Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Eνοικιάζομαι του Γιάννη Τσιτσίμη, από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ


Ενοικιάζομαι. Ως συνείδηση, ως κορμί, ως ψέματα, ως χώρα. Ενοικιάζομαι εγώ, εσύ, όλοι. Ενοικιάζεται η σιωπή, τα λάθη, η υποκρισία, η «καριέρα», η λήθη, το μέλλον. Αλλά πουθενά μέσα στα  ενοικιοστάσια δεν βρίσκεις να μισθώσεις λίγη ανθρωπιά. Λίγη έστω κατανόηση. Δεν περισσεύει. Και μετά, ξεπέφτεις. Βυθίζεσαι. Ακροβατείς ανάμεσα σε άγνωστους κόσμους. Κι αυτό είναι ένα βιβλίο για το πιο δυνατό στοιχείο που ορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στην καταβύθισή της: το σεξ.
   Το σεξ ως πηγή γέννησης, σαρκικής απόλαυσης, ανασφάλειας, παρεκτροπής και στοιχείο ακραίων καταστάσεων, βασιλεύει σε αυτήν τη συλλογή διηγημάτων. Ως βασική αιτία εξερεύνησης της ανθρώπινης οδύνης τη στιγμή της κορύφωσης του ερωτικού σπασμού. Ξεπεσμένοι χαρακτήρες, πόρνες, ζευγάρια που μισιούνται κι εκδικούνται ερωτικά, παρανοϊκοί και μοναχικοί τύποι, γυναίκες σε αδιέξοδες σχέσεις, ο έρωτας να νικιέται από το ωμό σεξ και μια φιλοσοφική, στοχαστική προέκταση του θέματος συνθέτουν τη γραφή σε τούτα τα διηγήματα, όπου εγείρεται μια μάταιη κραυγή για το τέλος των ανθρώπινων σχέσεων.
   Κι αυτό που απομένει είναι η απόγνωση του θανάτου που κρύβει μέσα της η σεξουαλική πράξη. Και οι ήρωες που τόλμησαν να βαφτιστούν σε αυτήν την παράφορα και που στην ουσία κατοικούν στη διπλανή πόρτα. Ανοίξτε τους, σας κοιτάζουν...

«Κάτω στην πλατεία η νύχτα αγκάλιαζε τα πάντα. Ακούγονταν φωνές, κάποιοι μάλωναν σε μια γλώσσα απόμακρη. Σειρήνες αστυνομίας. Θόρυβοι. Μαλώματα. Απορριμματοφόρα. Νεκροφόρες. Ασθενοφόρα. Ανάπηροι ζητιάνοι στις γωνίες. Ανάπηροι στα παράθυρα του τρίτου ορόφου. Ανάπηροι παντού. Ελεήστε τους ανάπηρους. Είναι τόσο ωραία η ζωή. Ειδικά όταν δεν μπορείς να την αγκαλιάσεις στην ολότητά της, να κοιμηθείς μαζί της και να τη ρημάξεις στον έρωτα ολονυκτίς. Τότε καταλαβαίνεις τη διαφορά. Και πονάς. Πονάς πολύ, βγάζεις κραυγή, κόβεις τη γλώσσα σου μετά, συνεχίζεται ο πόνος όμως γιατί είναι από μέσα όχι από έξω και τρελαίνεσαι, βρίζεις θεούς άδικα, καταπίνεις μαχαίρια, συλλέγεις οίκτους, επισκέπτεσαι γραφεία κηδειών και αποτεφρωτήρες, γερνάς γρήγορα και κλαις ξεδιάντροπα σε κάθε ευκαιρία, τρομάζεις από τη μοναξιά και σβήνεις ανάμεσα στο κοπάδι της σιωπής. Τότε αντιλαμβάνεσαι ότι το δικό σου μαύρο είναι καλύτερο από το κατάδικό τους λευκό…»

(από το διήγημα «Mαύρο το χρώμα της ελπίδας»)


Γιάννης Τσιτσίμης



Ο Γιάννης Τσιτσίμης μοιράζει τις ημέρες του ανάμεσα στο Κιλκίς (γενέθλια πόλη, 1966) και στη Θεσσαλονίκη (αιώνια αγαπημένη). Έχει εκδώσει 4 μυθιστορήματα και έχει σκηνοθετήσει 1 ντοκιμαντέρ, 7 μικρού μήκους ταινίες και  1 μεγάλου. Άρθρα, κείμενα και κριτικές του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε εφημερίδες, έντυπα και περιοδικά της Β. Ελλάδας.


«Το κίνημα του βρώμικου ρεαλισμού που βρήκε απήχηση στις Η.Π.Α. τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 (παρότι ο όρος δεν «ανακαλύφτηκε» παρά μόνον το 1983) δεν βρέθηκε ποτέ στο ελληνικό εκδοτικό προσκήνιο: οι βασικότεροι εκπρόσωποι του κινήματος, όπως είναι ο Ρέιμοντ Κάρβερ και ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ, άργησαν να μεταφραστούν· το ίδιο και ο Τζον Φάντε· μόνο ο «νονός» του μινιμαλιστικού αυτού κινήματος, Τσαρλς Μπουκόφσκι, έγινε γνωστός στην Ελλάδα, χάρη στις πρώιμες μεταφράσεις ποιημάτων και διηγημάτων του από σπουδαίες —όσο και σπάνιες — προσωπικότητες των ελληνικών γραμμάτων: ο Τέο Ρόμβος και ο Αλέξης Τραϊανός συγκαταλέγονται σε αυτούς που μετέδωσαν το κλίμα του περιθωρίου της Πόλης των Αγγέλων.
Ο Γιάννης Τσιτσίμης (Κιλκίς 1966) στο βιβλίο του Ενοικιάζομαι και άλλα διηγήματα επηρεάζεται από τον Μπουκόφσκι και τον Κουβανό Πέδρο Χουάν Γκουτιέρεζ· η αισθητική των διηγημάτων του μοιάζει πολύ με αυτή των τριών πεζογραφικών έργων του εκλιπόντος σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη. Αυτά είναι τα υλικά που χρησιμοποιεί ο Τσιτσίμης για να πλάσει τα δέκα διηγήματά του.
Στο ομώνυμο διήγημα που ανοίγει και τη συλλογή, πρωταγωνιστής είναι ένας ζιγκολό που βλέπει σιγά-σιγά την πελατεία του να μειώνεται· βαθιά μέσα στο μυαλό του κρατάει την εικόνα της Ηρίννας, μιας πόρνης από την πρώην Σοβιετική Ένωση, που έχει στοιχειώσει τη ζωή και το κορμί του: ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις φρενήρεις ψευδαισθήσεις της ηρωίνης, τη βλέπει ολόθερμη μπροστά του, έτοιμη να τον ζεστάνει από το κρύο...»


Κώστας Δρουγαλάς, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεύχος 26ο, υπό έκδοση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου