Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Γιατί μᾶς συμφέρει νὰ ὑποδεχτοῦμε τοὺς πρόσφυγες, Γιῶργος Φαράκλας, Eneken τχ. 42







Οἱ πρόσφυγες δὲν εἶναι μετανάστες. Δὲν ἐγκαταλείπουν μιὰ χώρα μὲ δύσκολες συνθῆκες γιὰ μιὰ ἄλλη ὅπου εὐελπιστοῦν νὰ μεγαλώσουν τὰ παιδιά τους κάτω ἀπὸ εὐνοϊκότερους ὅρους. Οἱ πρόσφυγες ἐγκαταλείπουν μιὰ χώρα ὅπου τὰ παιδιά τους πεθαίνουν. Οἱ πρόσφυγες δὲν μᾶς ἀπευθύνονται σὰν σὲ ἀνθρώπους ποὺ διάγουν μιὰ πιὸ εὔκολη ζωή, ἀλλὰ σὰν σὲ ἀνθρώπους ποὺ μποροῦν νὰ τοὺς σώσουν τὴν ζωή. Δὲν μᾶς προτείνουν μιὰ ἀνταλλαγή, ὅπως νὰ τοὺς δεχτοῦμε κι αὐτοὶ νὰ δουλέψουν γιὰ μᾶς. Ζητοῦν ἀπὸ μᾶς κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα. Μᾶς ἱκετεύουν.
    Γιατί νὰ ὑποδεχτοῦμε αὐτοὺς τοὺς ἱκέτες; Εἶναι ρεαλιστικὸ νὰ νομίζουμε πὼς οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης εἶναι διατεθειμένοι νὰ θέσουν σὲ κίνδυνο τὸ βιοτικό τους ἐπίπεδο γιὰ νὰ προσφέρουν στὸν ἑαυτό τους τὴν ἱκανοποίηση ὅτι εἶναι γενναιόδωροι; Ἀπὸ τὸν Μακιαβέλλι ξέρουμε ὅτι μιὰ ρεαλιστικὴ πολιτικὴ μπορεῖ νὰ εἶναι γενναιόδωρη, ἀρκεῖ νὰ τὴν συμφέρει. Συμφέρει τὴν ἐξουσία νὰ ὑπερασπίζεται ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοινότητας ποὺ ἀδικεῖται, γιατὶ οἱ ἀδικούμενοι, πολυπληθέστεροι ὄντες, εἶναι ἰσχυρότεροι.1 Ἄλλη εἶναι ὅμως ἡ θέση τῶν προσφύγων. Δὲν κινδυνεύουν νὰ γίνουν ἰσχυροὶ στὴν πολιτική μας κοινότητα. Κι ὅμως, μᾶς συμφέρει νὰ τοὺς δεχτοῦμε. Δὲν μᾶς συμφέρει, ὡστόσο, γιὰ νὰ βγοῦμε κερδισμένοι στὸ παιγνίδι τῆς ἰσχύος, ἀλλὰ τῆς ἐλευθερίας. Ἂν δὲν τοὺς δεχτοῦμε, κινδυνεύει ἡ ἐλευθερία μας.

Μπαίνοντας στὴν θέση τοῦ ἄλλου σὲ κατάσταση ἀνάγκης

Ἕνα πεδίο ὅπου ἡ θέση τοῦ καθένα δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπηρεάζει τὸν τρόπο σκέψης του ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἐπιμέρους προοπτικές. Σὲ ἕνα τέτοιο πεδίο δὲν εἶναι εὔκολο νὰ κρίνει κανεὶς μὲ ἀντικειμενικότητα. Μποροῦμε νὰ τὸ προσπαθήσουμε διὰ τῆς «κοινῆς αἴσθησης», ἐννοώντας αὐτὴ τὴν ἔκφραση ὅπως τὴν χρησιμοποιοῦν τὰ γαλλικὰ καὶ τὰ ἀγγλικά, sens commun, common sense. Σὲ αὐτὲς τὶς γλῶσσες ἡ «κοινὴ αἴσθηση» δὲν δηλώνει τὴν κοινὴ στὰ αἰσθητήρια ἑνὸς ἀτόμου αἴσθηση, ὅπως στὸν Ἀριστοτέλη,2 ἀλλὰ τὴν κοινὴ σὲ πολλὰ ἄτομα αἴσθηση. Μιὰ ἀντικειμενικὴ κρίση σὲ ἕνα πεδίο ποὺ ἀπαρτίζεται ἀπὸ προοπτικὲς δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ στηριχθεῖ σ’ ἕνα ἔλλογο σκεπτικὸ ποὺ ἀναγκαστικὰ δέχονται οἱ συμμετέχοντες, γιατὶ ἕνα τέτοιο σκεπτικὸ θ’ ἀπαιτοῦσε νὰ τοποθετηθοῦμε ἀπὸ μὶα ἀντικειμενικὰ οὐδέτερη ὀπτικὴ γωνία, ἡ ὁποία ἀκριβῶς δὲν διατίθεται. Ἴσως μπορεῖ ὅμως νὰ οἰκοδομηθεῖ μιὰ «κοινὴ αἴσθηση» ποὺ οἱ συμμετέχοντες θὰ μοιραστοῦν. Αὐτὴ διαφέρει ἀπὸ ἕνα κοινῶς ἀποδεκτὸ σκεπτικὸ στὸ ὅτι δὲν τὴν κατακτοῦμε κάμνοντας ἀφαίρεση ἀπὸ ὅλες τὶς ἐπιμέρους προοπτικές, γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦμε στὴν γενικὴ προοπτική, πράγμα ἀδύνατο στὴν περίπτωση ἑνὸς πεδίου ἀπαρτιζόμενου ἀπὸ ἐπιμέρους προοπτικές, ἀλλὰ τὴν οἰκοδομοῦμε ἐναλλάσσοντας τὶς προοπτικές, ἤτοι μὲ τὸ νὰ μπαίνουμε ὁ ἕνας στὴν θέση τοῦ ἄλλου.
   Ὁ Κὰντ προτείνει μιὰ τέτοια ἔννοια κοινῆς αἴσθησης γιὰ τὴν κρίση περὶ ὡραίου. Ἡ «καλαισθησία» εἶναι, λέει, «ἕνα εἶδος sensus communis», «δηλαδὴ μιὰ ἱκανότητα κρίσης, ἡ ὁποία [...] λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν [...] τὸν παραστατικὸ τρόπο καθενὸς ἄλλου». Καὶ τὴν κατακτοῦμε «μὲ τὸ νὰ συγκρίνουμε τὶς κρίσεις μας [...] μὲ τὶς κρίσεις τῶν ἄλλων», δηλαδὴ «μὲ τὸ νὰ μπαίνουμε στὴν θέση τοῦ κάθε ἄλλου»3.  Δὲν ὑπάρχει ἐπιστημονικὴ ἔννοια περὶ ὡραίου, ἂν ὅμως μπαίνουμε ὁ ἕνας στὴν θέση τοῦ ἄλλου μποροῦμε νὰ σχετικοποιήσουμε τὴν δική μας σκοπιά, νὰ λάβουμε ὑπ’ ὄψη αὐτὴ τῶν ἄλλων, καὶ νὰ οἰκοδομήσουμε ἔτσι ἕναν κοινὸ τόπο συνεννόησης.
   Ἡ Ἄρεντ θεωρεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ προσέγγιση ἁρμόζει στὸ πεδίο τῆς πολιτικῆς, ὅπου δὲν ὑπάρχει μιὰ γενικὴ ὀπτικὴ ὑπεράνω τῶν ἐπιμέρους ὀπτικῶν.4 Αὐτὴ ἡ ἀντιμετώπιση τῆς κρίσης περὶ πολιτικῶν θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ προσδιορίσουμε τὴν σχέση μας μὲ τοὺς πρόσφυγες. Εἶναι προφανὲς ὅτι, ἂν δὲν προσπαθήσουμε νὰ μποῦμε στὴν θέση τους, δὲν εἴμαστε δίκαιοι μαζί τους. Ἀφ’ ἑτέρου, ἂν δὲν τὸ κάμουμε αὐτό, δὲν ἔχουμε πολιτικὴ σχέση μαζί τους, δηλαδὴ δὲν ἀντιμετωπίζουμε αὐτοὺς καὶ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους ὡς ἐλεύθερα ὄντα. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσπαθήσουμε νὰ μποῦμε στὴν θέση τους, γιὰ νὰ ἔχουμε ἀντικειμενικὴ εἰκόνα τοῦ προσφυγικοῦ προβλήματος, δεδομένου ὅτι δὲν ἀφορᾶ τὴν σχέση ἀνθρώπων καὶ φυτῶν ἢ ζώων, ἀλλ’ ἀνθρώπων καὶ ἀνθρώπων.
   Ὁ Κὰντ προσθέτει ὅτι, γιὰ νὰ μποῦμε στὴν θέση τοῦ ἄλλου, πρέπει νὰ ἀφήσουμε στὴν ἄκρη τὰ πάθη («θέλγητρα καὶ συγκινήσεις»).5 Εἶναι ὄντως εὔλογο ὅτι, γιὰ νὰ μποῦμε στὴν θέση ἄλλων ἀνθρώπων, πρέπει νὰ παραμερίσουμε τὰ πάθη τῆς δικῆς μας προοπτικῆς. Δὲν θὰ μπῶ στὴν θέση τοῦ πρόσφυγα ὅσο θὰ εἶμαι ἐγκλωβισμένος στὸν φόβο μου μπροστὰ στὴν συρροὴ προσφύγων. Γιὰ νὰ δῶ τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν δική του σκοπιὰ δὲν πρέπει νὰ προσηλώνομαι στὸν φόβο ποὺ μοῦ προκαλεῖ. Ὡστόσο, ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τὰ πάθη τῆς δικῆς μου σκοπιᾶς, δὲν κλείνομαι στὰ πάθη ἐν γένει, κάθε ἄλλο. Γίνομαι διαθέσιμος στὴν συμπόνοια, ἤτοι σὲ αὐτὸν τὸν πόνο ποὺ αἰσθάνομαι ἅπαξ καὶ μπαίνω στὴν θέση τῶν ἄλλων, ἐν προκειμένῳ τῶν προσφύγων, μολονότι ὁ πόνος μου εἶναι μόνον ἕνα ἀχνὸ ἀπείκασμα τοῦ δικοῦ τους.
   Δὲν ἔχει νόημα νὰ θέλουμε νὰ ἀποκλείσουμε τὰ πάθη ἀπὸ τὴν προσπάθειά μας νὰ μποῦμε στὴν θέση τοῦ ἄλλου. Ὁ Ρουσσὼ θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη κατάσταση δὲν χαρακτηρίζεται μόνο ἀπὸ τὸ ἔνστικτο αὐτοσυντήρησης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν «ἔμφυτη ἀπέχθεια στὴν θέα κάθε ζωντανῆς ὕπαρξης ποὺ πεθαίνει ἢ ὑποφέρει, καὶ ἰδιαίτερα τῶν συνανθρώπων μας».6 Ὅταν θεωροῦμε οὐσιῶδες χαρακτηριστικὸ τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης τὴν πολιτικὴ ἐλευθερία, ὅπως ἡ Ἄρεντ, διαπιστώνουμε ὄντως καὶ στὴν πολιτικὴ τὴν ὕπαρξη μιᾶς τέτοιας ἀπέχθειας. Οἱ ἐπαναστάτες ποὺ δὲν ἦσαν ἄποροι δὲν χρησιμοποιοῦσαν πάντα τοὺς ἀπόρους ὡς ἐφαλτήρια γιὰ τὴν ἰσχύ τους, τοὺς συμπονοῦσαν κιόλας. Ἀναμφιβόλως. Τὸ ζήτημα εἶναι μόνο ἂν ἔκαμαν καλά.
   Στὴν πράξη, ὅταν ἀπολαμβάνουμε τὸ ὡραῖο, ἀπὸ τὴν σκοπιά μας ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν σκοπιὰ ἄλλου, δοκιμάζουμε πάθη, καὶ τὸ ἴδιο ἰσχύει στὴν περίπτωση τοῦ πόνου. Συν-πονῶ κάποιον ὅταν πονῶ ἀπὸ τὴν σκοπιά του, ὅταν συν-πάσχω, κι αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι δὲν μπαίνω στ’ ἀλήθεια στὴν θέση του. Ἀντιθέτως. Ὄχι μόνον ὅλα τὰ πάθη δὲν μᾶς ἐμποδίζουν νὰ μποῦμε στὴν θέση τοῦ ἄλλου, ἡ συμπόνοια εἰδικὰ μᾶς βοηθᾶ νὰ μποῦμε στὴν θέση του. Καθὼς μάλιστα βρισκόμαστε σὲ ἕνα πεδίο, ὅπου ἡ θέση τοῦ καθενὸς ἐπηρεάζει τὸν τρόπο σκέψης του, ἐπιβάλλεται νὰ μετέχουμε τῶν παθῶν τῶν ἄλλων, προκειμένου νὰ μποῦμε στὴν πραγματικὴ θέση τους.
   Ἔστω ὅτι ἐγὼ κι ἐσὺ συναντιόμαστε σὲ ἕνα πεδίο ἀπαλλαγμένο ἀπὸ πάθη. Δὲν μᾶς ἀφοροῦν οἱ προοπτικὲς καὶ δὲν χρειάζεται νὰ τοποθετηθοῦμε ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ ἄλλου. Δὲν ἔχουμε παρὰ νὰ τοποθετηθοῦμε μαζὶ ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ λόγου. Ἐσὺ ποὺ λατρεύεις τὸν ἥλιο κι ἐγὼ ποὺ λατρεύω τὴν γῆ μποροῦμε νὰ συμφωνήσουμε ὅτι τὸ ἡλιοκεντρικὸ σύστημα ἀληθεύει, ὄχι τὸ γαιοκεντρικό, χωρὶς νὰ λάβουμε ὑπ’ ὄψη τὶς προτιμήσεις μας. Ὅταν ἕνα πεδίο ἀπαρτίζεται ἀπὸ προοπτικές, τὸ «παθολογικὸ» δὲν χωρίζεται ἀπὸ τὸ ἔλλογο. Τὸ ἔλλογο πρέπει νὰ λάβει ὑπ’ ὄψη του τὸ παθολογικό, γιὰ νὰ εἶναι ἡ εἰκόνα του τῆς κατάστασης ἀντικειμενική, δηλαδὴ γιὰ νὰ εἶναι ἔλλογο. Αὐτὸ ἰσχύει κατ’ ἐξοχὴν ὅταν διακυβεύεται ἡ ζωή, ὅπως στὸ πεδίο τῆς πολιτικῆς, στὸν ὁρίζοντα τῆς ὁποίας ἐμφανίζονται οἱ πρόσφυγες. Ἡ γῆ καὶ ὁ ἥλιος δὲν ἔχουν πάθη, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν, καὶ τὸ πῶς σχετίζονται ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον συναρτᾶται μὲ αὐτά. Ἐδῶ τὰ πάθη εἶναι μέσο, ὄχι ἐμπόδιο τῆς γνώσης, γιατὶ ἡ ἀντικειμενικὴ κρίση τῶν σχέσεών μας ἀπαιτεῖ ὁ ἕνας νὰ νοιώσει τί νοιώθει ὁ ἄλλος, ὄχι μόνο νὰ σκεφτεῖ.
   Ἡ Ἄρεντ ὀρθῶς παρατηρεῖ ὅτι δὲν ἀσκοῦμε ἀναγκαστικὰ τὴν ἱκανότητά μας νὰ μπαίνουμε στὴν θέση τοῦ ἄλλου μόνον στὴν αἰσθητική, ἀλλὰ καὶ στὴν πολιτική. Ὁ πολιτικὸς λαβαίνει ὑπ’ ὄψη τὴν σκοπιὰ ἄλλων, ποὺ διέπεται ἀπὸ ἄλλες ἀξίες, ἄλλα συμφέροντα. Ἡ συν-πάθεια εἶναι πολιτικὰ ἀναγκαία. Στὴν πολιτικὴ πρέπει προφανῶς νὰ τοποθετούμαστε ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ ἄλλου λαβαίνοντας ὑπ’ ὄψη τὰ αἰσθήματά του. Δὲν σκεπτόμαστε πολιτικὰ ὅταν χτυπιόμαστε μὲ τὸν ἄλλον, ἀλλὰ ὅταν κρίνουμε τὴν κοινή μας κατάσταση, καὶ αὐτὸ ἀπαιτεῖ ὄχι μόνο νὰ σκεφτόμαστε τὴν θέση τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ νὰ μπαίνουμε σὲ αὐτήν, δηλαδὴ νὰ τὸν συμπονοῦμε.
   Ἡ Ἄρεντ ἀρνεῖται αὐτὴ τὴν συνεπαγωγή. Φοβᾶται τὶς συνέπειες τῆς συμπόνοιας. Ἡ συμπόνοια, ὠθώντας τὸν συμπονετικὸ πολιτικὸ νὰ θεωρεῖ τὸ δικαίωμα στὴν ζωὴ πιὸ σημαντικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα, τὸν ὁδηγεῖ, γιὰ τὴν Ἄρεντ, νὰ καταργήσει τὰ δικαιώματα αὐτὰ στὸ ὄνομα τῆς σωτηρίας τῶν ἀπόρων.7 Ἡ ἀρεντιανὴ Ρεβὼ ντ’ Ἀλλόν, σὲ ἕνα ἔργο ὅπου στιγματίζει τὴν πολιτικὴ χρήση τῆς συμπόνοιας, παραδέχεται ὅμως πώς, ὅταν ἔχουμε μπροστά μας μιὰ «ἀνυπόφορη τραγωδία», δηλαδὴ ὅταν διακυβεύεται «τὸ θεμελιῶδες», ἡ ἴδια ἡ ζωή, τότε ἡ συμπόνοια δὲν ἐπιφέρει στρέβλωση τῆς κρίσης, παρὰ ἀποτελεῖ, τὸ δίχως ἄλλο, «τρόπο γνώσης».8 Ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ὄντως δὲν νοεῖται ἀντικειμενικὴ πολιτικὴ κρίση χωρὶς συμπόνοια. Κι αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ στὴν περίπτωση τῶν προσφύγων.
   Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶναι σὲ κατάσταση ἀνάγκης διαφέρει ἀπὸ κάποιον ἄλλης τάξης, ἐπαγγέλματος, παράταξης, θρησκεύματος, κι ἂς ἀνήκει σὲ τάξη, κι ἂς ἔχει ἐπάγγελμα καὶ πολιτικὰ καὶ θρησκευτικὰ φρονήματα. Ὁ ἄλλος αὐτὸς ὑφίσταται ὡς ἄνθρωπος. Τὸ διακύβευμα τῆς ζωῆς σβήνει ἐπάνω του τὰ ἄλλα γνωρίσματα τῆς ἀνθρωπότητάς του, τὸν καθιστᾶ στὰ μάτια μας ἐνσάρκωση τῆς γενικῆς ἔννοιας ἀνθρώπου. Γιὰ τὸν Μάρξ, ὁ προλετάριος βιώνει τέτοια στέρηση μέσων ἐπιβίωσης ποὺ στὸ πρόσωπό του ἐμφανίζονται ἡ ἀδικία καθ’ αὑτὴ καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄνθρωπος, χωρὶς περαιτέρω προσδιορισμό.9 Δὲν μπαίνω στὴν θέση ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ βρίσκεται σὲ κατάσταση ἀνάγκης κάμνοντας ἀφαίρεση τῆς δικῆς μου, ἀλλὰ ὅλων τῶν ἐπιμέρους προοπτικῶν. Στὸ πρόσωπό του, λοιπόν, ἡ γενικὴ ὀπτικὴ γωνία, ποὺ λείπει ἀπὸ τὸ πολιτικὸ πεδίο, ἐμφανίζεται ὑπὸ τὴν μορφὴ μιᾶς ἰδιαίτερης ὀπτικῆς γωνίας.
   Μπαίνοντας στὴν θέση τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τελεῖ σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ἀγγίζω ἔτσι τὴν μέγιστη ἀντικειμενικότητα ποὺ μπορεῖ νὰ μοῦ προσφέρει ἕνα τέτοιο πεδίο. Γι’ αὐτὸ εἶναι βασικὸ ζήτημα γιὰ τὴν φιλοσοφία τοῦ ἀνθρώπου νὰ μποῦμε στὴν θέση τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀδικοῦνται ὡς ἄνθρωποι. Ἡ φιλόσοφος Σιμὸν Βέιγ ἀποφάσισε νὰ γίνει ἐργάτρια γι’ αὐτὸ τὸν λόγο.10 Μπαίνοντας στὴν θέση τοῦ ἀτόμου σὲ κατάσταση ἀνάγκης, δὲν μαθαίνουμε πῶς εἶναι νὰ εἶσαι μέλος ἄλλης τάξης, ἄλλου ἐπαγγέλματος ἢ ἐκκλησίας, μαθαίνουμε πῶς εἶναι νὰ εἶσαι ἄνθρωπος.  Ἀρνούμενοι νὰ μποῦμε στὴν θέση τοῦ ἄλλου σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ὄχι μόνο ἀποφεύγουμε νὰ εἴμαστε δίκαιοι, ἀποφεύγουμε καὶ νὰ μάθουμε πῶς εἶναι νὰ εἶσαι ἄνθρωπος, δηλαδὴ τὴν αὐτογνωσία. Μένουμε ἐγκλωβισμένοι στὶς μέριμνες τῆς τάξης μας, τοῦ ἐπαγγέλματός μας, τῆς ἐνορίας μας, τοῦ ἔθνους μας, ἀγνοώντας τὶς μέριμνες τοῦ ἀνθρώπου. Ἴσως δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἄνθρωπος σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ποὺ χρειάζεται τροφὴ καὶ περίθαλψη γιὰ νὰ ζήσει, ἐνσαρκώνει τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ στὸν χριστιανισμό: ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.11
   Ἔχει εἰπωθεῖ ὅτι ὁ φυλακισμένος σὲ στρατόπεδο συγκέντρωσης βρίσκεται κατ’ ἐξοχὴν σὲ κατάσταση ἀνάγκης, ὅτι ἐνσαρκώνει τὴν «σκέτη ζωή».12 Ὁ πρόσφυγας δὲν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ αὐτό. Τὸ παιδὶ ποὺ πνίγεται στὰ σύνορά μας εἶναι ὁ ἄλλος ὡς ἄλλος. Ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι φιλανθρωπικὸ ἐγχείρημα, ὅμως μιὰ ἀνίκανη νὰ τοποθετηθεῖ ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τοῦ ἄλλου σὲ κατάσταση ἀνάγκης πολιτικὴ ἁπλούστατα δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κρίνει ἀντικειμενικὰ τὴν κατάσταση. Μπαίνουμε στὴν θέση τοῦ προλετάριου, τοῦ ἐκτοπισμένου, τοῦ πρόσφυγα, ὄχι μόνο γιατὶ συμπονοῦμε τὰ ἔμβια, ἀλλὰ γιατὶ μόνον ἔτσι συγκροτοῦμε τὴν κρίση μας γιὰ τὴν σχέση μας μαζί τους.
   Ὅπως φαίνεται, λοιπόν, δὲν εἴμαστε δίκαιοι μὲ τοὺς ἄλλους μόνον ἀπὸ καθῆκον, ἀλλὰ καὶ γιατὶ ἔχουμε ἀντικειμενικὴ εἰκόνα τῶν πραγμάτων μόνον ἂν μπαίνουμε στὴν θέση τους, καὶ σίγουρα μᾶς συμφέρει νὰ ἔχουμε μιὰ τέτοια εἰκόνα. Ἀλλὰ μᾶς συμφέρει νὰ μπαίνουμε στὴν θέση τοῦ ἄλλου σὲ κατάσταση ἀνάγκης καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο. Μᾶς συμφέρει γιατἰ, σώζοντάς του τὴν ζωή, σώζουμε τὴν ἐλευθερία μας. Δὲν ὠφελεῖ μόνο τὴν γνώση μας νὰ μπαίνουμε στὴν θέση τῶν προσφύγων, ὠφελεῖ καὶ τὴν ἐλευθερία μας. Πρέπει νὰ φανοῦμε δίκαιοι μαζί τους, γιὰ νὰ εἴμαστε ἐμεῖς ἐλεύθεροι. Αὐτὸ θέλω τοὐλάχιστον νὰ ὑποστηρίξω στὴν συνέχεια...

Απόσπασμα από το δοκίμιο του Γιώργου Φαράκλα που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ. 42ό.

Γιῶργος Φαράκλας εἶναι καθηγητὴς πολιτικῆς φιλοσοφίας στὸ Τμῆμα Πολιτικῆς Ἐπιστήμης καὶ Ἱστορίας τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικῶν καὶ Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν. Σπούδασε φιλοσοφία στὸ Παρίσι. Ἐκτὸς ἀπὸ ἄρθρα σὲ περιοδικὰ καὶ συλλογικοὺς τόμους ἔχει ἐκδώσει τὰ ἑξῆς ἔργα: Νόημα καὶ κυριαρχία. Νοηματικὴ συγκρότηση καὶ κριτικὴ τῆς κυριαρχίας (Ἑστία, 2007), «Αὐτό τὸ πρᾶγμα». Κριτικὴ τῆς αἰτιότητας καὶ αὐτοσχεσία στὴν συγκρότηση τοῦ κοινωνικοῦ ἀντικειμένου: Δέκα δοκίμια (Νῆσος, 2001), Γνωσιοθεωρία καὶ μέθοδος στὸν Ἕγελο (Ἑστία, 2000), Θέση καὶ ἀλήθεια. Γιὰ μιὰ διαλεκτικὴ γνωσιοθεωρία τῶν κοινωνικῶν φαινομένων: Ἑπτὰ δοκίμια (Κριτική, 1997), Machiavel. Le pouvoir du prince (PUF, 1997).