Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Aμήχανοι, ανυπόμονοι, εκνευρισμένοι, ανήσυχοι... T.S. Elliot


 
 
 
«Why do we feel embarrassed, impatient, fretful, ill at ease, 
Assembled like amateur actors who have not been assigned their parts?
Like amateur actors in a dream when the curtain rises, 
to find themselves dressed for a different play, or 
having rehearsed the wrong parts, 
Waiting for the rustling in the stalls, the titter in the 
dress circle, the laughter and catcalls in the gallery?» 

The Family Reunion 
by T. S. Eliot 
 

...Γιατὶ νοιώθουμε ἀμήχανοι, ἀνυπόμονοι, ἐκνευρισμένοι, ἀνήσυχοι,
Μαζεμένοι ἐδῶ σὰν ἐρασιτέχνες ἠθοποιοὶ ποὺ δὲν τοὺς
μοίρασαν ἀκόμα τοὺς ρόλους τους;Σὰν ἐρασιτέχνες ἠθοποιοὶ ποὺ ὅταν σηκώνεται 
ἡ αὐλαία, βρίσκουν τοὺς ἑαυτοὺς τους ντυμένους
γιὰ ἕνα ἄλλο ἔργο, ἤ σὰ νἄχουν ἀποστηθίσει λαθεμένους ρόλους,
Περιμένοντας τὸ θρόισμα τῆς πρώτης σειρᾶς, τὸ κρυφόγελο 
τῆς πλατείας, τὸ γέλιο καὶ τὰ σφυρίγματα τοῦ εξώστη;
 
Oικογενειακή συγκέντρωση
 
Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ
 
μτρφρ. Ελίζα Μάνου, επμλ. Κίκα Χριστοφορίδου, εκδ. Ερμείας, Αθήνα 1969 
 
 

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, 智慧与哲学, της Έλενας Αβραμίδου

Η σοφία και η φιλοσοφία αποτελούν τους δύο διακριτούς πόλους γύρω από τους οποίους αναπτύχθηκαν η κινεζική και η ελληνική (δυτική) σκέψη, αντίστοιχα. Και για τις δύο, σοφία και φιλοσοφία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη γνώση και την ηθική αρετή· το όριο ανάμεσά τους τίθεται από το αν ο κάτοχος της γνώσης και της αρετής είναι σοφός ή, απλώς, φίλος της σοφίας.
   Σοφοί θεωρούνταν στην Ελλάδα οι Επτά Σοφοί της αρχαιότητας (Θαλής, Σόλων, Περίανδρος, Κλεόβουλος, Χείλων, Βίας, Πιττακός), και στην Κίνα οι Επτά Σοφοί-Βασιλιάδες ή Πανάγιοι Σοφοί (sheng ren 聖人) της κινεζικής αρχαιότητας (Γιάο, Σουν, Γυ, Ταγκ, Γου, Βεν, Δούκας Τσόου).
   Στην Ελλάδα η σοφία εγκαταλείφθηκε, ωστόσο νωρίς, για να αντικατασταθεί από τη φιλοσοφία: «Οι Έλληνες, λέγεται, επικύρωσαν τον θάνατο του Σοφού και τον αντικατέστησαν με τους φιλοσόφους, τους φίλους της Σοφίας, εκείνους που αναζητούν την σοφία παρ’ ότι δεν είναι επίσημοι κάτοχοί της», παρατηρούν οι Deleuze & Guattari1.
   Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει στο προοίμιο των Βίων, πως πρώτος ο Πυθαγόρας αυτοχαρακτηρίσθηκε φιλόσοφος/φίλος της σοφίας επειδή κανείς δεν είναι σοφός παρά μόνον ο θεός: «Φιλοσοφίαν δε πρώτος ωνόμασε Πυθαγόρας και εαυτόν φιλόσοφο, (…) μηδένα γαρ είναι σοφόν [άνθρωπον] αλλ’ ή θεόν». Ορίζεται, επίσης, ο φιλόσοφος ως «ο σοφίαν ασπαζόμενος» (Διογένης Λαέρτιος, Vit. 1.12) και για πρώτη φορά καθορίζεται ότι «φιλοσοφίας δε δύο γεγόνασιν αρχαί», η Ιωνική του Αναξιμάνδρου και η Ιταλική του Πυθαγόρα (Διογένης Λαέρτιος, Vit. 1.13).
   Μόνον οι θεοί είναι σοφοί και για τον Πλάτωνα: «Το μεν σοφόν, ω Φαίδρε, καλείν έμοιγε μέγα είναι δοκεί και θεώ μόνω πρέπειν· το δε ή φιλόσοφον ή τοιούτον τι μάλλον τε αν αυτώ και αρμόττοι και εμμελεστέρως έχοι» (Φαίδρος 278d). Η σοφία περιγράφεται στο Συμπόσιο ως μια κατάσταση θεϊκή, απροσπέλαστη στον άνθρωπο, την οποία ο φιλόσοφος επιθυμεί διακαώς. Στην Πολιτεία οι φιλόσοφοι διακρίνονται από τους μη-φιλοσόφους (φιλοθεάμονες, φιληκόους, φιλοτέχνους και πρακτικούς)2. Οι δεύτεροι, ενώ αγαπούν τα ωραία πράγματα, αδυνατούν να δουν το ωραίο καθαυτό3, διότι βλέπουν μόνο ένα μέρος του, αυτό που αφορά τα αισθητηριακά θεάματα, ακούσματα, τις τέχνες και τα πρακτικά ζητήματα. Οι φιλόσοφοι, αντίθετα, εκτός από τα αισθητηριακά όμορφα πράγματα, θεώνται την ομορφιά καθαυτή4, επειδή βλέπουν όλη την πραγματικότητα και όχι ένα μέρος της, αγαπούν όλη τη σοφία και την αλήθεια και όχι ένα τμήμα της.
   Η φιλοσοφία θέτει συνεχώς ερωτήματα, αμφιβάλλει, απορεί και θαυμάζει5, αντίθετα ο σοφός δεν θεωρεί τον κόσμο αντικείμενο απορίας, δεν τον αντικρίζει με έκπληξη, δεν νιώθει παραξένεμα και θαυμασμό, δεν αμφιβάλλει. «Είπε ο Διδάσκαλος: Ο σοφός δεν αμφιβάλλει· ο τέλειος άνθρωπος δεν ανησυχεί· ο γενναίος δεν φοβάται» (Ανάλεκτα, 9.29)6. Αν αμφέβαλε, αν απορούσε, δεν θα ήταν σοφός, διότι «η σοφία είναι κατανοητική, συλλαμβάνοντας εξαρχής (χωρίς διαλεκτική) τις αντίθετες απόψεις»7. Ο σοφός έχει εμπρός του όλη την πραγματικότητα στη σφαιρικότητά της, γι’ αυτό δεν αμφιβάλλει, ενώ ο φιλόσοφος βλέπει το επιμέρους και όχι το όλο, γι’ αυτό διακρίνεται για το διαρκώς απορητικό του βλέμμα.
   Ο φιλόσοφος γνωρίζει ότι δε γνωρίζει και αυτή η επίγνωση της άγνοιάς του ή της αδυναμίας του να κατακτήσει αυτό που επιθυμεί είναι η βάσανός του. Τοποθετείται, συνεπώς, σε ένα τραγικό ενδιάμεσο που δεν χαρακτηρίζεται ούτε από τη σοφία ούτε από τη μη-σοφία, που δεν ανήκει εντελώς ούτε στο θεϊκό ούτε στον ανθρώπινο κόσμο, που ευρίσκεται ανάμεσα στους θεούς και τους σοφούς και τους μωρούς, τις δύο κατηγορίες όντων που, κατά τη Διοτίμα, δεν φιλοσοφούν. Οι θεοί και οι σοφοί επειδή, ακριβώς, είναι σοφοί, και οι μωροί επειδή νομίζουν ότι είναι σοφοί: «Τίνες ουν, έφην εγώ, ω Διοτίμα, οι φιλοσοφούντες, ει μήτε οι σοφοί μήτε οι αμαθείς; (…) φιλόσοφον δε όντα μεταξύ είναι σοφού και αμαθούς» (Συμπόσιο 204b).
   «Ο Πλάτων εγκαθιστά, κατ’ αυτό τον τρόπο, μια απροσπέλαστη απόσταση ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη σοφία», επισημαίνει ο Hadot. «Η φιλοσοφία ορίζεται από αυτό από το οποίο στερείται, και το οποίο κατά κάποιο τρόπο εμπεριέχει, σύμφωνα με την τόσο πλατωνική, πασίγνωστη πασκαλική διατύπωση: “Δεν θα με έψαχνες αν δεν με είχες βρει”»8. Εξετάζοντας αυτήν την απόσταση που χωρίζει τη φιλοσοφία από τη σοφία, ο Hadot παρατηρεί ότι «η φιλοσοφία δεν είναι παρά η προπαρασκευαστική άσκηση για τη σοφία», συμπληρώνει ωστόσο ότι ο λόγος του Πλάτωνα, όπως και του Αριστοτέλη και του Πλωτίνου, «σταματά στο κατώφλι ορισμένων εμπειριών, οι οποίες, εάν δεν είναι σοφία, είναι ένα είδος προαγγέλματός της»9.

Αγροτική Οικονομία

Η διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη σοφία, έκφραση μιας βαθύτερης διαφοράς ανάμεσα στην ελληνική και την κινεζική σκέψη, είναι επακόλουθο των διακριτών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, που με τη σειρά τους είναι απόρροια του συγκεκριμένου γεωγραφικού χώρου στο εσωτερικό του οποίου αναπτύχθηκαν οι δύο πολιτισμοί, παρατηρεί ο Κινέζος φιλόσοφος Fung Yu-Lan10.
   Η Κίνα, ως ηπειρωτική χώρα, ανέπτυξε έως πρόσφατα μια εξ ολοκλήρου αγροτική οικονομία· συνεπώς, ο κοινωνικός, πολιτικός και οικονομικός βίος της στράφηκαν γύρω από θέματα που σχετίζονται με τη χρήση και τη διανομή της γης. Στην κοινωνική κλίμακα της εποχής, πρώτα τοποθετούνταν οι λόγιοι —συνήθως ιδιοκτήτες μεγάλων καλλιεργήσιμων εκτάσεων— ακολουθούσαν οι αγρότες —χωρικοί που καλλιεργούσαν τη γη— οι τεχνίτες και τελευταία οι έμποροι. Και επειδή η τύχη όλων εξαρτιόνταν από την καλή ή κακή σοδειά, η αντίληψη που είχαν σχηματίσει για τη ζωή ήταν εκείνη των καλλιεργητών, των αγροτών. Παρόμοια ήταν και η κοσμοαντίληψη των λογίων, οι οποίοι, εξαιτίας της αγωγής τους, εξέφραζαν τον συναισθηματικό κόσμο των χωρικών, που οι ίδιοι οι χωρικοί αδυνατούσαν να εκφράσουν. Η τέχνη, η λογοτεχνία και η φιλοσοφία γεννήθηκαν στην Κίνα ως δημιουργήματα μιας αγροτικής κοινωνίας, η οποία επηρέασε όχι μόνο το περιεχόμενο της κινεζικής σκέψης, αλλά και τη μεθοδολογία της, με τον αποκλεισμό των αξιωματικών εννοιών και της ενόρασης.
   Σύμφωνα με την κινεζική αντίληψη, οι αγροτικές ασχολίες, οι οποίες αφορούν την παραγωγή, θεωρούνται η «ρίζα» (το ουσιώδες, το θεμελιώδες), ενώ οι εμπορικές δραστηριότητες, που επικεντρώνονται στις ανταλλαγές, το «κλαδί» (το δευτερεύον, το επουσιώδες). Επειδή σε μια αγροτική κοινωνία η παραγωγή προηγείται των ανταλλαγών, δόθηκε πάντα προτεραιότητα στην καλλιέργεια της γης, ενώ το εμπόριο αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία και καχυποψία. Οι πηγές αναφέρουν ότι οι πρώτοι μεγάλοι έμποροι ταξίδεψαν πέρα από τα σύνορα της χώρας μόλις την περίοδο των Ανοίξεων και Φθινοπώρων (Chun Qiu, 721-481 π.Χ.). Κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα, εξαιτίας της ανάπτυξης και της σπουδαιότητας που απόκτησαν, το κρατίδιο Τσιν έλαβε μέτρα που περιόριζε τις δραστηριότητές τους, ενώ ο πρώτος αυτοκράτορας Σι Χουανγκτί (Shi Huangdi) εξαφάνισε την τάξη των εμπόρων αποστέλλοντάς τους ως φρουρούς στα σύνορα της αυτοκρατορίας. Οι τεχνίτες της δυναστείας Σαγκ (Shang, 16ος-11ος π.Χ. αιώνες), που ανέπτυξαν την κατεργασία του χαλκού και άφησαν μπρούτζινα αγγεία εξαιρετικής καλλιτεχνικής αξίας, ήταν δημόσιοι λειτουργοί που ανήκαν στο Υπουργείο Εργασίας, όχι ιδιώτες τεχνίτες οργανωμένοι σε συντεχνίες.
   Τη βούληση και τις στοχεύσεις της αγροτικής ψυχής εκφράζουν τόσο ο κομφουκιανισμός όσο και ο ταοϊσμός, τα δύο μεγάλα ρεύματα της σινικής σκέψης, τα οποία, μολονότι ευρίσκονται στους δύο αντιθετικούς πόλους, τίθενται στον ίδιο άξονα, αντλώντας από την ίδια αντίληψη. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι αποτελούν θεωρητική έκφραση ή εκλογίκευση διακριτών όψεών της. Οι ταοϊστές εξιδανίκευσαν την απλότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και καταδίκασαν τον πολιτισμό, διαχωρίζοντας σαφέστατα το φυσικό από το τεχνητό. Γι’ αυτούς, η υψηλότερη κατάκτηση του σοφού είναι η ταύτισή του με τη φύση, με το σύμπαν. Οι κομφουκιανοί, αντίθετα, προσέφεραν το θεωρητικό σχήμα και την ορθολογική ερμηνεία αυτού του κοινωνικού συστήματος. Η κομφουκιανή θεωρία αποτελεί εν ολίγοις την ηθική έκφραση του κινεζικού αγροτικού οικονομικού συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Για τον λόγο αυτό, ο κομφουκιανισμός κατέστη το ορθόδοξο φιλοσοφικό δόγμα στην Κίνα και παρέμεινε τέτοιο ως την εποχή που μεταβλήθηκαν τα οικονομικά θεμέλια της χώρας, με την πρώτη προσπάθεια εκβιομηχάνισης μετά την άφιξη των δυτικών τον 19ο αιώνα. Οι δύο σκέψεις αλληλοσυμπληρώνονται, σύμφωνα με τον Fung Yu-Lan, διασφαλίζοντας ένα είδος ισορροπίας ανάμεσα σε ό,τι είναι του κόσμου αυτού και σε ό,τι δεν είναι11. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο σχολές σκέψεις θυμίζει, τηρουμένων των αποστάσεων, την αντίστοιχη διάκριση ανάμεσα στον κλασικό σοφό και τον μετακλασικό, τη μετάβαση από τον σοφό που πραγματώνεται στην πόλη σε εκείνον που αποσύρεται από τα εγκόσμια, την αντικατάσταση της διαλεκτικής από τη σιωπή. Στην περίπτωση όμως της Κίνας, όπου απουσιάζει η διαλεκτική, η κοινωνική δράση του κομφουκιανού σοφού τίθεται απέναντι στην απόσυρση του ταοϊστή. 
   Η επί αιώνες επικέντρωση στο αγροτικό σύστημα παραγωγής και η συνεπαγόμενη απουσία ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Κίνα αποδίδονται από τον Weber στη διατήρηση των ισχυρών οικογενειακών δεσμών που βασίζονταν στη λατρεία των προγόνων. Δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί, έτσι, μια πολιτική αυτονομία και να αναδειχθεί μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη που θα αναλάμβανε την ευθύνη της προώθησης των πολιτικών δικαιωμάτων12.
   Η λατρεία των προγόνων αποτελούσε τη μοναδική πραγματική θρησκεία στην αρχαία Κίνα. Ο αρχηγός κάθε οίκου ήταν επιφορτισμένος και με ιερατικά καθήκοντα, τα οποία εκτελούσε με τη βοήθεια των μελών της οικογένειας. Οι θυσίες που προσφέρανε είχαν στόχο να διασφαλίσουν την εύνοια των πνευμάτων και τη βοήθειά τους ως διαμεσολαβητές ανάμεσα στους απογόνους και τον Ουρανό (Tian 天). Δικαίωμα σε προγονικούς ναούς και θυσίες στους προγόνους είχαν μόνο οι σημαντικές και πλούσιες οικογένειες, όχι ο απλός λαός, ο οποίος ζούσε τη δική του ζωή, λατρεύοντας τα πνεύματα της φύσης και πιστεύοντας στη μαγική δύναμη του σαμάνου.
   Εκκινώντας από μια μαρξιστική ανάλυση των θέσεων του Weber επί του υδραυλικού-γραφειοκρατικού κινεζικού συστήματος, ο Wittfogel ανέπτυξε τη θεωρία του ανατολικού ή υδραυλικού ή αγρο-γραφειοκρατικού δεσποτισμού, σύμφωνα με την οποία δεσποτικές κυβερνήσεις με γραφειοκρατικές δομές και λογίους αξιωματούχους χρησιμοποιούν μεγάλο αριθμό εργατών για την κατασκευή αρδευτικών συστημάτων και έργων υποδομής προς αντιμετώπιση των πλημμυρών, ασκώντας ισχυρό έλεγχο. Υπό αυτές τις συνθήκες, αναδεικνύεται η υδραυλική κοινωνία, η οποία χαρακτηρίζεται από μια γραφειοκρατική-διαχειριστική πολιτική, που συνεπάγεται αφ’ ενός ένα πολύ ισχυρό κράτος και αφ’ ετέρου ανίσχυρους ιδιώτες και ένα ιδιαίτερα αδύνατο μη γραφειοκρατικό τμήμα της κοινωνίας13.


