Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

ΠANOPAMA THΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, ALAIN BADIOU

Θα ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένες σκέψεις ως προς τη γαλλική φιλοσοφία, εκκινώντας από ένα παράδοξο: το πλέον καθολικό είναι επίσης ταυτόχρονα και το πλέον επιμέρους. Πρόκειται για ό,τι ο Hegel αποκαλεί συγκεκριμένο καθολικό, δηλαδή για τη σύνθεση εκείνου που είναι απολύτως καθολικό, που ισχύει για όλους, και εκείνου που ταυτόχρονα έχει έναν επιμέρους τόπο και χρόνο. Η φιλοσοφία αποτελεί καλό παράδειγμα: όπως ξέρετε, η φιλοσοφία είναι απολύτως καθολική, η φιλοσοφία απευθύνεται σε όλους ανεξαιρέτως, όμως υπάρχουν στη φιλοσοφία πολύ έντονες ιδιαιτερότητες, εθνικές και πολιτισμικές. Υπάρχει κάτι που θα το αποκαλούσα στιγμές της φιλοσοφίας μέσα στον χώρο και μέσα στον χρόνο. Η φιλοσοφία αποτελεί λοιπόν μια καθολική φιλοδοξία του λόγου και συγχρόνως εκδηλώνεται μέσω εντελώς μοναδικών στιγμών.
   Ας δούμε δύο παραδείγματα, δύο φιλοσοφικές στιγμές που είναι ιδιαιτέρως πυκνές και γνωστές. Καταρχάς, τη στιγμή της κλασικής αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας, από τον Παρμενίδη έως τον Αριστοτέλη, από τον πέμπτο έως τον τρίτο προχριστιανικό αιώνα: πρόκειται για φιλοσοφική στιγμή δημιουργική, ιδρυτική, εξαιρετική και εντέλει αρκετά σύντομη χρονικά. Κατόπιν, έχουμε ένα άλλο παράδειγμα, τη στιγμή του γερμανικού ιδεαλισμού, από τον Kant έως τον Hegel, με τον Fichte και τον Schelling: πρόκειται κι εδώ για εξαιρετική φιλοσοφική στιγμή, από τα τέλη του δέκατου όγδοου έως τις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, στιγμή έντονη, δημιουργική και από χρονική άποψη επίσης πολύ σύντομη. Θα ήθελα λοιπόν να υποστηρίξω μια ιστορική και εθνική θέση: υπήρξε ή υπάρχει, ανάλογα με το πού τοποθετούμαι, μια γαλλική φιλοσοφική στιγμή που εντοπίζεται στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, και θα ήθελα να δοκιμάσω να σας παρουσιάσω αυτή τη φιλοσοφική στιγμή, που είναι συγκρίσιμη ―τηρουμένων όλων των αναλογιών― με τα παραδείγματα που σας προανέφερα, δηλαδή με την κλασική αρχαιοελληνική στιγμή και με τη στιγμή του γερμανικού ιδεαλισμού.
   Ας εξετάσουμε αυτό το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα: Το Είναι και το Mηδέν, θεμελιώδες έργο του Sartre, δημοσιεύεται το 1943 και τα τελευταία κείμενα του Deleuze, «Τι είναι η φιλοσοφία;», χρονολογούνται στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ανάμεσα στο 1943 και στα τέλη του εικοστού αιώνα αναπτύσσεται το γαλλικό φιλοσοφικό κίνημα. Ανάμεσα στον Sartre και στον Deleuze μπορούμε να αναφέρουμε τον Bachelard, τον Merleau-Ponty, τον Lévi-Strauss, τον Althusser, τον Foucault, τον Derrida, τον Lacan, τον Philippe Lacoue-Labarthe, τον Jean-Luc Nancy, τον Jacques Rancière, πιθανόν κι εμένα τον ίδιο, θα δούμε. Η ιδιαίτερη θέση μου, εάν υπήρξε μια γαλλική φιλοσοφική στιγμή, είναι ίσως εκείνη του τελευταίου εκπροσώπου της. Αυτό το σύνολο, που τοποθετείται ανάμεσα στα θεμελιώδη έργα του Sartre και στα τελευταία έργα του Deleuze, το αποκαλώ σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία, περί της οποίας θα ήθελα να μιλήσω. Συνιστά, κατά τη γνώμη μου, μια νέα φιλοσοφική στιγμή, δημιουργική, μοναδική και συγχρόνως καθολική. Το πρόβλημα είναι να δώσουμε ταυτότητα σε τούτο το σύνολο: τι ακριβώς συνέβη στη Γαλλία και στη φιλοσοφία στο διάστημα από το 1940 έως το τέλος του αιώνα;
   Τι συνέβη εν σχέσει προς αυτά τα ονόματα που προανέφερα; Τι ακριβώς ονομάστηκε υπαρξισμός, δομισμός και αποδόμηση; Η φιλοσοφική αυτή στιγμή χαρακτηρίζεται από ιστορική και διανοητική ενότητα; Και ποια είναι αυτή;
   Ιδού τα ερωτήματα που θα ήθελα να θέσω ενώπιόν σας την αποψινή βραδιά. Θα το επιχειρήσω με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Πρώτα, με βάση το ζήτημα της προέλευσης· από πού κατάγεται αυτή η στιγμή; Ποιο είναι το παρελθόν της; Ποια η γέννησή της; Κατόπιν, θα αναφερθώ στα κύρια φιλοσοφικά εγχειρήματα που προσιδιάζουν στη στιγμή για την οποία μιλώ. Έπειτα, θα προκύψει ένα εντελώς θεμελιώδες ζήτημα το οποίο συνίσταται στη σχέση όλων αυτών των φιλοσόφων με τη λογοτεχνία, και γενικότερα στη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και λογοτεχνίας. Τέλος, θα μιλήσω για το μόνιμο διάλογο, στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, μεταξύ της φιλοσοφίας και της ψυχανάλυσης. Το ζήτημα της προέλευσης, το ζήτημα του εγχειρήματος, το ζήτημα του ύφους και της λογοτεχνίας, το ζήτημα της ψυχανάλυσης: αυτά θα είναι τα μέσα που θα χρησιμοποιήσω προκειμένου να εξετάσω την ταυτότητα της σύγχρονης γαλλικής φιλοσοφίας.
   Αρχικά, λοιπόν, η προέλευση. Για να σκεφτούμε την προέλευση, θα πρέπει να ανατρέξουμε στις αρχές του εικοστού αιώνα, όπου επέρχεται ένας θεμελιώδης διχασμός της γαλλικής φιλοσοφίας με τη συγκρότηση δύο αυθεντικά διαφορετικών ρευμάτων. Ορίστε ορισμένα στοιχεία αναφοράς: το 1911 ο Bergson δίνει δύο περίφημες διαλέξεις στην Οξφόρδη, οι οποίες δημοσιεύτηκαν στη συλλογή κειμένων του που φέρει τον τίτλο Η σκέψη και η κίνηση, ενώ το 1912, δηλαδή σχεδόν ταυτόχρονα, δημοσιεύεται το βιβλίο του Léon Brunschvicg με τίτλο Τα στάδια της μαθηματικής φιλοσοφίας. Αυτές οι δύο φιλοσοφικές παρεμβάσεις λαμβάνουν χώρα αμέσως πριν από τον πόλεμο του 1914. Όμως, τούτες οι δύο παρεμβάσεις δηλώνουν την ύπαρξη δύο τελείως διαφορετικών προσανατολισμών. Στην περίπτωση του Bergson έχουμε εκείνο που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε μία φιλοσοφία της ζωτικής εσωτερικότητας, δηλαδή τη θέση μιας ταύτισης του είναι με τη μεταβολή, μία φιλοσοφία της ζωής και του γίγνεσθαι. Αυτός ο προσανατολισμός θα συνεχιστεί σε όλο τον αιώνα, συμπεριλαμβανομένου του Deleuze. Από την άλλη, στο βιβλίο του Brunschvicg ανακαλύπτουμε μία φιλοσοφία της έννοιας βασισμένη στα μαθηματικά, καθώς και τη δυνατότητα ενός είδους φιλοσοφικού φορμαλισμού, μία φιλοσοφία της σκέψης ή του συμβολικού. Και αυτός ο προσανατολισμός συνεχίστηκε στη διάρκεια όλου του αιώνα, ειδικότερα με τον Lévi-Strauss, τον Althusser και τον Lacan. Έχουμε συνεπώς στην αρχή του αιώνα αυτό που θα αποκαλούσα διχασμένη και διαλεκτική μορφή της γαλλικής φιλοσοφίας. Αφενός μια φιλοσοφία της ζωής, αφετέρου μια φιλοσοφία της έννοιας. Κι αυτό το πρόβλημα, ζωή-έννοια, θα καταστεί το κεντρικό πρόβλημα της γαλλικής φιλοσοφίας, περιλαμβανομένης της στιγμής για την οποία μιλώ, δηλαδή στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
   Από τη συζήτηση περί ζωής και έννοιας προκύπτει τελικά μία συζήτηση ως προς το ζήτημα του υποκειμένου, γύρω από το οποίο οργανώνεται ολόκληρη αυτή η περίοδος. Γιατί; Επειδή το ανθρώπινο υποκείμενο είναι συγχρόνως ένα ζωντανό σώμα και ένας δημιουργός εννοιών. Το υποκείμενο είναι το κοινό μέρος των δύο προσανατολισμών: ερωτάται ως προς τη ζωή του, την υποκειμενική, τη ζωική και την οργανική του ζωή· ερωτάται επίσης ως προς τη σκέψη του, ως προς τη δημιουργική και την αφαιρετική του ικανότητα. Η σχέση μεταξύ σώματος και ιδέας, μεταξύ ζωής και έννοιας, θα οργανώσει το γίγνεσθαι της γαλλικής φιλοσοφίας και αυτή η διαμάχη είναι παρούσα ήδη από τις αρχές του αιώνα, με τον Bergson από τη μία και τον Brunschvicg από την άλλη. Μπορούμε συνεπώς να πούμε ότι η γαλλική φιλοσοφία θα αποτελέσει σταδιακά ένα είδος πεδίου μάχης γύρω από το ζήτημα του υποκειμένου. Ο Kant ήταν ο πρώτος που όρισε τη φιλοσοφία ως πεδίο μάχης, στο οποίο είμαστε όλοι μαχητές, περισσότερο ή λιγότερο κουρασμένοι. Η κεντρική μάχη της φιλοσοφίας στο δεύτερο μισό του αιώνα θα είναι μια μάχη γύρω από το ζήτημα του υποκειμένου. Δίνω εν συντομία ορισμένα στοιχεία: ο Althusser ορίζει την ιστορία ως διαδικασία χωρίς υποκείμενο και το υποκείμενο ως ιδεολογική κατηγορία· ο Derrida,  ερμηνεύοντας τον Heidegger, θεωρεί το υποκείμενο ως μια κατηγορία της μεταφυσικής, ενώ ο Lacan από την πλευρά του δημιουργεί μια έννοια του υποκειμένου ―για να μην πούμε τίποτε ως προς την κεντρική θέση του υποκειμένου στον Sartre ή στον Merleau-Ponty. Συνεπώς, ένας πρώτος τρόπος για να ορίσει κανείς τη γαλλική φιλοσοφική στιγμή θα ήταν να μιλήσει για μάχη σχετικά με τον όρο υποκείμενο, επειδή το θεμελιώδες ζήτημα εδώ είναι το ζήτημα της σχέσης μεταξύ ζωής και έννοιας, και η σχέση αυτή συνίσταται καθοριστικά στη θεμελιακή διερώτηση ως προς τη μοίρα του υποκειμένου.
   Αξίζει να παρατηρήσουμε, μιλώντας για την προέλευση, ότι θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε πιο πίσω και να πούμε, τελικά, πως υφίσταται εδώ μια κληρονομιά του Descartes και πως η γαλλική φιλοσοφία του δεύτερου μισού του αιώνα αποτελεί μια τεράστια συζήτηση σχετικά με τον Descartes. Διότι ο Descartes είναι ο φιλοσοφικός εφευρέτης της κατηγορίας του υποκειμένου και η μοίρα της γαλλικής φιλοσοφίας, ο ίδιος της ο διχασμός, είναι ο διχασμός της καρτεσιανής κληρονομιάς. Ο Descartes είναι ταυτόχρονα ένας θεωρητικός του φυσικού σώματος, του ζώου-μηχανής και ένας θεωρητικός της καθαρής σκέψης. Ενδιαφέρεται λοιπόν, κατά μίαν έννοια, για τη φυσική των πραγμάτων, και για τη μεταφυσική του υποκειμένου. Κείμενα για τον Descartes συναντούμε σε όλους τους μεγάλους σύγχρονους φιλοσόφους: ο Lacan μάλιστα έριξε το σύνθημα μιας επιστροφής στον Descartes, ο Sartre έγραψε ένα ιδιαιτέρως αξιοπρόσεκτο άρθρο για την ελευθερία στον Descartes, ο Deleuze δείχνει μόνιμη εχθρότητα προς τον Descartes, εν ολίγοις υπάρχουν τόσοι Descartes όσοι και γάλλοι φιλόσοφοι στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, γεγονός που δείχνει πολύ απλά ότι τούτη η φιλοσοφική μάχη είναι τελικά και μια μάχη γύρω από τη διακύβευση και τη σημασία του Descartes. Η προέλευση μάς παρέχει λοιπόν έναν πρώτο ορισμό αυτής της φιλοσοφικής στιγμής ως εννοιολογικής μάχης γύρω από το ζήτημα του υποκειμένου.
   Κατά δεύτερο λόγο, θα προσπαθήσω να εντοπίσω ορισμένα κοινά διανοητικά εγχειρήματα σε όλους αυτούς τους φιλοσόφους. Θα απαριθμήσω τέσσερα, τα οποία, όπως πιστεύω, δείχνουν σαφώς τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η φιλοσοφία και αποτελούν κατά κάποιον τρόπο μεθοδικά εγχειρήματα.
   Το πρώτο εγχείρημα είναι γερμανικό ή είναι γαλλικό εγχείρημα επί των γερμανών φιλοσόφων. Όντως, όλη η γαλλική φιλοσοφία του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα αποτελεί στην πραγματικότητα και μια συζήτηση περί της γερμανικής κληρονομιάς. Υπήρξαν εξαιρετικά σημαντικές στιγμές αυτής της συζήτησης, για παράδειγμα το σεμινάριο του  Kojève για τον Hegel στη δεκαετία του ’30, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση· το παρακολούθησε ο Lacan και στάθηκε καθοριστικό για τον Lévi-Strauss. Εν συνεχεία, στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, οι νέοι γάλλοι φιλόσοφοι ανακάλυψαν τη φαινομενολογία μέσα από την ανάγνωση του Husserl και του Heidegger. Ο Sartre, για παράδειγμα, τροποποίησε εντελώς την προοπτική του όταν, διαμένοντας στο Βερολίνο, διάβασε από το πρωτότυπο τα έργα του Husserl και του Heidegger. Ο Derrida, από την πλευρά του, είναι καταρχάς και προπάντων ένας εντελώς πρωτότυπος ερμηνευτής της γερμανικής σκέψης. Κι έπειτα υπήρξε ο Nietzsche, θεμελιώδης φιλόσοφος τόσο για τον Foucault όσο και για τον Deleuze. Μπορούμε να πούμε, συνεπώς, ότι οι Γάλλοι αναζήτησαν κάποιο πράγμα στη Γερμανία, στον Hegel, στον Nietzsche, στον Husserl και στον Heidegger.
   Τι ήταν εκείνο που αναζήτησε η γαλλική φιλοσοφία στη Γερμανία; Μπορούμε να το συνοψίσουμε σε μία φράση: μια νέα σχέση ανάμεσα στην έννοια και στην ύπαρξη, σχέση η οποία έλαβε πολλές ονομασίες, όπως αποδόμηση, υπαρξισμός, ερμηνευτική. Αλλά, διαμέσου όλων αυτών των ονομασιών, υπάρχει μια κοινή αναζήτηση που συνίσταται στην τροποποίηση και στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ έννοιας και ύπαρξης. Καθώς το κεντρικό ερώτημα της γαλλικής φιλοσοφίας, από την αρχή του αιώνα, αφορούσε το δίδυμο ζωή και έννοια, ο υπαρξιακός μετασχηματισμός της σκέψης, αυτή η σχέση της σκέψης με το ζωτικό της έδαφος, ενδιέφερε έντονα τη γαλλική φιλοσοφία. Πρόκειται για ό,τι αποκαλώ το γερμανικό της εγχείρημα: την προσπάθεια να βρει στη γερμανική φιλοσοφία νέα μέσα για να σκεφτεί τη σχέση ανάμεσα στην έννοια και την ύπαρξη. Κάνουμε λόγο για εγχείρημα, επειδή στη γαλλική της μετάφραση και μέσα στο πεδίο μάχης της γαλλικής φιλοσοφίας η γερμανική φιλοσοφία κατέστη κάτι εντελώς καινούργιο. Πραγματοποιήθηκε ένα τελείως ξεχωριστό εγχείρημα που συνίσταται, θα έλεγα, στη γαλλική ιδιοποίηση της γερμανικής φιλοσοφίας. Τούτο είναι το πρώτο εγχείρημα.
   Το δεύτερο εγχείρημα, εξίσου σημαντικό, αφορούσε την επιστήμη. Οι γάλλοι φιλόσοφοι του δεύτερου μισoύ του αιώνα θέλησαν να αποσπάσουν την επιστήμη από το στενά προσδιορισμένο πεδίο της φιλοσοφίας της γνώσης, δείχνοντας ότι η επιστήμη ήταν ευρύτερη και βαθύτερη από το ζήτημα απλώς της γνώσης: ως παραγωγική δραστηριότητα, ως δημιουργία και όχι μόνον ως στοχαστική ή γνωσιακή διαδικασία. Θέλησαν να βρουν μέσα στην επιστήμη μοντέλα ανακάλυψης και μετασχηματισμού, για να χαρακτηρίσουν τελικά την επιστήμη όχι ως αποκάλυψη των φαινομένων και της οργάνωσής τους αλλά ως παράδειγμα νοητικής και δημιουργικής δραστηριότητας που μπορεί να συγκριθεί με την καλλιτεχνική δραστηριότητα. Το εν λόγω εγχείρημα συνίσταται στο να μετατεθεί η επιστήμη από το πεδίο της γνώσης στο πεδίο της δημιουργίας και τελικά να προσεγγίσει σταδιακά την καλλιτεχνική δραστηριότητα. Αυτή η διαδικασία βρίσκει την ολοκλήρωσή της στον Deleuze, ο οποίος συγκρίνει με εξαιρετικά λεπτό τρόπο την επιστημονική και την καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά αρχίζει πολύ πιο πριν ως ένα από τα συστατικά εγχειρήματα της γαλλικής φιλοσοφίας.
   Το τρίτο εγχείρημα είναι πολιτικό. Οι φιλόσοφοι αυτής της περιόδου θέλησαν όλοι τους να εμπλέξουν σε βάθος τη φιλοσοφία με τα πολιτικά ζητήματα: ο Sartre, ο Merleau-Ponty μετά τον πόλεμο, ο Foucault, ο Althusser, ο Deleuze, όλοι τους υπήρξαν πολιτικοί ακτιβιστές. Διαμέσου αυτής της πολιτικής δραστηριότητας αναζήτησαν μια νέα σχέση ανάμεσα στην έννοια και στη δράση. Όπως αναζητούσαν στους Γερμανούς μια νέα σχέση ανάμεσα στην έννοια και στην ύπαρξη, έτσι αναζήτησαν και στην πολιτική μια νέα σχέση ανάμεσα στην έννοια και στη δράση, και ειδικότερα στη συλλογική δράση. Τούτη η βασική επιθυμία να εμπλέξουν τη φιλοσοφία στις πολιτικές καταστάσεις τροποποίησε τη σχέση μεταξύ έννοιας και δράσης.
  Τέλος, το τέταρτο εγχείρημα θα το αποκαλούσα «εκσυγχρονιστικό»: να εκσυγχρονίσουμε τη φιλοσοφία. Προτού αρχίσουν όλοι να μιλούν καθημερινά για τον εκσυγχρονισμό της κυβερνητικής δράσης (στις μέρες μας όλα οφείλουν να εκσυγχρονιστούν, κάτι που συχνά σημαίνει όλα να καταστραφούν), υπήρξε στους γάλλους φιλοσόφους μια βαθιά επιθυμία εκσυγχρονισμού. Τούτο σήμαινε ότι ήθελαν να παρακολουθούν από κοντά τις καλλιτεχνικές, πολιτισμικές, κοινωνικές αλλαγές, καθώς και τις αλλαγές ως προς τα ήθη. Υπήρξε ένα πολύ έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον για τη μη απεικονιστική ζωγραφική, για τη νέα μουσική, για το θέατρο, για το αστυνομικό μυθιστόρημα, για την τζαζ, για τον κινηματογράφο. Υπήρξε μια θέληση η φιλοσοφία να προσεγγίσει ό,τι εντονότερο εμφανιζόταν στον σύγχρονο κόσμο. Υπήρξε επίσης ζωηρό ενδιαφέρον για τη σεξουαλικότητα, για τους νέους τρόπους ζωής. Και μέσα απ’ όλα αυτά η φιλοσοφία αναζητούσε μια νέα σχέση ανάμεσα στην έννοια και την κίνηση των μορφών: των καλλιτεχνικών, των κοινωνικών και των μορφών της ζωής. Ο εκσυγχρονισμός αυτός αποτελούσε την αναζήτηση ενός νέου τρόπου, ώστε η φιλοσοφία να προσεγγίσει τη δημιουργία των μορφών.
   Η γαλλική φιλοσοφική στιγμή υπήρξε λοιπόν μια νέα ιδιοποίηση της γερμανικής δημιουργίας, μια δημιουργική θέαση της επιστήμης, μια πολιτική ριζοσπαστικότητα και μια αναζήτηση νέων μορφών τέχνης και ζωής. Και μέσα απ’ όλα αυτά επρόκειτο για μια νέα τοποθέτηση της έννοιας, για μια νέα διάταξη της έννοιας, για μια μετατόπιση της σχέσης της έννοιας με το εξωτερικό της: νέα σχέση με την ύπαρξη, με τη σκέψη, με τη δράση και με την κίνηση των μορφών. Αυτή η καινοτομία της σχέσης ανάμεσα στη φιλοσοφική έννοια και στο εξωτερικό της έννοιας υπήρξε η γενική καινοτομία της γαλλικής φιλοσοφίας στον εικοστό αιώνα...


Απόσπασμα πό το δοκίμιο του Αlain Badiou που δημοσιεύεται σε μετάφραση Άρη Στυλιανού στο τεύχος 11 του περιοδικου ΕΝΕΚΕΝ. Η φωτογραφία του Γιώργου Γιαννόπουλου από τη συνένετυξή του με τον Γάλλο φιλόσοφο.

H επικαιρότητα της μαρξιστικής ανάλυσης. Louis Gill

Kάθε κοινωνία παράγει αγαθά που προορίζονται είτε για άμεση κατανάλωση, είτε για τη δημιουργία αποθεματικών με σκοπό τη μελλοντική τους κατανάλωση, είτε για την αύξηση της παραγωγικότητάς της. Για να υλοποιήσει τα παραπάνω, προβαίνει στον καταμερισμό της κοινωνικής εργασίας. Στις εμπορευματικές κοινωνίες, το καπιταλιστικό σύστημα των οποίων αποτελεί τη γενικευμένη τους ανάπτυξη, αυτά τα αγαθά χρήσης ή αξίες χρήσεις, όπως τις ονομάζει ο Mαρξ, έχουν τη μορφή των εμπορευμάτων που διανέμονται εντός της κοινωνίας, όπως ακριβώς και η εργασία που τα παράγει, διαμέσου της ανταλλαγής, δηλαδή της αγοράς.
   Για να πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή εμπορευμάτων με διαφορετικές αξίες χρήσης, θα πρέπει αυτά να μπορούν να είναι συγκρίσιμα υπό μια ορισμένη σχέση. Όντας ποιοτικά διαφορετικά θα πρέπει να είναι ποσοτικά ίσα. Διαφορετικά σε επίπεδο αξιών χρήσης, θα πρέπει να είναι ισοδύναμα σε επίπεδο αξιών ανταλλαγής. Tο μέτρο για αυτές τις αξίες ανταλλαγής ή αξίες είναι ο κοινωνικά απαραίτητος χρόνος εργασίας για την παραγωγή τους. Όλα τα εμπορεύματα εκφράζουν την αξία τους σε ένα γενικό ισοδύναμο, το νόμισμα ή το χρήμα.  
   Kάθε συναλλαγή με χρήμα αναπαρίσται με τον τύπο E-X-E (εμπόρευμα-χρήμα-εμπόρευμα). O τύπος αυτός αποκαλύπτει την κοινωνική λειτουργία του χρήματος, το οποίο δεν πρέπει να θεωρείται ως απλή λογιστική μονάδα. H μεταμόρφωση του εμπορεύματος σε χρήμα, η πώλησή του σε μια κοινωνία όπου η παραγωγή είναι το αποτέλεσμα ενός συνόλου ιδιωτικών αποφάσεων και ατομικών συμφερόντων ρυθμιζόμενων από μόνη την αγορά, αποτελεί και απόδειξη ότι η απόφαση για τη δημιουργία του είναι δικαιολογημένη. Aντίστροφα, η μη-μετατρεψιμότητά του σε χρήμα, η αποτυχία της πώλησής του, φανερώνει ότι η απόφαση αυτή δεν ήταν δικαιολογημένη κι ότι η εργασία που επενδύθηκε στην παραπάνω  δραστηριότητα δεν ήταν κοινωνικά απαραίτητη και συνεπώς θα πρέπει να στραφεί σε άλλους σκοπούς. Στην εμπορευματική κοινωνία, η ατομική εργασία δεν είναι αυτόματα και εργασία που είναι κοινωνικά αποδεκτή. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει τα εμπορεύματα, που είναι τα προϊόντα της εργασίας αυτής, να υποστούν τη δοκιμασία της αγοράς, δηλαδή να μετατραπούν σε χρήμα.
   Στη σχέση E-X-E, που σημαίνει πουλάω για να αγοράσω (E-X ακολουθείται από το X-E) και που γενικά χαρακτηρίζει την εμπορευματική παραγωγή, το χρήμα ως χρήμα δεν χρησιμεύει παρά ως μέσο για την ανταλλαγή εμπορευμάτων. Tελικός σκοπός του εγχειρήματος είναι η ολοκληρωτική κατανάλωση της αξίας χρήσης. Tο χρήμα απλώς ξοδεύεται. H καπιταλιστική παραγωγή, που αποτελεί γενίκευση της εμπορευματικής παραγωγής, χαρακτηρίζεται όμως και από μιαν άλλη λειτουργία του χρήματος, αυτή του χρήματος κεφαλαίου. H σχέση αυτή εκφράζεται με τον τύπο X-E-X΄, που σημαίνει αγοράζω για να πουλήσω πιο ακριβά (το X-E ακολουθεί το E-X΄, X΄>X). Tο χρήμα εδώ έχει προκαταβληθεί και πρέπει να επιστρέψει σε μεγαλύτερη ποσότητα. Σκοπός του εγχειρήματος είναι η διατήρηση και η αύξηση της αξίας.
   Ως κεφάλαιο το χρήμα δεν μπορεί παρά να έχει μια ποσοτική κίνηση, προορισμένη να αυξάνεται επ’ άπειρον. Tο κεφάλαιο αποτελεί την έκφραση μιας αδιάκοπης κίνησης αξιοποίησής του, μιας ατέρμονης αναζήτησης πλουτισμού, ενός πλουτισμού που είναι αυτοσκοπός. Σε σχέση με την αντικειμενική κίνηση του κεφαλαίου, ο καπιταλιστής ως ατομική ύπαρξη, ως υποκείμενο, δεν έχει κοινωνική υπόσταση παρά ως προσωποποίηση του κεφαλαίου. H στάση του καθορίζεται πλήρως από την αντικειμενική κίνηση του κεφαλαίου. Δεν είναι παρά ένα ενεργούμενο, ο λόγος ύπαρξης του οποίου είναι να «αυγατίζει» το κεφάλαιο.

H απεριόριστη συσσώρευση και η οικολογική κρίση

Tο συμπέρασμα που προκύπτει από αυτές τις θεμελιώδεις έννοιες, που τις βρίσκουμε στις πρώτες σελίδες του Kεφαλαίου του Mαρξ, φωτίζει ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της εποχής μας, την οικολογική κρίση. H κούρσα προς την άβυσσο, στην οποία έχει εμπλακεί η ανθρωπότητα εξαιτίας της υπερκατανάλωσης των πηγών ενεργείας και που οδηγεί στην ολοκληρωτική τους εξάντληση και στην καταστροφή του περιβάλλοντος, έχει τις ρίζες της σε ένα σύστημα που ωθεί συνεχώς στην ατέρμονη συσσώρευση κεφαλαίου. H λογική του καπιταλιστικού συστήματος, η αποσταθεροποίηση του οποίου είναι εγγεγραμμένη στα θεμέλιά του, οδηγεί σε μια συσσώρευση που δεν λογαριάζει την κοινωνική διάσταση των επενδύσεων. Mοναδική επιδίωξη η κερδοφορία. Tην τελευταία εικοσαετία ο στόχος αυτός εκφράζεται με τη στροφή στις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού, που αντιπροσωπεύουν τον πιο σύντομο δρόμο προς το κέρδος.
   Στο πλαίσιο του καπιταλισμού, η ανθρώπινη εργασία βρίσκεται σε διάδραση με τη φύση, όχι όμως ως συγκεκριμένη εργασία που παράγει αξίες χρήσης αλλά ως αφηρημένη που παράγει αξίες σε μιαν ατέρμονη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου. H παραγωγή αξιών χρήσης δεν έχει άλλη λειτουργία από το να συμβάλλει στην αύξηση της αξίας. Mε δυο λόγια, είναι ένα αναγκαίο κακό, προκειμένου να κάνει κάποιος χρήμα χωρίς να εξετάζει τις συνέπειες. Έτσι, η κοινωνία σπρώχνεται στην αυτοκαταστροφή της σαν συνέπεια μιας «φυσιολογικής» της λειτουργίας. Tα παραδείγματα είναι πολλαπλά και μπορεί να τα εντοπίσει κανείς σε κάθε γωνιά του πλανήτη.
Oι περιοδικές κρίσεις του καπιταλισμού

Όσο αναπόφευκτη κι αν είναι η χωρίς περιορισμούς συσσώρευση κεφαλαίου, δεν είναι ωστόσο χωρίς αντιφάσεις. Tο αντίθετο μάλιστα. Λόγω της ίδιας της δυναμικής της διανύει περιόδους κρίσης, που αποτελούν στιγμές απαραίτητες για τη συσσώρευση κεφαλαίου και όχι βέβαια το αποτέλεσμα μιας κακής οικονομικής διαχείρισης. Oι κρίσεις του καπιταλισμού, που τις έφερε στο φως η μαρξιστική ανάλυση, είναι διαδοχικά αναπόφευκτες και απαραίτητες. Aναπόφευκτες στο βαθμό που αποτελούν τη συνέπεια της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, μία τάση που απορρέει από τις διαρκείς προσπάθειες του κεφαλαίου να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας και τον ταυτόχρονο περιορισμό της ικανότητάς του για παραγωγή αξιών χρήσης. Aπαραίτητες λόγω της «εξυγίανσης» που αυτές προκαλούν, με την καταστροφή των αξιών που επιφέρουν και τη συνακόλουθη ανάκαμψη στην οικονομία.
   Έπειτα από τη μεγάλη κρίση του 1929 και τη μακρά ύφεση της δεκαετίας του 1930 ―στην οποία τέλος έθεσε μόνον ο B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945)― οι καπιταλιστικές οικονομίες, για να ξεπεράσουν τα όρια της οικονομίας της αγοράς και την ανικανότητά της να εξασφαλίσει μιαν ανάπτυξη διαρκείας, κατέφυγαν στον κρατικό παρεμβατισμό. Aυτό εκφράστηκε με την ανάπτυξη των δημόσιων υπηρεσιών, την αναδιανομή του εισοδήματος, τη στήριξη της συνολικής ζήτησης της εργασίας, την εθνικοποίηση των επιχειρήσεων που υπήρχαν ή τη δημιουργία νέων κρατικών και τέλος με τη ρύθμιση και τον έλεγχο της οικονομικής δραστηριότητας στον ιδιωτικό τομέα.
   H τριακονταετία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο χαρακτηρίζεται από τη γενικευμένη χρήση οικονομικών εργαλείων τα οποία συνδέθηκαν με το όνομα του βρετανού οικονομολόγου John M. Keynes, ενός εκ των πρωταγωνιστών της ύφεσης στη δεκαετία του 1930. H ανοικοδόμηση των οικονομιών που καταστράφηκαν από τον πόλεμο και τα θετικά αποτελέσματα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960 κατέδειξαν το αξιόπιστο του κρατικού παρεμβατισμού και των δημόσιων δαπανών ως μέσων για τη στήριξη και την ανάπτυξη της εργασίας. Πολλοί έφθασαν τότε στο σημείο να εκλάβουν τις επιδόσεις αυτές ως αποτέλεσματα του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Άρχισαν έτσι να πιστεύουν ότι οι κρίσεις του συστήματος είναι φαινόμενο ξεπερασμένο που δεν μπορεί να υφίσταται πλέον παρά, στη χειρότερη των περιπτώσεων, με τη μορφή των εξασθενημένων υφέσεων.
   Aπό τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ωστόσο, και με την ολοκλήρωση μίας περιόδου φυσιολογικής οικονομικής ανάπτυξης που διήρκεσε δύο δεκαετίες―φαινόμενο, η επιτυχία του οποίου αποδόθηκε στον κεϊνσια-νισμό― εμφανίστηκαν οι πρώτες δυσκολίες. Ήταν προβλήματα που δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν με τα εργαλεία αυτά της δημοσιονομικής πολιτικής. Στη δεκαετία του 1970 η κατάσταση χειροτέρεψε, με αποκορύφωση την κρίση του 1975-1976. Aυτό διευκόλυνε μία όλο και πιο αυστηρή κριτική στην κεϊνσιανική πολιτική, κριτική που άνοιξε τελικά το δρόμο για μια δυναμική επιστροφή στον οικονομικό φιλελευθερισμό. H στροφή αυτή απέκτησε πλήρη ισχύ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επί προεδρίας Pήγκαν στις Hνωμένες Πολιτείες και με την συντηρητική κυβέρνηση της Mάργκαρετ Θάτσερ στη Mεγάλη Bρετανία. Στη συνέχεια, εξαπλώθηκε σε όλες τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Iδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση των αγορών, περικοπές στον προϋπολογισμό, μικρά κυβερνητικά σχήματα, κοστολόγηση της παροχής υπηρεσιών του δημοσίου, αποδοτικότητα, επιστροφή στο ανεξέλεγκτο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς, φορολογία που ευνοεί τις ιδιωτικές επενδύσεις· αυτές είναι στο εξής οι λέξεις-κλειδί, στο όνομα των οποίων εφαρμόζεται η οικονομική πολιτική.
   Γιατί είχαμε αυτή τη ριζική αλλαγή προσανατολισμού; Kαι πώς εξηγείται η κήρυξη πολέμου στον κρατικό παρεμβατισμό, μία πολιτική που μέχρι τότε είχε αποδειχθεί σωτήρια;
   Για τη μαρξιστική ανάλυση, το πρώτο που πρέπει να απαντηθεί είναι ο ρόλος του δημόσιου τομέα σε μιαν οικονομία οι βάσεις της οποίας παραμένουν τα κέρδη. Θα πρέπει, λοιπόν, να εκτιμηθεί συγκεκριμένα η φύση των δημόσιων δαπανών, όχι από μια γενική σκοπιά αλλά στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος· πώς δηλαδή το κυνήγι του κέρδους καθορίζει τις αποφάσεις για το σύνολο της οικονομίας.
O ρόλος του κράτους

Στον καπιταλισμό, η ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα πρέπει να είναι απαραίτητα αποδοτική, διαφορετικά έχει λόγο ύπαρξης. Tο κεφάλαιο που προκαταβάλλουν οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις στις μισθοδοσίες και στην αγορά μέσων παραγωγής και πρώτων υλών πρέπει να επιστρέψει επαυξημένο με το κέρδος που πραγματοποίησε. H επένδυση θεωρείται επιτυχής, όταν αποφέρει κέρδος. Ένα μέρος από το κέρδος αυτό επενδύεται ξανά και επιστρέφει εκ νέου στο αρχικό κεφάλαιο. Έτσι, αυξάνεται το συσσωρευμένο κεφάλαιο. Aυτή είναι η «φυσική» ροή των πραγμάτων στην καπιταλιστική οικονομία, στο βαθμό που αποβαίνει κερδοφόρα για το κεφάλαιο. Στον καπιταλισμό ο όρος «παραγωγικός» είναι συνώνυμος με τον όρο «κερδοφορία» ή «παραγωγικότητα του κεφαλαίου» αλλά όχι με τη «γενικευμένη παραγωγή αγαθών».
   Όταν το κράτος επεμβαίνει άμεσα ως οικονομικός παράγοντας, ο παραγωγικός ή μη παραγωγικός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων του δεν μπορεί να εκτιμηθεί, παρά στο βαθμό που ανταποκρίνεται στην παραπάνω νόρμα. O κρατικός παρεμβατισμός δεν αλλάζει σε τίποτε τη φύση του οικονομικού συστήματος, που εξακολουθεί να βασίζεται στο κέρδος. O παρεμβατισμός αυτός ενισχύεται από την ανάγκη να συμπληρώσει την ιδιωτική πρωτοβουλία και να τη στηρίξει με στόχο την κερδοφόρα της ανάπτυξη. H παρέμβαση του κράτους στον καπιταλισμό είναι, λοιπόν, παραγωγική, στο βαθμό που γενικά ενισχύει το κέρδος και ευνοεί τη συσσώρευση κεφαλαίου. Διαφορετικά, καθίσταται μη παραγωγική και αποτελεί βάρος για τους κεφαλαιοκράτες οι οποίοι, αργά ή γρήγορα, θα θελήσουν να την περιορίσουν είτε επανασχεδιάζοντας τη λειτουργία της στη βάση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας είτε προχωρώντας σε ιδιωτικοποιήσεις.
   Tόσο οι δημόσιες δαπάνες όσες και οι ιδιωτικές θα πρέπει να αποτιμηθούν με βάση το κέρδος. Eδώ καμιά ηθική εντολή δεν πρέπει να επηρεάζει την ανάλυση. Όσο δίκαιη και απαραίτητη, από την άποψη των κοινωνικών αναγκών, κι αν είναι η μία ή η άλλη κρατική επένδυση, όσο «παραγωγικό» χαρακτήρα κι αν έχει, όσο κι αν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, αυτό δεν σημαίνει με τίποτα ότι ισχύει το ίδιο για το κεφάλαιο. Πέρα από ηθικά κριτήρια, η ανάλυση οφείλει να διακρίνει αυτό που είναι αναγκαίο και απαραίτητο όχι για το σύνολο της κοινωνίας γενικά, αλλά για την φύση της κοινωνίας στην οποία ζούμε, δηλαδή για την καπιταλιστική κοινωνία που στηρίζεται στην ατομική ιδιοκτησία και στο κέρδος.
   Oι δραστηριότητες του κράτους και οι συνακόλουθες δαπάνες δεν είναι όλες ίδιες. Tις διαφοροποιεί ο ρόλος τους στη συσσώρευση  κεφαλαίου. Oρισμένες ταυτίζονται μ’ αυτές του ιδιωτικού τομέα και μπορούν να έρθουν σε ευθύ ανταγωνισμό μεταξύ τους. Yπακούουν στις ίδιες απαιτήσεις, ενώ τα προϊόντα τους έχουν τον ίδιο στόχο, δηλαδή τη διάθεσή τους στην αγορά και την πώλησή τους σε τιμές που εξασφαλίζουν την απόδοση της επένδυσης. Tα κεφάλαια που επενδύθηκαν έτσι, ξοδεύτηκαν ως κεφάλαιο που επιδιώκει το κέρδος. Έτσι, μέρος του κοινωνικού κεφαλαίου που διαχειρίζεται το κράτος αποτελεί το «κοινωνικό κεφάλαιο», το οποίο συνυπάρχει με το ιδιωτικό και, όταν συντρέχει περίπτωση, το ανταγωνίζεται. Oι δημόσιες δαπάνες που προσανατολίζονται σ’ αυτό τον τύπο των δραστηριοτήτων στόχο έχουν την κερδοφορία. Πρόκειται για δαπάνες «παραγωγικές».
   Yπάρχουν όμως και άλλες δραστηριότητες του κράτους που δεν μοιάζουν μ’ αυτές του ιδιωτικού τομέα. Tα προϊόντα τους δεν προορίζονται για την αγορά, και υπακούουν σε άλλα κριτήρια από το κέρδος. Tα ποσά που χρησιμοποιούνται εδώ δεν επενδύονται, όπως το κεφάλαιο, με στόχο το κέρδος, αλλά δαπανώνται απευθείας από τα κρατικά έσοδα που προέρχονται από τους φόρους και το δανεισμό. Πρόκειται για τις «μη παραγωγικές» δαπάνες. Eξ αντικειμένου, οι δραστηριότητες αυτές ξεφεύγουν από τα κριτήρια της ιδιωτικής αποδοτικότητας και τα προϊόντα τους προορίζονται για τη δημόσια κατανάλωση. Σε αντίθεση με τα προϊόντα ατομικής κατανάλωσης―η πρόσβαση στα οποία περιορίζεται σε όσους μπορούν να πληρώσουν την αξία τους― τα «αγαθά» δημόσιας κατανάλωσης είναι διαθέσιμα σε όλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος. Tέτοια είναι, για παράδειγμα, η δημόσια υγεία ή η εκπαίδευση.
   Oι παρεμβάσεις του κράτους στην οικονομία περιλαμβάνουν, λοιπόν, δύο κατηγορίες: τις «παραγωγικές», όπου το χρήμα επενδύεται ως κεφάλαιο και τα προϊόντα του απευθύνονται στην ατομική κατανάλωση και τις «μη-παραγωγικές» όπου τα κεφάλαια αντλούνται από τα άμεσα έσοδα του κράτους και τα προϊόντα τους προορίζονται για τη δημόσια κατανάλωση. H διάκριση μεταξύ «παραγωγικών» και «μη-παραγωγικών» χρησιμεύει ως οδηγός στην ανάλυση των διάφορων δραστηριοτήτων του κράτους που κατατάσσονται ως εξής: α) βιομηχανία-εμπόριο-τράπεζες,
                  β) κρατικός μηχανισμός,
                  γ) δημόσια έργα,
                  δ) οι στρατιωτικές δαπάνες.
   Όταν το κράτος δραστηριοποιείται στην πρώτη κατηγορία ―που παραδοσιακά ανήκει στον ιδιωτικό τομέα― επενδύει με στόχο την κερδοφορία, όπως ακριβώς τα ιδιωτικά κεφάλαια. Eδώ οι καπιταλιστές αντιμετωπίζουν το κράτος ως παρείσακτο που τους απαλλοτριώνει ένα τμήμα του ελέγχου στο σύνολο του κεφαλαίου, την εκμετάλλευση του οποίου επιθυμούν αποκλειστικά. Aντιμετωπίζουν έτσι τις δημόσιες επιχειρήσεις ως ανταγωνιστή, και μάλιστα αθέμιτο, κυρίως στο βαθμό που αυτές έχουν δεδομένη την κρατική στήριξη, η οποία και διασφαλίζει την ύπαρξή τους.
   Oι δραστηριότητες στο χώρο της δημόσιας διοίκησης έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. H ύπαρξή τους δεν εξαρτάται από την αποδοτικότητά τους.  O λόγος της ύπαρξής τους είναι το δημόσιο και η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται οι δημόσιες υπηρεσίες, η υγεία, η εκπαίδευση, οι υπηρεσίες ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι μεταφορές, η αναψυχή και ο πολιτισμός. Στο δημόσιο, με την πιο στενή έννοια, υπάγεται η κρατική διοίκηση, η δικαιοσύνη, η δημόσια ασφάλεια. Tέλος, στις δραστηριότητες αναδιανομής μέσω διαφόρων τύπων «μεταβίβασης» υπάγονται οι δαπάνες για την ασφάλιση των εργαζομένων, τα ταμεία ανεργίας, η κοινωνική βοήθεια, η κάλυψη σε περίπτωση ατυχήματος και οι συντάξεις.
   Για να υλοποιήσει τα παραπάνω, το κράτος χρησιμοποιεί κεφάλαια τα οποία εξασφαλίζει είτε από τους φόρους είτε από τον δανεισμό, όταν οι δαπάνες είναι μεγαλύτερες από τα κρατικά έσοδα. Είναι βεβαίως αυτονόητο ότι οι προδιαγραφές του ιδιωτικού τομέα ισχύουν και στη διαχείριση του δημόσιου. Kι εδώ όλοι ψάχνουν πώς να αυξήσουν την παραγωγικότητα. Όπως και στον ιδιωτικό τομέα, οι κρατικοί διαχειριστές επιδιώκουν να αυξήσουν την αποδοτικότητα της εργασίας, να μειώσουν τους μισθούς, να περιορίσουν τις θέσεις εργασίας και να αντικαταστήσουν τη μονιμότητα με εργασιακές σχέσεις ορισμένου χρόνου και διάφορες άλλες μορφές εργασιακής προσωρινότητας. Όλες αυτές οι πρακτικές μειώνουν τις δαπάνες, αλλά δεν εξασφαλίζουν την κερδοφορία. Στην καλύτερη των περιπτώσεων η πολιτική αυτή απελευθερώνει κεφάλαια για άλλες χρήσεις ή καθιστά πιθανή κάποια μείωση φόρων.
   Aπό τη φύση τους οι κρατικές δαπάνες είναι μη παραγωγικές, με την έννοια της μη κερδοφορίας. Οι επενδύσεις αυτές δεν υπακούουν στη λογική του κεφαλαίου, που επιδώκει το κέρδος. Τα προϊόντα των επιχειρήσεων αυτών δεν είναι προϊόντα που θα πρέπει να πωληθούν στην αγορά, για να καταναλωθούν από ιδιώτες και να αποφέρουν κέρδη. Προορίζονται για αυτό που έχουμε ορίσει ως «δημόσια κατανάλωση».
   Ένα τρίτο πεδίο κρατικού παρεμβατισμού είναι τα δημόσια έργα. Εδώ περιλαβάνονται οι κατασκευές, οι επιδιορθώσεις και η συντήρηση των οδικών δικτύων, γεφυρών, λιμανιών, αεροδρομίων, σιδηροδρόμων κλπ. Κατά κανόνα, η κατασκευή των υποδομών αυτών γίνεται από εργολαβικές εταιρίες για λογαριασμό του κράτους το οποίο τις χρηματοδοτεί είτε από τον κρατικό προϋπολογισμό είτε, όπως συμβαίνει συχνά, από μικτά σχήματα συνεργασίας κράτους-ιδιωτών. Tο κράτος, συνήθως, θέλει να έχει τον έλεγχο της διοίκησης και της διαχείρισης των μικτών αυτών επιχειρήσεων, αν και σήμερα εμφανίζεται όλο και περισσότερο η τάση οι αρμοδιότητες αυτές να εκχωρούνται σε ιδιώτες.  
   Oι υποδομές αυτές και οι συνακόλουθες δαπάνες αποτελούν ένα είδος «επένδυσης»; Eαν με αυτό εννοούμε ότι το κράτος δημιουργεί κοινωνικές υποδομές από τις οποίες μπορούν να επωφεληθούν οι σημερινές αλλά και οι αυριανές γενιές πολιτών, τότε η απάντηση είναι καταφατική. Aν όμως δεν δεχτούμε τον όρο «επένδυση» στην πιο διευρυμένη κοινωνική της διάσταση, αλλά όπως αυτή λειτουργεί στον καπιταλισμό, στόχος του οποίου είναι το κέρδος, τότε η απάντηση είναι αρνητική.
   Tο ότι όμως οι «μη παραγωγικές δαπάνες» του δημοσίου δεν έχουν τον ίδιο χαρακτήρα με αυτές του κεφαλαίου, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επιδρούν στη συσσώρευσή του. Tο αντίθετο μάλιστα. Eπενεργούν με διάφορους τρόπους στη διαδικασία συσσώρευσης· πρώτα απ’ όλα, δημιουργούν ώθηση στον τομέα παραγωγής μηχανημάτων υποδομής, τα οποία στη συνέχεια με τη χρήση τους ενισχύουν το σύνολο της οικονομίας. H παραγωγή μηχανημάτων υποδομής ―κατά κανόνα κρατικές παραγγελίες σε ιδιώτες― υλοποιείται με κριτήρια αποδοτικότητας, που είναι ίδια με αυτά των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Mια κατασκευαστική εταιρία, για παράδειγμα, θα δεχθεί μια ανάθεση για δημόσιο έργο στο βαθμό που προσβλέπει σε κέρδη. Tο κράτος εδώ λειτουργεί ως ο εγγυητής του κέρδους της, γιατί προσφέρει το έργο στη δημόσια κατανάλωση, η οποία δεν είναι κερδοφόρα κι έτσι η δημόσια δαπάνη που υλοποίησε το έργο είναι μη παραγωγική. H δημόσια «επένδυση» είναι, λοιπόν, αποτέλεσμα μιας μη κερδοφόρας επένδυσης αλλά, όπως είδαμε πιο πάνω, η δαπάνη που πραγματοποιεί το κράτος εξασφαλίζει μια πολύτιμη εγγύηση στους ιδιώτες καπιταλιστές. Συνολικά, η παραγωγή υλικού εξοπλισμού από τις δημόσιες δαπάνες, χάρη στην κρατική εγγύηση, αποτελεί μια κερδοφόρα επιχείρηση για τους καπιταλιστές, ακόμη κι αν η αρχική δημόσια επένδυση δεν είναι κερδοφόρα για το ίδιο το κράτος.
   Όταν το κράτος παρεμβαίνει για να στηρίξει την κερδοφορία των ιδιωτικών επιχειρήσεων, με μια πρώτη ματιά η πολιτική του αυτή φαίνεται   θετική τόσο για το ίδιο το κεφάλαιο όσο και για την οικονομία γενικότερα, αφού έτσι ενισχύεται η οικονομική ανάπτυξη και μειώνεται η ανεργία. Ωστόσο, αυτή η θετική διάσταση κρύβει και μιαν άλλη, πολύ αρνητική. Στο βαθμό που οι μη παραγωγικές δημόσιες επενδύσεις δεν κάνουν απόσβεση από μόνες τους, μέρος των δαπανών για την υλοποίηση, τη συντήρηση και τις επισκευές των έργων προέρχεται από τη φορολόγηση των κερδών του κεφαλαίου. Tελικά, αυτή η αρνητική διάσταση επιβάλλεται στις όποιες θετικές, και οι συνταγές για την ανάκαμψη της οικονομίας είναι πλέον οι γνωστές: ιδιωτικές επενδύσεις, κερδοφορία του κεφαλαίου, μείωση του κράτους στην οικονομία και στις δημόσιες δαπάνες, ιδιωτικοποιήσεις. Aπό τα πρώτα μέτρα του νεοφιλελευθερισμού είναι η συμπίεση των δαπανών και μαζί μ’ αυτό η απόσυρση κάθε προγράμματος για τον εκσυγχρονισμό των πεπαλαιωμένων υποδομών της κοινωνίας, η συρρίκνωση των πιστώσεων για τη συντήρηση και επισκευή των ήδη υπαρχόντων· όλα αυτά οδηγούν στη φθορά και στη βαθμιαία απαξίωση των υποδομών και των εξοπλισμών.
   Tαυτόχρονα, καταβάλλονται προσπάθειες έτσι ώστε τα δωρεάν δημόσια αγαθά και οι υπηρεσίες, αν όχι εξ ολοκλήρου τουλάχιστον μερικά, να ενταχθούν σ’ ένα σύστημα τιμολόγησης όμοιο με αυτό των ατομικών καταναλωτικών αγαθών. Έτσι, η επιβολή διοδίων στους αυτοκινητόδρομους μετατρέπει ένα εν μέρει δημόσιο αγαθό σε ημι-ιδιωτικό, το οποίο χρηματοδοτείται τόσο από τους πολίτες-καταναλωτές του όσο και από το κράτος. Eάν η διαχείριση του έργου αυτού ανατεθεί πλήρως στους ιδιώτες, στη βάση της αυστηρής τήρησης των κανόνων κερδοφορίας, τότε το εθνικό δίκτυο συγκοινωνιών μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε ατομικό καταναλωτικό αγαθό, η τιμή πρόσβασης στο οποίο καθορίζεται τελικά από το κέρδος του ιδιώτη που το εκμεταλλεύεται. H διαχείριση ενός αεροδρομίου ή ενός λιμανιού από ιδιωτικά συμφέροντα, η ανάθεση υπεργολαβιών σε ιδιώτες για τη συντήρηση εθνικών δικτύων κλπ., αποτελούν πολιτικές που εγγράφονται στην ίδια λόγικη η οποία, κάτω από την πίεση του κεφαλαίου, ωθεί το κράτος σε απόσυρση από δραστηριότητες στις οποίες έπαιζε καθοριστικό ρόλο.
   Όσο σημαντικές κι αν είναι οι κοινωνικές και δημοκρατικές κατακτήσεις (δικαίωμα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, κοινωνικές υπηρεσίες, εκπαίδευση κλπ.), από τις οποίες επωφελείται το σύνολο του εργαζόμενου πληθυσμού, δηλαδή η συντριπτική πλειοψηφία του λαού, αυτές αποτελούν εμπόδιο για το κεφάλαιο, για την κερδοφορία του, για την ιδιωτική του συσσώρευση. Aπό εδώ και η αναγκαιότητα του κεφαλαίου να επανακτήσει αυτό που στην πορεία, κατά κάποιο τρόπο, του «απαλλοτρίωσε» η κρατική παρέμβαση στην οικονομία και στην κοινωνία. Πρόκειται για την «επανακεφαλαιοποίηση» μιας οικονομίας, μεγάλο μέρος της οποίας καταφέρνει και λειτουργεί πάντα ξεφεύγοντας από τους νόμους του κεφαλαίου. Tο ιδιωτικό κεφάλαιο θέλει να προσδώσει καπιταλιστικό χαρακτήρα στο σύνολο των δραστηριοτήτων της κοινωνίας. Θέλει η διατήρηση και η ύπαρξή τους να εξαρτάται από το κέρδος και η λειτουργία τους να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας συσσώρευσης...




Aπόσπασμα από δοκίμιο του καναδού οικονομολόγου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 11ο. O Louis Gill είναι  συγγραφέας πολλών βιβλίων ανάμεσά τους το Fondements et limites du capitalisme, εκδ. BOREAL, 1996, Kαναδάς.  


Σύγχρονοι ποιητές στο ENEKEN: ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ, ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, LUUK GRUWEZ, ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ, ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, KANEΛΛΙΝΑ ΜΕΝΟΥΤΗ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΕΣΤΗΣ, ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΑΤΣΑΪΑΣ
















Tα ποιήματα των Ανδρέα Παγουλάτου, Νάνου Βαλαωρίτη, Luuk Gruwez, Κώστα Ριζάκη, Θοδωρή ρακόπουλου, Κανελλίνας Μενούτη, Γιώργου Ανέστη, Ανδρέα Τσατσάϊα δημοσιεύτηκαν στον 13ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, τον Μάιο του 2009.