλογή “Λόγια Θανάτου και Αγάπης” τόνισε πως φαντάζει σαν ένας κύκλος που κλείνει. Η δημιουργία από μόνη της είναι μια σειρά από κύκλους που κλείνουν και ανοίγουν. Το ίδιο το ΕΝΕΚΕΝ, που φέτος κλείνει 20 χρόνια παρουσίας, πατάει πάνω σε μια τέτοια διαδικασία. Πρόκειται για πολλές θεματικές συνεργατών είτε αφορούν το δοκίμιο, τη λογοτεχνία, την ψυχανάλυση, που βγαίνουν σε βιβλίο.
Και στη νέα μου συλλογή πράγματι κλείνουν κύκλοι σε διάφορα επίπεδα. Και στο αισθητικό και δομικά και θεματικά, και σε βιωματικό επίπεδο αφού με το χρόνο νομίζω πως εμβαθύνεις στην εμπειρία και του έρωτα και του θανάτου.
Το θάνατο τον επεξεργάζομαι από την σκοπιά της απώλειας. Ο θάνατος ως πραγματικό γεγονός είναι μια εκτός λόγου συνθήκη. Ο λόγος περί θανάτου είναι ένα πολιτισμικό φαινόμενο που συγκροτεί την ταυτότητα και τη συνείδηση. Είναι αυτό που θέλω να φωτίσω και τα αίτια του οποίου διερευνώ μέσα στη ποιητική συλλογή. 
Το ίδιο και με την έννοια της αγάπης. Την αγάπη τη θεωρώ πολιτική πράξη. Έρχεται και συγκροτεί την εμπειρία, που εξ' ορισμού είναι βίαιη και αποσπασματική, δίνοντας νόημα στην πορεία του ανθρώπου που έχει μια τραγική φορά. 
Το άτομο καθώς έρχεται αντιμέτωπο με το ιστορικό γεγονός, δηλαδή με την ταξική βία, καλείται να προσδώσει νόημα. Και υπό αυτή την έννοια λέμε πως η ποίηση είναι μια διάσταση της ταξικής συνείδησης γιατί φωτίζει στο βάθος αυτή τη σχέση του υποκειμένου με την κοινωνία και με την ιστορία. 
Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι να εκλαμβάνεται ο δημιουργός υπό το πρίσμα της αστικής αντίληψης, δηλαδή σχέση αντισυμβαλλόμενων μερών. Όπως δηλαδή ο καπιταλισμός δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο εργαζόμενος είναι ελεύθερος διαπραγματευτής των ικανοτήτων του απέναντι στον καπιταλιστή, η ίδια ψευδαίσθηση αναπαράγεται στην καλλιτεχνική πράξη. Και επειδή η καλλιτεχνική πράξη έχει ειδικά χαρακτηριστικά όπου το υποκειμενικό στοιχείο είναι σε διέγερση για ειδικούς λόγους -διότι για τον καλλιτέχνη το υλικό του είναι ο ψυχισμός του- οι στιγμές αυτές εμφανίζονται σαν απολύτως ατομικές. Όμως ακόμα και όταν ο καλλιτέχνης αναφέρεται στις ασυνείδητες επιθυμίες, δηλώνεται ιστορία. Η τέχνη είναι μια συλλογική εμπειρία ακόμα και όταν εκφράζεται απόλυτα υποκειμενικά. 
Πρόταγμα ελευθερίας
Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο δημιουργός πρέπει να παραμερίσει την ενασχόληση του με το υποκειμενικό και το ατομικό. Πρόκειται για μια καταβύθιση που κάνει στην προσωπικότητά του, στο ασυνείδητο του, στον ψυχισμό του, και αυτό είναι ένα πρόταγμα ελευθερίας. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι ο δημιουργός πρέπει να μιλάει σώνει και καλά συνθηματολογικά. Ο δημιουργός καθιστώντας τον ψυχισμό του λόγο, δίνει και την κοινωνική διάσταση.