Ναυτική Δύναμη

Η αντίθεση με το περιβάλλον της αθηναϊκής πόλης, όπου έζησε ο Πλάτων με τον οποίο ουσιαστικά γεννιέται η φιλοσοφία, είναι εμφανέστατη. Η ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας, που προϋπέθεταν την παρατήρηση της φύσης (π.χ. μετεωρολογικών φαινομένων) και την ανάπτυξη της τεχνικής (μέτρηση αποστάσεων και χρόνου), προσέφεραν στην Αθήνα τον υλικό πλούτο και τη δυνατότητα να αναπτύξει έναν πολιτισμό, έκφραση του οποίου ήταν και η φιλοσοφία. Η θάλασσα πρόσφερε τη δυνατότητα στους Αθηναίους να στραφούν προς άλλους προορισμούς, να ταξιδέψουν, να γνωρίσουν άλλους λαούς και άλλες σκέψεις. Σύμφωνα με τον Πόππερ, «ίσως το πιο ισχυρό αίτιο για την κατάρρευση της κλειστής κοινωνίας ήταν η ανάπτυξη των θαλάσσιων επικοινωνιών και του εμπορίου. (…) Οι δύο παράγοντες, ναυτιλία και εμπόριο, απέβησαν τα κύρια χαρακτηριστικά του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού. (…) Το εμπόριο της Αθήνας, η χρηματική οικονομία της, η ναυτική πολιτική της και οι δημοκρατικές τάσεις της αποτελούσαν εκδηλώσεις ενός ενιαίου κινήματος»14.
   Δια της θαλάσσης ο Πλάτων έφθασε στην Αίγυπτο και την Κάτω Ιταλία. Η εικόνα του φιλοσόφου, στην πρώιμη εποχή, συνδυάζεται από τη μια με αυτόν που μπορεί να προβλέψει το μέλλον και από την άλλη με αυτόν που ταξιδεύει στον κόσμο για να γνωρίσει άλλες ιστορικές πραγματικότητες. Μνημονεύονται τα ταξίδια του Σόλωνα, του Θαλή, του Πυθαγόρα, του Δημόκριτου και, βεβαίως, του Ηρόδοτου. Για τον Πλάτωνα οι αρχαίοι βιογράφοι αναφέρουν ότι πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι στη Σικελία για να μελετήσει τα σχετικά με το ηφαίστειο της Αίτνας φαινόμενα.
   Στην Κίνα, όμως, από την εποχή του Κομφούκιου (551-479 π.Χ.) ως το τέλος του 19ου αιώνα, οι στοχαστές δεν είχαν την εμπειρία του θαλάσσιου ταξιδιού, της περιπέτειας στο πέλαγος και της γνωριμίας με κόσμους άγνωστους. Επιπλέον, οι θαλάσσιες αποστολές που πραγματοποιήθηκαν, δεν προκάλεσαν το ενδιαφέρον των στοχαστών και αξιόλογες ανακαλύψεις αποθαρρύνθηκαν μάλλον παρά ενθαρρύνθηκαν. Είναι ενδεικτική η περίπτωση του Zheng He, ο οποίος πραγματοποίησε επτά θαλάσσιες αποστολές, από το 1405 ως το 1433, φθάνοντας στην Ινδονησία, Μαλαισία, Αραβία, Ινδία, ανατολική Αφρική. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, όπως και άλλα (γνώσεις μαθηματικών, αστρονομίας, ιατρικής), παρέμειναν περιορισμένα σε ένα κύκλο «ειδημόνων» χωρίς να προξενήσουν το ενδιαφέρον των λογίων. Η πρακτική εφαρμογή των γνώσεών τους δεν συνδεόταν με ένα θεωρητικό στοχασμό.
   Ο Κομφούκιος δεν έζησε μακριά από τη θάλασσα, όμως στα Ανάλεκτα την αναφέρει μια μόνο φορά: «Η Οδός δεν ακολουθείται! Θα μπω σ’ ένα πλεούμενο και θ’ ανοιχτώ στη θάλασσα· ο Γιο δεν είναι αυτός που θα με ακολουθήσει; Ο Τσι Λου τ’ άκουσε και χάρηκε. Είπε ο Διδάσκαλος: Ο Γιο είναι πιο θαρραλέος από μένα· δεν θα ’βρει όμως τα απαραίτητα υλικά» (5.7). Μολονότι δεν υπάρχει ομοφωνία στην ερμηνεία του σημείου αυτού, οι σχολιαστές διακρίνουν την απογοήτευση του Κομφούκιου είτε επειδή δεν βρίσκουν ανταπόκριση οι πολιτικές του ιδέες (Anne Cheng), είτε επειδή δεν ακολουθείται η Οδός (Dao 道) (A. Waley) και γι’ αυτό, αποκαρδιωμένος, δηλώνει ότι θα πάει να ζήσει στους βαρβάρους. Εξίσου σύντομη είναι και η αναφορά του Μέγγιου στη θάλασσα: «Όποιος αντίκρισε τη Θάλασσα, δύσκολα θαυμάζει άλλα νερά· όποιος έφτασε ως την πόρτα του Σοφού, δύσκολα εκτιμά τα λόγια άλλων ανθρώπων» (Μέγγιος, 7Α.24)15.....

Απόσπασμα από δοκίμιο της Έλενας Αβραμίδου που δημοσιεύεται στο τεύχος 18 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Η δρ Έλενα Αβραμίδου ζει στο Πεκίνο και διδάσκει στο εκεί Πανεπιστήμιο της πόλης. Συμμετέχει στο εκδοτικό εγχείρημα του ΕΝΕΚΕΝ από το 1995.
Η φωτογραφία είναι της Aλίκης Βακιάρη.

ΠΟΙΗΣΗ, Η ΠΡΩΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Χριστίνα Π. Φίλη

Ιδωμένες κάτω από το πρίσμα του Χρόνου, η Ποίηση και η Φιλοσοφία συγκλίνουν σ' ένα κοινό σημείο απαρχής. Η συνένωση αυτή, χαμένη μέσα στην ηρωική εποχή, περιπεπλεγμένη στον στροβιλισμό των μύθων, οδηγεί —μέσα από την εσωτερική συνοχή του λόγου— στην αποσαφήνιση θεμελιακών εννοιών και τελικά προαναγγέλλει την υποκατάσταση του υπερφυσικού από το μεταφυσικό.
   Σ’ αυτή την «κοσμογονία» ο προφορικός λόγος, αδύναμος ν’ αποτυπώσει υπέρχρονα άμεσα ίχνη, υπακούει αναγκαστικά σε ορισμένους ρυθμικούς κανόνες υποβοηθητικούς της μνήμης. Όμως είναι αρκετά ισχυρό1 το επιχείρημα των μνημοτεχνικών κανόνων και ρυθμών για την πρώτη αρχή της ποίησης και της φιλοσοφίας;
   Ανέγγιχτος ο κόσμος των γνώσεων και της υπέρτατης αλήθειας, κατά την ηρωική εποχή «επικοινωνούσε» ενδόμυχα με τον κόσμο των θεών2, ενώ παράλληλα η ποιητική λειτουργούσε και με την παρέμβαση των θυγατέρων της Μνημοσύνης3.
   Ο ποιητής, άτομο έν-θεο4, προικισμένος με το «δώρο» της θεϊκής κατοχής5 είναι ο εμπνευσμένος, που θα μεταφέρει, τη γνώση6 είτε για το παρελθόν με τη μορφή της ιστορίας και της γενεαλογίας, είτε για το κρυμμένο παρόν με τη μορφή της «επιστημονικής» πληροφόρησης, είτε για το μέλλον με τη μορφή της προφητικής έκφρασης7. Έτσι, στα βάθη της ηρωικής εποχής τα πρόσωπα του μάντη, του ποιητή και του σοφού8 συμπίπτουν και αποτελούν μια αδιαχώριστη ενότητα.
   Η ταύτιση αυτή αναγκαστικά μας οδηγεί ν’ αναζητήσουμε μέσα από τους μύθους και τη λατρεία που τυλίγουν τον Απόλλωνα —θεό του φωτός και της μαντικής9, 10— τις ιδιότητες εκείνες που εκπορεύονται από την προστασία του.
   Στον Φαίδρο ο Σωκράτης αναφέρει τέσσερα είδη θεϊκής «μανίας» που αντιστοιχούν σε τέσσερις διαφορετικές θεότητες: «Της δε θείας τεττάρων θεών τέττερα μέρη διελόμενοι, μαντικήν μεν επίπνοιαν Απόλλωνος θέντες, Διονύσου δε τελεστικήν, Μουσών δι’ αυ ποιητικήν τετάρτην δε Αφροδίτης καί Έρωτος ερωτικήν μανίαν ερήσαμεν τε αρίστην είναι»11.
   Ενώ στον Κρατύλο, η μαντική και η ποιητική ταυτίζονται, καθώς δίδει την ετυμολογική εξήγηση του ονόματος του θεού Απόλλωνος*: «Εγώ πειράσομαι φράσαι ο γε μοι φαίνετα· ου γαρ εστίν ότι αν μάλλον όνομα ήρμοσεν εν όν τέταρσι δυνάμεσι ταίς του θεού, ώστε πασών εφάπτεσθαι και δηλούν τρόπον τίνα μουσικήν** τε και μαντικήν και ιατρικήν και τοξικήν...12 κατά μέν τοίνυν τάς απολύσεις τε και απολαύσεις... δια πάντα ταύτα το όνομα τούτο ο τιθεμένος ένθετο τω θεώ »13.
   Οι ιδιότητες λοιπόν του Απόλλωνος και των Μουσών συμπίπτουν στον πλατωνικό Κρατύλο. Επομένως, αφού ο θεός καθαρίζει και ξεπλένει (απολούει) και ελευθερώνει (απολύει) τον άνθρωπο στο σώμα και στην ψυχή θα έπρεπε να ονομάζεται Απολούων. Ενώ για την προφητική του ιδιότητα την αλήθεια του και την ειλικρίνειά του (το αληθές και το απλούν) θα έπρεπε να τον ονομάζουν14 Άπλουν.
   Η μουσική ερμηνεία του ονόματός του θυμίζει σαφώς πυθαγόρειες καταβολές15, αφού η μουσική και η αστρονομία εκφράζουν την αρμονία των ουρανίων σωμάτων. Ο Θεός επιστατεί στην αρμονία καθώς τα περιστρέφει (α-πολών όπου το α σημαίνει μαζί) όλα μαζί ταυτόχρονα. Η δε αγάπη του για τη σοφία παρουσιάζεται με την ετυμολογία της λέξης Μούσαι (μήσθαι=επιθυμώ άπληστα) και από την έρευνα και την αγάπη προς τη φιλοσοφία16.
   Η λατρεία όμως του Θεού και οι μύθοι του προσπαθούσαν ουσιαστικά να εκφράσουν μέσα από τις συμβολικές ιδιότητες, τα γνωρίσματα του εμπνευσμένου προφήτη, ποιητή, μουσικού, γιατρού. Η μορφή του Ορφέα συνδυάζει όλες τις μορφές θεϊκής μανίας17. Ήταν προφήτης, ποιητής, ιδρυτής μυστηρίων, γιος του Απόλλωνος και της Μούσας Καλλιόπης18, πατέρας και δάσκαλος του Μουσαίου19. Ακόμα επειδή «ανήκε» στη μουσική ήταν απολλώνιος20, έτσι είχε διπλή απολλώνια φύση και από τους δύο γεννήτορες.
   Παράλληλα με τον Ορφέα, υπάρχουν και άλλα ομοειδή «υπερφυσικά» πρόσωπα (βλ. Παράρτημα). Η βαθύτερη σημασία αυτών των μυθικών ή ημιθεϊκών ηρώων είναι ότι συγκεντρώνουν ορισμένες ιδιότητες συνυπάρχουσες και συγκλίνουσες σ' ένα τρίπτυχο μάντη-ποιητή-σοφού. Πιο συγκεκριμένα αυτός ο τύπος του μάντη, ποιητή και θεραπευτή όπως είναι ο Άβαρις, ο Ορφέας, ο Ερμότιμος, ο Επιμενίδης, ο Φερεκύδης, συγκεντρώνει την ικανότητα του ανθρώπου να βλέπει, πέρα από τον κόσμο των αισθήσεων21 την «αλήθεια» του είναι.
   Ας αφήσουμε για λίγο την αρχαία Ελλάδα και ας προσπαθήσουμε να δούμε αν αυτό το ίδιο τρίπτυχο μάντη-ποιητή-σοφού εμφανίζεται σε άλλες χώρες.
   Στην Ινδία, χώρα με βαθιά φιλοσοφική παράδοση, συναντούμε την λέξη καυί22 πού σημαίνει ποιητής, αλλά και σοφός, συγγραφέας ιερών ύμνων.
   Οι Βέδες23 Vedanta είναι τα ιερά σανσκριτικά κείμενα. Ο όρος «βέδα» γενικά χρησιμοποιείται με δύο διαφορετικές έννοιες. Για τους ινδουιστές σημαίνει το σύνολο των ιερών κειμένων που πηγάζουν από «ακροάματα» (Sruti)24. Πράγματι, προέρχονται από το Brahmă25 —το προσωποποιημένο Απόλυτο που κρατά τη δημιουργική εξουσία— δηλαδή έχουν εκφρασθεί από το θεό με τη μορφή των «λόγων» και συντάχθηκαν από τους «εμπνευσμένους σοφούς» που τα γνώρισαν «απ’ ευθείας ακρόαση». Η διάδοση των Sruti δεν πρέπει να αναζητηθεί στην πράξη της «αποκάλυψης» αλλά στη μετάδοση μέσω μιας εξαιρετικά ιερής διδασκαλίας. Για την καταγωγή αυτής της σοφίας υπάρχουν δύο προτεινόμενες ερμηνείες από τις δύο κυριότερες ινδικές θεολογικές σχολές. Η μία πιστεύει ότι οι πρώτοι tsi είδαν αυτή την αιώνια σοφία —έννοια που μοιάζει με τις αναλλοίωτες ιδέες του Πλάτωνος— και την εξέφρασαν στους ύμνους και σε άλλα είδη των Βεδών. Η άλλη σχολή αποδέχεται μιαν αποκάλυψη που έγινε από έναν προσωπικό θεό.
   Αυτά τα κείμενα διάφορα μεταξύ τους τόσο για το περιεχόμενο όσο και για τη μορφή θεωρούνται αιώνια και αλάθητα. Περιλαμβάνουν τις Samhitâ, που περιέχουν ύμνους, προσευχές και τελετουργικούς τύπους, τις Brahmana, θεολογικά σχόλια των Samhitâ, τις Aranyaka ή λειτουργικές θεωρίες και μυθικές εκφράσεις της βεδικής τελετουργίας και τις Upanisad26, εσωτερικούς φιλοσοφικούς διάλογους.
   Οι Βέδες λοιπόν είναι ανώνυμες και εκφράζουν την πρώτη αλήθεια, την απρόσωπη θεμελίωση του σύμπαντος και κάθε όντος.
Αντίθετα, οι δυτικοί επιστήμονες προτιμούν να δίνουν στη λέξη Βέδες, μια έννοια πιο στενή και την αποδίδουν αποκλειστικά στα πιο παλιά κείμενα των Βεδών, δηλαδή στις Samhitâ. Αυτές είναι «συλλογές» γραμμένες σε ποίηση και κατανέμονται σε τέσσερις ενότητες: Rgveda, στροφές που απαγγέλλονται κατά τη διάρκεια της θυσίας. Sâma Veda, μελωδίες πάνω στις στροφές των Rgveda που συνοδεύονται με μουσική σημειογραφία για την εκτέλεση λειτουργιών και ψαλμών. Yazour Veda, τυπικά για την τέλεση θυσιών, οι επικλήσεις απευθύνονται σε θεούς και ιερά αντικείμενα. Atharva Veda, ομάδα ύμνων και επικλήσεων μαγείας.
   Κάθε ύμνος της Rgveda27 αποδίδεται σ’ έναν προφήτη28 που του αποκαλύφθηκε μυστικά. Η σύνθεση Mahabhârata29 και oι Puranas30     αποδίδονται σε παλιούς προφήτες vu (uyâsa). Με τους tsi πραγματοποιείται η μετάβαση από τον προφήτη στον φιλόσοφο, καθώς η φιλοσοφία των Upanisad31 έχει μαντική προέλευση32.
   Οι Upanisad αναγγέλλουν τη μεγάλη «σύνδεση» ή την ταύτιση του âtman (ψυχή) με το κοσμικό και απόλυτο brahman33 που πραγματοποιείται με την υπέρτατη γνώση (Jnânamârga)34. Τελικά η δύναμη του προφήτη είναι η κυριαρχούσα δύναμη του κόσμου. Το απρόσωπο Brahman «μετασχηματίζεται» και γίνεται η καινούργια θεότητα. Ο προφήτης αποτελεί την ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στη θεότητα και στον άνθρωπο.
   Στην Ιρλανδία συναντάμε τους fili που θα πρέπει αρχικά να ήσαν προφήτες αλλά κατά την πρώιμη ιστορική εποχή έγιναν λόγιοι και επαγγελματίες ποιητές. Η ανάπτυξη της τοπικής φιλοσοφίας σταμάτησε με τον χριστιανισμό, αλλά υπάρχουν αρκετές ενδείξεις όπως και στην Ουαλία —ότι η φιλοσοφία τους ήταν ουσιαστικά μαντική35.
   Στην Ουαλία η λέξη Awenithion σημαίνει πρόσωπο που μπορεί να προφητεύει σε κατάσταση έκστασης ή φρενίτιδας, ενώ awen είναι το προφητικό ή ποιητικό πνεύμα στον άνθρωπο. Η προφητεία και η ποίηση ήσαν αδιαχώριστες και αποτελούσαν αποκλειστικά γνωρίσματα του awen36.
   Ο Ουαλός βάρδος, όπως αντίστοιχα και ο Ιρλανδός fili, έπρεπε να περάσει από μια σειρά δοκιμασιών με μαγικές πρακτικές και μαντικές ασκήσεις. Συγκεκριμένα, γράφει ο J. Vendryes: «οι σπουδές διαρκούσαν πολλά χρόνια. Σ' αυτά τα χρόνια ο μαθητευόμενος ποιητής εισαγόταν στη γνώση των Ιστορικών, γενεαλογικών και τοπογραφικών παραδόσεων της χώρας του και συνάμα στον χειρισμό των μέτρων και όλων των ποιητικών τεχνασμάτων. Η διδασκαλία γινόταν σε ερημικά μέρη και σε σκοτεινούς χώρους με τα βλέφαρα κλεισμένα, σαν σκέπασμα στα μάτια, για να εμποδίζουν το φως της ημέρας»37.
   H αποδοχή της κελτικής μορφής του μοναχισμού38 κατέληξε στον δρυιδισμό. Η λέξη δρυίδης σημαίνει τον σοφό, τον άνθρωπο που γνωρίζει πολλά, τον μάντη. Ενώ για την ετυμολογία της λέξης πολλοί ανατρέχουν στη γενική παραδοχή της παντοδυναμίας της δρυός39 σαν τελετουργικό θεϊκό40 σύμβολο.
   Η προφητεία, η φιλοσοφία, η ιατρική, ήταν μερικοί από τους τομείς όπου επιδίδονταν αυτή η τάξη, της οποίας η ιεραρχία χωριζόταν σε τρεις κατηγορίες: βάρδοι, βάτες, δρυίδες. Οι βάρδοι ήταν υμνητές και ποιητές41, ραψωδοί που έψαλλαν επικά κατορθώματα επιφανών ανδρών. Οι βάτες ήταν το ιερατείο που ιερουργούσε και εδίδασκε τη «Φυσική». Οι δρυίδες ασκούσαν την οιωνοσκοπία και αποκρυπτογραφούσαν το μέλλον. Ο Κικέρων42 αναφέρει ότι ο φίλος του Diviciacus ισχυριζόταν ότι είχε τη δύναμη να προλέγει το μέλλον, ενώ ο Πλίνιος43 γράφει οτι οι δρυίδες επιδίδονταν τόσο πολύ στη μαγεία, ώστε να μπορούν άνετα να θεωρηθούν δάσκαλοι των Περσών μάγων.
   Όμως για τους βάτες και τους δρυίδες έχουμε ακόμα μια σημαντική μαρτυρία. Ο Ιούλιος Καίσαρ στο έργο του Commentarii de bello Gallico περιγράφει το εκπαιδευτικό σύστημα τους, τη φύση των θεωριών τους, την απομονωμένη ζωή τους στα δάση και το σέβας τους προς την παράδοση44. Στην κορυφή της ιεραρχίας υπήρχαν οι δρυίδες, άτομα με μεγάλη παιδεία στη φιλοσοφία, στη θεολογία45, στη φυσική της φύσεως46, στην ποίηση, στη μουσική, ενώ ήσαν ακόμα οι δικαστές της τάξης τους47. Η μεγάλη δύναμή τους στη Βρετάννη μετατοπίστηκε αργότερα στην Ιρλανδία48 όπου το 70 μ.Χ. χάθηκαν τα ίχνη τους από την ηπειρωτική Ευρώπη και τα βρετανικά νησιά.
   «Τα βασικά στοιχεία της προφητικής λειτουργίας», γράφει ο Chadwick στο βιβλίο του Ποίηση και Προφητεία, «φαίνεται ότι ήταν παντού τα ίδια. Το χάρισμα της ποίησης ήταν αδιαχώρητο από τη θεϊκή έμπνευση. Η έμπνευση έφερε μαζί της τη γνώση είτε του παρελθόντος με την μορφή της ιστορίας και της γενεαλογίας του κρυμμένου παρόντος στην συνηθισμένη μορφή της επιστημονικής πληροφόρησης ή του μέλλοντος με τη μορφή της προφητικής έκφρασης στην στενώτερη έννοια. Η γνώση αυτή πάντα συνοδευόταν με μουσική, με τραγούδι ή με μουσικό όργανο. Η μουσική είναι παντού το μέσο της επικοινωνίας με τα πνεύματα. Κατά κανόνα ανακαλύπτουμε οτι ο ποιητής και ο προφήτης αποδίδουν την έμπνευσή τους στην επαφή με υπερφυσικές δυνάμεις και η διάθεσή τους κατά τη διάρκεια της προφητικής έκφρασης εξυψώνεται και απομακρύνεται από την καθημερινή τους ύπαρξη»49.
   Οι σαμάνες50 και οι Bakshas51 των περιοχών της βόρειας Ασίας είναι άρρηκτα δεμένοι τόσο με την ποίηση των πνευμάτων όσο και με την ίδια την ποίηση. Οι σαμάνες υπάρχουν κυρίως ανάμεσα στους Τατάρους και τους άλλους λαούς της Σιβηρίας και δεν ακολούθησαν καμιά από τις μονοθεϊστικές θρησκείες, ενώ αντίθετα οι bakshas ακολούθησαν τον ισλαμισμό και υπάρχουν κυρίως στην Κεντρική Ασία. Περιγράφονται σαν «τραγουδιστές, ποιητές, μουσικοί, μάντεις, ιερείς και γιατροί, φύλακες των λαϊκών θρησκευτικών παραδόσεων και υπερασπιστές του αρχαίου μύθου»52.
   O σαμάνας —διάμεσο ανάμεσα στους ανθρώπους της φυλής του και τον κόσμο των πνευμάτων—επικοινωνεί με την προσευχή του με τον Έρλικ Χαν, τον μαύρο άρχοντα του κάτω κόσμου ή με τα πνεύματα των 16 ουρανών53. Ο σαμάνας είναι εκείνος που μεταβιβάζει την Ουσία της φυλής του στον θεό και οδηγεί τις ψυχές στο βασίλειο του Έρλικ, ενώ συχνά πετά πάνω σ’ ένα πουλί ή μεταμορφώνεται ο ίδιος σε πουλί.
   Όμως, τι είναι ο σαμανισμός; Τα στοιχεία που τον αποτελούν είναι: 1ον η μύηση που αποτελείται από τον συμβολικό διαμελισμό, θάνατο και ανάσταση του υποψηφίου, καθώς και την κάθοδο στον κάτω κόσμο και την ανάληψη στον ουρανό, 2ον την ικανότητα του σαμάνα να πραγματοποιήσει εκστατικά ταξίδια ως θεραπευτής και ψυχοπομπός, 3ον η κυριαρχία του πάνω στη φωτιά, 4ον η ικανότητα του να παίρνει σχήματα ζώων, καθώς και η ικανότητα του να γίνεται αόρατος.
   Μ’ αυτές τις υπερφυσικές ιδιότητες, ο σαμάνας54 είναι ο προφήτης, ο θεραπευτής, ενώ η γνώση του καλύπτει ολόκληρο το φάσμα της «ζωής», παρελθόν, παρόν και μέλλον καθώς και την ιστορική και επιστημονική πληροφόρηση, επικοινωνώντας με τις τρεις κοσμικές περιοχές Γη, Ουρανό και κάτω κόσμο55.....



Απόσπασμα από το κείμενο της Xριστίνα Φίλη που δημοσιεύεται στο τεύχοςς 18 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. H Xριστίνα Φίλη γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια του Ε.Μ.Π. Το 1993 εξελέγη αντεπιστέλλον μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας της Ιστορίας των Επιστημών. Το 1994, το Διεθνές Βιογραφικό Κέντρο του Κέιμπριτζ ανακήρυξε τη Χριστίνα Φίλη Διεθνή Γυναίκα για τη χρονιά 1993-94. Το 2006 έλαβε το παράσημο του Ιππότη των Ακαδημαϊκών Δαφνών. Το τελευταίο της βιβλίο Εξουσία και μαθηματικά (εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα 2009) ασχολείται με την εξέλιξη των μαθηματικών διά μέσου των αιώνων: από την ταύτισή τους με την εξουσία μέχρι την πλήρη φίμωση της διανόησης την περίοδο του πολέμου από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα.