Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

La mort subite (Ο αιφνίδιος θάνατος), Γιώργος Γιαννόπουλος

 La mort subite. Ο αιφνίδιος θάνατος. Είναι και το όνομα μιας παλιάς μπυραρίας στις Βρυξέλλες. Σε μια γωνία, σ’ ένα από τα σκοτεινά και παγερά στενά του κέντρου της πόλης. Πριν τον κατακλυσμό των γραφειοκρατών και των τουριστών στον Αιφνίδιο Θάνατο σύχναζαν οι ποιητές. Στον τοίχο με τις αναμνήσεις η ασπρόμαυρη φωτογραφία του μεγάλου Ζακ μ’ εκείνο το σπαρακτικό χαμόγελο. Ο Ζακ Μπρελ δεν πέθανε από αιφνίδιο θάνατο. Γνώρισε τη μακρόσυρτη και βασανιστική εκδοχή του καρκίνου που ξεφτιλίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέχρι να τη λιώσει ολάκερη. Kαι βέβαια πάλεψε. Όχι ότι δεν τον πήρε το παράπονο. «Γιατί σε μένα, γιατί τώρα;»1 έγραψε σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά του τραγούδια. Μετά πήγε να πεθάνει στην κόλαση. Στα εξωτικά νησιά των Marquises, στη γαλάζια τρύπα του Ειρηνικού. Εκεί όπου είχε καταφύγει ένας άλλος ποιητής, που παράτησε στα πικρά χώματα των Παλαιών Χωρών, τη δουλεία του χρηματιστή, τα έξι του παιδιά και τη Δανέζα σύζυγο, αναζητώντας τον έρωτα και την ομορφιά. Τις Κυριακές στα δωρεάν μαθήματα ο αναρχικός Καμίλ Πισαρό του είχε δείξει τον δρόμο της ποίησης που τον έτρωγε από πάντα. Τον δρόμο της ομορφιάς, που είναι ο δρόμος για τον παράδεισο, σκέφτηκε ο Γκογκέν. Κι ίσως επειδή ήταν γιος αντάρτη και μάνας μουλάτρας κι είχε κάνει νέος στα καράβια, ο αυτοδίδακτος ζωγράφος τ’ άφησε όλα πίσω για να υμνήσει τα κορμιά των γυναικών, τη γύμνια του άνθους των τροπικών. Κι όταν το σώμα του σάπιζε από το αλκοόλ και την αρρώστια, ο Γκογκέν δεν σταμάτησε λεπτό να βρίζει τους παπάδες και τους ελεεινούς εκπροσώπους της εξουσίας στο νησί. Στον τάφο του σήμερα κορίτσια του αποθέτουν τα λουλούδια που τόσο αγάπησε και του τραγουδούν εκείνους τους μελαγχολικούς σκοπούς που λάμπουν στα μάτια τους. Λίγα μέτρα παρακάτω ο τάφος του μεγάλου Ζακ. Που τον πήρε ο πόνος κι η ομορφιά, που σήκωσε στο λιανό του κορμί την ατέλειωτη θλίψη του χαμηλού ουρανού της Φλάνδρας. Που έβριζε κι αυτός τους αστούς.
   Και τώρα που σκάει το χώμα στις ψυχές των ανθρώπων από τον πικρό χειμώνα, τώρα στα χείλη των δημόσιων ανδρών, με τα χέρια βαμμένα στο κοινό αίμα, ακούγεται το τραγούδι του θανάτου. Ο αιφνίδιος θάνατος, η βεβαιότητα και η αλήθεια της ύπαρξης, γίνεται σχήμα λόγου στα αλαλάζοντα χείλη της εξουσίας. Έτσι ονομάζουν σήμερα τα εργαλεία της καταστροφής προσδίδοντας μια αίσθηση χλεύης στον αργό και επώδυνο θάνατο που επιφυλάσσει ο καπιταλισμός στις συντετριμμένες και παραζαλισμένες μάζες. Αιφνίδιος θάνατος, η υλοποιημένη επιθυμία του κεφαλαίου και των αρμοστών του να συντρίψουν τις ζωές, να ζυγιάσουν ξανά το αίμα με την κόπρο του κέρδους. O τρόμος του νεολογισμού. Παραγωγή «ανεργοεργατών»2.
   Αιφνίδιος θάνατος. Είναι οι κλαγγές της επέλασης. Είναι το βουβό κοπάδι με το βλέμμα του θανάτου. Όπου να χτυπήσεις, σπέρνεις τον όλεθρο. Τον πικρό χειμώνα καίγονται τα κορμιά των ανθρώπων. Καίγονται οι ψυχές, καίγονται οι αισθήσεις. Άλλοι τρυπώνουν στη γη και σκάβουν το λαγούμι της ύπαρξης. Καρτερούν την αλήθεια της πέτρας. «Κείμαι σ’ ένα λάκκο από αίμα», λέει η γυναίκα. «Κείμαι σ’ ένα πηγάδι γεμάτο από αίμα. Είδα να σκοτώνουν τον πατέρα μου, είδα να σκοτώνουν τη μητέρα μου. Η αδελφή μου ήταν όμορφη. Κοίταξε τον εκτελεστή της στα μάτια και του είπε “άσε μόνο να ζήσω”. Η κόρη μου δεν ήθελε να γδυθεί. Δεν ήθελε να βγάλει το καλό της φόρεμα του Σαββάτου. Είχε γραπωθεί πάνω μου. Μου την πήρε από την αγκαλιά μου. Άκουσα τον πυροβολισμό. Δεν θυμάμαι. Άκουσα κι άλλον. Δεν θυμάμαι. Έπεσα. Κοίμαι σ’ έναν λάκκο από αίμα. Κι όμως αισθάνομαι. Έμεινα εκεί όλο το βράδυ. Το πρωί σύρθηκα στα τέσσερα από τον λάκκο και κρύφτηκα στο δάσος»3.
   Ο πικρός χειμώνας. Όσοι σκάβουν στο χώμα σκάβουν στον λόγο. Άλλοι εξορύσουν το συναίσθημα: «Καὶ οἱ ἐλέῳ Θεοῦ βιοῦντες δυστυχεῖς πρόσφυγες ἠγέρθησαν προχθὲς μὶαν ὡραίαν πρωΐαν καὶ λαβόντες τὰ ὀλίγα γεωργικὰ ἐργαλεῖα ἐπ᾽ὥμου μετέβησαν πρὸς καλλιέργειαν τῶν ὑπὸ τοῦ Ἐποικισμοῦ ὁρισθέντων εἰς αὐτοὺς ἀκαλλιεργήτων μερῶν. Ἀλλὰ ποῦ νὰ γνωρίζουν οἱ δυστυχεῖς ὅτι θὰ τούς ὑποδεχθεῖ τὸ παλοῦκι καὶ τὸ τσεκοῦρι τοῦ Μπουρανιώτου; Ποῦ νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὴν προσοχὴν τοῦ χριστιανικῶς ἀνατραφέντως αὐτοῦ ἀνθρώπου ἡ δολοφόνος καὶ μαύρη ἰδέα τοῦ γηγενοῦς τοῦ ἐπιθυμοῦντος τὴν ἐξόντωσίν του; Ποῦ νὰ σκεφθῇ τὸ ἀθῶο αὐτὸ πρόβατο ὅτι ὁ σημερινός αἰῶν, εἶναι αἰῶν μίσους καὶ ἀλληλοσπαραγμοῦ;»4
   Τον πικρό χειμώνα οι άνθρωποι σκάβουν στη γη. Φτιάχνουν την εικόνα τους με λάσπη. «Οἱ πλείστοι τῶν προσφύγων τούτων κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα, ὅστις εἰς τὴν περιφέρειάν μας εἶνε πάντοτε δριμύτατος, εἶχον ζητήσει ἄσυλον εἰς τρώγλας, τὰς ὁποίας ἤνοιξαν ὑπὸ τήν γῆν, διότι ἡ διαμονήν ὑπὸ σκηνὰς καὶ παρὰγκας ἦτο αὐτοκτονία... Μόνον στήν Πλέσναν οἱ πρόσφυγες, ἐνθυμούμενοι τὴν ζωήν που διῆλθον τὸν παρελθόντα χειμῶνα, ἀπεφάσισαν χωρῖς καμμίαν συνδρομή τοῦ Ἐποικισμοῦ, κουβαλώντας τὶς πέτρες ἀπὸ τὰ δάση, ὅπου διήνηξαν ἁμαξιτοὺς δρόμους μὲ λάσπη καί χῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάμεικτο μὲ φύλλα σάπια δένδρων καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμιὰ δύναμη συνεκτικότητος, ἠναγκάσθησαν καὶ ἔφτιαξαν μερικὰ σπίτια»5.
   Οι άνθρωποι σκάβουν τη γη. Άλλοι κλείνουν τρύπες. «H ιστορία του ανθρώπου κρέμεται απ' τη σκαπάνη μου», λέει η ποιήτρια. Όταν έσκαψαν το λαγούμι της απόδρασης, ο μικρότερος έμεινε πίσω. Κάποιος έπρεπε να μείνει μέσα για να κλείσει την τρύπα της σύραγγας στο Κελί 13. «Η συζήτηση για να πειστεί ήταν πραγματικά δραματική. Το παλικάρι συγκλονίστηκε κυριολεκτικά. Δεν έκρυψε τη συγκίνηση ούτε τα δάκρυά του. Πρόσθεσε μόνο κοφτά και κατηγορηματικά: “Εντάξει, κατάλαβα. Είμαι ο δραπέτης που πρέπει να θυσιαστεί, να κλείσει την τρύπα”. Ο Γιάννης Κωνσταντίνου έκανε συνολικά 20 χρόνια κρατούμενος, σε 19 φυλακές»6.
   Άνθρωποι και ποντίκια7. Στα λαγούμια οι ποιητές ακονίζουν τα μαχαίρια, τα τρομερά, της γνώσης και της ελευθερίας. «Ζούμε σε μια κρίσιμη πραγματικότητα· αντιμετωπίζουμε έναν αντίπαλο με την τερατώδη μορφή μιας δημοκρατίας, η οποία κατέληξε να είναι καθεστώς από όπου απουσιάζει η δημοκρατία. Έφθασε λοιπόν η στιγμή της οργής, της δραστήριας κριτικής, της αποτελεσματικής αντίδρασης, της νόμιμης κοινωνικής και πολιτικής ανυπακοής. Μπορεί ωστόσο να έρθει η στιγμή της απαρχής των ημερών της οργής. Και δεν εκθειάζουμε ασφαλώς τις “Ημέρες Οργής” της Τελικής Κρίσης. Δεν μιλάμε για κάποιο δικαστήριο της ιστορίας ή για κάποια ύστατη θεϊκή κρίση. Αναφερόμαστε στις μέρες που θα συνδεθούν κοινωνικά και πολιτικά όλοι αυτοί που διαδηλώνουν την οργή τους· αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την πρόκληση να τη διαχειριστούν και να την ελέγξουν με προσοχή. Την οργή αυτή ωστόσο δε θα πρέπει να τη συγχέουμε με το μίσος, το οποίο μπορεί να προκληθεί από τη δικαιολογημένη πολιτική αντεπίθεση στον προληπτικό εμφύλιο πόλεμο ενός συστήματος το οποίο, ιστορικά και κοινωνικά, έχει εξαντλήσει τα αποθέματα ανθρωπισμού του. Αντίθετα μιλάμε για τον έξυπνο εκείνο αγώνα που δεν ξεχνά ούτε στιγμή ότι στόχος είναι να απελευθερωθεί η δύναμη της δράσης και της σκέψης όλων εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που σήμερα είναι υποδουλωμένα και εγκλωβισμένα στο δόκανο του προληπτικού εμφυλίου πολέμου που διεξάγουν τα τυφλωμένα και ανεύθυνα αφεντικά ενός συστήματος ανισότητας»8.
   «H ιστορία του ανθρώπου κρέμεται απ' τη σκαπάνη» του9.


Paul Gaugin (1848-1903). Koρίτσι, παστέλ, 77x35.5cm (1892)

1. Jacques Brel, J’arrive, 1968
2. Παντελής Μπουκάλας, «Παραγωγή ανεργοεργατών», εφημ. Η Καθημερινή, 04/12/2013
3. Μαρτυρία της Rivka Yosselevska, στο ντοκυμαντέρ The World at War, Γενοκτονία, επεισόδιο 20, 27 Μαρτίου 1974, Παραγωγή BBC.
4. Ιωάννης Γ. Νασίκας, εφημ. Μακεδονικά Νέα, Δευτέρα 23 Μαρτίου 1925, αριθμ. φ. 342.
5. Εφημ. Μακεδονικά Νέα, Τρίτη 10 Νοεμβρίου 1925, Υπογρ. ΝΕΜΕΣΙΣ
6. Νίκος Μότσιος, Οι ήρωες γεννιούνται στη θύελλα. Η ζωή και η δράση του μαχητή του ΔΣΕ, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2008. Ο συγγραφέας αναφέρεται στη απόδραση στις 17 Ιουλίου του 1955, ημέρα Κυριακή μεσημέρι, 27 κομμουνιστών κρατουμένων από τις φυλακές των Βούρλων στη Δραπετσώνα. Να σημειωθεί ότι ο Κωνσταντίνου κατάγεται από οικογένεια προσφύγων από τη Μικρά Ασία που βρέθηκε στο χωριό Μπούρα, έξω από την πόλη των Γρεβενών. Οι κάτοικοι του χωριού ξυλοφόρτωσαν και κακοποίησαν τους πρόσφυγες με το σκεπτικό ότι είναι ξένοι, «τουρκόσποροι», που τους παίρνουν τα χωράφια, τη γη. Γόνος των προσφύγων ο Γιάννης Κωνσταντίνου, στη διάρκεια της Κατοχής, κατατάχθηκε στις τάξεις του ΕΑΜ και στη συνέχεια στον ΔΣΕ.
7. «Αλλά η επανάσταση είναι συστηματική. Ακόμα, ταξιδεύει μέσα στο καθαρτήριο. Κάνει τη δουλειά της μεθοδικά...Και όταν έχει ολοκληρώσει το δεύτερο μισό της προκαταρκτικής της εργασίας, η Ευρώπη θα αναπηδήσει απ’ το κάθισμά της και θα φωνάξει: έσκαψες καλά, γερο- τυφλοπόντικα!». Καρλ Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ.
8. André Tosel, «Ο προληπτικός εμφύλιος πόλεμος του κεφαλαίου», περ. Ένεκεν, τχ. 16ο Απρίλιος Μάιος Ιούνιος 2010.
9. Άννα Γρίβα, «Ο τυφλοπόντικας», ανέκδοτο ποίημα.



ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 30






Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.