Στα λόγια Αγάπης και Θανάτου η εμπειρία έχει το στοιχείο της εισβολής, όπως συμβαίνει και με την ιστορική βία, και αυτή η εισβολή, η σύγκρουση προκαλεί αυτά τα θραύσματα. Η “μεγάλη” φόρμα έρχεται για να τα συγκροτήσει. Εδώ “τα λόγια θανάτου και αγάπης” έχουν τη δομή της κλασσικής τραγωδίας. Υπάρχει ένας ήρωας αφηγητής που περιδιαβαίνει μια ιστορική συνθήκη, γι' αυτό και οι γλωσσικές αναφορές στα λατινικά, στο πολυτονικό, ή οι αναφορές σε έργα της κλασσικής γραμματείας. 
Το πρόκριμα, νομίζω, για τους δημιουργούς της εποχής μας είναι πώς τοποθετούνται απέναντι στην αντιφατική γλωσσική και νοηματική κληρονομιά και εμπειρία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε με ποιους τρόπους και ποιοι διανοητές προσέδωσαν στην γλώσσα μια διαχρονικότητα κάνοντάς την σύγχρονη. Ένας από αυτούς, ας πούμε, νομίζω πως είναι ο Πουλιόπουλος αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση που έχει ενδιαφέρον.
Η σχέση του έργου με την κοινωνία και τον κόσμο είναι μια σύνθετη σχέση. Ζούμε στην εποχή της “μηχανικής αναπαραγωγής του έργου τέχνης”. Το αρνητικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι ότι χάνεται η ουσία και η αυθεντικότητα. Το θετικό είναι πως η διασπορά διευκολύνει την πρόσβαση της κοινωνίας στο έργο τέχνης. 
Ο καλλιτέχνης πρέπει να έχει συνείδηση του ιστορικού πλαισίου που κινείται. Η τέχνη λειτουργεί σε μια κοινωνική πραγματικότητα, αλλά λειτουργεί με το δικό του τρόπο. Έχει μια άλλη σχέση με το χρόνο για παράδειγμα. Δεν έχει την αμεσότητα που έχει ένα πολιτικό κείμενο στο εδώ και τώρα. Αλλά ακριβώς γιατί αναφέρεται στο γλωσσικό φαινόμενο, π.χ. στην ποίηση, έχει το βάθος της σχέσης του λόγου δηλαδή αντλεί από το παρελθόν εμφανίζεται στο παρόν και κοιτάζει στο μέλλον. Επομένως ένα έργο με αξίες είναι ένα διαρκές σημείο αναφοράς όσον αφορά την συνείδηση. Ο ποιητής δουλεύει σε ένα βάθος χρόνου και γι' αυτό το έργο κρίνεται από την εποχή του αλλά κρίνει και την εποχή του, είναι μια αμφίδρομη σχέση.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Kυριάκου Μπάνου: Η υποχθόνια «αθωότητα του σκουληκιού»


Ο έρωτας του Γιώργου Γιαννόπουλου για το γραπτό λόγο είναι γνωστός και αναμφισβήτητος. Η ακάματη συνεχής έκδοση του περιοδικού “Ένεκεν”, ενός περιοδικού που κρύβει στις σελίδες του ένα μεγάλο σεντούκι με λεκτικούς θησαυρούς κάθε γραπτού είδους, από πολιτικά δοκίμια και αναλύσεις, επιστημονικές μελέτες και κριτικές πάνω στη θεωρία, την ιδεολογία, την τέχνη και τη ζωή, μέχρι λογοτεχνία και παρουσίαση κάθε είδους δημιουργικής γραφής, είναι μια περίτρανη απόδειξη της ορμητικότητας με την οποία συνεχίζει να βλέπει τον γραπτό λόγο ο Γ.Γ.
Η ματιά του είναι τόσο λεπτομερής που μετατρέπει κάθε έκδοση που πιάνει στα χέρια του σε ένα ολοκληρωμένο εικαστικό γεγονός. Ξέρεις, καταλαβαίνεις μόλις πιάσεις το τυπωμένο χαρτί στα χέρια σου, πως κάθε τι, σε όποια γωνία, σε όποια θέση και αν βρίσκεται, το στίγμα, το κόμμα, η γραμμή, η λέξη, το εικαστικό, όπου και αν τοποθετούνται, είναι εκεί και συνυπάρχουν μετά από σκέψη. Νοηματοδοτούν, κάτι θέλουν να πουν, να συμβολίσουν.
Αυτό συμβαίνει και στην τρίτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Γιαννόπουλου με τίτλο “Λόγια Θανάτου και Αγάπης” διάσπαρτη με ζωγραφικά σχέδια της Βίλλης Γούσιου που εκδόθηκε μέσα στο καλοκαίρι. Όταν το μικρό αυτό βιβλιαράκι φτάνει στα χέρια του αναγνώστη, γίνεται άμεσα κατανοητό πως πρόκειται για ολοκληρωμένο έργο τέχνης, μια συνολική εικαστική εμπειρία. Και όπως σε όλα τα έργα τέχνης, έτσι και εδώ, υπάρχει η αίσθηση πως κρατάς στα χέρια σου το επιστέγασμα μιας ολόκληρης περιόδου.
Και όμως ενώ ο αυθορμητισμός στην ποίηση του Γιανόπουλου φαντάζει ανύπαρκτος, καμιά λέξη δεν βρίσκεται εκεί που βρίσκεται χωρίς λόγο, ψάχνει και πετυχαίνει να εκφράσει τις πιο αυθόρμητες των στιγμών και των πράξεων, ένα πάφλασμα, ένα χνούδι, ένα σκασμένο καρπούζι, ένα ψίθυρο, ένα χάιδεμα στο κορμό ενός δέντρου. Δεν υπερασπίζεται τον αυθορμητισμό του ποιητικού μέσου αλλά της ίδιας της φύσης και της κίνησης.
Όπως και στο “Θέρος των Βροτών”, την προηγούμενη ποιητική δουλειά του (2010), έτσι και στα “Λόγια αγάπης και Θανάτου” ο Γιαννόπουλος δεν προσπαθεί να αποδείξει κάποιες αιώνιες αξίες, δεν αναδεικνύει κάποια πανανθρώπινα φυσικά χαρακτηριστικά, αλλά προχωράει μέσα από ένα εκχύλισμα εμπειριών και συναισθημάτων, με μια διαφωτιστική ματιά που τοποθετεί τον άνθρωπο ως υλικό ον στο κέντρο της ζωϊκής αλυσίδας. “Πίσω από την απελπισία, μυρίζει άνθρωπος”.
Είναι προφανές από το πρώτο ξεφύλλισμα πως ο Γιώργος Γιαννόπουλος, με αυτή την δαντελωτή εικαστική του ματιά, παραμένει πιστός σε μια εσωτερικότητα πλήρως υλιστική, στην οποία η μεταφυσική δεν είναι παρά μια διαρκής πάλη με το ατομικό αυθόρμητο. “Δεν υπάρχει ουρανός”, ο θεός είναι φθονερός, άρα ανύπαρκτος. Αυτό “που μας στοιχειώνει” είναι τελικά “ένα βλέμμα τυφλό (...) η λάβα του μυαλού”, αλλά και το “υδρόφιλο λιβάδι”, ο άνεμος που σηκώνεται ή ο κεραυνός. Είναι η δύναμη και η αδυναμία του ατόμου, του ανθρώπου, του όντος που σμιλεύει τις στιγμές. “Δεν πιστεύουμε στους αγγέλους αλλά στη φιλία”.
Ο Γιαννόπουλος δεν διαγράφει την τύχη, την μοίρα, αλλά την αναγάγει σε συναίσθημα. Το ίδιο το ανθρώπινο ον, αυτός ο βιολογικός μηχανισμός αποτελούμενος από σπλάχνα και αίμα, από μάτια και πέλματα, αυτό το έλλογο αγρίμι με την ψυχή από σάρκα είναι που μετατρέπει το κύμα, το άνθος, το χώμα, το νερό της πηγής, αλλά και τη φιλία, τον έρωτα, την αγάπη και φυσικά το θάνατο σε δική του προσωπική εμπειρία. “Δεν είναι ο άνεμος που με καλεί”, λέει στο “Παράπονο του Μινώταυρου”, “είναι λεμονανθοί που ραίνουν τη μοίρα της γραμματικής μου”.
Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή που διαβάζεται ψιθυριστά και ενοχικά. Που χτίζει από λέξη σε λέξη και από ποίημα σε ποίημα. Φαντάζει σαν τίποτα από όλα αυτά να μην μπορεί να ιδωθεί απομονωμένο. Σαν να πρέπει να ξέρεις το προηγούμενο για να καταλάβεις το επόμενο.
Έτσι από την αρχή ο ποιητής ξεκαθαρίζει πως “Πιάνω το μελάνι από τη ρίζα, βάφω το στόμα μου στα ρόδα”. Από το πρώτο κιόλας δίστιχο ο συγγραφέας, σαν παιδί που βλέπει την ενασχόλησή του με τις μπογιές σαν αυτοσκοπό, αναδεικνύει την επιμονή του στην ποιητική πράξη όχι με τη μεταφυσική εφόρμηση ενός ρομαντικού, ούτε με τον αυθορμητισμό κάποιου μαστουρωμένου μπίτνικ αλλά με την ενοχική στάση ενός ενήλικου παιδιού που μουτζουρώνει ένα άσπρο τραπεζομάντιλο από έκρηξη δημιουργικότητας αλλά και από εκδίκηση.
Είναι η ενήλικη γνώση που τον κάνει να λέει με αυτοπεποίθηση στο ομώνυμο με το βιβλίο ποίημα πως: “Εμείς, αγάπη μου, δεν βάλαμε την ποίηση πάνω από την αγάπη”, αλλά και αυτή η εκδικητική ενοχή που τον κάνει με ματαιότητα να λέει πως μπορεί “τον μόχθο να γράφεις στην πέτρα” αλλά “να μάθεις πρώτα πρέπει στην άμμο της ερήμου ή στο νερό”. Η ίδια η πράξη θα δώσει το αποτέλεσμα, τη γνώση, το συμπέρασμα.
Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, με την ενοχική και νοσταλγική αυτοπεποίθηση της εμπειρίας σε αυτή την τρίτη του ποιητική δουλειά επιχειρεί ένα άλμα, μια γενίκευση. Να δώσει μ ια συνολικότερη απάντηση στο αν μπορεί η “αγάπη και ο θάνατος” να αποτελέσουν το περίβλημα ολόκληρης της ζωής. Σε αυτή τη μακρόσυρτη και αργή ποιητική του δράση καταφέρνει να εξηγήσει, να περιγράψει, να αναδείξει στιγμές που αλληλοσυνδέονται. Ταξίδια, ιστορίες και τραγωδίες, διαβάσματα και εικόνες, η Ανδαλουσία και η Καισαριανή, το Εβραϊκό νεκροταφείο, οι “οδομαχίες στην οδό Ανδρομάχης” και το αίμα στους δρόμους της Βηρυτού, κάθε τι μπορεί να αποτελέσει εργαλείο αντίληψης ακόμα και του πιο προσωπικού συναισθήματος. Ζει με όλο του το είναι αφού γνωρίζει, παρά το φόβο, πως “στον κόσμο των νεκρών δεν υπάρχει έρωτας, μόνο νοσταλγία”, αλλά ταυτόχρονα αφήνει ελεύθερο και τον εαυτό του και τον αναγνώστη να αποδεχτεί ή όχι το δίπολο Αγάπη-Θάνατος, να αντιληφθεί τα δικά του όρια “στο δηλητήριο της μνήμης, αυτό το πανάρχαιο ταξίδι” να κρατήσει τη δική του ανάσα, να αφήσει τη δική του πατημασιά.
Τα “Λόγια Θανάτου και Αγάπης” δεν έχουν ποιήματα που τα μαθαίνεις απ 'έξω, αλλά θραύσματα μιας σκλήρης συναισθηματικής καθημερινότητας που σε αφήνουν να σκεφτείς με μια ειλικρινή μανία και με μια υποχθόνια “αθωότητα του σκουληκιού”.
Το κείμενο σε μια πρώτη μορφή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη:http://ergatiki.gr/article.php?issue=1187&id=12274. Εδώ δημοσιεύεται στην πληρέστερη εκδοχή του.
Ο Κυριάκος Μπάνος είναι φωτογράφος-σκηνοθέτης, συνεργάτης της εβδομαδιαίας εφημερίδας.