Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Μέρες που δεν θα ξαναρθούν, Murat Yalçın

Kάθε συγγραφέας έχει δύο χώρες, τη μία όπου είναι το σπίτι του, η πατρίδα του, και την άλλη όπου ζει. Δύο χώρες και, για μένα, δύο πλανήτες, δύο ήλιοι και δύο φεγγάρια.
   Μικρό ταξίδι στο κέντρο της γης μου —είναι καιρός πια να ανασκαλέψω στη μνήμη μου μερικές θύμησες από την πρώτη χώρα, τη χώρα του καλοκαιριού, τον όμορφο κόσμο που χάθηκε μέσα στα όνειρα της παιδικής μου ηλικίας. Αφήγηση, με τις λέξεις των σαράντα έναν μου χρόνων, όλων όσων αντίκρισαν τα μάτια μου στην ηλικία των τεσσάρων, πέντε ετών.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΧΟΥΜΠΑΜΠΑ

Εδώ και είκοσι χρόνια επιστρέφω ξανά και ξανά σ’ εκείνη τη χρυσή εποχή της δικής μου αφύπνισης όταν, πιτσιρικάς ακόμα, τρύπωνα στους δεντρόκηπους για να κλέψω κανένα φρούτο. Εδώ και είκοσι χρόνια κρατάω ζωντανά τα όνειρά μου με κλεμμένα φρούτα, στον δεντρόκηπο της παιδικής μου ηλικίας. Στις αναμνήσεις μου, τα καλοκαίρια και οι μέρες αυτών των λίγων χρόνων έχουν κάτι το φαντασιακό.
   Ακούω αυτό το τραγουδάκι που βρίσκεται στα χείλη όλων των παιδιών της Ανατολίας, τραγούδι της άνοιξης και των ατελείωτων περιπάτων στους αγρούς:
    Κει μακριά είν’ ένα χωριό
    Το δικό μας το χωριό
    Κι αν δεν πηγαίνουμε, κι αν πια δεν επιστρέφουμε εκεί
    Είν’ το δικό μας το χωριό
Μελωδία επίμονη, που μου ξαναφέρνει στον νου την εικόνα και την ευωδιά ενός μαργαριταρένιου κλαδιού αμυγδαλιάς, ολάνθιστου, ένα δροσερό ανοιξιάτικο πρωινό. Η αμυγδαλιά, σύμβολο ζωής που αναδίδει στα κοιμητήρια ένα άρωμα οδύνης...
   Το χωριό αυτό, ορόσημο της παιδικής μου ηλικίας, ζωντανεύει μέσα στη μνήμη μου, αναπνέει μέσα στα βιβλία μου. Πολλά από τα πράγματα που με στοιχειώνουν χάθηκαν με τον καιρό. Το μεγάλο μας σπίτι και οι γεμάτοι ρωγμές τοίχοι του, που αποτελούσαν το σκηνικό της κάθε ημέρας μου αλλά και την οθόνη προβολής των παιχνιδιών μας με τις σκιές τις νύχτες, δεν είναι πλέον παρά ένας σωρός από ερείπια.
   Μπορεί να «πηγαίνει» εκεί κανείς χωρίς να «επιστρέφει». Εκεί κάτω πηγαίνω με την ηλικία που έχω. Ίδιος Γιλγαμές στην αναζήτηση της αθανασίας, θέλω κι εγώ στα μισά του δρόμου να γυρίσω προς τα πίσω, για να επιστρέψω στην πηγή και να πιω απ’ τ’ αθάνατο νερό.
   Με είχε πιάσει μια ζέση παιδική για Το έπος του Γιλγαμές, στη λυρική εκδοχή του διαπρεπούς ασσυρολόγου Ζαν Μποτέρο. Και ο λόγος; Ο Ευφράτης, ο πρώτος μεγάλος ποταμός που είδαν τα μάτια μου. Την εποχή εκείνη, οι υλοτομημένοι κορμοί των δέντρων προωθούνταν πλέοντας στο νερό από τα ορεινά χωριά ψηλά στα βουνά μέχρι τον Ευφράτη, όπου οι έμποροι ξυλείας τούς συγκέντρωναν με τους γάντζους τους, προτού τους στοιβάξουν σε ντάνες στην όχθη. Οι δασοκόμοι που τους κοίταγα να χωρομετρούν τα πλευρά των βουνών, δεν ήταν άραγε οι Γιλγαμές και οι Ενκίντου της σύγχρονης εποχής; Αφού σκοτώνουν τον Χουμπάμπα, τον φύλακα του δάσους, ο Γιλγαμές και ο Ενκίντου κόβουν τους ιερούς κέδρους και φτιάχνουν με τους κορμούς τους μια σχεδία που τους μεταφέρει, μέσω του Ευφράτη, στη γενέτειρά τους, την πόλη Ουρούκ. Στο ταξίδι της επιστροφής, ο Γιλγαμές κρατάει στα χέρια του, ως τρόπαιο, το κεφάλι του Χουμπάμπα.
   Εγώ πάλι, αυτό που κρατώ αυτήν τη στιγμή στα χέρια μου είναι το κεφάλι ενός θλιμμένου παιδιού....

Aπόσπασμα από το διήγημα του Murat Yalçın  που δημοσιεύεται στο αφιέρωμα του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ στη σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία.

O Moυράτ Γιαλτσίν (Murat Yalçın) γεννήθηκε το 1970 στην Κωνσταντινούπολη. Σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Από το 2000 διευθύνει την επιθεώρηση πολιτισμού Kitap-lik και τις εκδόσεις Yapi Kredi. Είναι πολλών μυθιστορημάτων.

Μτφρ. Καλλιόπη Παπαδάκη