Powered By Blogger
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ εκδηλώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΕΚΕΝ εκδηλώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ, Λεβή Μπενουζίλιο


Mου δόθηκε  η ευκαιρία για να προλογίσω το τραγούδι «Ελπίδα» που θα ακούσετε σε λίγο και θα προτιμούσα να σας μιλήσω από στήθους, αλλά φοβάμαι ότι η συγκίνηση και το τρακ δεν θα μου επέτρεπαν να εκφραστώ όπως θα ήθελα.
   Θα μου επιτρέψετε να πω δύο λόγια, με την τριπλή ιδιότητα που έχω, ως μέλος της χορωδίας, στιχουργός του τραγουδιού —σε μελοποίηση Κωστή Παπάζογλου— και κυρίως, κυρίως, ως ανιψιός —μαζί με τον αδελφό και τα ξαδέλφια μου— της Αλλέγρας Μπενουζίλιο, μαθήτριας του Ιταλικού Σχολείου, της οποίας το απολυτήριο οι απόγονοί της θα παραλάβουμε σε λίγο, χάρη στην εξαιρετική προσπάθεια του Ιταλικού Ινστιτούτου, που με την ενέργειά του αυτή ανασταίνει για μένα έναν άνθρωπο. Μετατρέπει το όνομα «Αλλέγρα», από ένα από τα τέσσερα αδέλφια που έχασε ο μπαμπάς μου στο Άουσβιτς, ένα από τα τέσσερα παιδιά της γιαγιάς μου, που την άκουγα κάποια βράδια να τα μοιρολογά στο κρεβάτι της —που όμως ποτέ δεν τα γνώρισα και δεν ένιωθα να έχουν άμεση σχέση με μένα, γιατί οι γονείς μας ποτέ δεν μας ενέπλεξαν σε αυτόν τον άφατο πόνο— από έναν ακόμη αριθμό στον μακρύ κατάλογο των απόντων, σε άνθρωπο με υπόσταση, σάρκα και οστά. Είναι πλέον η θεία Αλλέγρα και ευχαριστώ το Ιταλικό Ινστιτούτο και τον κ. Antonio Crescenzi γι’ αυτό!
   Την Κυριακή που μας πέρασε μνημονεύσαμε για μία ακόμη χρονιά τους 50.000 ομοθρήσκους και συμπολίτες μας, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, στην Πλατεία που στα αυτιά μου ακούγεται ευφημισμός να αποκαλείται «Πλατεία Ελευθερίας». Στην Πλατεία όπου τον Ιούλιο του ’42, κάτω από αφόρητο ήλιο, βασανίστηκαν και εξευτελίστηκαν τα άρρενα ενήλικα μέλη της Κοινότητάς μας. Εξευτελίστηκαν και ένιωσαν, ίσως για πρώτη φορά τόσο έντονα, ότι αυτό που έρχεται είναι χειρότερο από όσα δεινά τούς είχε επιφυλάξει ως τότε η μοίρα και η ανθρώπινη κακεντρέχεια, στη μακραίωνη ιστορία τους σε όλες τις γωνιές της γης... Κάτω από την αφόρητη ζέστη του Ιουλίου…
   Κι εμείς τους μνημονεύσαμε για μία ακόμη χρονιά κάτω από αφόρητο κρύο! Ίσως η πιο κρύα μέρα του χρόνου είναι κάθε χρόνο η Κυριακή που διεξάγεται αυτό το μνημόσυνο. Λες και όλοι αυτοί οι αδικοχαμένοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, παιδιά μικρότερα κι από αυτά που τα πτυχία τους θα παραλάβουμε σε λίγο, μας φωνάζουν να προσέχουμε, να χτίσουμε έναν κόσμο χωρίς μισαλλοδοξία, ρατσισμό, ξενοφοβία, αντισημιτισμό. Μας φωνάζουν ότι υπάρχει ελπίδα να γεννηθεί από τις στάχτες τους, από τις στάχτες τους ένας καλύτερος κόσμος, φτάνει να μη ξεχνούμε. Να μην ξεχνούμε και να ορθώνουμε ανάστημα σε όσους προσπαθούν να αμβλύνουν, να διαστρεβλώσουν, να συσχετίσουν, να παραγράψουν. Είμαστε όλοι Εβραίοι, είμαστε όλοι Τσιγγάνοι, ομοφυλόφιλοι, μετανάστες, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες. Είμαστε όλοι εν δυνάμει θύματα αυτής της εγκληματικής θεωρίας, που όμως δεν χρειάζεται εγκληματίες για να κάνει πράξη όσα πρεσβεύει. Χρειάζεται απλούς, αδούλευτους, συνηθισμένους ανθρώπους μέσης νοημοσύνης και μέσων ικανοτήτων και αυτό είναι το πιο επικίνδυνο. 
   Για αυτόν τον κόσμο, αυτήν την Κοινότητα, που η πρώτη μεταπολεμική γενιά όσων επιβίωσαν από την καταστροφή προσπάθησε να ξαναστήσει στα πόδια της, είναι γραμμένο το τραγούδι «Ελπίδα». Αυτοί οι χαροκαμένοι άνθρωποι, πολλοί από τους οποίους ήταν οι μόνοι που επιβίωσαν από όλη τους την οικογένεια, όσοι άντεξαν να παραμείνουν σε αυτήν την πόλη που φάνταζε πια ξένη και εχθρική, αυτοί οι άνθρωποι, κάποιοι από τους οποίους ήταν συμμαθητές των παιδιών, των οποίων τα πτυχία θα παραλάβουμε απόψε, εργάστηκαν με πενιχρά μέσα, με λαβωμένες ψυχές, με ανοιχτές πληγές και κατάφεραν να στήσουν στα πόδια της μια αποτεφρωμένη Κοινότητα, για να έρθουν οι επόμενες γενιές, να βάλει κάθε μια το λιθαράκι της, για να φτάσει η Κοινότητά μας να δηλώνει ξανά παρούσα στην πόλη, μέσα στην οποία αναδείχτηκε και την οποία με την παρουσία της ανέδειξε.
   Λέει το τραγούδι:

    Φίλιωσε η οδύνη με την Ελπίδα
    σμίλεψαν κόσμο απ’ την αρχή
    κοφτή η ανάσα, quero mi vida1   
    όχι άλλα δάκρυα, quero bivir2    .

    Είναι παιδί, είναι πουλί
    είναι του κόσμου η μουσική
    είναι νεράκι που βγαίνει απ’ το βράχο3
    είναι η δύναμη που ’χει η ευχή4.
      Δώσε μητέρα στην κόρη πένα,
    πατέρα δώσε στο γιο χαρτί,
    γκρεμίστε, χτίστε, vale la pena5   
    δείξτε το δρόμο προς τη ζωή.
    Είναι παιδί, είναι πουλί
    είναι του κόσμου η μουσική
    μέσα απ’ την άβυσσο γεννιέται η ελπίδα
    είναι η δύναμη που ’χει η ζωή.

    No ai nada mas valoroso6   
    d’un mansevico en su idad         
    salio del fuego savio I ermoso          
    I sta kantanto el Αtikva



1. Θέλω τη ζωή μου.
2. έλω να ζήσω
3. Σαν κι αυτό που ανάβλυσε στην έρημο από το ραβδί του Μωυσή.
4. Η ευχή που χιλιάδες χρόνια κάθε Πέσαχ επικαλούνταν οι Εβραίοι απανταχού της γης. «Μπασανά αμπαάβ μπε γιερουσαλάιμ»: Του χρόνου στην Ιερουσαλήμ.
4. Αξίζει τον κόπο. 

Το Ιταλικό Ινστιτούτο και η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης διοργάνωσαν στις 29/01/2014 εκδήλωση με αφορμή την ανεύρεση επαίνων και απολυτηρίων, τα οποία δεν παραδόθηκαν ποτέ στους 155 μαθητές, Εβραίους της Θεσσαλονίκης, που φοιτούσαν πριν από το Ολοκαύτωμα στο ιταλικό σχολείο «Umberto I». Στην εκδήλωση, η οποία διοργανώθηκε στην κατάμεστη αίθουσα εκδηλώσεων του Ιταλικού Ινστιτούτου, κλήθηκαν όσοι απόγονοι των μαθητών εντοπίστηκαν, για να τους απονεμηθούν τα πτυχία. Ο καθηγητής Antonio Crescenzi πρόβαλε και διάβασε στους παρευρισκόμενους αποσπάσματα από εργασίες και εκθέσεις των μαθητών, ενώ ο υποψήφιος διδάκτορας ΑΠΘ Ανδρέας Μπουρούτης εκφώνησε ομιλία με θέμα «Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης και η ιταλική παρουσία». Ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης Δαβίδ Σαλτιέλ αναφέρθηκε στην παρουσία και το έργο σημαντικών Εβραίων της Θεσσαλονίκης με καταγωγή από την Ιταλία, όπως οι Αλατίνι, Μοδιάνο, Φερνάντεζ, Μισραχή, Σαΐας, Τιάνο κ.α., η οποία αποτέλεσε κλειδί για την ανάπτυξη της πόλης σε διεθνές επίπεδο. Συνεχίζοντας, συνεχάρη τον Antonio Crescenzi και την Monica Zecca για την επιμονή τους να αναδείξουν μια χαμένη πτυχή της ιστορίας της πόλης μας και υπενθύμισε στους παρευρισκόμενους τις ενέργειες που έγιναν από το Ιταλικό προξενείο, με επικεφαλής τον Πρόξενο Guelfo Zamboni χάρις στις οποίες διασώθηκαν Εβραίοι της Θεσσαλονίκης. Την εκδήλωση τίμησε με την παρουσία του ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης Γιάννης Μπουτάρης.
   Η χορωδία της Ισραηλιτικής Κοινότητας τραγούδησε παραδοσιακά ισπανοεβραϊκά τραγούδια, καθώς και ένα νέο, το τραγούδι «Ελπίδα» που είναι γραμμένο πρόσφατα, σε μουσική του μαέστρου της χορωδίας Κωστή Παπάζογλου και στίχους του μέλους της χορωδίας και απόγονου μιας από τις μαθήτριες του Ιταλικού σχολείου, Λεβή Μπενουζίλιο
.
Το κείμενο δημοσιεύεται στο 31ό τε΄χυοςτου περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012


 ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΝΑ ΚΑΤΟΙΚΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

H δυτική φιλοσοφία δεν μας έχει συνηθίσει να θεωρεί το βιωμένο σώμα και τον τρόπο που ζούμε με το σώμα μας ως ουσιαστικές συνιστώσες της υποκειμενικότητας. Κοινότοπα προσδιορισμένο από την «υλική» του προέλευση, το σώμα γρήγορα οδηγήθηκε σε μιαν αντίθεση με το πνεύμα, χωρίς να εξεταστεί η έφεσή του να υποδέχεται το πνεύμα. Ωστόσο, παρόλο που μπορεί να έρθει σε αντίθεση με το πνεύμα, η ουσία του ανθρώπινου δεν το αφορά. Το σώμα λοιπόν ως πεδίο της συνείδησης δεν έχει ή έχει ελάχιστα μελετηθεί. Παρά την εκ βαθέων πρόοδο του Maine de Biran και αργότερα του Merleau-Ponty, το φιλοσοφικό ενδιαφέρον για το βιωμένο σώμα και τις πραγματικές του δυνατότητες, μένει ακόμη να γεννηθεί. Επιθυμία μας είναι να ακολουθήσουμε τα ίχνη μιας σκέψης που αναζητά σημεία σύγκλισης σε δύο πεδία φαινομενικά σε ριζική αντίθεση.
   Εδώ θα εξετάσουμε, από τη μία, όχι μόνον την ποιότητα του ενδιαφέροντος για το ίδιο το σώμα, αλλά ακόμη περισσότερο, την πρακτική της επίδραση στον κόσμο, στο βαθμό που ο κόσμος μπορεί να βιωθεί ως άλλο σώμα ή ένας «ιδιαίτερος κόσμος», με μια προέκταση που καθίσταται εφικτή από το γεγονός ότι και τα δύο ανήκουν στο αυτό υλικό καθώς και έχουν την ίδια πυκνότητα με το πνεύμα. 
   Για να εμβαθύνουμε την αναλογία αυτή, πρότασή μας είναι να περάσουμε στη μελέτη της έννοιας του «κατοικείν», έννοια που μας επιτρέπει να εντοπίζουμε τη φυσική διαφορά σώματος και πνεύματος, εστιάζοντας ταυτόχρονα σε ένα ενδιάμεσο ή στην εντυπωσιακή οικειότητα, και στην αμοιβαία αποκάλυψη, ως μια έφεση προς συνδιαλλαγή που αντικαθιστά τη διαφορά και τον αποχωρισμό. 

Τι σημαίνει κατοικώ

Ας αρχίσουμε με την παρατήρηση ότι το κατοικώ είναι πρώτα απ’ όλα ένα ρήμα. Δεν προσδιορίζει μόνον μια κατοικία, ένα ενδιαίτημα. Δεν είναι μόνον μια «συνήθεια» ανάμεσα στις άλλες, μηχανικός τρόπος να εκτελείς αβίαστα πράξεις της καθημερινότητας. Κατοικείν είναι ένα ρήμα, δηλαδή μια πράξη ζώσα, που υφίσταται επειδή γίνεται και ανανεώνεται στη στιγμή. Το ρήμα υποδηλώνει ήδη μια διαδικασία, μια επιλογή και μια συστράτευση απέναντι στην τοποθεσία που κατοικούμε, τρόπο αποδοχής να αφήνουμε τα ίχνη της παρουσίας μας, να επενδύουμε με την παρουσία μας ένα συγκεκριμένο τόπο του κόσμου, να κάνουμε έτσι ώστε ο χώρος αυτός να διαφέρει ποιοτικά από κάθε άλλον όπου δεν έχω παραστεί, και να συγγενεύει με όλους όσοι παραβρέθηκα.

Πέραν του Είναι και του Έχειν, το ίδιον

Η πράξη του κατοικείν εγκαθίσταται σε μιαν απαραίτητη διάκριση ανάμεσα στο πρόσωπο που κατοικεί και στον τόπο που κατοικείται· έχω ένα σπίτι, δεν είμαι το σπίτι. Το να το κατοικώ αρνείται τη σύγχυση, ένα είδος μονισμού όπου ύλη και πνεύμα θα ήταν ταυτόσημα· εξίσου όμως αρνείται τη σχάση, τον δυϊσμό, όπου η συνάντηση δεν είναι ποτέ εφικτή. Και ακριβώς επειδή υπάρχει διάκριση, μπορεί έτσι η εσωτερική σχέση τόπου και κατοίκου να βρει την έκφρασή της, διότι η διάκριση αυτή λαμβάνει τη μορφή μιας οικειότητας ανάμεσα στο χώρο και στο υποκείμενο, ενός προορισμού του χώρου να αποκαλύψει το υποκείμενο που τον κατοικεί, καθώς επίσης και τον προορισμό του υποκειμένου να έλθει σε σχέση με τον χώρο αυτό.
   Το κατοικείν, λοιπόν, βρίσκεται πέραν του είναι και του έχειν, στη σφαίρα του οικείου. Το σπίτι μού ανήκει, αλλά ο τρόπος που κατοικώ μου είναι οικείος και αναπαλλοτρίωτος. Όποιο κι αν είναι το μεγαλείο ή η ταπεινότητά του, θα εντοπίζουμε τις σταθερές της παρουσίας μου, ανεξαρτήτως χώρου. Σημαδεύω το χώρο με την παρουσία μου και ο χώρος με αποκαλύπτει. 

Ο χώρος της ενότητας

Mια κατοικία «κατοικείται» όταν φοιτάται, όταν εκεί αισθανόμαστε μια παρουσία. Ο χώρος όπου κατοικεί ένας άνθρωπος ομοιάζει με την ολότητα της ζωής του, με ένα σημείο σφαιρικότητας που σπάνια συναντάται σε άλλους δημόσιους χώρους που προορίζονται για δραστηριότητες εγγεγραμμένες στο χρόνο, και ρυθμίζουν οι κοινωνικοί κώδικες, όπως τα μπαρ, η εκκλησία, το γυμναστήριο, η αίθουσα διδασκαλίας, οι σταθμοί των μεταφορικών μέσων... 
   Η ολότητα αυτή αφορά σε όλα τα στοιχεία της ύπαρξης, χωρίς ιεράρχηση: διακρίνουμε μια διάχυτη πατρότητα ανάμεσα στην κίνηση  μιας πένας και σ’ αυτή μιας σκούπας, ανάμεσα στο χέρι που μαγειρεύει, που καθαρίζει τον χώρο όπου ζει, που φροντίζει· ή αντιθέτως διαπιστώνουμε μιαν αντίθεση, που αποκαλύπτει τη σχέση του υποκειμένου με την ίδια του τη σωματικότητα και την υφιστάμενη λανθάνουσα αξιολογική υποτίμηση. Ο χώρος της ζωής, ο τόπος που ζούμε, είναι ο κατεξοχήν τόπος του μη αποχωρισμού, όπου ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τον εαυτό του στο σύνολο των εκδοχών και των συνθηκών της συνείδησής του. 

Ο χώρος της φροντίδας: προέκταση του κόσμου

Κατοικώ έναν χώρο σημαίνει φροντίζω. Ενδεχομένως κάνουμε εργασίες, καθαρίζουμε τακτικά, τακτοποιούμε, διακοσμούμε. Η φροντίδα μπορεί να είναι ελάχιστη, η τάξη θέμα γούστου, η ακαταστασία τακτοποιημένη στο εμφανές χάος της μοναδικότητας του υποκειμένου —«που βρίσκει τον εαυτό του», ακόμη κι όταν ζει μόνος, στο κάτω κάτω αυτός είναι που κατοικεί— ελάχιστα ενδιαφέρει· η πράξη του κατοικείν σημαίνει ανάληψη πράξης, με τρόπο λίγο ή πολύ συνειδητό, του πρωταρχικού χαρακτήρα να έχουμε μια κατοικία στην οποία αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, όπου βρίσκουμε τον εαυτό μας, όπου μπορούμε να έχουμε άμεση επίδραση στον κόσμο, έστω και σ’ ένα μικρό πυρήνα του. Στο βιβλίο Μάτια ανοικτά1 η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, μιλώντας για την κουζίνα της, έλεγε πως αν τα περίχωρα του κόσμου είναι βρώμικα και σιχαμερά, τουλάχιστον υπήρχε ένα σημείο όπου η ίδια μπορούσε να βρίσκεται σε κατάσταση αρμονίας, από το απλό γεγονός ότι είχε τη δική της κουζίνα. Δεν έλεγε ότι η κουζίνα της αποτελούσε τμήμα του κόσμου· τον ίδιο τον κόσμο ξέπλενε μέσα από ένα μικροσκοπικό του τμήμα.

Ο χώρος υποδοχής

Χώρος της οικειότητας το κατοικείν αποτελεί επίσης ένα σύνδεσμο με το εξωτερικό —που ήδη δεν είναι και τόσο εξωτερικό: εκεί που κατοικούμε υποδεχόμαστε τους «οικείους» μας. Το οικείο, ως διαπότιση ενός ουσιαστικού τμήματος του εαυτού μας στις πράξεις και στους χώρους, δεν αποτελεί πρόσχημα περιχαράκωσης αλλά εμπεριέχει ένα εν δυνάμει άνοιγμα. Κατοικώ έναν χώρο σημαίνει επίσης ότι μπορώ να υποδεχτώ άλλους, κι έτσι ότι τον διαθέτω όχι μόνον για τη δική του εγκατοίκηση, αλλά επίσης σε μια προοπτική να ειδωθεί και να είναι ευχάριστος και για τους άλλους. Ο ιδιοσυγκρασιακός χαρακτήρας του κατοικείν —και έτσι εν δυνάμει παθολογικός— παραχωρεί εδώ το πεδίο στον οικουμενικό χαρακτήρα της υποδοχής του άλλου, ο οποίος παραπέμπει σε μια σειρά βασικών αρχών που προϋποθέτουν την υπέρβαση του ατομικισμού για να «μπούμε στη θέση του άλλου», χωρίς ωστόσο να αρνούνται την αυστηρή ατμόσφαιρα που προσιδιάζει στο συγκεκριμένο χώρο. Ο χώρος που κατοικούμε δεν είναι μια αίθουσα αναμονής —ωστόσο δεν μπορούμε να αρνηθούμε τον αναζωογονητικό χαρακτήρα που υπάρχει στα μέρη που μας υποδέχονται, τη θεραπευτική πτυχή του να εισέρχεσαι σε ένα μέρος που έχει φτιαχτεί για σένα. Αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι επαγγελματίες της υποδοχής είτε υποδέχονται πελάτες είτε τους ασθενείς τους. 

Η οργανική διάσταση

Στο διήγημα Το φεγγάρι και η βροχή η Collet αναφέρει πώς βρέθηκε σε ένα διαμέρισμα που κάποτε είχε ζήσει και το είχε ξεχάσει. Το θυμήθηκε μόνον όταν έπιασε το χερούλι ενός παραθύρου· με τη χαρακτηριστική δυσκολία που είχε για να ανοίξει στην αίσθηση του χεριού η μνήμη επανήλθε. Το παράδειγμα είναι διαφωτιστικό του σωματικού τρόπου που διαθέτουμε για να κατακτούμε το χώρο, και της εμμονής μιας «συνήθειάς» μας αλλά και για αυτό που μπορεί να είναι μια «εσωτερική» πράξη. 
   Στο χώρο που διαμένουμε καταθέτουμε την ολότητα της υποκειμενικότητάς μας, συχνά κουτσουρεμένη στον αισθηματικό της κόσμο από τις κοινωνικές συμβάσεις και τους επαγγελματικούς περιορισμούς —ένα γραφείο είναι ένας ιδιαίτερος χώρος..., παρά τις προσπάθειες να το οικειοποιηθούμε με την τοποθέτηση εικόνων και μπιμπελό, όταν αυτό επιτρέπεται. Ο χώρος συμπυκνώνεται από την ανέπαφη και καθημερινή υποκειμενικότητα με την οποία τον επενδύουμε: πρόκειται για έναν χώρο φορτωμένο με αναμνήσεις, με τη διάρκεια της παρουσίας, με το χρόνο των διαλειμμάτων όπου συγκεντρωνόμαστε για να εξέλθουμε μετά.
   Οργώνουμε έτσι ένα χώρο με τα κινητικά μας πέρα δώθε και τον κατοικούμε —σε αντίθεση με τον «τουρίστα» που δεν έχει τις «συνήθειες», τα καφέ, τα στέκια του.

Ο χώρος της απτής παρουσίας

Αν κατοικώ ένα μέρος, το μέρος αυτό με αποκαλύπτει. Αισθανόμαστε το άρωμά μου, τις μυρωδιές μου, τα απορρυπαντικά που χρησιμοποιώ, τις μυρωδιές του δέρματός μου, τη μυρωδιά από αποσμητικό χώρου ή αποτσίγαρα. Η φροντίδα του σπιτιού αποκαλύπτει επίσης τη σχέση μου με την ύλη, με τη σωματικότητα, σε μια κλίμακα που μπορεί να αρχίζει από τη στοιχειώδη φροντίδα έως τη μανιακή καθήλωση.
   Τα αντικείμενα του χώρου με καθορίζουν: τα βιβλία αποκαλύπτουν την προσωπικότητά μου, οι δίσκοι, οι πίνακες, την πληθωρικότητα ή την απογύμνωση της. Οι σκοτεινές γωνιές του είναι και οι σκοτεινές μου περιοχές: τα μέρη που δεν θέλω να καθαρίζω, τα ακατάστατα αθέατα ερμάρια, οι απρόσιτες στη σκούπα κόγχες. Το άδειο μου ψυγείο δηλώνει πως ένα μέρος του κόσμου μου έχει εγκαταλειφθεί προς όφελος μιας ζωτικής σχέσης με την εξωτερικότητα. Το ίδιο με το σώμα μου, το μέρος που κατοικώ δεν περιορίζεται στο άθροισμα των αντικειμένων που εμπεριέχει ούτε στις πράξεις που επιτελώ: δημιουργεί μιαν «ατμόσφαιρα», μια «γενική αίσθηση», νιώθουμε άνετα ή άβολα, αρχίζοντας από τον εαυτό μας. Η ατμόσφαιρα αυτή είναι η προσωπικότητα του χώρου.
   Ζούμε, λοιπόν, σ’ έναν χώρο με το σώμα και το πνεύμα μας κι ακριβώς αυτή η σωματική αποτύπωση καθιστά το χώρο αυτό που κατεξοχήν μας αποκαλύπτει. Κι αν ο χώρος δεν μας αποκαλύπτει, γιατί δεν τον έχουμε επενδύσει, αυτό αποκαλύπτει την άρνησή μας να αφήσουμε το αποτύπωμά μας στην ύλη και ειδικά την αδιαφορία μας απέναντι στον υλικό κόσμο και τα πεδία υποδομής της ζωής του ανθρώπου, τα μη διανοητικά, τα μη «ευγενή».
   Το κατοικείν ενέχει διαδοχικά μιαν ισχυρή οργανική διάσταση και ένα φορτίο ανθρώπινου πνεύματος στην ολότητά του: βούληση, συναισθήματα, συνήθειες, υλικές, πνευματικές, αισθητικές τροφές κλπ. Αποκαλύπτεται στο Είναι μας ένα εντυπωσιακό φαινόμενο του καθρέφτη. Επιπλέον, η κατοπτρική μεταφορά ενεργοποιείται από την εξελικτική ικανότητα της πράξης του κατοικείν: μακράν από το να είναι παγιωμένος για την αιωνιότητα, ο χώρος του κατοικείν είναι θεμελιωδώς κινητός και κινητικός. Τίποτε δεν ομοιάζει για πάντα το ίδιο στο χώρο που κατοικούμε. Όλα αλλάζουν ανεπαίσθητα: το κτίριο, τα αντικείμενα και η τοποθέτησή τους, ο βαθμός τάξης και καθαριότητας. Υπερπηδώντας τις συνήθειες ή τις ελλείψεις, εξερευνώντας ορισμένες χειρονομίες, επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για ορισμένες περιοχές με πράξεις φροντίδας γινόμαστε πράγματι ικανοί να δράσουμε στο άμεσο περιβάλλον μας, στο χώρο που κατοικούμε. Και με τις θετικές τους πτυχές οι πράξεις αυτές επιδρούν με τη σειρά τους στον ψυχισμό μας —αίσθηση ότι μπορούμε να διατηρήσουμε έναν πυρήνα του κόσμου, να δρούμε τουλάχιστον σε αυτόν τον χώρο, να βρίσκουμε μία θέση για τον εαυτό μας σε αυτόν τον κόσμο, τουλάχιστον μία... Έτσι, το σπίτι μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δεύτερο σώμα, ένας «διευρυμένος μικρόκοσμος» ή ένας «κατά μέσο όρο μακρόκοσμος», εργαστήριο όπου διερευνώνται νέοι τρόποι του ζειν, όρος χωρίς συνάψεις, όπου λαμβάνει χώρα η επεξεργασία μιας συγκεκριμένης σχέσης με την ύλη.

Να κατοικείς τον οίκο του σώματός σου

Με τον ίδιο τρόπο που το διαμέρισμα είναι κατοικία της ύπαρξής μας, με τον ίδιο τρόπο το σώμα μας είναι ο οίκος του πνεύματός μας. Η σχέση του υποκειμένου με το σπίτι του, καθιστά ορατή την πιο ανεπαίσθητη σχέση με το σώμα του.
   Σε αντιδιαστολή, των εσκεμμένα μη δυϊστικών αναζητήσεων, η διατήρηση της έννοιας του κατοικείν, για να χαρακτηρίσουμε τη σχέση σώματος και συνείδησης, δεν επανεισάγει το διαχωρισμό που επιχειρούμε να καταργήσουμε; Όπως προείπαμε, το σπίτι που κατοικώ δεν είναι Εγώ. Συνεπώς, όταν λέω κατοικώ το σώμα μου, δηλώνω με τον τρόπο αυτόν την ετερότητά του με ένα «Εγώ» που θεωρώ ως πιο ουσιαστικό. Όμως, έτσι δεν επανεισάγουμε εκ νέου την υποβάθμιση της ύλης;
   Ως απάντηση στο ερώτημα να υπενθυμίσουμε το διαφωτιστικό λόγο του Marc Richir στο δοκίμιό του για το σώμα2: «Ποιοι είμαστε εμείς; Εάν αυτό το “ποιοι” ήταν το ίδιο το σώμα, δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αυτό: το σώμα αυτό που θα ήμασταν δεν θα ήταν παρά τύφλωση αποκομμένη από τον πόλο του έχειν. Διαφανές καθεαυτό θα ήταν αόρατο διεαυτό —γεγονός που συμβαίνει ενμέρει, αφού συχνότερα διαφεύγει της προσοχής μας (...) Για να υπάρχει το σώμα, χρειάζεται επίσης ο πόλος του έχειν: και δεν χρειάζεται μόνο υπό τη μορφή της αναπηρίας ή της οδύνης, αλλά βαθύτερα και με τρόπο λιγότερο ακραίο, για να το πούμε διαφορετικά, με τη μορφή των ιχνών της πυκνότητάς του στην τρέχουσα εμπειρία· δεν “έχουμε” σώμα μόνον όταν υποφέρουμε “φυσικά”. Αυτή η πυκνότητα, χώρος της “ζώσας ενσάρκωσης”, αποτελεί αντικείμενο αναστοχασμού, εάν κατά κάποιο τρόπο υπάρχει εντός του σώματος κάτι που το υπερβαίνει, που επιχειρεί να αποδράσει, και σε σχέση με το οποίο το σώμα που πάντα εμφανίζεται πολύ περιορισμένο, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».
   Στην πραγματικότητα, η έννοια του κατοικείν έρχεται ακριβώς να εγκατασταθεί στο πλεόνασμα του σώματος και σε αυτή την αναγνώριση των διακριτών χώρων όπου συγχέονται. Πρόκειται, λοιπόν, ακριβώς για τη μη σύγχυση δύο διατάξεων, έτσι ώστε να διαγράφονται καλύτερα οι σχέσεις τους. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τη μεταφορική χρήση του όρου. Θα διαπιστώσουμε ότι σε καμιά περίπτωση η μεταφορά δεν απαιτεί κάποια σύμπτυξη. Πράγματι διατεινόμαστε ότι η ψυχή «κατοικεί» το σώμα. Ότι ένα αίσθημα «κυριεύει» την ψυχή, ότι ο χορευτής «κυριεύεται». Ωστόσο, διατηρούμε την ιδέα του χορευτή και όσο αυτή του χορού. Λέμε συνήθως ότι κάποιος έχει «κυριεύεται» από κάτι το θετικό, αλλά δεν το συγχέουμε με αυτό που τον έχει «κυριεύσει». Αντίθετα, για να εκφράσουμε τα συναισθήματα που ακριβώς εισάγουν μια καταπάτηση του υποκειμένου, δεν χρησιμοποιούμε την έννοια του κατοικείν. Συνήθως δεν λέμε ότι κάποιος «κατοικείται» από το μίσος ή την οργή, περισσότερο από ότι λέμε ότι «διακατέχεται», ότι έχει «ερημωθεί», ότι έχει «αφανιστεί», ότι έχει «δεχτεί εισβολή»· τα συναισθήματα, αντί να συνδέουν και να εμπλουτίζουν το συναισθηματικό κόσμο του υποκειμένου, —παρόλο που διατηρούν την ακεραιότητά του— στο πέρασμά τους την απεξαρθρώνουν μέχρι την καταστροφική σύγχυση μεταξύ του περιέχοντος (το υποκείμενο) και του περιεχομένου (το συναίσθημα ή το πάθος). Έτσι, ο θυμός κυριεύει, υφαρπάζει, οικειοποιείται το υποκείμενο που εξαφανίζεται εξολοκλήρου πίσω του ή καλύτερα εκλείπει στιγμιαία εντός του.
   Ξαναβρίσκουμε, λοιπόν, ακριβώς τη θεματική του ιδίου που ήδη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τη σχέση του υποκειμένου με την κατοικία ή με την διαμονή του...

Aπόσπασμα από το δοκίμιο της Marion Richez που δημοσιεύεται στο 23ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012









Από την παρουσίαση του 23ού τεύχους του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου. Ομιλητές Παναγιώτης Δόικος, Μarion Richez.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Σύμβολα και χώρος-Όμηρος Ταχμαζίδης


[Εκδήλωση: “Πόντιοι” και Εβραίοι. Μνήμη χωρίς παρελθόν. 80 χρόνια από τον εμπρησμό του Κάμπελ. Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011, 7.30 μ.μ. αίθουσα ΕΔΟΘ, Προξ. Κορομηλά 51. Ομιλητής: Όμηρος Ταχμαζίδης]
Στα άκρα των άκρων: Η σύγχρονη ιστορία είναι συνυφασμένη με την εθνικιστική βία και την προσφυγιά. Η πόλη της Θεσσαλονίκης αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώθηκε ο ευρωπαϊκός κόσμος κατά τον προηγούμενο αιώνα, τον “αιώνα των άκρων” (Eric Hobsbaum). Εμείς, βρεθήκαμε στα άκρα των άκρων. Η προσφυγιά σφράγισε την ιστορική τύχη της Θεσσαλονίκης.  Δεν είναι τυχαίο πως  και μόνο ο τίτλος “η πρωτεύουσα των προσφύγων” κατέστησε ένα ασήμαντο βιβλίο  με δευτερεύουσες αναφορές  στην πόλη διάσημο  και το επέβαλλε ως “διαχρονικό”.
Η  προσφυγιά είναι πάντοτε αποτέλεσμα οργανωμένης μαζικής βίας και διώξεων. Ο εμπρησμός του εβραϊκού φτωχοσυνοικισμού Κάμπελ, πριν 80 χρόνια, προκάλεσε τη μαζική έξοδο Ισραηλιτών από την Θεσσαλονίκη προς την Παλαιστίνη. Η ελληνική εισβολή στη Μικρά Ασία προκάλεσε τον εκπατρισμό και την προσφυγιά εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από τις εστίες τους  και οδήγησε στην παράλογη και καινοφανή πρακτική στις διεθνείς σχέσεις στη συμφωνία για την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυσμών.
Η μνήμη: Είναι ενδεικτικό ότι στην “πρωτεύουσα των προσφύγων  δεν υπάρχει ούτε ένα μνημείο για τον “πρόσφυγα” ή την “προσφυγιά”. Ο εκπεσμός, η αθλιότητα και ο πόνος αφέθηκαν στην ιδεολογική μυθοπλασία γύρω από το πατρογονικό παρελθόν, χωρίς να υπάρχει καμία συμβολική υπόμνηση στο δημόσιο χώρο για το ίδιο το τραγικό γεγονός της προσφυγιάς, για το τι σημαίνει να είσαι πρόσφυγας. Το παρελθόν αποσιωπάται ή παρακάμπτεται με τη συνεχή αναφορά στα επουσιώδη, τις μικρολεπτομέρειες, στη διαρκή ενεργοποίηση του φαντασιακού και στην καταφυγή στη μυθοπλασία.
Και ακόμη χειρότερα: ανακατασκευάζεται η μνήμη στο πλαίσιο της μυθοπλασίας περί γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής.
Αλλά εκείνοι τους οποίους σήμερα θέλουμε να εμφανίσουμε ως θύματα μιας υποτιθέμενης γενοκτονίας για να αιτιολογήσουμε την “παρανομία”  της ανταλλαγής των πληθυσμών διαμαρτύρονταν και ζητούσαν να επιστρέψουν στην πατρογονική γη τους, ανεξαρτήτως σε ποιο κράτος θα ανήκε η πατρίδα τους: “Καθ΄ όλην την Ελλάδα χθες όπου υπήρχον πρόσφυγες έγιναν συλλαλητήρια διαμαρτυρίας κατά της ανταλλαγής των πληθυσμών. Την 3 ½ μ.μ. ακριβώς και ενταύθα εις την πλατείαν του Λευκού Πύργου συνεκεντρώθησαν πλήθη προσφύγων όπως διαμαρτυρηθούν κατά της τελευταίας ανταλλαγής.  Προς τα πλήθη αυτά τα οποία υπερέβαιναν τας 30 χιλ. ωμίλησε καταλλήλως και συχνά διακοπτόμενος υπό ζητωκραυγών ο εκ των μελών της επιτροπής κ. Ιασονίδης εκφράσας τον γενικόν πόθον των προσφύγων όπως επανέλθουν εις τας εστίας των…”. [εφημ. Εφημερίς των Βαλκανίων, Τρίτη 10/01/1923].
Ρατσισμός:  Από την ελληνική εμπειρία του Μεσοπολέμου γνωρίζουμε ότι η έλευση των προσφύγων σημαδεύτηκε από φαινόμενα ρατσιστικής επιθετικότητας εναντίον τους.
Σήμερα επανεμφανίζονται στην κοινωνία μας ακραία φαινόμενα βίας και αποκλεισμού και η επίκληση της εντοπιότητας, τούτο το πρόπλασμα του ρατσισμού, αποκτά χαρακτήρα “επιχειρήματος”. Η καταγωγή αντιμετωπίζεται ως “προνόμιο”. Η ρητορική του μίσους και της μισαλλοδοξίας αποικίζει όλο και περισσότερες πτυχές του δημόσιου λόγου και της δημόσιας ζωής και απομένει ανοικτό το ερώτημα έως ποίο σημείο θα ενταθεί η προϊούσα μισαλλοδοξία, έως πιο βαθμό θα δηλητηριασθεί η καθημερινότητά μας.
Ο βανδαλισμός στο χώρο: Η “πρωτεύουσα των προσφύγων” έχει κατακλυσθεί από διάφορα “ακαλαίσθητα μνημεία” τα οποία αφορούν μια απαρχαιωμένη εθνικιστική ιδεολογία ηρωισμού και το “μαρτυρολόγιό” της. Πρόκειται για μορφές “καλλιτεχνικού βανδαλισμού”, μορφές καλαισθητικής “ανορθογραφίας” και “ασυνταξίας”. Το εθνικιστικό κιτς ρυπαίνει οπτικώς την καθημερινότητά μας και επεκτείνεται σε σταθερή βάση μετατρέποντας το δημόσιο χώρο σε βάλτο της κοινωνικής  συνείδησης και παράγοντα καθήλωσης της καλλιτεχνικής ευαισθησίας των πολιτών.
Οι εκπρόσωποι του δεν υπήρξαν ποτέ φειδωλοί. Κατέκλυσαν σε συνεργασία με τους ποικιλώνυμους εκλογικούς πελάτες τους κάθε γωνιά ελεύθερου χώρου και επανέρχονται ακόμη και σήμερα με άκρως “πρωτότυπες” ιδέες, όπως η ανέγερση μνημείων για τους … πεσόντες αστυνομικούς και πυροσβέστες και άλλα παρόμοια φαιδρά.
Η επέτειος και το μνημείο: Σήμερα τεράστιες μάζες προσφύγων κινούνται διαρκώς στις οθόνες του κόσμου μας. Η κατασκευή μνημείου αφιερωμένου στην προσφυγιά επιβάλλεται. Ο συμβολισμός του είναι προφανής. 
Η ελληνική προσφυγική εμπειρία του παρελθόντος προσλαμβάνει νέα επίκαιρη σημασία. Εκείνο το οποίο έως χθες εμφανιζόταν ως τραγική εθνική μοίρα, επανέρχεται σήμερα ως κοινή μοίρα πολλών ανθρώπων πέρα από τον τόπο και το χρόνο.
Τα τελευταία χρόνια έχει ξεσπάσει μια διαμάχη μεταξύ των επαγγελματιών “επιγόνων των προσφύγων” για την ημερομηνία κατά την οποία θα τιμούνται οι νεκροί της υποτιθέμενης γενοκτονίας των Ελλήνων από τους Νεότουρκους. Πρόκειται για μια άγονη και ιδιοτελή συζήτηση κωφών.
Από την άλλη η 20η Ιουνίου, παγκόσμια ημέρα των προσφύγων, αποτελεί ιδανική ημέρα για να τιμηθούν τα θύματα της ελληνικής προσφυγιάς, για να μπορέσει να απεγκλωβιστεί η δημόσια συζήτηση από διάφορες ιδεοληψίες περί γενοκτονίας. Η καθιέρωση της συγκεκριμένης ημέρας ως ημέρας μνήμης και των θυμάτων της ελληνικής προσφυγιάς θα επικεντρώσει τη συζήτηση για το παρελθόν στο ζήτημα του πολέμου, της βίας και των διωγμών ως μέρος ενός καθολικού φαινομένου της σύγχρονης παγκόσμιας ιστορίας, θα βγάλει τη συζήτηση από το πλαίσιο του στενού “εθνικού χρονολογίου” και θα προσδώσει στο φαινόμενο την πραγματική του σημασία. Η προσφυγιά των Ελλήνων αποτελεί παραδειγματικό γεγονός για όλη την παγκόσμια ιστορία και ως τέτοιο οφείλουμε να το αντιμετωπίζουμε.  
Καιρός να αντιμετωπίσουμε και σε επίπεδο συμβολισμών την πραγματικότητα του ιστορικού παρελθόντος μας. Ένα μνημείο για το φαινόμενο της προσφυγιάς είναι ιστορική υποχρέωση για την πολιτική τάξη μιας πόλης, η οποία φέρει και τον πομπώδη τίτλο “πρωτεύουσα των προσφύγων”.