Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Οι λυκοφιλίες των συντηρητικών, Όμηρος Ταχμαζίδης


Η λογοτεχνία: Η θεσσαλονικιά συγγραφέας Ελένα Αρτζανίδου απευθύνθηκε σε διάφορους εκδοτικούς οίκους των Αθηνών, για να αναλάβουν την εκτύπωση και κυκλοφορία του βιβλίου της «Γκασταρμπάιτερ». Η άρνηση των περισσοτέρων βασιζόταν σε ένα εμπορικό κριτήριο του τύπου: «Ποιον ενδιαφέρον οι «γκασταρμπάιτερ»».
«Γκασταρμπάιτερ»: Η κυριολεκτική σημασία της λέξης είναι «φιλοξενούμενος εργάτης»: ένας ευφημισμός, ο οποίος καταδεικνύει  το σκεπτικό και τις αντιλήψεις των Γερμανών πολιτικών ιθυνόντων, όταν αποφάσιζαν να εισάγουν ξένα εργατικά χέρια: οι φιλοξενούμενοι εργάτες θα παρέμεναν στην Γερμανία, όσο θα τους χρειαζόταν η γερμανική οικονομία. Πολύ σύντομα η (Δυτική) Γερμανία μετατράπηκε de facto σε χώρα μετανάστευσης: το κοινωνικό και πολιτιστικό πρόσωπο της άλλαξε ριζικά.
Η Θεσσαλονίκη: Οι υπεύθυνοι των αθηναϊκών εκδοτικών οίκων με την απορριπτική τους στάση εξέφρασαν κάτι βαθύτερο: ότι αγνοούν το πρόβλημα της μετανάστευσης στο βάθος του. Και αυτό διότι η μεταναστευτική ροή προς την Μεσευρώπη και την Σκανδιναβία, προήλθε κυρίως από την Βόρεια Ελλάδα.
Η Θεσσαλονίκη, από την πλευρά της, συνδέεται με το ζήτημα με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: είναι η πόλη στην οποία «επένδυσαν» - κυρίως στην αγορά των ακινήτων- οι μετανάστες τις οικονομίες τους.
Η σιωπή: Η ιστορία της μετανάστευσης παραμένει αποσιωπημένη, σκοτεινή και αφώτιστη. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ανάμεσά τους και οι επιλογές του αθηναϊκού κατεστημένου: τούτο προωθεί στη δημοσιότητα ότι εμπίπτει στο άμεσο ενδιαφέρον/συμφέρον του. Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, πρόκειται για ένα παιχνίδι εξουσίας: διότι το ιστορικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον για μια περιοχή σημαίνει, συν τοις άλλοις, και αύξηση του συμβολικού της κεφαλαίου. Πρόκειται για μια ιδιότυπη γεωγραφία συμβολικής ισχύος.
 Το κατεστημένο του Λεκανοπεδίου, υπό τη μορφή του εκδοτικού υποσυστήματος του, επιβάλει τη σιωπή ως modus vivendi  των πρώην μεταναστών και των παιδιών τους: αυτοί δεν έχουν να αφηγηθούν  καμία ενδιαφέρουσα ιστορία άξια ανάγνωσης. Αλλά η μετανάστευση πληρώθηκε πολύ ακριβά: δεν αναφέρομαι στο οικονομικό της σκέλος, αλλά στο ανθρώπινο. Το ζήτημα παραμένει «ταμπού» για την ελληνική κοινωνία, ενώ τα «θύματά» της ντρέπονται ή αδυνατούν να ομιλήσουν για τα παθήματά τους. Ωστόσο, τα τραύματα υπάρχουν και οι πληγές παραμένουν ανοικτές: κυρίως το ζήτημα των ανηλίκων  παιδιών. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου της Έλενας Αρτζανίδου (κυκλοφόρησε τελικώς από κυπριακό [sic!] εκδοτικό οίκο) είναι ότι αναμοχλεύει τούτη την πλευρά της νεότερης ελληνικής ιστορίας μέσα από την προσωπική εμβίωσή της.
Περί φιλίας: Ο σημερινός πρωθυπουργός της χώρας χαρακτήρισε  την Γερμανία ως «φίλη χώρα». Είναι προφανές ότι συζητούμε για το αυτονόητο: δεν υπάρχει εχέφρων Έλληνας, ο οποίος πιστεύει ότι η Γερμανία, γενικώς και αορίστως, διάκειται εχθρικώς  προς τη χώρα μας. Μία παρόμοια γενίκευση θα αδικούσε και τους Γερμανούς και τους Έλληνες. Προς τι, λοιπόν, η έμφαση του πρωθυπουργού στη φιλική διάθεση της γερμανικής πλευράς.
Προς τι τούτη η όψιμη «γερμανοφιλία», όχι μόνο του σημερινού πρωθυπουργού, αλλά και άλλων πρωτοκλασσάτων συνεργατών του, οι οποίοι αρέσκονται οψίμως να επιδίδονται σε δημόσιες εκδηλώσεις «γερμανοφιλίας»;
Είναι προφανές, ότι πρόκειται για αμηχανία της πολιτικής τάξης της χώρας, η οποία εκδηλώνεται με μια πολιτικώς ακατανόητη «προθυμία» προς κάθε τι γερμανικό. Και δεν είναι μόνο η πολιτική τάξη, αλλά και ένα μέρος της ανάπηρης ελληνικής διανόησης προβαίνει τακτικώς σε ασκήσεις «γερμανοφιλίας» και προτείνει «γερμανότροπες» μεθόδους επίλυσης των προβλημάτων της Ελλάδας, με τη λογική ότι η χώρα και ο λαός μας «θέλουν το… Γερμανό τους»! Αλλά η όψιμη και άκριτη «γερμανοφιλία» είναι μορφή «αντιγερμανισμού»: μορφή εθνικιστικής λυκοφιλίας των συντηρητικών και στις δύο χώρες.
Φιλία: Τι πάει να ειπεί η έκφραση «φίλη χώρα;» Είναι η πολιτική της σημερινής γερμανικής κυβέρνησης φιλική προς την Ελλάδα; Και πως εκφράζεται η «φιλία» της; Ή πρόκειται απλώς για καλές προθέσεις, οι οποίες βαλτώνουν στην πράξη;
Η Γερμανία είναι «φίλη χώρα», αλλά η πολιτική της σημερινής συντηρητικής «δεξιάς» κυβέρνησης της δεν είναι καθόλου φιλική προς την Ελλάδα.
Ο πρωθυπουργός, ο οποίος επιθυμεί διακαώς να γίνει αρεστός στο Βερολίνο, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι γραμμένος στα μαύρα κατάστιχα της γερμανικής διπλωματίας για τις ανακολουθίες και τις εξαλλοσύνες του την περίοδο της θητείας του στο υπουργείο Εξωτερικών, έχει κάθε λόγο να θεωρεί την έλευση της καγκελλαρίου ως επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του.
 Στην πραγματικότητα η καγκελάριος με την επίσκεψή της επιχειρεί να αποτρέψει την επανεμφάνιση σε πολλές χώρες  του στερεοτύπου του uggly German- την οποία προκάλεσε η πολιτική της. Και φυσικά έρχεται να δώσει χείρα βοηθείας στην κυβέρνηση των «προθύμων» στην πολιτική του κοινωνικού και πολιτικού εξανδραποδισμού του ελληνικού λαού.
Το εθνικιστικό συντηρητικό μπλοκ εξουσίας στην Γερμανία – σε όλες του τις εκδοχές – γνωρίζει τι ακριβώς θέλει και σε τι αποσκοπεί, αλλά δε θα υποστηρίζαμε το ίδιο για το αντίστοιχο μπλοκ εξουσίας στη χώρα μας.
Ο υπερσυντηρητικός πρωθυπουργός της Ελλάδας και η εθνικιστική κομματική ακολουθία του – καθώς και οι κυβερνητικοί συνεργάτες τους – θα πρέπει να αντιληφθούν ότι τούτη η Γερμανία, της συντήρησης και του εθνικισμού, δεν είναι δυνατόν εκ των πραγμάτων να διάκειται φιλικά προς την Ελλάδα:  δεν το επιτρέπει ο πολιτικός της προσανατολισμός. Ο νέος γερμανικός Sonderweg ιδιαίτερος δρόμος») υποσκάπτει το ευρωπαϊκό κεκτημένο και προετοιμάζει δυσάρεστα για όλους τους λαούς της Ευρώπης με πρώτο από όλους τον γερμανικό.
Προσβλέπουμε με συμπάθεια και ελπίδα στην άλλη Γερμανία, της δημοκρατικής παράδοσης, της πολιτικής σύνεσης και της κοινωνικής ευαισθησίας, η οποία από την αρχή της κρίσης δήλωσε παρούσα στο πλευρό του ελληνικού λαού και της χώρας μας.
Η αλλαζονεία της ισχύος: Η συγκεκριμένη Γερμανία δεν είναι «φίλη χώρα» προς την Ελλάδα. Αντιθέτως τη «φίλη χώρα» συναντά κανείς στο βιβλίο της Έλενας Αρτζανίδου, αλλά και στις αφηγήσεις των μεταναστών και μεταναστριών: είναι όλοι εκείνοι οι Γερμανοί και Γερμανίδες, οι οποίοι με τη στάση τους αποδεικνύουν ότι μια χώρα και ένας λαός δεν κρίνονται από την περιστασιακή του ηγεσία.
Είναι η δημοκρατική της διανόηση, τα εργατικά της συνδικάτα… Όλοι αυτοί οι οποίοι στάθηκαν στο πλευρό της χώρας μας και του λαού μας σε δύσκολες και κρίσιμες στιγμές…
Η Γερμανία είναι «φίλη χώρα», αλλά η πολιτική της σημερινής Δεξιάς συντηρητικής κυβέρνησης απέναντι στην Ελλάδα είναι εθνικιστική,άστοχη, αναποτελεσματική και απάνθρωπη

Όμηρος Ταχμαζίδης: δημοσιογράφος – Μagister Αrtium Φιλοσοφίας- Ιστορίας

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2012

Η παγίδα, η ταπείνωση και το μίσος


Η κατάσταση των πραγμάτων Ι: Ζούμε σε συνθήκες ηθικού και εθνικού διασυρμού. Η χώρα καταβαραθρώνεται: οικονομικώς, κοινωνικώς, πολιτικώς, ηθικώς. Καθημερινώς ολισθαίνουμε: από την μεγαλαυχία στο ψεύδος, από το ψεύδος στην φρεναπάτη, από την φρεναπάτη στο έγκλημα. Ο εθνικισμός δείχνει το αιμοβόρο πρόσωπό του. Το Κακό απέκτησε σάρκα και οστά – και φωνή. Προ παντός φωνή. Όσοι ερωτοτροπούν με τη φωνή του Κακού θα πρέπει να γνωρίζουν ότι δεν απαλλάσσονται των ευθυνών τους επικαλούμενοι τη διαφθορά του πολιτικού κατεστημένου.
Κοντολογίς: όποιος νομιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο τη φωνή του Κακού ανοίγει το δρόμο προς την απανθρωπία και την κτηνωδία και η μόνη λέξη που τον χαρακτηρίζει είναι «κάθαρμα».
Ο Άγγλος φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ στο βιβλίο του Education and Social Order, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1932 (η ελληνική μετάφρασή του κυκλοφόρησε το 1976 από τις εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος με τον τίτλο Εκπαίδευση και κοινωνική τάξη) αναφέρει: «… ο εθνικισμός είναι αναμφίβολα το πιο επικίνδυνο ελάττωμα της εποχής μας – πολύ περισσότερο επικίνδυνο από τη μέθη, ή τα ναρκωτικά, ή την εμπορική ανεντιμότητα ή κάποιο άλλο από τα ελαττώματα εναντίον των οποίων στρέφεται η συμβατική ηθική εκπαίδευση. Όσοι είναι σε θέση να επισκοπούν τον σύγχρονο κόσμο είναι ενήμεροι ότι λόγω του εθνικισμού, βρίσκεται σε κίνδυνο η συνέχιση ενός πολιτισμένου τρόπου ζωής» (σ. 105 κ.ε)
Η πρόβλεψη του Άγγλου στοχαστή επιβεβαιώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα: το Άουσβιτς στοιχειώνει έκτοτε τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο εθνικισμός αποδείχτηκε όντως πιο επικίνδυνος από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, τη διαφθορά και την ανεντιμότητα.
Το περίφημο «Λαϊκό Κράτος» του παρανοϊκού Γερμανού δικτάτορα δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κράτος-συμμορία: γι΄ αυτό βύθισε χωρίς κανέναν ενδοιασμό ολόκληρους λαούς στο πένθος – μεταξύ αυτών και τον ελληνικό – και το γερμανικό λαό στην ντροπή και τον εθνικό εξευτελισμό. Ο βίος και η πολιτεία του Αδόλφου Χίτλερ αποδεικνύουν ότι τα καθάρματα δεν έχουν πατρίδα. Ο εθνικισμός είναι ο ιδιότυπος διεθνισμός του μίσους.
«Και με το μίσος περνάει ο καιρός» (Μάνος Ελευθερίου, Η γυναίκα που πέθανε δύο φορές) – με το μίσος περνάει ο καιρός των καθαρμάτων.
Η κατάσταση των πραγμάτων ΙΙ: Ο ελληνικός λαός εγκλωβίστηκε στην «παγίδα του χρέους». Και ντροπιάζεται καθημερινώς. Κάθε παγίδευση δημιουργεί συναισθήματα ντροπής και ενοχής. Ο παγιδευμένος αισθάνεται ανήμπορος, ταπεινωμένος.
Ο παγιδευμένος «Άνθρωπος στο πηγάδι» (Μάνος Ελευθερίου, Αθήνα 2008) είναι αξιολύπητος – το εμβιώνει και ο ίδιος με οδυνηρό τρόπο: «Αισθάνεται ντροπή και εξευτελισμό για τη δύσκολη θέση του. Αν σωθεί, δεν πρέπει να μάθει κανείς την ταπείνωση». [σ. 165]
Ο εξευτελισμός είναι προφανής: ο  παγιδευμένος χάνει ακόμη και τον έλεγχο του σώματός του – ακράτεια ούρων κλπ. Η παγίδευση μέσα στο πηγάδι/παγίδα – σε κάθε παγίδα – είναι μια εξευτελιστική, ταπεινωτική στιγμή. Ο αυτοσεβασμός του αδύναμου να αντιδράσει ατόμου κινδυνεύει να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή.
Η αντίδραση: Το θυμικό του παγιδευμένου ευρίσκεται σε διαρκή έξαρση. Αλλά κάθε θυμική αντίδραση επιδεινώνει τις συνθήκες παγίδευσης, μειώνει τις πιθανότητες διαφυγής και σωτηρίας – επισπεύδει την πιθανή κατάρρευση, το τέλος.
Ο θάνατος στην παγίδα – ο θάνατος του εγκλωβισμένου – είναι ατιμωτικός, εξευτελιστικός. Ο κοινωνικός θάνατος, τον οποίο προκαλεί η «παγίδα του χρέους» είναι και αυτός ατιμωτικός. Εξ ου ο θυμός και η οργή εναντίον της αποτυχημένης πολιτικής τάξης. Είναι η φυσική σχεδόν αντίδραση απέναντι στο ενδεχόμενο ενός κοινωνικού θανάτου, ο οποίος εξευτελίζει, ταπεινώνει. Από εδώ προέρχεται, κατά μεγάλο μέρος, και η αύξηση των αυτοκτονιών.
Η εκδίκηση: Ο ταπεινωμένος επιζητεί την εκδίκηση. Επιθυμεί να τιμωρήσει εκείνον, ο οποίος θεωρεί ότι ευθύνεται για την παγίδευσή του. Όσο πιο σκληρή αισθάνεται την ταπείνωση, τόσο πιο θυμωμένα αντιδρά απέναντι στους πραγματικούς ή φανταστικούς υπαίτιους της παγίδευσης = ταπείνωσής του. Αλλά η επιθυμία εκδίκησης εγκλωβίζει το θύμα ακόμη περισσότερο στην παγίδα.
Η μεταπολίτευση: Ένα τμήμα της παγιδευμένης και ανήμπορης Ελλάδας είχε πρόχειρη την εξήγηση για τον εγκλωβισμό της: ευθύνεται η «μεταπολίτευση». Το φάντασμα της τελευταίας στοιχειώνει το φαντασιακό πολλών εγκλωβισμένων. Η «μεταπολίτευση», της οποίας το τέλος ανακοινώθηκε πλειστάκις , μετατράπηκε σε κύριο υπεύθυνο της «παγίδευσης» της χώρας: στιγματίστηκε με την υπαιτιότητα της σημερινής οικονομικής τραγωδίας. Δικαίως; Αδίκως;
Η «μεταπολίτευση» δεν υφίσταται΄ τουλάχιστον, όπως την φαντάζονται, όσοι την… κατακεραυνώνουν. Πρόκειται απλώς για το «όνομα» - αδόκιμο μάλιστα- για μια μακρά σχετικώς ιστορική περίοδο. Η επένδυση του συγκεκριμένου συμβατικού ονόματος – το οποίο ως πιθανή «έννοια» δεν έχει καμία επιστημονική αναλυτική αξία- με αρνητικές συνδηλώσεις στοχεύει στην ενοχοποίηση μιας δημιουργικής και ελπιδοφόρου περιόδου της σύγχρονης μας ιστορίας με απώτερο σκοπό την απομάκρυνση των νεότερων γενιών από τα ιδανικά και τις αξίες με τις οποίες μπολιάστηκε κάποια στιγμή η ελληνική κοινωνία.
Η «μεταπολίτευση» συνδέεται με το ευρύτερο πλαίσιο πολιτικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού, επιστημονικής και πνευματικής εξύψωσης, οραμάτων και φιλοδοξιών κοινωνικής χειραφέτησης για μια δημιουργική παρουσία της Ελλάδας στο γίγνεσθαι του σύγχρονου κόσμου. Τα υπόλοιπα είναι και παραμένουν επιφαινόμενα.
Το έλλειμμα: Η απόδοση ευθυνών για τη σημερινή αδιέξοδη κατάσταση στη «μεταπολίτευση» είναι η μισή πραγματικότητα. Η άλλη μισή πλευρά της μας υπενθυμίζει ότι στο σημερινό αδιέξοδο καταλήξαμε, όχι λόγω της «μεταπολίτευσης», αλλά λόγω της απουσίας «αρκετής αντιπολίτευσης». Η «μεταπολίτευση» απέτυχε σε μεγάλο  βαθμό, όχι διότι «επιβλήθηκε», αλλά διότι «αποβλήθηκε» τάχιστα από την ελληνική δημόσια συζήτηση και συνεπώς και από την πολιτική. Από το φιλόδοξο συνολικό πρόταγμά της απέμεινε μια πανσπερμία ιδεών, αντιλήψεων και απόψεων, οι οποίες απέχουν πολύ από εκείνα που ακολούθησαν.
Η επαναφορά, πολλών από αυτές, στη σημερινή δημόσια συζήτηση θα άνοιγε εκ νέου τους δρόμους για την πιθανή ανασυγκρότηση της χώρας.
Όμηρος Ταχμαζίδης