Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Γιατί; Yiğit Bener

Πόνο ή ταπείνωση; Και τα δύο, σίγουρα, αλλά κυρίως, όταν το χαστούκι του πατέρα μου χτύπησε το μάγουλό μου ένιωσα κατάπληξη. Ήταν το πρώτο πρώτο χαστούκι, τουλάχιστον το πρώτο που θυμάμαι. Μα τι είπα για να το αξίζω; Και καταρχήν, πώς ένας τόσο στοργικός πατέρας μπόρεσε να με χτυπήσει;
   Είναι αλήθεια πως είχε προηγηθεί τρεις μέρες δρόμος. Το δίχως άλλο, ήταν εξαντλημένος, αφού ξεκινώντας από το Παρίσι, είχε διασχίσει ολόκληρη την Ευρώπη στο τιμόνι του κιτρινωπού Φορντ αυτοκινήτου του. Για πρώτη φορά, από τότε που διορίστηκε στον ΟΟΣΑ, φεύγαμε για διακοπές στην πατρίδα. Μόλις φτάσαμε στο Σιδηρούν Παραπέτασμα, η πορτοκαλοπράσινη διπλωματική πινακίδα του δεν του πρόσφερε πια την παραμικρή ασυλία: στο τελωνείο, και στο ένα και στο άλλο άκρο της χώρας που λεγόταν τότε Γιουγκοσλαβία, περιμέναμε σχεδόν μισή μέρα προτού να λάβουμε την άδεια από τις αρχές του Βελιγραδίου ή της Σόφιας. Και τούτο γιατί ο ψυχρός πόλεμος ήταν ακόμη πολύ θερμός στα 1964, αμέσως μετά τον κόκκινο συναγερμό με την Κρίση της Κούβας. Από την άλλη, οι Βούλγαροι αστυνομικοί, ντυμένοι με την κυανή στολή τους, έβρισκαν μια σατανική ευχαρίστηση να μας σταματούν στην είσοδο του κάθε χωριού· μ’ ένα πλατύ, χλευαστικό χαμόγελο, επέπλητταν ευγενικά τον komşu, αυτόν τον σπουδαίο Τούρκο γείτονα που είχε δήθεν παραβιάσει τους κανονισμούς της περιοχής. Για να κλείσουν τα άπληστα μάτια τους, έπρεπε να τους αφήσουμε δυο τρία από τα πολύτιμα πακέτα με αμερικάνικα τσιγάρα του πατέρα μου. Οι δικοί μας πάλι τελωνειακοί, ντυμένοι στα καφετιά από πάνω ως κάτω, διψούσαν εξίσου για μπαξίσι: ο πατέρας μου είχε εξοργιστεί μαζί τους, αφού ήθελαν οπωσδήποτε να ψάξουν τις βαλίτσες, τις οποίες έπρεπε να λύσουμε και να κατεβάσουμε τη μία μετά την άλλη από τη σχάρα του αυτοκινήτου· το δε μπουκάλι ουίσκι Black Label που προοριζόταν για τον θειο μου δεν γλίτωσε... Κι έπειτα, μας έμενε ακόμα πολύς δρόμος μέχρι την Κωνσταντινούπολη, και ακόμη περισσότερος μέχρι τον τελικό μας προορισμό, την Άγκυρα. Χωρίς να λογαριάζω ότι έκανε πολλή ζέστη κάτω από τον καυτό ήλιο στη βεράντα αυτού του μαγέρικου που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αδριανούπολη, καθώς περιμέναμε τα κεμπάπ μας. Μια μπόχα από κάτουρα ερχόταν από το βάθος του κήπου όπου ένα σμήνος μύγες κι αλογόμυγες περιστρέφονταν γύρω από την παράγκα όπου βρίσκονταν οι τουαλέτες, βαμμένη μ’ ένα κακόγουστο ροζέ χρώμα...
   Μα πώς ένα εξάχρονο παιδί, όπως εγώ τότε, θα μπορούσε να βρει ελαφρυντικά —έτσι μου φαίνονται τώρα που τα βλέπω από απόσταση; Κι εξάλλου, ακόμη κι αν έχει περάσει μισός αιώνας από τότε και παρά τη μεγάλη στοργή που τρέφω για τον πατέρα μου που έχει φύγει απ’ τη ζωή, πώς να δικαιολογήσω αυτή την απότομη, τη μυσταγωγική χειρονομία, η οποία εγκαινίασε την τουρκική παιδική μου ηλικία; Θυμάμαι ακόμα τη σκηνή με κάθε λεπτομέρεια, όπως και τον σύντομο διάλογο που προηγήθηκε του χαστουκιού, το οποίο με έκανε να δω όλα τα χρώματα της ίριδας.
   Ήμασταν όλοι εξαντλημένοι από την κούραση. Για μένα που δεν καθόμουν ποτέ στη θέση μου, τρεις μέρες ταξίδι στο πίσω κάθισμα του Φορντ του πατέρα μου δεν ήταν και λίγο πράμα. Κυρίως μες στον αποπνικτικό καπνό από τα τσιγάρα που άναβε η μητέρα μου, με μια κίνηση τόσο χαδιάρικη όσο κι επιδέξια, δυο δυο για να στερεώσει το ένα στην άκρη των χειλιών της και το άλλο στου οδηγού που ήταν γαντζωμένος στο τιμόνι. Άλλο που δεν ήθελα, λοιπόν, να κάνουμε ένα διάλειμμα για φαγητό αμέσως μετά τα σύνορα για να ξεμουδιάσουν επιτέλους τα πόδια μου. Μόνο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να απομακρυνθώ, διότι το εστιατόριο βρισκόταν στην άκρη του δρόμου και ήταν επικίνδυνο. Βαριόμουν, λοιπόν, και καθόμουν μουτρωμένος σε μια ξύλινη καρέκλα ακόμη πιο άβολη από το κάθισμα του αυτοκινήτου. Κι ήταν κι εκείνες οι μύγες και οι αλογόμυγες που δεν έλεγαν να σταματήσουν να κάθονται στα πόδια μου και να ζουζουνίζουν μες στα μούτρα μου! Και δεν μιλάω καν για τα άλλα παράξενα έντομα που είχαν κατακλύσει τον βδελυρό μουσαμά. Στο τέλος, παραπονέθηκα: «Μα γιατί έχει τόσα ζωύφια εδώ πέρα;» Το θιγμένο ύφος του πατέρα μου θα έπρεπε να με είχε κάνει πιο προσεκτικό: «Είναι φυσιολογικό, στην εξοχή βρισκόμαστε». Ασυνείδητα, επέμενα: «Μα δεν είχε τόσα πολλά στη Γαλλία...» Δεν ήξερα ακόμη να αναγνωρίζω τις απαντήσεις που λειτουργούσαν ως αυστηρές προειδοποιήσεις: «Εδώ είναι Τουρκία: είναι η δικιά μας χώρα και καλά θα κάνεις να συνηθίσεις!» Μια παχιά αλογόμυγα είχε διαλέξει ακριβώς εκείνη τη στιγμή για να καθίσει απάνω στο γόνατό μου. Σιχάθηκα και τρόμαξα ταυτόχρονα: «Αν είναι έτσι όλη την ώρα στην Τουρκία, τότε εγώ θα προτιμούσα να είμαι Γάλλος και να μένω στη Γαλλία...» Μόλις και είχα τον χρόνο να διακρίνω μια άγνωστη ακόμη έκφραση στο πρόσωπο του πατέρα μου, μιας και η σφαλιάρα έφυγε σαν αστραπή! Το μάγουλό μου είχε πάρει φωτιά, δεν καταλάβαινα τίποτα.
   Τώρα που το ξανασκέφτομαι, εκείνο το καλοκαίρι μού επιφύλαξε κι άλλα πολλά ανεξήγητα επεισόδια. Γιατί, λόγου χάριν, τα παιδιά που ζούσαν σ’ εκείνο το μαγευτικό χωριό στην ακροθαλασσιά, όπου είχαμε πάει για διακοπές δύο βδομάδες αργότερα, βάλθηκαν να με κυνηγούν και να φωνάζουν: «Είσαι κορίτσι! Είσαι κορίτσι!»; Είναι αλήθεια πως είχα «μακριά» μαλλιά, σε σύγκριση με τα δικά τους που ήταν συνεχώς ξυρισμένα, για να τρώνε λάχανο τις ψείρες και τα άλλα μαμούνια... Σήμερα, έχω ένα μειδίαμα στα χείλη, όταν, κουνώντας διασκεδαστικά την κοτσίδα μου στο μπάνιο, θυμάμαι εκείνη την ημέρα που έξαλλος από θυμό και έτοιμος να με πάρουν τα κλάματα, παρατηρούσα μέσα απ’ τον καθρέφτη τις μηχανικές κινήσεις του κουρέα του χωριού στον οποίο πήγα τρέχοντας για να αποδείξω την «αρρενωπότητά» μου στο παιδομάνι που με περίμενε στην πόρτα. Το μαγαζάκι του μπαρμπέρη ήταν λιτό και παραδοσιακό, όπως και τα μέρη που δεν είχαν τίποτε ακόμη από το σημερινό τεράστιο παραθεριστικό θέρετρο. Στον τοίχο, ένα πορτρέτο του Ατατούρκ συντρόφευε μια προσευχή γραμμένη στα αραβικά επάνω σε μια πινακίδα, και κρεμόταν πάνω ακριβώς από τη ραφιέρα, όπου ήταν χύμα απλωμένα τα ξυραφάκια, τα πινέλα, το σαπούνι και τα μπουκαλάκια κολόνιας με αστραφτερά χρώματα, ένα nazar boncuk, αυτό το μικρό χαϊμαλί σε σχήμα σταγόνας νερού βαμμένο με γαλάζιο χρώμα που υποτίθεται ότι διώχνει το «κακό μάτι». Ένιωθα άβολα: η σανίδα που ο μπαρμπέρης τοποθετούσε κάθετα στα μπράτσα της πολυθρόνας για να ψηλώσει τα παιδιά με τσιμπούσε τον πισινό, και δεν καταλάβαινα καθόλου γιατί έπρεπε να θυσιάσεις τα μαλλιά σου για να σε λογαριάζουν για αγόρι. Το έβρισκα λιγάκι ταπεινωτικό, αλλά ας είναι, έλεγα μέσα μου, τα μαλλιά ξαναμεγαλώνουν...
   Αγνοούσα ακόμη ότι στο τέλος του καλοκαιριού, «για να γίνω άντρας, αληθινός άντρας», έπρεπε να θυσιάσω επίσης την πόσθη μου... Αυτή τη φορά, επαναστάτησα: από τον φόβο μου, και μόνον απ’ αυτόν, όχι ακόμη λόγω των σημερινών πεποιθήσεών μου. Καθώς αρνιόμουν κατηγορηματικά να εμπιστευτώ πειθήνια το ξυράφι του κυρίου με τη λευκή ποδιά, το έβαλα στα πόδια μες στους διαδρόμους της κλινικής. Αποκαμωμένος, μετά από ένα ξέφρενο τρεχαλητό, ο πατέρας μου κατάφερε να με πιάσει και να με ακινητοποιήσει για να παρουσιάσει τον πισινό μου σε μια χοντρή νοσοκόμα και τη μεγάλη βελόνα της. Λίγο πριν με πιάσει η βελόνα της αναισθησίας, είχα τον χρόνο να του πω: «Κι εσύ, πατέρα;» Ξέρω ότι, μετά απ’ αυτό, το ερώτημα με βασάνιζε για πολύ καιρό. Πώς τούτος ο πατέρας, άθεος παρά ταύτα, είχε μπορέσει να εκτελέσει αυτό το θρησκευτικό τελετουργικό; Το κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα: φοβόταν, μου εξήγησε, μήπως υποστώ διακρίσεις στον στρατό, εάν ανακάλυπταν στο χαμάμ ότι δεν είχα κάνει περιτομή. Ήταν καλύτερο, λοιπόν, να μην ξεχωρίζεις...
   Ούτε στο σχολείο έπρεπε να ξεχωρίζεις. Αυτό το έμαθα δύο χρόνια αργότερα. Μόλις είχαμε εγκατασταθεί και πάλι στην Άγκυρα, μόλις λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πρώτης μου τουρκικής σχολικής χρονιάς. Οι εξήντα και κάτι συμμαθητές μου, με τις μαύρες τους ποδιές και τον λευκό γιακά, με κοίταξαν όλοι τους επίμονα με έκπληκτα μάτια, όταν σήκωσα το χέρι μες στη μέση του μαθήματος. Ο δε δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια και με πλησίασε με αργά βήματα: «Τι συμβαίνει;» ξεστόμισε μέσα απ’ τα σφιγμένα χείλη του. Όπως και πριν από το χαστούκι του πατέρα μου, δεν ήξερα να αναγνωρίζω στην όψη του τη λάμψη της αγριότητας που προμήνυε την τιμωρία. «Ήθελα μόνο να κάνω μια ερώτηση πάνω στο μάθημα». «Άνοιξε το χέρι σου», μου απάντησε ξερά. Αμέσως, ο μακρύς μεταλλικός χάρακας που κρατούσε ράβδωσε την παλάμη μου: «Για να μάθεις να μη διακόπτεις το μάθημα!» Και τότε πάλι, έμεινα άφωνος...

Απόσπασμα από το διήγημα του Yigit Bener που δημοσιεύται στο τεύχος 41ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ με αφιέρωμα στη σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία. Ένα συλλεκτικό τεύχος στο οποίο δημοσιεύονται επίσης έργα σύγχρονων Τούρκων φωτογράφων.




Ο Γιίτ Μπενέρ, (Yiğit Bener) γεννημένος το 1958 στις Βρυξέλλες, από πατέρα διπλωμάτη, μεγάλωσε μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας. Ξεκίνησε, στην Άγκυρα, τις σπουδές του στην ιατρική, αλλά τις εγκατέλειψε λόγω των στρατιωτικών του δραστηριοτήτων, που τον οδήγησαν, μετά το πραξικόπημα του 1980, σε εξορία στις Βρυξέλλες όπου και έζησε για δέκα χρόνια. Από το 1990, κατοικεί στην Κωνσταντινούπολη, εργάζεται ως διερμηνέας και έχει αφοσιωθεί στη συγγραφή ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του Ερχάν Μπενέρ (1929-2007) και του θείου του Βυσάτ Ο’ Μπενέρ (1923-2005), δύο μορφών της τουρκικής λογοτεχνίας του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Είναι συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, δοκιμίων, νουβελών και παιδικών βιβλίων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα βραβεύτηκε, το 2012, με το διάσημο βραβείο Ορχάν Παμούκ, δημοσιεύτηκε, το 2015, με τον τίτλο Το πνεύμα, από τις γαλλικές εκδόσεις Actes Sud, οι οποίες είχαν δημοσιεύσει, το 2010, μία από τις ανθολογίες νουβελών του, Άλλοι εφιάλτες. Τέλος, ο Γιίτ Μπενέρ μεταφράζει από τα γαλλικά προς τα τουρκικά. Το 1992, Το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Λουί Φερντινάν Σελίν, απέσπασε το βραβείο καλύτερης μετάφρασης. Συνεργάζεται τακτικά με το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου