Τρίτη, 5 Ιουλίου 2011

Αποκαθήλωση του αίσχους!-Όμηρος Ταχμαζίδης




Η απόδοση τιμής: Είναι προφανές ότι η πρωτοβουλία του δημοτικού συμβουλίου για την έστω και όψιμη απότιση τιμής στους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος αποτελεί  σημαντική στιγμή για την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το πολιτικό και κοινωνικό εύρος τούτης της συμβολικής και “χαμηλόφωνης” κίνησης δεν μπορεί να αποτιμηθεί ακόμη. Θεωρώ ότι ο συμβολισμός της είναι ακόμη μεγαλύτερος και από την καθυστερημένη εγκατάσταση του μνημείου του Ολοκαυτώματος στο δημόσιο χώρο της πόλης. Και τούτο διότι η δημοτική αρχή δεν εκπλήρωσε κάποιο δίκαιο αίτημα των Ισραηλιτών, αλλά ανέλαβε η ίδια τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία με το έντονο συμβολικό φορτίο μετά από δεκαετίες απαράδεκτης σιωπής της πολιτικής τάξης και της κοινωνίας της πόλης. Ήταν μια πράξη συμφιλίωσης με την ένοχη συνείδησή μας. Το ηθικό και συμβολικό κεφάλαιο της συγκεκριμένης απόφασης είναι ανεκτίμητο εφόδιο για όλους εκείνους τους Θεσσαλονικείς οι οποίοι προσπαθούν να αποκαταστήσουν μια έντιμη και “ισορροπημένη” σχέση με το “σκοτεινό” παρελθόν της ιδιαίτερης πατρίδας τους - ειδικότερα για τις νεότερες γενιές!
Τα ονόματα: Η ονοματοδοσία των οδών είναι ένα σύνθετο πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, διότι αφορά – μεταξύ άλλων - και στην ενστάλαξη ιδεολογίας στο χώρο.
Είναι προφανές ότι οι επίγονοι μιας ιδεολογίας, ενός ποιητικού ρεύματος, μιας πνευματικής κίνησης, οι φυσικοί απόγονοι προσώπων, φροντίζουν για τη διαιώνιση της μνήμης κάποιου ατόμου μέσω της αναγραφής του ονόματός του σε κάποιον οδοδείκτη. Αλλά ο νόμος θέτει περιορισμούς και η ονοματοδοσία δεν είναι ανεξέλεγκτη, π.χ. ο νομοθέτης, ορθώς πράττοντας, προνόησε τον αποκλεισμό εκείνων των προσώπων τα οποία υπηρέτησαν τυραννικά καθεστώτα.
Το αίσχος: Η ύπαρξη οδών με ονόματα ποικιλώνυμων συνεργατών των χιτλερικών και θαυμαστών του αγκυλωτού σταυρού στους δρόμους της Θεσσαλονίκης είναι ύβρις προς τη μνήμη των χιλιάδων αδικοχαμένων Θεσσαλονικέων. Και δεν είναι λίγες τούτες οι περιπτώσεις.
Οι ειδικές συνθήκες οι οποίες επικράτησαν στη χώρα μας λόγω του εμφυλίου πολέμου είχαν ως συνέπεια να “καθαγιασθούν” διάφοροι δοσίλογοι μέσα από διάφορες μυθοπλασίες και να εξομαλυνθεί η ενσωμάτωσή τους στην καθημερινότητα της εποχής. Έτσι, υπουργοί της κατοχικής κυβέρνησης και δήμαρχοι, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, χαφιέδες και οπλοφόροι συνεργάτες των κατακτητών, αντισημίτες και μαυραγορίτες, εκθειάστηκαν ως “πατριώτες”, “αντιστασιακοί”, “προστάτες” του λιμοκτονούντος πληθυσμού της πόλης και τιμήθηκαν με την απόδοση του ονόματός τους σε κάποια οδό της πόλης.
Ειδικότερα διάφοροι γερμανόφωνοι οργανικοί διανοούμενοι της καθεστηκυίας τάξης της πόλης, επικαλέστηκαν τις “αναγκαστικές” υπηρεσίες “διερμηνείας” προς τους Γερμανούς ως άλλοθι για τη συνεργασία τους με τους κατακτητές. Τούτο το σαθρό “επιχείρημα” καταρρίπτεται σήμερα σε πλείστες περιπτώσεις από διάφορες γραπτές μαρτυρίας και πηγές. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να απαλλαγεί από τα τελευταία ιδεολογικά κατάλοιπα  του δοσιλογισμού στο δημόσιο χώρο της και να ξεπλύνει το αίσχος δεκαετιών αμαύρωσης της ιστορικής μνήμης.
Η ενοχή: Υπάρχει κάτι σαν συγκαλυμμένη ενοχή στην ιστορία της Θεσσαλονίκης. Το γεγονός εμποδίζει την απρόσκοπτη αντιπαράθεσή μας με το παρελθόν.
Για παράδειγμα: το 1943, λίγες εβδομάδες μετά την εκκένωση της Θεσσαλονίκης από τους Ισραηλίτες κατοίκους της, Θεσσαλονικείς ανέλαβαν την κατεδάφιση του ισραηλιτικού συνοικισμού 151 – στα ανατολικά της πόλης – και Θεσσαλονικείς πουλούσαν τα τούβλα του και τις λαμαρίνες του. “Αθεόφοβοι” Θεσσαλονικείς είχαν μετατρέψει την άδεια Συναγωγή του συνοικισμού αρχικώς σε άτυπο “γραφείο ευρέσεως εργασίας” και στη συνέχεια σε μάνδρα υλικών κατεδάφισης, υπό την υψηλή επιστασία των παραγόντων του “λαϊκού κράτους” (“Volksstaat”) του Α. Χίτλερ. Πώς μπορεί να μεταδοθεί τούτο στη νέα γενιά;  Πληγώνει και συντρίβει.
H πνευματική ηγεσία:  Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής διανόησης υπηρέτησε τους κατακτητές και αυτό αποκρύπτεται ακόμη και σήμερα. Η σκοτεινή πλευρά και ο ρόλος ενός τμήματος της οργανικής διανόησης της Θεσσαλονίκης, πανεπιστημιακής και μη κατά τη διάρκεια του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου και κατά την διάρκεια της χιτλερικής κατοχής αποσιωπάται συστηματικά. Η περίπτωση του Περικλή Βιζουκίδη – γνωστού για τις ακροδεξιές ιδέες του ήδη από το Μεσοπόλεμο - δεν είναι  μοναδική.
Η τιμή προς το πρόσωπό του μέσω της ονοματοδοσίας κάποιας οδού από το καθεστώς της δικτατορίας είναι απολύτως φυσιολογική. Τίμησαν κάποιον “δικό” τους, έναν ομοϊδεάτη τους.
Ο Περικλής Βιζουκίδης παρίστανε το “διερμηνέα” σε ένα καθεστώς εγκληματιών και τιμήθηκε από ένα καθεστώς εγκληματιών. Όσοι, σήμερα, διαμαρτύρονται στη βάση κριτηρίων καταγωγής για  τη σημειολογική αποκάθαρση του δημόσιου χώρου και την αποκατάσταση έντιμης και απροκατάληπτης σχέσης με το παρελθόν μας προσβάλλουν τα δεκάδες χιλιάδες θύματα της Θεσσαλονίκης, αλλά και τoν ιδιαίτερο τόπο προέλευσης του συγκεκριμένου προσώπου διότι και εκεί  μαρτύρησαν οι άνθρωποι  τα πάνδεινα από τα καθάρματα, τα οποία μετέτρεψαν την Ευρώπη σε κόλαση θανάτου.
Αποκαθήλωση του ψεύδους: Ο νόμος είναι σαφής και πρέπει να τηρηθεί. Οι κάθε είδους συνεργάτες των καθαρμάτων και δολοφόνων του λαού της Θεσσαλονίκης δεν αξίζουν να τιμώνται. Το ιστορικό ψεύδος πρέπει να αποκαθηλωθεί, οι  υπηρέτες εγκληματικών καθεστώτων πρέπει να πάρουν την άγουσα προς τη χωματερή της ιστορίας.