Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

ΦΡΑΟΥΛΕΣ ΚΑΙ ΑΙΜΑ, O χρόνος του έρωτα και της επανάστασης, Γιώργος Γιαννόπουλος

Στην ταινία Σαλό του Παζολίνι, το σενάριο της οποίας βασίζεται στο μυθιστόρημα του Μαρκήσιου Ντε Σαντ, αλλά και στα έργα Sade, Fourier, Loyola του Roland Barthes, στο Lautréamont et Sade του Μaurice Blanchot, στο Faut-il brûler Sade της Simone de Beauvoir, στο Sade. Mon prochain. Le philosophe scélérat του Pierre Klossowski και στο L’écriture et l’expression des limites του Philippe Sollers αναφέρεται στη διαβόητη Δημοκρατία του Σαλό (1944-45) τελευταίο προπύργιο του ναζισμού και του φασισμού στην υπό κατάρρευση μουσολινική Ιταλία. Στην ταινία του Παζολίνι —που κυκλοφόρησε το 1975— τέσσερις αξιωματούχοι ένας τραπεζίτης, ένας αρχιεπίσκοπος και δύο φασίστες υπογράφουν Μνημόνιο που στόχο έχει να διατηρήσει την εξουσία τους σε έναν κατεστραμμένο κόσμο. Σε μια πραγματικότητα που ορίζει ο θάνατος, ο πόνος, η εξαθλίωση, η δυστυχία και η καταστροφή το Μνημόνιο του φασισμού στόχο έχει να προσφέρει στους εταίρους του την άκρατη απόλαυση, που υλοποιείται με την απόλυτη επιβολή της εξουσίας, της βίας και της ηδονής πάνω στα σώματα των νέων που γίνονται τα θύματά τους. Ότι είναι «υπερβολικό είναι καλό» δηλώνει ο αρχιφασίστας του τρομακτικού κουαρτέτου, τα μέλη του οποίου για να «ορίσουν την μοίρα τους» αποφασίζουν να παντρευτεί ο ένας την κόρη του άλλου. Επισφραγίζοντας μ’ αυτό τον βίαιο τρόπο την άνομη και ανίερη συμμαχία τους, ένας εκ των εταίρων καγχάζοντας χαρακτηριστικά και παραφράζοντας το έργο του Προυστ Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών, θα πει: «τα κοριτσάκια δεν γνωρίζουν ότι η μπουρζουαζία δεν διστάζει να σφάξει τα ίδια της τα παιδιά».
   Αυτός ο αιμοσταγής και βίαιος χαρακτήρας του καπιταλισμού γίνεται και σήμερα εμφανής σε διάφορα επίπεδα είτε πρόκειται για την οικονομική κρίση που βουλιάζει στην απελπισία τις κοινωνίες της «Ευρωπαϊκής Ένωσης» είτε για τους αιματηρούς «τοπικούς» πολέμους —Αφγανιστάν, Ιράκ, Λιβύη και τώρα Συρία και ίσως και η κορεατική χερσόνησος—, είτε για τη διαρκή εξαθλίωση των πληθυσμών των χωρών του Τρίτου Κόσμου απορρέει από τη δομή και την ιστορική εμπειρία του καπιταλισμού.
   Θα πρέπει ίσως εδώ να αναλογιστούμε αυτό που ακόμη πρόσφατα θα μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί από πολλούς ως αναχρονισμός ή ανακρίβεια ότι δηλαδή ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα στο οποίο ο άνθρωπος λογίζεται ως εμπόρευμα. Κι αν σήμερα, μέσα στη δίνη της κρίσης και του αναπόφευκτου κλωνισμού των «βεβαιοτήτων» πολλοί θα ξαναθυμηθούν κάποιες «παλιές» επισημάνσεις, ενδιαφέρον έχει να εξετάσουμε την πολιτική διάσταση του καπιταλισμού, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο η κεφαλαιοκρατία έχει καταφέρει να διατηρήσει μέσα από τις κρίσεις την εξουσία της. Η μπουρζουαζία δεν διστάζει να σφάξει τα παιδιά της, μας επισημαίνει ο Παζολίνι που είχε ζήσει την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήξερε καλά γιατί μιλούσε. Η αναφορά του στο έργο του Σαντ αναδεικνύει τη μηχανή εκείνη που χαρακτηρίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, λογική ανάπτυξη της οποίας ήταν ο φασισμός και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Παζολίνι, ως αυθεντικός δημιουργός με κριτική σκέψη, δείχνει πως ο καπιταλισμός προκειμένου να εξασφαλίσει την κυριαρχία του σφάζει τα παιδιά του, κυριολεκτικα και μεταφορικά, για να προσδώσει μνημειακό χαρακτήρα στην ταξική του κυριαρχία και να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για συσσώρευση κεφαλαίου και κέρδη. Στο βραχύβιο διάστημα της κυριαρχίας του, σχεδόν 300 χρόνια ιστορίας, είχε να επιδείξει την τρομακτική και θανατηφόρα πραγματικότητα των δύο παγκόσμιων πολέμων που έδωσαν νέα ώθηση στην οικονομία του και ανανέωσαν την πολιτική κυριαρχία.
   Την ίδια σχεδόν περίοδο που προβλήθηκε η ταινία του Παζολίνι στην Ελλάδα, τέλη της δεκαετίας του 1970, προβλήθηκε άλλη μια εμβληματική ταινία  με τίτλο Φράουλες και αίμα. Η ταινία, που γυρίστηκε το 1970 σε σκηνοθεσία Stuart Hagmann βασίστηκε στο βιβλίο του 19χρονου Αμερικανού φοιτητή Τζέιμς Κούνεν με τίτλο The Strawberry Statement και πρωταγωνιστές ανάμεσα σε άλλους τους νεαρούς τότε Bruce Davison, Kim Darby, Bud Cort. Η ταινία αποτελεί ιστορική καταγραφή των γεγονότων που έλαβαν χώρα στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Columbia, την περίοδο 1966-68. Έμφαση δίνεται στα γεγονότα του Απριλίου 1968 όταν διαμαρτυρόμενοι φοιτητές κατέλαβαν το γραφείο του πρύτανη του πανεπιστημίου εκφράζοντας την ολοκληρωτική απόρριψη του ιμπεριαλισμού των HΠA μαζί με την εναντίωσή τους για όλα τα μείζονα κοινωνικά ζητήματα που καθόρισαν τη δεκαετία του '60.1 Η ταινία συμπυκνώνει το πολιτικό και πολιτιστικό πλούτο των κοινωνικών κινημάτων που την εποχή εκείνη στις Ηνωμένες Πολιτείες έπαιζαν πρωτοπόρο και ριζοσπαστικό ρόλο. Μέσα από τον έρωτα και την εφηβική πνοή αποτυπώνει τα όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς για έναν καλύτερο κόσμο. Να σημειώσουμε μόνο ότι στη μουσική επένδυση της ταινίας συμμετείχαν καλλιτέχνες όπως John Lennon, Crosby, Stills, Nash & Young, Buffy Sainte-Marie που το έργο των οποίων εξέφραζε τις αισθητικές, πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες μιας ολόκληρης γενιάς.
   Σήμερα οι δυνατές αυτές εικόνες από το παρελθόν έρχονται να προσθέσουν ένα μελαγχολικό τόνο στο γκρίζο και δύσθυμο τοπίο της κρίσης που γεννά αισθήματα ματαίωσης και απελπισίας. Πρέπει να θεωρούμε ωστόσο βέβαιο ότι η διαχείριση της κρίσης από τους καπιταλιστές θα οδηγήσει στο ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά το κεφάλαιο διεξάγει έναν ακήρυχτο κοινωνικό εμφύλιο πόλεμο: «η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση προκαλεί μια διαδικασία απο-ανθρωποποίησης της κοινωνίας, που χαρακτηρίζεται από μια πραγματική υποταγή της εργασίας και της οικονομίας στις προσταγές της χρηματιστικής συσσώρευσης κεφαλαίου, από τον ανελέητο και όλο και περισσότερο πολυεστιακό ανταγωνισμό μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων και Κράτους, και από τη δημιουργία ανισοτήτων ανάμεσα στον ίδιο τον πληθυσμό. Αυτή η απανθρωποποίηση διευρύνεται, αποκαλύπτοντας τα βάρβαρα χαρακτηριστικά της: μόνιμη ανεργία, αποεπενδύσεις και πρακτικές αποβιομηχάνισης ενός ρευστού καπιταλισμού, μαζική παραγωγή ανθρώπων χωρίς χρήση που εγγράφονται σε ένα παγκόσμιο καθεστώς απαρτχάιντ, διάλυση της αλληλεγγύης στους εργασιακούς χώρους και στους συνεταιρισμούς, καταστροφή του κοινωνικού συμβιβασμού που υπήρξε μεταπολεμικά το κράτος-πρόνοια, επέκταση πρωτοφανών πολεμικών συγκρούσεων, κ. ά. Βεβαίως, δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνική υποδούλωση χωρίς την πολιτική υποδούλωση».
   Μπροστά στην κατάσταση αυτή είναι βέβαιο ότι η κοινωνική αντίδραση στα σχέδια των καπιταλιστών θα εμπεριέχει το στοιχείο της οργής. Κι εδώ κατά τη γνώμη μας θα πρέπει η εμπειρία του παρελθόντος να χρησιμεύσει στο κοινωνικό πρόταγμα. Η μελαγχολία και η θλίψη που φαίνεται να κυριαρχεί στο σήμερα θα πρέπει να μετατραπεί σε γνώση και αποφασιστικότητα, «όπως το κρυφό πένθος των ανθρώπων» γίνεται συνείδηση ποιητική. Ο Γάλλος φιλόσοφος Tosel μας λέει: «Έφθασε λοιπόν η στιγμή της οργής, της δραστήριας κριτικής, της αποτελεσματικής αντίδρασης, της νόμιμης κοινωνικής και πολιτικής ανυπακοής» και συνεχίζει: «Δεν μιλάμε για κάποιο δικαστήριο της Ιστορίας ή για κάποια ύστατη θεϊκή κρίση. Αναφερόμαστε στις μέρες που θα συνδεθούν κοινωνικά και πολιτικά όλοι αυτοί που διαδηλώνουν την οργή τους· αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίσουν την πρόκληση να τη διαχειριστούν και να την ελέγξουν με προσοχή. Την οργή αυτή ωστόσο δε θα πρέπει να τη συγχέουμε με το μίσος, το οποίο μπορεί να προκληθεί από τη δικαιολογημένη πολιτική αντεπίθεση στον προληπτικό εμφύλιο πόλεμο ενός συστήματος το οποίο, ιστορικά και κοινωνικά, έχει εξαντλήσει τα αποθέματα ανθρωπισμού του. Αντίθετα μιλάμε για τον έξυπνο εκείνο αγώνα που δεν ξεχνά ούτε στιγμή ότι στόχος είναι να απελευθερωθεί η δύναμη της δράσης και της σκέψης όλων εκείνων των κοινωνικών στρωμάτων που σήμερα είναι υποδουλωμένα και εγκλωβισμένα στο δόκανο του προληπτικού εμφυλίου πολέμου που διεξάγουν τα τυφλωμένα και ανεύθυνα αφεντικά ενός συστήματος ανισότητας».3

1.Βλ.και http://tvxs.gr
2. André Tosel, Ο προληπτικός πόλεμος του κεφαλαίου, ΕΝΕΚΕΝ, τχ. 16ο, 2010.
3. Ό. π.

Εκδοτικό σημείωμα τεύχος 27ο

ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 27ο







Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY, Michael Löwy-Robert Sayre


Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναλύσεις-προσεγγίσεις στο κλασικό μυθιστόρημα του  είναι το δοκίμιο των Michael Löwy και Robert Sayre, που δημοσιεύεται στο 26ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, εκτενή αποσπάσματα από το οποίο ακολουθούν. Ο Robert Sayre κατάγεται από τις ΗΠΑ. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Columbia και δίδαξε στο Harvard πριν εγκατασταθεί στη Γαλλία. Σήμερα είναι επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Paris Est Marne-la-Vallée. Με τον Michaël Löwy έχουν συγγράψει τα Solitude in Society: A Sociological Study in French Literature, Cambridge, Mass., Harvard UP, 1978, Révolte et mélancolie: le romantisme à contre-courant de la modernité, Paris, Payot, 1992 (που μεταφράστηκε στην πορτογαλική, ισπανική, ελληνική, τουρκική), L’ Insurrection des Misérables: romantisme et révolution en juin 1832, Paris, Minard, «Archives des Lettres Modernes», 1992, Romanticism against the Tide of Modernity, traduction révisée et augmentée de Révolte et mélancolie, Durham et Londres, Duke UP, 2001 La Modernité et son autre: récits de la rencontre avec l’Indien en Amérique du Nord au XVIIIe siècle, Bécherel, Éditions Les Perséides, 2008, Esprits de feu: figures du romantisme anti-capitaliste, Paris, Éditions du Sandre, 2010. O Michael Löwy είναι φιλόσοφος και κοινωνιολόγος, μαρξιστής διανοούμενος και πολιτικός. Να θυμίσουμε επίσης ότι Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (1896–1940) αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης «χαμένης γενιάς» των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.


 ΠΡΑΓΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΣΤΟΝ GREAT GATSBY

των Michael Löwy, Robert Sayre


Σε μια από τη πιο ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις του για τη λογοτεχνία ο Μαρξ υποστηρίζει ότι κάποιος θα μπορούσε να έχει καλύτερη γνώση για την κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας της εποχής του διαβάζοντας ορισμένους μυθιστοριογράφους παρά μελετώντας όλες τις τρέχουσες αναλύσεις αναφορικά με το θέμα. Για τον συγγραφέα του Κεφαλαίου η λογοτεχνία προσφέρει πρόσβαση στη γνώση της κοινωνίας. Μπορεί να λειτουργήσει ως γνωστικό πεδίο σ’ αυτό που σήμερα ονομάζουμε κοινωνικές επιστήμες, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγαλύτερη οξυδέρκεια από ό, τι ορισμένα έργα των επιστημών αυτών. Η διατύπωση αυτή είναι αναμφισβήτητα ορθή, είναι ωστόσο εξίσου σημαντικό να επισημάνουμε ότι τόσο η λογοτεχνία όσο και οι κοινωνικές επιστήμες συνιστούν βαθύτατα διαφοροποιημένες ειδικές μορφές γνώσης. Όπως επέμενε συχνά ο κοινωνιολόγος της λογοτεχνίας Lucien Goldmann, η θεωρία διατυπώνει έννοιες, αναλύσεις και νόμους λειτουργίας, ενώ τα λογοτεχνικά έργα ζωντανεύουν πρόσωπα και χαρακτήρες σε καταστάσεις. Ενώ η πρώτη ακολουθεί τη λογική του επιστημονικού ορθολογισμού, η λογοτεχνία ακολουθεί τον δρόμο της φαντασίας και έτσι δημιουργεί ένα μοναδικό γνωστικό γεγονός που φωτίζει, εκ των έσω μπορούμε να πούμε, τις διαδρομές και τις μορφές της κοινωνικής πραγματικότητας. Aυτό συνεπάγεται σαφώς μιαν επιθυμητή και δημιουργική συμπληρωματικότητα των δύο μορφών γνώσης.
   Στο κείμενο που ακολουθεί θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την πρόταση αυτή εξετάζοντας πώς το περίφημο μυθιστόρημα του Francis Scott Fitzgerald The Great Gatsby (1925)1 μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση δύο κρίσιμων φαινομένων της σύγχρονης κοινωνίας –την πραγμοποίηση και την «επιδεικτική κατανάλωση»–, φαινόμενα που είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους και ταυτόχρονα σχετικά διακριτά. Θα υπογραμμίσουμε τα κύρια σημεία αυτού του sui generis τρόπου γνώσης των φαινομένων –τρόπο που αρθρώνεται αποκλειστικά με λογοτεχνικά μέσα. Θα πρέπει καταρχήν να σημειώσουμε εδώ ότι ο συγγραφέας του Υπέροχου Γκάτσμπυ βρισκόταν σε ιδιαίτερα πλεονεκτική θέση για να συλλάβει τις διεργασίες που λάμβαναν χώρα στην εποχή του. Το πρώτο μυθιστόρημά του This Side of Paradise (1920) τον έκανε αμέσως διάσημο και... πολύ πλούσιο. Αυτό του επέτρεψε να ζήσει μια πολυτελή ζωή και να συχνάζει στους κοσμικούς κύκλους των αργόσχολων. Έγινε έτσι μάρτυρας των πλέον ακραίων μορφών επιδεικτικής κατανάλωσης της «τρελής δεκαετίας» του ’20. Ο πολυτελής τρόπος διαβίωσής του –παρ’ όλο που γρήγορα θα τον βυθίσει στα χρέη– θα τον κάνει να ανακαλύψει την άλλη όψη του «αμερικανικού ονείρου». Και παρ’ όλο που εν μέρει γοητεύεται από την εκθαμβωτική γοητεία του μεγάλου πλούτου, ο Φιτζέραλντ θα παραμείνει οξυδερκής και αυστηρός κριτής της αμερικανικής κοινωνίας στο σύνολό της, ειδικά καθώς παρατηρεί την υποβάθμιση των ανθρώπινων αξιών που επιβάλλει στις Ηνωμένες Πολιτείες η κυριαρχία του χρήματος.
   Θα πρέπει ίσως να υπενθυμίσουμε σε γενικές γραμμές την αφηγηματική πλοκή του Υπέροχου Γκάτσμπυ. Η κυρίως δράση εκτυλίσσεται το καλοκαίρι του 1922 και ο αφηγητής, ο Nick Carraway, συμμετέχει στα γεγονότα. Καταγόμενος από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες, μετακομίζει στο West Egg –ένα προάστιο των νεόπλουτων στο Long Island– όπου έχει γείτονά του τον Jay Gatsby. Ο τελευταίος, το παρελθόν του οποίου αποτελεί μυστήριο, ζει σε μια τεράστια έπαυλη, όπου οργανώνει τακτικά πάρτι πολυτέλειας και χλιδής. Ο Nικ είναι ο εξάδελφος της Daisy Buchanan, η οποία ζει με τον σύζυγό της στην άλλη πλευρά του κόλπου, στο East Egg, όπου μένουν τα «παλιά τζάκια» με τις μεγάλες περιουσίες. Κατά την εξέλιξη της υπόθεσης αποκαλύπτονται ορισμένα στοιχεία αναφορικά με το παρελθόν του Γκάτσμπυ: στη διάρκεια του πολέμου φλέρταρε την Νταίζη και αγόρασε την έπαυλή του για να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά της· ο Γκάτσμπυ, που κατάγεται από οικογένεια φτωχών αγροτών, γίνεται σαφές ότι απέκτησε την περιουσία από εγκληματικές δραστηριότητες, ιδιαίτερα το λαθρεμπόριο ποτών, και για τη δραστηριότητά του αυτή δείχνει ικανός για τα πάντα, ακόμη και τον φόνο. Ο Γκάτσμπυ ξαναβρίσκει την Νταίζη. Ο άντρας της, ο Τομ, άνθρωπος βίαιος και υποκριτής, έχει ερωμένη τη Myrtle, τη σύζυγο του George Wilson, ενός φτωχού ιδιοκτήτη γκαράζ. Το έργο εκτυλίσσεται ανάμεσα στους χαρακτήρες αυτούς. Η Νταίζη θα σκοτώσει σε ατύχημα τη Μυρτλ, οδηγώντας το αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ. Σε μια πράξη αντεκδίκησης και κάνοντας μια λανθασμένη ταυτοποίηση, ο σύζυγος του θύματος θα σκοτώσει τον Γκάτσμπυ.

Πραγμοποίηση
ή η μαγεία του φετιχισμού του εμπορεύματος

Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι η θεμελιώδης αρχή που ορίζει το σύ-μπαν του μυθιστορήματος είναι η πραγμοποίηση με την έννοια που επεξεργάστηκαν ο Μαρξ και ο Λούκατς. Στον Υπέροχο Γκάτσμπυ το χρήμα διεισδύει παντού, μετατρέποντας το ανθρώπινο πεδίο σε Έρημη χώρα, για να δανειστούμε τον τίτλο από το ποίημα του T. S. Eliot (1922) που αποτέλεσε κύρια πηγή έμπνευσης για τον Φιτζέραλντ. Στην αναπαράσταση της ανθρώπινης καταστροφής που προκαλεί η πραγμοποίηση, το έργο είναι αυθεντικό από πολλές πλευρές. Καταρχήν ο πρωταγωνιστής του, ο Γκάτσμπυ, αποκαλύπτεται ως κάποιος για τον οποίο τα πιο αγνά αισθήματα –η αγάπη και το όνειρο για τις ανθρώπινες δυνατότητες– είναι διαποτισμένα και βαθύτατα διεφθαρμένα από την εμμονή του χρήματος. Σπάνια καταδεικνύεται πώς η πραγμοποίηση εισβάλλει ακόμη και σε πεδία της ζωής που βρίσκονται στον αντίποδα της ανταλλακτικής αξίας. Ταυτόχρονα όμως –και στο σημείο αυτό γίνεται πιο πρωτότυπο– το μυθιστόρημα μεταφέρει στη δομή του την εμπειρία της πραγμοποίησης, καθιστώντας έκδηλη την ψευδαισθητική, μαγική του γοητεία, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ίδια της την ουσία. Η μεταφορά που χρησιμοποιεί ειρωνικά ο Μαρξ στην ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος είναι αυτή του υπερφυσικού και του μαγικού, και ο Υπέροχος Γκάτσμπυ ενσαρκώνει αυτή την ιδιαίτερα αμφίσημη και απατηλή του μαγεία.
   H αναπαράσταση του φαινομένου της πραγμοποίησης στο μυθιστόρημα είναι τόσο διεξοδική όσο και συστηματική. Από τη μια αγγίζει κάθε γωνιά του μυθιστορηματικού κόσμου, ενώ από την άλλη τα τεχνάσματα και το βάθος της διεισδυτικής του γραφής εφαρμόζονται κυρίως στους κεντρικούς πρωταγωνιστές, στον αφηγητή Nικ αλλά και στον ίδιο τον Γκάτσμπυ. Εάν εξετάσουμε τη γεωγραφία του κόσμου αυτού, μπορούμε να δούμε ότι αρθρώνεται γύρω από δύο αντιθέσεις που ανταποκρίνονται σε συμβατικές κοινωνικές και πολιτισμικές διακρίσεις. Πρόκειται για τις Ανατολικές και τις Δυτικές Ηνωμένες Πολιτείες, που συχνά θεωρούνται αντίθετοι πόλοι· στην πρώτη επικρατούν σταθερές πολιτιστικές αξίες, ενώ η δεύτερη είναι ο χώρος κυριαρχίας της ανεξέλεγκτης εκμετάλλευσης και της πρωτόγονης συσσώρευσης κεφαλαίου. Στο βιβλίο η γεωγραφία αυτή μεταφέρεται στις περιοχές Εast Egg και West Egg, όπου ζουν αντίστοιχα από τη μια τα «παλιά τζάκια» και από την άλλη οι νεόπλουτοι. Το μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ, ωστόσο, αποσταθεροποιεί τις ισορροπίες αυτές καταδεικνύοντας ότι μπροστά στο χρήμα οι αντιθέσεις αυτές εκλείπουν. Στο βιβλίο οι Tομ, Νταίζη και Νικ, όλοι τους από εύπορες οικογένειες, προέρχονται από τις Μεσοδυτικές Πολιτείες· κι όλα όσα ξέρουμε για τις οικογένειες αυτές φανερώνουν τη μεγάλη σημασία που παίζει το χρήμα, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε άλλη πολιτισμική αξία. Επιπλέον, από τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος απομυθοποιείται η «αριστοκρατική» αύρα της οικογένειας του Nικ. Αποκαλύπτεται ότι πριν από τρεις γενιές η οικογένειά του έκανε χονδρεμπόριο σιδερικών. Τα «παλιά τζάκια» του σήμερα είναι οι χθεσινοί νεόπλουτοι........


Επιδεικτική κατανάλωση

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές στον Υπέροχο Γκάτσμπυ είναι η δραματική αναπαράσταση του φαινομένου της επιδεικτικής κατανάλωσης ως χαρακτηριστικής έκφρασης της πραγμοποίησης του τρόπου ζωής των αργόσχολων τάξεων. Παρ’ όλο που οι εκδηλώσεις της τελευταίας δεν είναι το άμεσο προϊόν της πρώτης, η συνάφεια και η σύμπλευσή τους είναι αναμφισβήτητες. Μπορούμε σε έναν βαθμό να θεωρήσουμε την επιδεικτική κατανάλωση ως μια μορφή πραγμοποίησης σε μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία. Εδώ βρισκόμαστε ξανά αντιμέτωποι με την κυριαρχία των «πραγμάτων» επί του κοινωνικού υποκειμένου και την υποβάθμιση-πραγμοποίηση των κοινωνικών σχέσων. Για να καταδείξουμε καλύτερα την αυθεντικότητα και τη γνωστική δύναμη του μυθιστορήματος του Φιτζέραλντ, θα το συγκρίνουμε με το πολύ γνωστό βιβλίο του κοινωνιολόγου και οικονομολόγου Thorstein Veblen, The Theory of the Leisure Class2. Η διασταύρωση αυτή είναι εφικτή γιατί και τα δύο έργα παρατηρούν τα ίδια φαινόμενα: τα ήθη, το λάιφ στάιλ, την κουλτούρα –με την ανθρωπολογική έννοια– των αργόσχολων τάξεων, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Και τα δύο έργα μοιράζονται μια κριτική θεώρηση –γεμάτη ειρωνεία και σαρκασμό– για την ψεύτικη και «υπέροχη» λάμψη, τη θορυβώδη και αστραφτερή πολυτέλεια των παρασιτικών και αρπακτικών κοινωνικών ελίτ. Δεν γνωρίζουμε αν ο Φιτζέραλντ είχε διαβάσει το βιβλίο του Βέμπλεν. Εν πάσει περιπτώσει η κύρια έμπνευσή του δεν προέρχεται από κάποια θεωρία αλλά από την προσωπική του εμπειρία. Κι ως «ειδικός παρατηρητής», ταυτόχρονα από μέσα κι από έξω, με κριτική ματιά αλλά και γοητευμένος από την αργόσχολη τάξη της Αμερικής, ο μυθιστοριογράφος μάς προσφέρει κάτι μοναδικό, το οποίο επ’ ουδενί δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει η βεμπλεριανή θεωρία.
   Υπό την οπική αυτή ας θεωρήσουμε το ζήτημα της επιδεικτικής κατανάλωσης, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο Η θεωρία της αργόσχολης τάξης. Για τον Βέμπλεν ο όρος περιγράφει τη μη-παραγωγική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών ως ένδειξη των οικονομικών δυνατοτήτων που παρέχει η αργόσχολη ζωή (σ. 46). Πρόκειται για τη διαρκή επίδειξη του υπερφίαλου και του άχρηστου, και την έμμονη επίδειξη χρήματος, έτσι ώστε «η υπογραφή κάποιου με οικονομική ισχύ να είναι γραμμένη με τέτοιους χαρακτήρες που να μπορεί να τη διαβάσει κάποιος που τρέχει» (σ. 72). Στο μυθιστόρημα η ανάγκη για επίδειξη του πλούτου είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή στη συμπεριφορά του Γκάτσμπυ, του νεόπλουτου που ξεπήδησε «από το τίποτα, κατευθείαν από τον βούρκο» (σ. 214) με τη βοήθεια του Εβραίου σπεκουλαδόρου και απατεώνα Γούλφσιμ. Ο Γκάτσμπυ πρέπει να το παρακάνει, να υπερβάλλει σε σπατάλη και να ξοδεύει περισσότερο για να αντιμετωπίσει τον ανταγωνιστή του Τομ Μπιουκάναν, κληρονόμο μιας μεγάλης περιουσίας. Το «τερατώδες» αυτοκίνητο του Γκάτσμπυ «γεμάτο καπελοθήκες και ντουλαπάκια με φαγητά και εργαλειοθήκες», «με έναν λαβύρινθο από παρμπρίζ που αντανακλούσαν μια δεκάδα ήλιους» (σ. 92), είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της επιδεικτικής υπερβολής. Το ίδιο συνέβαινε και με την έπαυλη, «πράγμα κολοσσιαίο από κάθε άποψη» (σ. 26), «απομίμηση κάποιου δημαρχείου της Νορμανδίας» με τον πύργο του, τον τεράστιο κήπο και τη μαρμάρινη πισίνα του, ή με τις πολυτελείς κοινωνικές δεξιώσεις, οι καλεσμένοι των οποίων «είχαν την εναγώνια επίγνωση του εύκολου χρήματος» (σ. 67).
...........................

Ο ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΓΚΑΤΣΜΠΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΟΝΕΙΡΟ Δήμητρα Κυρίλλου

Σε μια ομιλία του στις αρχές του 2012 ο οικονομολόγος Alan Krueger, επικεφαλής των συμβούλων του οικονομικού επιτελείου του Μπαράκ Ομπάμα, παρουσίασε την «καμπύλη Great Gatsby», μια γραφική συνάρτηση η οποία εκφράζει την ταξική/κοινωνική κινητικότητα ως συνάρτηση της οικονομικής ανισότητας μιας χώρας. Σύμφωνα με την «καμπύλη Γκάτσμπυ», σε κοινωνίες με μεγάλες ανισότητες η δυνατότητα ενός πολίτη για κοινωνική ανέλιξη είναι πολύ περιορισμένη. Ο Κρούγκερ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ΗΠΑ είναι σήμερα μία από αυτές τις κοινωνίες και μάλιστα με γοργές τάσεις για ακόμη μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα σε φτωχούς και πλούσιους, και συνακόλουθα με τον περιορισμό της κινητικότητας ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα. Μπορεί η διαπίστωση να μη διεκδικεί κάποια πρωτοτυπία, αυτό που είναι όμως αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι σύγχρονοι οικονομολόγοι αναφέρονται στο κλασικό αριστούργημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ για να αναλύσουν την κοινωνική ανισότητα και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις τάξεις σήμερα.
   Ο Yπέροχος Γκάτσμπυ δεν χρειάζεται συστάσεις. Γράφτηκε το 1922 και τελικά κυκλοφόρησε το 1925. Ήταν η τρίτη στη σειρά νουβέλα του Σκοτ Φιτζέραλντ και η θέση της στην εξέλιξη αυτού που ονομάστηκε αμερικανική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα είναι τεράστια, όπως και ο ρόλος του συγγραφέα της. Έμεινε στην ιστορία ως ο συγγραφέας της «εποχής της τζαζ», όπως ονόμαζε ο ίδιος το πρώτο μισό του Μεσοπολέμου (1920-30), γνωστή και ως «roaring twenties» ή με τα δικά του λόγια «το πολυτελέστερο όργιο της ιστορίας». Τι έκανε την περίοδο αυτή τόσο οργιώδη; Ο μεγάλος πόλεμος είχε τελειώσει, οι ΗΠΑ έβγαιναν αναβαθμισμένες στον διεθνή καταμερισμό εργασίας, τα χρηματιστήρια βρίσκονταν σε διαρκή ανοδική πορεία και οι προοπτικές για τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα προοιωνίζονταν λαμπρές. Η τζαζ καθιερώθηκε στη μουσική σκηνή γιατί ακριβώς εξέφραζε τη δυναμική της περιόδου, μια εύρωστη, μοντέρνα, γοργά εκβιομηχανιζόμενη εποχή με πυρήνα τα μεγάλα αστικά κέντρα. Στις 16 Ιανουαρίου 1920 ξεκίνησε η ποτοαπογόρευση, όμως το αλκοόλ έρρεε άφθονο ημιπαράνομα καθόλη τη διάρκεια των 13 χρόνων που κράτησε, καθιστώντας το λαθρεμπόριο ποτών –το bootlegging– μια εξαιρετικά επικερδή ενασχόληση. Αρκετά από τα «νέα τζάκια» της εποχής ξεκίνησαν την καριέρα τους και καθιερώθηκαν από αυτή την ευγενή δραστηριότητα.
  Ο Francis Scott Key Fitzgerald, γόνος ξεπεσμένης μεσοαστικής οικογένειας από τη μεσοδυτική Μινεσσότα μεγάλωσε σε επαφή με τη λάμψη της αμερικανικής αστικής τάξης και με φανερό αίσθημα κατωτερότητας προς τους «flappers», τους λαμπερούς νεοσσούς της εποχής του που πρωταγωνιστούν στα δύο πρώτα βιβλία του και σε πολυάριθμα διηγήματα που δημοσίευσε στον περιοδικό και εξειδικευμένο λογοτεχνικό τύπο. Χάρη στην επιτυχία της πρώτης του νουβέλας διέφυγε τη μιζέρια του υπαλλήλου διαφημιστικής εταιρίας, έπεισε την αγαπημένη του Ζέλντα –το «χρυσό κορίτσι»– να τον παντρευτεί για να ζήσουν μια ζωή αντάξια της «εποχής της τζαζ». Πράγματι το ζευγάρι κινήθηκε μεταξύ Νέας Υόρκης, Παρισιού και Γαλλικής Ριβιέρας, ανάμεσα στις διασημότητες της διανόησης και υιοθετώντας ένα lifestyle που, για να το συντηρεί ο Φιτζέραλντ, χρειάστηκε μόνιμα να δανείζεται και να «εκπορνεύει», όπως ο ίδιος έλεγε, το συγγραφικό ταλέντο του. Η ψυχική κατάρρευση της Ζέλντα και η οικονομική κρίση του ’30 τον οδήγησαν στο Χόλιγουντ να γράφει φτηνά σενάρια για την MGM.
Ο Φιτζέραλντ λοιπόν γνώρισε από μέσα, απ’ έξω κι ανακατωτά θα λέγαμε, την ανάδυση του αμερικανικού ονείρου, αλλά και την πτώση του. Και είναι προς τιμήν του ότι παρ’ όλο που κατανάλωσε –επιδεικτικά και μη– τις απολαύσεις που προσέφερε αυτός ο τρόπος ζωής, εξελίχθηκε σε σκληρό επικριτή της λαμπερής ματαιοδοξίας του ονείρου, με τρόπο όχι καταγγελτικό αλλά βαθύ, σκοτεινό, πολυεπίπεδο και ίσως γι’αυτό διαχρονικό. Ο Υπέροχος Γκάτσμπυ είναι καρπός αυτής της συνειδητής μεταστροφής, και να σκεφτεί κανείς ότι γράφτηκε το 1922, όταν η εποχή της τζαζ μεσουρανούσε.
   Η πλοκή του Υπέροχου Γκάτσμπυ ξετυλίγεται στη Νέα Υόρκη και τα περίχωρά της ως το Long Island και είναι δοσμένη από τη σκοπιά του αφηγητή Nick Carraway, ο οποίος κινείται εντός και εκτός της ιστορίας και αποτελεί το κλειδί στην αφήγηση των γεγονότων. Ο Νικ, ταπεινής καταγωγής απόφοιτος του Yale, μετακομίζει στο Long Island για να εργαστεί στο χρηματιστήριο και σκανδαλίζεται από τα ξέφρενα  σαββατιάτικα πάρτι του εκκεντρικού και μυστηριώδους γείτονά του, Jay Gatsby. Ο τελευταίος, αφού επιδιώξει τη γνωριμία τους, του ζητά να μεσολαβήσει για να προσεγγίσει την ξαδέλφη του Νικ, Daisy, την οποία είχε ερωτευτεί παράφορα πριν τον πόλεμο αλλά έχει στο μεταξύ κάνει έναν πλούσιο γάμο με τον Tom Buchanan και μένει στο απέναντι πολυτελές νησί, μαζί με τα «μεγάλα τζάκια» της ανατολικής ακτής. Ο Γκάτσμπυ είναι πάμπλουτος αλλά νεόκοπος και η πηγή του πλουτισμού του εικάζεται σε παράνομες δραστηριότητες και στον κακόφημο συνεργάτη του, Meyer Wolfshiem. Ο άντρας της Νταίζη, ο μεγαλομανής Τομ, όταν δεν πολιτικολογεί υπέρ του φυλετικού διαχωρισμού, διασκεδάζει στη Νέα Υόρκη μαζί με την ερωμένη του, Myrtle. Η Μυρτλ έχει με τον άντρα της George ένα συνεργείο αυτοκινήτων στην κοιλάδα της Τέφρας, την περιοχή που χωρίζει το Λονγκ Άιλαντ από τη Νέα Υόρκη. Ο Νικ εντυπωσιασμένος καταδύεται στον κόσμο των αστών της ανατολικής ακτής, έναν κόσμο λάμψης και χλιδής, πολύ πέρα από την ως τότε καθημερινότητα και τα βαλάντιά του. Θα κάνει πλάτες στον Γκάτσμπυ, που τελικά ξανακατακτά την Νταίζη ενώ ο ίδιος φλερτάρει τη φίλη του ζευγαριού, Τζόρνταν. Η κρίση θα ξεσπάσει σύντομα, με τραγική παράπλευρη απώλεια τη ζωή της Μυρτλ. Ο σύζυγός της θα εκδικηθεί σκοτώνοντας από πλάνη τον Γκάτσμπυ, ενώ οι θύτες, το ζεύγος Μπιουκάναν συμφιλιώνεται και συνεχίζει τη λαμπερή ζωή του όπως πριν...

Απόσπασμα από κείμενο της Δήμητρας Κυρίλλου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 26ο.