Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΩΝΣΤΑΤΖΙΚΗΣ, από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ






«...Ο αγώνας συνεχιζόταν πιο έντονος και πιο επικίνδυνος. Λείπαμε συχνά σε διάφορες συσκέψεις ή μεταφέροντας εφόδια στα βουνά. Εγώ δούλευα μέρα νύχτα για την οργάνωση. Έγινα υπεύθυνος του οικονομικού τομέα της τοπικής οργάνωσης του Ε.Α.Μ. Μέσα στις υπάρχουσες συνθήκες δεν ήταν εύκολο να είσαι υπεύθυνος των οικονομικών. Έπρεπε να εκτιμάς τα χρήματα που μαζεύονταν λέβα προς λέβα και τούτο το θεωρούσα τιμή μου. Τα χρήματα που μαζεύονταν αποτελούσαν μεγάλη ευθύνη για μένα μέσα στη φτώχεια που έδερνε τον κόσμο.
   Στο σπίτι μας εξακολουθούσε να μένει η Ρετζίνα που, όπως είπα, είχε πάρει κοντά της η μάνα μου. Ήδη είχαν βάλει στο πέτο των Εβραίων το άστρο του Δαυίδ. Ήταν φανερό πως από μέρα σε μέρα θα τους μάζευαν. Παρακαλούσα τον Αλβέρτο να τους πάμε στο βουνό, στους αντάρτες, αλλά ο μπάρμπα Ιακώβ δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει. «Δεν πάω μ’ αυτούς τους τσιπλάκηδες», έλεγε. «Όπου πάμε, θα πάμε όλοι μαζί». Μάθαμε πως πέθανε κατά τη μεταφορά και οι άλλοι στα κρεματόρια του Άουσβιτς. Όσοι είχαν γίνει Βούλγαροι υπήκοοι δεν τους πήραν. Έτσι, γλίτωσε η άλλη αδερφή της Ρετζίνας, η Πέρλα. Ο Ασέρ, ο άντρας της, είχε γραφτεί Βούλγαρος και η κόρη τους παντρεύτηκε Έλληνα και βαφτίστηκε χριστιανή. Η οικογένεια είχε κρύψει αρκετά υφάσματα στα μπαούλα του σπιτιού μας, τα οποία πήρε η χριστιανή κόρη της Πέρλας. Υποψιαζόταν μάλιστα ότι δεν τα είχαμε δώσει όλα. Όμως δεν κρατήσαμε τίποτα. Για μας αποτελούσε καθήκον αγάπης η φύλαξη της περιουσίας τους. Τους κλάψαμε πολύ. Είχαμε μεγαλώσει μαζί, σαν μια οικογένεια.
   Τα γεγονότα έτρεχαν, η υποχώρηση των Γερμανών αναπτέρωσε το ηθικό μας. Το κίνημα φούντωσε. Ήρθε ο Σεπτέμβρης του 1944. Στις 9 του μήνα άρχισε η κατάρρευση. Επαναστάτησε το σύνταγμα του χωριού μας. Έτρεχαν οι αγγελιαφόροι καβάλα στ’ άλογα. Εμείς χαρές, τραγούδια. Ό κόσμος στους δρόμους, στις πλατείες, και στα αλώνια χόρευε. Η πρώτη απελευθερωτική σύσκεψη των επικεφαλής της πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης του Ε.Α.Μ. ορίστηκε να γίνει στο σπίτι μας. Μας ειδοποίησαν πως μια μερίδα αξιωματικών δεν παραδινόταν στους επαναστάτες. Κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο ΕΛΑΣ κατέλαβε τον σταθμό χωροφυλακής. Εμείς φοβηθήκαμε. Το σπίτι μας ήταν γεμάτο ελασίτες και αν συνέβαινε κάτι κινδυνεύαμε. Δυο μέρες περάσαμε αγωνιώντας. Δεν είχε σταθεροποιηθεί η κατάσταση...»

Eνοικιάζομαι του Γιάννη Τσιτσίμη, από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ


Ενοικιάζομαι. Ως συνείδηση, ως κορμί, ως ψέματα, ως χώρα. Ενοικιάζομαι εγώ, εσύ, όλοι. Ενοικιάζεται η σιωπή, τα λάθη, η υποκρισία, η «καριέρα», η λήθη, το μέλλον. Αλλά πουθενά μέσα στα  ενοικιοστάσια δεν βρίσκεις να μισθώσεις λίγη ανθρωπιά. Λίγη έστω κατανόηση. Δεν περισσεύει. Και μετά, ξεπέφτεις. Βυθίζεσαι. Ακροβατείς ανάμεσα σε άγνωστους κόσμους. Κι αυτό είναι ένα βιβλίο για το πιο δυνατό στοιχείο που ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στην καταβύθισή της: το σεξ.
   Το σεξ ως πηγή γέννησης, σαρκικής απόλαυσης, ανασφάλειας, παρεκτροπής και στοιχείο ακραίων καταστάσεων, βασιλεύει σε αυτήν τη συλλογή διηγημάτων. Ως βασική αιτία εξερεύνησης της ανθρώπινης οδύνης τη στιγμή της κορύφωσης του ερωτικού σπασμού. Ξεπεσμένοι χαρακτήρες, πόρνες, ζευγάρια που μισιούνται κι εκδικούνται ερωτικά, παρανοϊκοί και μοναχικοί τύποι, γυναίκες σε αδιέξοδες σχέσεις, ο έρωτας να νικιέται από το ωμό σεξ και μια φιλοσοφική, στοχαστική προέκταση του θέματος συνθέτουν τη γραφή σε τούτα τα διηγήματα, όπου εγείρεται μια μάταιη κραυγή για το τέλος των ανθρώπινων σχέσεων.
   Κι αυτό που απομένει είναι η απόγνωση του θανάτου που κρύβει μέσα της η σεξουαλική πράξη. Και οι ήρωες που τόλμησαν να βαφτιστούν σε αυτήν την παράφορα και που στην ουσία κατοικούν στη διπλανή πόρτα. Ανοίξτε τους, σας κοιτάζουν...

«Κάτω στην πλατεία η νύχτα αγκάλιαζε τα πάντα. Ακούγονταν φωνές, κάποιοι μάλωναν σε μια γλώσσα απόμακρη. Σειρήνες αστυνομίας. Θόρυβοι. Μαλώματα. Απορριμματοφόρα. Νεκροφόρες. Ασθενοφόρα. Ανάπηροι ζητιάνοι στις γωνίες. Ανάπηροι στα παράθυρα του τρίτου ορόφου. Ανάπηροι παντού. Ελεήστε τους ανάπηρους. Είναι τόσο ωραία η ζωή. Ειδικά όταν δεν μπορείς να την αγκαλιάσεις στην ολότητά της, να κοιμηθείς μαζί της και να τη ρημάξεις στον έρωτα ολονυκτίς. Τότε καταλαβαίνεις τη διαφορά. Και πονάς. Πονάς πολύ, βγάζεις κραυγή, κόβεις τη γλώσσα σου μετά, συνεχίζεται ο πόνος όμως γιατί είναι από μέσα όχι από έξω και τρελαίνεσαι, βρίζεις θεούς άδικα, καταπίνεις μαχαίρια, συλλέγεις οίκτους, επισκέπτεσαι γραφεία κηδειών και αποτεφρωτήρες, γερνάς γρήγορα και κλαις ξεδιάντροπα σε κάθε ευκαιρία, τρομάζεις από τη μοναξιά και σβήνεις ανάμεσα στο κοπάδι της σιωπής. Τότε αντιλαμβάνεσαι ότι το δικό σου μαύρο είναι καλύτερο από το κατάδικό τους λευκό…»

(από το διήγημα «Mαύρο το χρώμα της ελπίδας»)


Γιάννης Τσιτσίμης



Ο Γιάννης Τσιτσίμης μοιράζει τις ημέρες του ανάμεσα στο Κιλκίς (γενέθλια πόλη, 1966) και στη Θεσσαλονίκη (αιώνια αγαπημένη). Έχει εκδώσει 4 μυθιστορήματα και έχει σκηνοθετήσει 1 ντοκιμαντέρ, 7 μικρού μήκους ταινίες και  1 μεγάλου. Άρθρα, κείμενα και κριτικές του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, έντυπα και περιοδικά της Β. Ελλάδας.


«Το κίνημα του βρώμικου ρεαλισμού που βρήκε απήχηση στις Η.Π.Α. τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 (παρότι ο όρος δεν «ανακαλύφτηκε» παρά μόνον το 1983) δεν βρέθηκε ποτέ στο ελληνικό εκδοτικό προσκήνιο: οι βασικότεροι εκπρόσωποι του κινήματος, όπως είναι ο Ρέιμοντ Κάρβερ και ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ, άργησαν να μεταφραστούν· το ίδιο και ο Τζον Φάντε· μόνο ο «νονός» του μινιμαλιστικού αυτού κινήματος, Τσαρλς Μπουκόφσκι, έγινε γνωστός στην Ελλάδα, χάρη στις πρώιμες μεταφράσεις ποιημάτων και διηγημάτων του από σπουδαίες —όσο και σπάνιες — προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων: ο Τέο Ρόμβος και ο Αλέξης Τραϊανός συγκαταλέγονται σε αυτούς που μετέδωσαν το κλίμα του περιθωρίου της Πόλης των Αγγέλων.
Ο Γιάννης Τσιτσίμης (Κιλκίς 1966) στο βιβλίο του Ενοικιάζομαι και άλλα διηγήματα επηρεάζεται από τον Μπουκόφσκι και τον Κουβανό Πέδρο Χουάν Γκουτιέρεζ· η αισθητική των διηγημάτων του μοιάζει πολύ με αυτή των τριών πεζογραφικών έργων του εκλιπόντος σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη. Αυτά είναι τα υλικά που χρησιμοποιεί ο Τσιτσίμης για να πλάσει τα δέκα διηγήματά του.
Στο ομώνυμο διήγημα που ανοίγει και τη συλλογή, πρωταγωνιστής είναι ένας ζιγκολό που βλέπει σιγά-σιγά την πελατεία του να μειώνεται· βαθιά μέσα στο μυαλό του κρατάει την εικόνα της Ηρίννας, μιας πόρνης από την πρώην Σοβιετική Ένωση, που έχει στοιχειώσει τη ζωή και το κορμί του: ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις φρενήρεις ψευδαισθήσεις της ηρωίνης, τη βλέπει ολόθερμη μπροστά του, έτοιμη να τον ζεστάνει από το κρύο...»


Κώστας Δρουγαλάς, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 26ο, υπό έκδοση