Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΗΛΙΚΙΑ, William Trevor


 Eίμαι η κυρία ντα Τάνκα», είπε η κυρία ντα Τάνκα. «Είστε ο κύριος Μάιλσον;» Ο άντρας έγνεψε και διέσχισαν πεζή την πλατφόρμα αναζητώντας ένα φιλόξενο βαγόν ή αν δεν το έβρισκαν, πράγμα πολύ πιθανό, απλώς απομόνωση. Καθένας τους κουβαλούσε μια μικρή βαλίτσα, της κυρίας Τάνκα ήταν άσπρη δερμάτινη ή από κάποιο υλικό που έμοιαζε με δέρμα, του κυρίου Μάιλσον πολυκαιρισμένη και μαύρη. Περπατούσαν χωρίς να μιλάνε, έχοντας κατά νου ένα σκοπό: ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και μέσα στη φασαρία, τη βοή, και το θόρυβο των παραθύρων δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση.
   «Ενενήντα εννέα χρόνων μίσθωση», είχε πει ο πατέρας του κυρίου Μάιλσον, «το είχα από τον παππού μου το 1862,τον οποίο βέβαια ποτέ δε γνώρισες. Φοβάμαι ότι θα λήξει στη διάρκεια της δικής σου ζωής. Ωστόσο, μέχρι τότε θα είσαι σε θέση να αποδεχτείς την κακοτυχία. Να ανανεώσεις αυτό που λήγει· να διατηρήσεις την περιουσία στην οικογένεια». Η περιουσία ήταν μια έκφραση που έδινε κύρος. Το σπίτι ήταν μικρό και χρήσιμο, σε μια σειρά σπιτιών, ξεχωριστό που το έβρισκες εύκολα· αλλά η μίσθωση, όταν ήρθε ο καιρός δεν ήταν ανανεώσιμη —πράγμα που δημιούργησε πρόβλημα στον κύριο Μάιλσον. Εργένης, άτεκνος, χωρίς προοπτική, τι νόημα είχε για αυτόν ένα σπίτι για άλλα ενενήντα εννέα χρόνια;
   Η κυρία ντα Τάνκα, καθισμένη απέναντί του, έβγαλε ένα περιοδικό από ένα τσαντάκι που κουβαλούσε. Μετά, τσεκάροντας τον εαυτό της, είπε: «Θα μπορούσαμε να μιλάμε. Ή μήπως προτιμάτε να κάνουμε τη δουλειά μας σιωπηλά;» Ήταν μια γυναίκα που γέμιζε,αλλά δεν ξεχείλιζε από το τουΐντ ταγιέρ της, το οποίο είχε το σωστό μέγεθος, ήταν κομψό και αρκετά ακριβό. Τα μαλλιά της, που ήταν γκρίζα, δε φαίνονταν πολύ. Ήταν δεμένα προς τα πίσω με ένα χρυσοκόκκινο τουρμπάνι. Αν είχε γεννηθεί σε άλλη κοινωνική τάξη θα ήταν μια εύθυμη γυναίκα. Επαγρυπνούσε στην ευθυμία της, ήταν μια ιδιότητα που δεν της άρεσε. Το γέλιο έκανε συχνά την εμφάνισή του στα μάτια της, και εξίσου συχνά το έσβηνε στη γέννησή του με τη αυστηρότητα των τρόπων της.
   «Δεν πρέπει να ντρέπεστε», είπε η κυρία ντα Τάνκα. «Είμαστε αρκετά μεγάλοι για να νιώθουμε αμήχανοι. Συμφωνείτε, έτσι δεν είναι;»
   Ο κύριος Μάιλσον δεν ήξερε. Δεν ήξερε πώς ή τι έπρεπε να νιώθει. Η ανάλυση των συναισθημάτων του δεν τον οδηγούσε σε συμπέρασμα. Υπέθετε ότι ήταν ενθουσιασμένος, αλλά ήταν δυσκολότερο από ότι φαινόταν να ονοματίσει τα συναισθήματα. Επομένως, δεν μπορούσε να απαντήσει στην κυρία ντα Τάνκα και απλώς χαμογέλασε.
   Η κυρία ντα Τάνκα, που κάποτε είχε υπάρξει κυρία Οράτιου Σπάιρ και δε φαινόταν να το ξεχνά, αναλογίστηκε εκείνες τις ημέρες. Ήταν λογικό να το κάνει, γιατί ανήκαν στο παρελθόν όπως και το παρόν της είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε παρελθόν. Το τέλος ήταν στο μυαλό της: η διαφυγή από την κυρία ντα Τάνκα στην κυρία Σπάιρ ήταν ένας τρόπος να μαλακώνει τη στενοχώρια που τη διακατείχε τώρα και ένας τρόπος να τη βλέπει σε αναλογίες μιας ολόκληρης ζωής.
   «Αν αυτό επιθυμείς», της είχε πει ο Οράτιος, «δεν έχω αντίρρηση. Ποιος θα κάνει τη βρώμικη δουλειά, εσύ ή εγώ;» Αυτή ήταν η απάντηση του όταν του ζήτησε διαζύγιο. Στην πραγματικότητα, τη στιγμή που μιλούσαν, η βρώμικη δουλειά όπως την ονόμασε, είχε ήδη γίνει: και από τους δύο.
   «Είναι ένα σοκ για μένα», συνέχισε ο Οράτιος. «Νόμισα ότι θα μπορούσαμε να συνεχίζαμε τη θορυβώδη μας ζωή για πολλά χρόνια ακόμα. Έχεις κάποια σοβαρή σχέση;»
   Στην πραγματικότητα δεν είχε, αλλά μια άλλη σχέση θα αποτελούσε την αντανάκλαση της ανεπάρκειας του έγγαμου βίου της και θα αποκάλυπτε το κενό που κάποτε ήταν αγάπη.
   «Καλύτερα να είμαστε χωριστά», είχε πει η ίδια. «Είναι άσχημο να συνηθίζεις στη συνήθεια να είσαι μαζί. Πρέπει να δοκιμάσουμε, τώρα που μπορούμε, όσο υπάρχει καιρός».
   Στο βαγόνι ανακάλεσε τη συζήτηση με ζωηράδα, ιδιαίτερα την τελευταία πρόταση, και πιο ιδιαίτερα τις τελευταίες της λέξεις. Αυτό που δοκίμασε ήταν να γίνει κυρία ντα Τάνκα, πριν από οκτώ χρόνια. «Θεέ μου», είπε δυνατά, «τι πομπώδης μπάσταρδος αποδείχτηκε».
   Ο κύριος Μάιλσον είχε μερικές από εκείνες τις εβδομαδιαίες εκδόσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ακριβής ορολογία στη γλώσσα: μονοχρωμία στο εξώφυλλο-εύκαμπτο, ελαφρώς πνευματώδες, κάτι ανάμεσα σε περιοδική έκδοση και περιοδικό. Ενώ εκείνη είχε τα έντιμα περιοδικά της. Hurpers. Vogue. Λαμπερά και εμφανίσιμα και κάπως ανόητα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισε ο κύριος Μάιλσον. Τα είχε ανοίξει σε αναμονές γιατρών και δικηγόρων, είχε φυλλομετρήσει τις γελοίες διαφημίσεις που ταίριαζαν με τα μοντέλα, εξωπραγματικά κορίτσια σε εξωπραγματικές πόζες, χωρίς σεξουαλική ζωή και χωρίς πραγματική ζωή. Τέτοιος τύπος γυναίκας ήταν λοιπόν.
   «Ποιoς;» είπε ο κύριος Μάιλσον.
   «Ω, ποιoς άλλος, για όνομα του Θεού! Εννοώ τον ντα Τάνκα».
   Οκτώ χρόνια το θύμα του ντα Τάνκα, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει δερματικό της υπόστρωμα. Την αγνοούσε πολλές φορές. Τέτοιος τύπος ήταν. Διαρκώς απασχολημένος, έλεγε· προκατειλημμένος.
   «Θα σας μιλάω για τον ντα Τάνκα, είπε. Έχει τις ενδιαφέρουσες πλευρές του· αν και ένας Θεός γνωρίζει πόσο ελάχιστα ενδιαφέρον τύπος είναι».
   Σε κάθε περίπτωση η ιδιοκτησία ενός σπιτιού ήταν μια έννοια. Να φροντίζεις τη σκεπή, να παρατηρείς τα σκασίματα της μπογιάς στον εξωτερικό τοίχο, και να έχεις τον νου σου για υγρασίες σε απίθανα σημεία. Καλύτερα ήταν στο Σουίς Κότετζ· ένιωθε μεγαλύτερη θαλπωρή το χειμώνα. Μέχρι τώρα θα έχουν κατεδαφίσει το παλιό σπίτι και όλα τ’ άλλα στον ίδιο δρόμο. Τα αντικατέστησαν με διαμερίσματα: ογκώδη κτίρια με εκατοντάδες παράθυρα. Εξαφανίστηκαν όλοι οι κήποι, όλοι οι νάνοι-αγαλματάκια και οι νάνοι της Χιονάτης, όλοι οι χειμερινοί λαμπτήρες και τα μικρά μονοπάτια, τα μπανάκια των πουλιών και τα πουλόσπιτα και τα τραπεζάκια των πουλιών, τα σκάμματα μινιατούρες και οι μεταλλικοί φράκτες, πλουμιστοί και φορτωμένοι με φυτά και λουλούδια.
   «Πρέπει να ακολουθούμε τις αλλαγές των καιρών» είπε η κυρία ντα Τάνκα, και τότε συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα σ’ αυτήν απηύθυνε το λόγο του· ή μάλλον μιλούσε δυνατά και πρόβαλλε τις παρατηρήσεις του προς το μέρος της, μιας και αυτή ήταν εκεί.
   Η μητέρα του είχε κάνει βραχόκηπο. Αουμπρέτια και σαρσαπαρίλα και δίανθοι και χριστουγεννιάτικα τριαντάφυλλα. Ο αδελφός της, ο θείος του Εδουάρδος, ένας ιδιόρρυθμος γενειοφόρος τύπος, έφερε πέτρες από την ακροθαλασσιά με το φορτηγάκι του. Ο πατέρας του δε συμμετείχε στην επιχείρηση αυτή, όπως έκανε πάντα σε τέτοιου χαρακτήρα επιχειρήσεις· για εκείνον ήταν κακόγουστο να απομακρύνει κανείς πέτρες από την ακτή, σχεδόν ανέντιμο. Πίσω απ’ το βραχόκηπο είχε σμέουρα: πυκνά, άγρια φρούτα που δεν τρώγονταν, ποτέ δεν έφταναν σε πλήρη ωρίμανση. Αλλά σε κανένα, σίγουρα όχι στον κύριο Μάιλσον, δεν πήγαινε η καρδιά να ξεριζώσει τους θάμνους.
   «Περνούσαν εβδομάδες», είπε η κυρία ντα Τάνκα, «χωρίς να ανταλλάσσουμε μια και μόνη πρόταση με σημασία. Ζούσαμε στο ίδιο σπίτι, τρώγαμε τα ίδια γεύματα, οδηγούσαμε το ίδιο αυτοκίνητο και το μόνο που θα έλεγε ήταν: «Είναι καιρός να ανάψουμε την κεντρική θέρμανση». Ή: «Αυτοί οι υαλοκαθαριστήρες δε δουλεύουν».
   Ο κύριος Μάιλσον δεν ήξερε αν του μιλούσε για τον κύριο ντα Τάνκα ή τον κύριο Σπάιρ. Σ’ αυτόν φαινόταν να είναι ο ίδιος άνθρωπος σκιώδεις, σιωπηλοί τύποι που σε διαστήματα κάποιων χρόνων είχαν μοιραστεί την ίδια γυναίκα που έτεινε χείρα βοηθείας.
   «Θα φορά ρούχα πόλης», της είχε πει η φίλη της, «γκρίζα ή αδιευκρίνιστα. Είναι κοινός τύπος εκτός από το καπέλο του που είναι μεγάλο, μαύρο και εκκεντρικό». Το καπέλο του είναι το περίεργο στοιχείο επάνω του: σαν άγρια βρώμη.
   Ήταν εκεί, κοντά στο περίπτερο, ακριβής στην ώρα του, περίμενε. Πρόσωπο αποστεωμένο, λεπτός, στα πενήντα περίπου· με το παλιομοδίτικο καπέλο και τις εβδομαδιαίες εφημερίδες που ταίριαζαν, κατά κάποιο τρόπο, μεταξύ τους αλλά δεν ταίριαζαν με τον ίδιο.
   «Λοιπόν, κύριε Μάιλσον, θα ρίχνατε σε μένα την ευθύνη, σε μένα που αναζητούσα ελευθερία από έναν τέτοιο άνθρωπο;»
   Το καπέλο ήταν ακουμπισμένο στο καρότσι των αποσκευών μαζί με την προσεκτικά διπλωμένη καμπαρντίνα του. Το μεγαλύτερο τμήμα του κεφαλιού του ήταν φαλακρό, κάπως άσπρο και μαλακό σαν λίπος. Τα μάτια του είχαν μια θλίψη σαν τα μάτια ενός σκυλιού ράτσας που ήξερε στην παιδική της ηλικία. Οι άντρες πολλές φορές είναι σαν τα σκυλιά, σκέφτηκε. Οι γυναίκες ταιριάζουν περισσότερο με τις γάτες. Το τρένο κινούταν αργά, με ρυθμό μέσα στη νύχτα. Ο ντα Τάνκα και ο Οράτιος Σπάιρ πέρασαν απ’ το μυαλό της και αναρωτήθηκε που να βρίσκεται τώρα ο Σπάιρ. Καθισμένος απέναντί της, σκεφτόταν τη μίσθωση των ενενήντα εννέα χρόνων και τα δύο πιάτα, το ένα του δείπνου και το άλλο του πρωινού, που είχε αφήσει άπλυτα στο δωμάτιο του Σουίς Κότετζ.
   «Μοιάζει να σας ταιριάζει το μέρος», είπε ο κύριος Μάιλσον κρίνοντας το ξενοδοχείο από το στολισμένο χολ του.
   «Τζιν με λεμόνι, τζιν με λεμόνι», είπε η κυρία ντα Τάνκα προσαρμόζοντας τις λέξεις στην κίνησή της: με βηματισμό προς το μπαρ.
   Ο κύριος Μάιλσον παρήγγειλε ρούμι, νιώθοντας πως του ταίριαζε καλύτερα, αν και δε μπορούσε να σκεφτεί για ποιον λόγο. «Ο πατέρας μου συνήθιζε να πίνει ρούμι με γάλα. Περίεργος συνδυασμός».
   «Φοβερό ακούγεται». Ο ντα Τάνκα έπινε ουίσκι. «Ο προηγούμενος άρεσε τη δυνατή μαύρη μπύρα. Να ’μαστε, λοιπόν».
    Ο κύριος Μάιλσον την κοίταξε. «Το πρόγραμμα έχει δείπνο μετά».
   Αλλά η κυρία ντα Τάνκα δε φαινόταν να θέλει να μετακινηθεί. Ήταν καθισμένοι εκεί όση ώρα έπινε τα ποτά της και, όταν σηκώθηκαν για να πάνε για το βραδινό, διαπίστωσαν ότι το εστιατόριο είχε κλείσει και  είχε μεταφερθεί στο γκριλ.
   «Άσχημα τα οργανώσατε, κύριε Μάιλσον».
   «Δεν οργάνωσα τίποτα. Γνωρίζω τους κανονισμούς σε τέτοια μέρη. Σας τους είπα επανειλημμένα. Δε μου δώσατε την ευκαιρία να τα οργανώσω».
   «Κανένα παϊδάκι ή κανένα αυγό. Τουλάχιστον ο ντα Τάνκα θα μας εξασφάλιζε σούπα».
   Το 1931 ο κύριος Μάιλσον είχε διαπράξει μοιχεία με την υπηρέτρια στο σπίτι των γονιών του. Ήταν η μοναδική του και ήταν ευχαριστημένος που αυτό  με την κυρία ντα Τάνκα δεν ήταν μοιχεία. Αυτή θα ήταν εμπειρότερη στον τομέα αυτόν από τον ίδιο και δεν του άρεσε ο υπαινιγμός. Ο χώρος ήταν χλιδάτος και χυδαίος. Φαίνεται να σας ταιριάζει ο χώρος, επανέλαβε με αγένεια ο κύριος Μάιλσον.
   «Τουλάχιστον έχει ζέστη. Και τα φώτα δεν σε τυφλώνουν. Δεν παραγγέλνουμε λίγο κρασί;»
   Ο σύζυγός της πρέπει να παραμείνει αθώος. Ήταν σημαντικό δημόσιο πρόσωπο. Ο φίλος του κυρίου Μάιλσον το είχε επαναλάβει, ο φίλος που γνώριζε το δικηγόρο της κυρίας ντα Τάνκα. Όλα τα έξοδα πληρωμένα, είχε πει ο φίλος, και κάποιο μικρό χρηματικό ποσό. Αυτό το διάστημα ο κύριος Μάιλσον θα αρκούταν σε ένα μικρό ποσό. Και, αν και τότε απέρριψε την πρόταση αμέσως, αργότερα είχε δει τον φίλο —γνωριμία στην πραγματικότητα— στην παμπ που πήγαινε κατά τις δωδεκάμισι τις Κυριακές, και είχε συμφωνήσει να συμμετάσχει στο έργο. Δεν ήταν για το μικρό χρηματικό ποσό. Το πράγμα είχε μάλλον κάποια γοητεία· Το όνομά του ως συνένοχος —εκεί υπήρχε κάτι απροσδόκητο! Ο λογαριασμός του ξενοδοχείου θα έφτανε στον σύζυγο της κυρίας ντα Τάνκα και αυτός θα τον προωθούσε στον δικηγόρο του. Πρωϊνό στο κρεβάτι και να θυμάται το πρόσωπο της υπηρεσίας που θα το έφερνε. Να περάσει τη μέρα του μαζί της και να σιγουρευτεί ότι και αυτή θυμόταν το δικό σου. Ω, είναι πολύ καλή, πολύ καλή η κυρία ντα Τάνκα —ή έτσι τον είχαν κάνει να πιστέψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια στον κύριο Μάιλσον· αλλά ο κύριος Μάιλσον είπε πως ασφαλώς δεν τον ενοχλούσε η καλοσύνη της κυρίας ντα Τάνκα. Τα καθήκοντά του τα ήξερε: δεν υπήρχε κάτι το προσωπικό. Θα το έκανε ο ίδιος, εξήγησε ο άνθρωπος στην παμπ, μόνο που δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά από μια ελκυστική γυναίκα μέσης ηλικίας. Αυτό ήταν το πρόβλημα για να βρει κάποιον να κάνει τη δουλειά.
   «Η ζωή μου υπήρξε δύσκολη», εξομολογήθηκε η κυρία ντα Τάνκα. «Απόψε έχω ανάγκη της συμπόνιας σας, κύριε Μάιλσον. Πείτε μου ότι την έχω». Το πρόσωπο και ο λαιμός της κοκκίνισαν: τα διέτρεχε ευδιαθεσία.
   Στο σπίτι, σ’ ένα ντουλάπι κάτω από τη σκάλα, είχε αποθηκεύσει τις μπότες που χρησιμοποιούσε στον κήπο του. Μεγάλες, βαριές στρατιωτικές μπότες, που ήταν του πατέρα του. Τις φορούσε τα Σαββατοκύριακα και περιφερόταν στον κήπο.
   «Η μίσθωση έληξε πριν από δύο χρόνια», είπε στην κυρία ντα Τάνκα, «και έμεινα εγώ με όλα εκείνα τα πράγματα, τα εργαλεία του κήπου, και τα έπιπλα και τα συμπράγκαλα από τρεις γενιές για να ξεφορτωθώ. Πιστέψτε με, δεν ήταν εύκολο να αποφασίσω τι να πετάξω».
   «Κύριε Μάιλσον, δε μου αρέσει ο σερβιτόρος».
   Ο κύριος Μάιλσον τεμάχισε προσεκτικά την μπριζόλα του: κομμάτι με τρεις γωνίες, περιποιημένο και ζουμερό. Έριξε επάνω του μανιτάρια και μουστάρδα, πρόσθεσε ένα κομματάκι πατάτας και το έφερε στο στόμα του. Μάσησε και ήπιε λίγο κρασί.
   «Τον γνωρίζετε;»
   Η κυρία ντα Τάνκα γέλασε χωρίς ευχαρίστηση· σαν το ράγισμα του πάγου. «Πώς να τον γνωρίζω; Δεν ξέρω γενικά σερβιτόρους. Τον γνωρίζετε εσείς;»
   «Ρωτώ επειδή δηλώσατε την απέχθειά σας γι’ αυτόν».
   «Μου επιτρέπετε να τον αντιπαθώ χωρίς να τον γνωρίζω;»
   «Όπως θέλετε. Μου έκανε εντύπωση ως πρόωρη απόφαση, αυτό είναι όλο».
   «Ποια απόφαση; Ποιο είναι πρόωρο; Τι είναι αυτά που λέτε; Μεθυσμένος είστε;»
   «Θεώρησα πρόωρη την απόφαση να αντιπαθείτε τον σερβιτόρο. Δε νομίζω ότι είμαι μεθυσμένος. Πιθανόν λίγο. Πρέπει κανείς να κρατά το πνεύμα του σε εγρήγορση».
   «Σας πέρασε από το μυαλό να φορέσετε ένα κάλυπτρο στο μάτι, κύριε Μάιλσον; Θα σας ταίριαζε, νομίζω. Σας χρειάζεται ένα διακριτικό. Η ζωή σας ήταν κενή; Δίνετε την εντύπωση πως η ζωή σας ήταν κενή».
   «Η ζωή μου υπήρξε όπως και πολλών άλλων. Κενή σε μερικά θέματα, πλήρης σε άλλα. Παρόλα αυτά βλέπω πολύ καλά. Τα μάτια μου είναι τα πραγματικά μου. Κανένα δεν είναι ψεύτικο. Δε βλέπω το λόγο για να φορέσω κάλυπτρο».
   «Μου κάνει εντύπωση που δε βλέπετε το λόγο για τίποτα. Δεν έχετε ζήσει, κύριε Μάιλσον».
   «Δεν καταλαβαίνω».
   «Παραγγείλετε κι άλλο κρασί».
   Ο κύριος Μάιλσον, σήκωσε το χέρι του και το γκαρσόνι πλησίασε.  
   «Ένας άλλος σερβιτόρος παρακαλώ», είπε η κυρία ντα Τάνκα.    «Μπορεί να μας σερβίρει ένας άλλος σερβιτόρος;»
   «Κυρία;» έκανε ο σερβιτόρος.
   «Δε θέλουμε εσάς. Θα στείλετε έναν άλλο στο τραπέζι μας;»
   «Είμαι ο μοναδικός σερβιτόρος σε υπηρεσία, κυρία».
   «Εντάξει», είπε ο κύριος Μάιλσον.
   «Δεν είναι καθόλου εντάξει. Δεν ανέχομαι αυτόν τον άνθρωπο στο τραπέζι μας, να ανοίγει και να σερβίρει κρασί».
   «Τότε θα μείνουμε χωρίς».
   «Είμαι ο μοναδικός σερβιτόρος υπηρεσίας, κυρία».
   «Υπάρχουν και άλλοι εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο. Στείλε μας έναν φύλακα ή την κοπέλα από τη ρεσεψιόν».
   «Δεν είναι στην αρμοδιότητά τους, κυρία».
   «Ανοησίες, ανοησίες. Φέρε μας κρασί, άνθρωπέ μου, και λίγα λόγια».
   Ατάραχος ο σερβιτόρος έφυγε. Η κυρία ντα Τάνκα σιγομουρμούρισε ένα λαϊκό τραγούδι.
   «Είστε παντρεμένος, κύριε Μάιλσον; Υπήρξατε ποτέ παντρεμένος;»
   «Όχι, δεν παντρεύτηκα ποτέ».
   «Εγώ παντρεύτηκα δύο φορές. Είμαι παντρεμένη τώρα. Ρίχνω την τελευταία μου ζαριά. Ένας Θεός ξέρει πώς θα βρεθώ. Με βοηθάτε να διαμορφώσω το πεπρωμένο μου. Τι φασαρία που έκανε ο σερβιτόρος για το κρασί!»
   «Είναι κάπως άδικο. Ξέρετε, εσείς—»
   «Συμπεριφερθείτε σαν τζέντλεμαν, δεν μπορείτε; Πάρτε το μέρος μου μιας και είστε μαζί μου. Γιατί τα βάζετε μαζί μου; Σας έβλαψα;»
   «Όχι, όχι. Απλώς αποκαθιστούσα την αλήθεια».
   «Νάτος πάλι με το κρασί. Σαν πουλί είναι. Λέτε να έχει φτερά κολλημένα κάτω από τη στολή του σερβιτόρου; Σαν πουλί είσαι», επανέλαβε ρίχνοντας μια εξεταστική ματιά στο πρόσωπο του σερβιτόρου.  
   «Μήπως έπαιξε ρόλο κανένα πετούμενο στην καταγωγή σου;»
   «Δεν νομίζω, κυρία».
   «Αν και δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος; Πώς μπορείς να λες όχι, όταν δεν ξέρεις τίποτα για αυτήν;»
   Ο σερβιτόρος σέρβιρε κρασί σιωπηλός. Δεν ένιωθε αμήχανος, ούτε καν θυμωμένος, πρόσεξε ο κύριος Μάιλσον.
   «Φέρε καφέ», είπε η κυρία ντα Τάνκα.
   «Κυρία;»
   «Πόσο δουλοπρεπείς είστε οι σερβιτόροι! Πόσο αντιπαθώ τη δουλοπρέπεια, κύριε Μάιλσον! Δεν θα μπορούσα να παντρευτώ έναν δουλοπρεπή άντρα. Δεν θα μπορούσα να παντρευτώ αυτόν τον σερβιτόρο για όλα τα πλούτη του κόσμου».
   «Δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο. Ο σερβιτόρος δεν φαίνεται να είναι ο τύπος σας».
   «Είναι ο δικός σας τύπος. Σας αρέσει, νομίζω. Να σας αφήσω να τα πείτε;»
   «Αλήθεια; Τι θα μπορούσα να του πω; Δεν γνωρίζω τίποτα για τον σερβιτόρο πέρα από το επάγγελμά του. Δεν επιθυμώ να μάθω. Δεν συνηθίζω να τριγυρίζω και να συγχρωτίζομαι με τους σερβιτόρους από τη στιγμή που με σέρβιραν».
   «Δεν είμαι υποχρεωμένη να το ξέρω. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τον τύπο σας ή τις προσωπικές και ιδιαίτερες συνήθειές σας. Πώς να τα ξέρω; Μόλις γνωριστήκαμε».
   «Θολώνετε κάπως το θέμα».
   «Είστε το ίδιο πομπώδης με τον ντα Τάνκα. Ο ντα Τάνκα θα έλεγε το θέμα και θολώνω».
   «Το τι θα έλεγε ο σύζυγός σας δεν με αφορά».
   «Υποτίθεται ότι είστε εραστής μου, κύριε Μάιλσον. Δεν μπορείτε να παίξετε λίγο θέατρο; Ο σύζυγός μου σας αφορά και πολύ. Θα πρέπει να θέλετε να τον διαλύσετε. Θέλετε;»
   «Δεν έχω συναντήσει τον άνθρωπο. Δεν τον γνωρίζω».
   «Ε, τότε, υποκριθείτε. Υποκριθείτε για το χατίρι του σερβιτόρου. Πείτε κάτι βίαιο που να το ακούσει ο σερβιτόρος. Παραβιάστε έναν όρκο. Βλαστημήστε. Χτυπήστε τη γροθιά σας στο τραπέζι».
   «Δε μου είπαν να συμπεριφερθώ κατ’ αυτόν τον τρόπο. Είναι ενάντια στη φύση μου».
   «Ποια είναι η φύση σας;»
   «Είμαι ντροπαλός και μετριόφρων»....

Aπόσπασμα από το διήγημα του που δημοσιεύτηκε σε μετάφραση της Τούλας Παπαπάντου στο τεύχος 24ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

Ο William Trevor (William Trevor Cox) γεννήθηκε στο Mitchelstown, Cork της Ιρλανδίας το 1928. Σπούδασε στο Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου και μέχρι τα τριάντα του υπήρξε γλύπτης. Μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος από το 1958, θεωρείται από τους σπουδαιότερους διηγηματογράφους της αγγλικής γλώσσας. Πολλοί συγκρίνουν τα διηγήματά του με αυτά του Τσέχωφ (περιθωριοποιημένοι χαρακτήρες, ατμόσφαιρα κτλ). Ο W. T έχει δηλώσει ότι τον έχουν γοητεύσει Αμερικάνοι συγγραφείς ιδιαίτερα διηγηματογράφοι. Θαυμάζει τους F.  S. Fitzgerald, Faulkner, Hemingway,  J. Updike. Από τους Ιρλανδούς συγγραφείς αγαπά τους  G. Moore, J. Stephens, J. Joyce. Υποστηρίζει : «αν τα βιβλία μου φωτίζουν πλευρές των ανθρώπων δεν το κάνω συνειδητά. Είμαι ένας αφηγητής». Τιμήθηκε με τα βραβεία Hawthornden και Whitebread. Ζει στην Αγγλία, (Devon) από το 1950. Το διήγημα «Μια συνάντηση στη μέση ηλικία»( «A meeting in middle age») είναι απότη συλλογή The Collected Stories του 1993. Στα ελληνικά κυκλοφορούν επτά βιβλία του, εκ των οποίων μόνο ένα είναι συλλογή διηγημάτων : Οι εργένηδες του λόφου ( The hill bachelors). Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 2016.

Οι φωτογραφίες από το Cork είναι του Γιώργου Γιαννόπουλου.

Η Τούλα Παπαπάντου είναι μεταφράστρια συνεργάτης του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ κυκλοφορούν τα διηγήματα της Εudora Welty Από που έρχεται η φωνή; σε μετάφραση της Τούλας Παπαπάντου.

Γιατί; Yiğit Bener

Πόνο ή ταπείνωση; Και τα δύο, σίγουρα, αλλά κυρίως, όταν το χαστούκι του πατέρα μου χτύπησε το μάγουλό μου ένιωσα κατάπληξη. Ήταν το πρώτο πρώτο χαστούκι, τουλάχιστον το πρώτο που θυμάμαι. Μα τι είπα για να το αξίζω; Και καταρχήν, πώς ένας τόσο στοργικός πατέρας μπόρεσε να με χτυπήσει;
   Είναι αλήθεια πως είχε προηγηθεί τρεις μέρες δρόμος. Το δίχως άλλο, ήταν εξαντλημένος, αφού ξεκινώντας από το Παρίσι, είχε διασχίσει ολόκληρη την Ευρώπη στο τιμόνι του κιτρινωπού Φορντ αυτοκινήτου του. Για πρώτη φορά, από τότε που διορίστηκε στον ΟΟΣΑ, φεύγαμε για διακοπές στην πατρίδα. Μόλις φτάσαμε στο Σιδηρούν Παραπέτασμα, η πορτοκαλοπράσινη διπλωματική πινακίδα του δεν του πρόσφερε πια την παραμικρή ασυλία: στο τελωνείο, και στο ένα και στο άλλο άκρο της χώρας που λεγόταν τότε Γιουγκοσλαβία, περιμέναμε σχεδόν μισή μέρα προτού να λάβουμε την άδεια από τις αρχές του Βελιγραδίου ή της Σόφιας. Και τούτο γιατί ο ψυχρός πόλεμος ήταν ακόμη πολύ θερμός στα 1964, αμέσως μετά τον κόκκινο συναγερμό με την Κρίση της Κούβας. Από την άλλη, οι Βούλγαροι αστυνομικοί, ντυμένοι με την κυανή στολή τους, έβρισκαν μια σατανική ευχαρίστηση να μας σταματούν στην είσοδο του κάθε χωριού· μ’ ένα πλατύ, χλευαστικό χαμόγελο, επέπλητταν ευγενικά τον komşu, αυτόν τον σπουδαίο Τούρκο γείτονα που είχε δήθεν παραβιάσει τους κανονισμούς της περιοχής. Για να κλείσουν τα άπληστα μάτια τους, έπρεπε να τους αφήσουμε δυο τρία από τα πολύτιμα πακέτα με αμερικάνικα τσιγάρα του πατέρα μου. Οι δικοί μας πάλι τελωνειακοί, ντυμένοι στα καφετιά από πάνω ως κάτω, διψούσαν εξίσου για μπαξίσι: ο πατέρας μου είχε εξοργιστεί μαζί τους, αφού ήθελαν οπωσδήποτε να ψάξουν τις βαλίτσες, τις οποίες έπρεπε να λύσουμε και να κατεβάσουμε τη μία μετά την άλλη από τη σχάρα του αυτοκινήτου· το δε μπουκάλι ουίσκι Black Label που προοριζόταν για τον θειο μου δεν γλίτωσε... Κι έπειτα, μας έμενε ακόμα πολύς δρόμος μέχρι την Κωνσταντινούπολη, και ακόμη περισσότερος μέχρι τον τελικό μας προορισμό, την Άγκυρα. Χωρίς να λογαριάζω ότι έκανε πολλή ζέστη κάτω από τον καυτό ήλιο στη βεράντα αυτού του μαγέρικου που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αδριανούπολη, καθώς περιμέναμε τα κεμπάπ μας. Μια μπόχα από κάτουρα ερχόταν από το βάθος του κήπου όπου ένα σμήνος μύγες κι αλογόμυγες περιστρέφονταν γύρω από την παράγκα όπου βρίσκονταν οι τουαλέτες, βαμμένη μ’ ένα κακόγουστο ροζέ χρώμα...
   Μα πώς ένα εξάχρονο παιδί, όπως εγώ τότε, θα μπορούσε να βρει ελαφρυντικά —έτσι μου φαίνονται τώρα που τα βλέπω από απόσταση; Κι εξάλλου, ακόμη κι αν έχει περάσει μισός αιώνας από τότε και παρά τη μεγάλη στοργή που τρέφω για τον πατέρα μου που έχει φύγει απ’ τη ζωή, πώς να δικαιολογήσω αυτή την απότομη, τη μυσταγωγική χειρονομία, η οποία εγκαινίασε την τουρκική παιδική μου ηλικία; Θυμάμαι ακόμα τη σκηνή με κάθε λεπτομέρεια, όπως και τον σύντομο διάλογο που προηγήθηκε του χαστουκιού, το οποίο με έκανε να δω όλα τα χρώματα της ίριδας.
   Ήμασταν όλοι εξαντλημένοι από την κούραση. Για μένα που δεν καθόμουν ποτέ στη θέση μου, τρεις μέρες ταξίδι στο πίσω κάθισμα του Φορντ του πατέρα μου δεν ήταν και λίγο πράμα. Κυρίως μες στον αποπνικτικό καπνό από τα τσιγάρα που άναβε η μητέρα μου, με μια κίνηση τόσο χαδιάρικη όσο κι επιδέξια, δυο δυο για να στερεώσει το ένα στην άκρη των χειλιών της και το άλλο στου οδηγού που ήταν γαντζωμένος στο τιμόνι. Άλλο που δεν ήθελα, λοιπόν, να κάνουμε ένα διάλειμμα για φαγητό αμέσως μετά τα σύνορα για να ξεμουδιάσουν επιτέλους τα πόδια μου. Μόνο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να απομακρυνθώ, διότι το εστιατόριο βρισκόταν στην άκρη του δρόμου και ήταν επικίνδυνο. Βαριόμουν, λοιπόν, και καθόμουν μουτρωμένος σε μια ξύλινη καρέκλα ακόμη πιο άβολη από το κάθισμα του αυτοκινήτου. Κι ήταν κι εκείνες οι μύγες και οι αλογόμυγες που δεν έλεγαν να σταματήσουν να κάθονται στα πόδια μου και να ζουζουνίζουν μες στα μούτρα μου! Και δεν μιλάω καν για τα άλλα παράξενα έντομα που είχαν κατακλύσει τον βδελυρό μουσαμά. Στο τέλος, παραπονέθηκα: «Μα γιατί έχει τόσα ζωύφια εδώ πέρα;» Το θιγμένο ύφος του πατέρα μου θα έπρεπε να με είχε κάνει πιο προσεκτικό: «Είναι φυσιολογικό, στην εξοχή βρισκόμαστε». Ασυνείδητα, επέμενα: «Μα δεν είχε τόσα πολλά στη Γαλλία...» Δεν ήξερα ακόμη να αναγνωρίζω τις απαντήσεις που λειτουργούσαν ως αυστηρές προειδοποιήσεις: «Εδώ είναι Τουρκία: είναι η δικιά μας χώρα και καλά θα κάνεις να συνηθίσεις!» Μια παχιά αλογόμυγα είχε διαλέξει ακριβώς εκείνη τη στιγμή για να καθίσει απάνω στο γόνατό μου. Σιχάθηκα και τρόμαξα ταυτόχρονα: «Αν είναι έτσι όλη την ώρα στην Τουρκία, τότε εγώ θα προτιμούσα να είμαι Γάλλος και να μένω στη Γαλλία...» Μόλις και είχα τον χρόνο να διακρίνω μια άγνωστη ακόμη έκφραση στο πρόσωπο του πατέρα μου, μιας και η σφαλιάρα έφυγε σαν αστραπή! Το μάγουλό μου είχε πάρει φωτιά, δεν καταλάβαινα τίποτα.
   Τώρα που το ξανασκέφτομαι, εκείνο το καλοκαίρι μού επιφύλαξε κι άλλα πολλά ανεξήγητα επεισόδια. Γιατί, λόγου χάριν, τα παιδιά που ζούσαν σ’ εκείνο το μαγευτικό χωριό στην ακροθαλασσιά, όπου είχαμε πάει για διακοπές δύο βδομάδες αργότερα, βάλθηκαν να με κυνηγούν και να φωνάζουν: «Είσαι κορίτσι! Είσαι κορίτσι!»; Είναι αλήθεια πως είχα «μακριά» μαλλιά, σε σύγκριση με τα δικά τους που ήταν συνεχώς ξυρισμένα, για να τρώνε λάχανο τις ψείρες και τα άλλα μαμούνια... Σήμερα, έχω ένα μειδίαμα στα χείλη, όταν, κουνώντας διασκεδαστικά την κοτσίδα μου στο μπάνιο, θυμάμαι εκείνη την ημέρα που έξαλλος από θυμό και έτοιμος να με πάρουν τα κλάματα, παρατηρούσα μέσα απ’ τον καθρέφτη τις μηχανικές κινήσεις του κουρέα του χωριού στον οποίο πήγα τρέχοντας για να αποδείξω την «αρρενωπότητά» μου στο παιδομάνι που με περίμενε στην πόρτα. Το μαγαζάκι του μπαρμπέρη ήταν λιτό και παραδοσιακό, όπως και τα μέρη που δεν είχαν τίποτε ακόμη από το σημερινό τεράστιο παραθεριστικό θέρετρο. Στον τοίχο, ένα πορτρέτο του Ατατούρκ συντρόφευε μια προσευχή γραμμένη στα αραβικά επάνω σε μια πινακίδα, και κρεμόταν πάνω ακριβώς από τη ραφιέρα, όπου ήταν χύμα απλωμένα τα ξυραφάκια, τα πινέλα, το σαπούνι και τα μπουκαλάκια κολόνιας με αστραφτερά χρώματα, ένα nazar boncuk, αυτό το μικρό χαϊμαλί σε σχήμα σταγόνας νερού βαμμένο με γαλάζιο χρώμα που υποτίθεται ότι διώχνει το «κακό μάτι». Ένιωθα άβολα: η σανίδα που ο μπαρμπέρης τοποθετούσε κάθετα στα μπράτσα της πολυθρόνας για να ψηλώσει τα παιδιά με τσιμπούσε τον πισινό, και δεν καταλάβαινα καθόλου γιατί έπρεπε να θυσιάσεις τα μαλλιά σου για να σε λογαριάζουν για αγόρι. Το έβρισκα λιγάκι ταπεινωτικό, αλλά ας είναι, έλεγα μέσα μου, τα μαλλιά ξαναμεγαλώνουν...
   Αγνοούσα ακόμη ότι στο τέλος του καλοκαιριού, «για να γίνω άντρας, αληθινός άντρας», έπρεπε να θυσιάσω επίσης την πόσθη μου... Αυτή τη φορά, επαναστάτησα: από τον φόβο μου, και μόνον απ’ αυτόν, όχι ακόμη λόγω των σημερινών πεποιθήσεών μου. Καθώς αρνιόμουν κατηγορηματικά να εμπιστευτώ πειθήνια το ξυράφι του κυρίου με τη λευκή ποδιά, το έβαλα στα πόδια μες στους διαδρόμους της κλινικής. Αποκαμωμένος, μετά από ένα ξέφρενο τρεχαλητό, ο πατέρας μου κατάφερε να με πιάσει και να με ακινητοποιήσει για να παρουσιάσει τον πισινό μου σε μια χοντρή νοσοκόμα και τη μεγάλη βελόνα της. Λίγο πριν με πιάσει η βελόνα της αναισθησίας, είχα τον χρόνο να του πω: «Κι εσύ, πατέρα;» Ξέρω ότι, μετά απ’ αυτό, το ερώτημα με βασάνιζε για πολύ καιρό. Πώς τούτος ο πατέρας, άθεος παρά ταύτα, είχε μπορέσει να εκτελέσει αυτό το θρησκευτικό τελετουργικό; Το κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα: φοβόταν, μου εξήγησε, μήπως υποστώ διακρίσεις στον στρατό, εάν ανακάλυπταν στο χαμάμ ότι δεν είχα κάνει περιτομή. Ήταν καλύτερο, λοιπόν, να μην ξεχωρίζεις...
   Ούτε στο σχολείο έπρεπε να ξεχωρίζεις. Αυτό το έμαθα δύο χρόνια αργότερα. Μόλις είχαμε εγκατασταθεί και πάλι στην Άγκυρα, μόλις λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πρώτης μου τουρκικής σχολικής χρονιάς. Οι εξήντα και κάτι συμμαθητές μου, με τις μαύρες τους ποδιές και τον λευκό γιακά, με κοίταξαν όλοι τους επίμονα με έκπληκτα μάτια, όταν σήκωσα το χέρι μες στη μέση του μαθήματος. Ο δε δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια και με πλησίασε με αργά βήματα: «Τι συμβαίνει;» ξεστόμισε μέσα απ’ τα σφιγμένα χείλη του. Όπως και πριν από το χαστούκι του πατέρα μου, δεν ήξερα να αναγνωρίζω στην όψη του τη λάμψη της αγριότητας που προμήνυε την τιμωρία. «Ήθελα μόνο να κάνω μια ερώτηση πάνω στο μάθημα». «Άνοιξε το χέρι σου», μου απάντησε ξερά. Αμέσως, ο μακρύς μεταλλικός χάρακας που κρατούσε ράβδωσε την παλάμη μου: «Για να μάθεις να μη διακόπτεις το μάθημα!» Και τότε πάλι, έμεινα άφωνος...

Απόσπασμα από το διήγημα του Yigit Bener που δημοσιεύται στο τεύχος 41ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ με αφιέρωμα στη σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία. Ένα συλλεκτικό τεύχος στο οποίο δημοσιεύονται επίσης έργα σύγχρονων Τούρκων φωτογράφων.




Ο Γιίτ Μπενέρ, (Yiğit Bener) γεννημένος το 1958 στις Βρυξέλλες, από πατέρα διπλωμάτη, μεγάλωσε μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας. Ξεκίνησε, στην Άγκυρα, τις σπουδές του στην ιατρική, αλλά τις εγκατέλειψε λόγω των στρατιωτικών του δραστηριοτήτων, που τον οδήγησαν, μετά το πραξικόπημα του 1980, σε εξορία στις Βρυξέλλες όπου και έζησε για δέκα χρόνια. Από το 1990, κατοικεί στην Κωνσταντινούπολη, εργάζεται ως διερμηνέας και έχει αφοσιωθεί στη συγγραφή ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του Ερχάν Μπενέρ (1929-2007) και του θείου του Βυσάτ Ο’ Μπενέρ (1923-2005), δύο μορφών της τουρκικής λογοτεχνίας του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Είναι συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, δοκιμίων, νουβελών και παιδικών βιβλίων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα βραβεύτηκε, το 2012, με το διάσημο βραβείο Ορχάν Παμούκ, δημοσιεύτηκε, το 2015, με τον τίτλο Το πνεύμα, από τις γαλλικές εκδόσεις Actes Sud, οι οποίες είχαν δημοσιεύσει, το 2010, μία από τις ανθολογίες νουβελών του, Άλλοι εφιάλτες. Τέλος, ο Γιίτ Μπενέρ μεταφράζει από τα γαλλικά προς τα τουρκικά. Το 1992, Το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Λουί Φερντινάν Σελίν, απέσπασε το βραβείο καλύτερης μετάφρασης. Συνεργάζεται τακτικά με το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ.