Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΛΕΗΛΑΤΗΜΕΝΩΝ ΝΙΚΩΝ. XΡΗΣΤΟΣ Σ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, ιστορική μνήμη


Μετά τη Βάρκιζα, την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Πολυνερίου την πλαισίωσαν τα παρακρατικά στοιχεία, που ήταν αδύνατο να ελεγχθούν από εκείνα τα μετριοπαθή στοιχεία των αρχών που επιδίωκαν την ομαλότητα. Οι συμμορίες αυτές καπέλωσαν την Υποδιοίκηση και ανέλαβαν το εγκληματικό έργο των βασανιστηρίων, των βιασμών και των δολοφονιών ακόμα και του πιο αδύναμου και φιλήσυχου πολίτη. Έπρεπε να τσακιστεί κάθε τι που θύμιζε λαïκή εξουσία. Η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Πολυνερίου της μεταβαρκιζιανής περιόδου, που την έζησα παιδί τότε δώδεκα χρονών, αποτελεί δείγμα του έργου του μεταβαρκιζιανού κράτους.
   Κουβαλούσαν από τα χωριά, που ήταν υπό την εποπτεία της, τους ΕΛΑΣίτες αγωνιστές και τους ζητούσαν να παραδώσουν όπλα, είχαν δεν είχαν, τους βασάνιζαν, τους φυλάκιζαν, τους χαρακτήριζαν κομμουνιστές και παρτίδες παρτίδες τους μεταφέρανε στα Γρεβενά και από εκεί στις φυλακές και εξορίες, όσους κατόρθωναν να επιζήσουν από τα σκληρά βασανιστήρια.
   Από το καλοκαίρι του 1945 μέχρι το καλοκαίρι του 1946 μείνανε  στη μνήμη μου οι πιο φρικιαστικές στιγμές της ζωής μου. Τα βογκητά των ανθρώπων από τα βασανιστήρια και οι εικόνες των προσώπων τους, έμειναν στη μνήμη μου ως οι πιο μαύρες στιγμές της ζωής μου. Όταν τις ξαναφέρνω στη μνήμη μου ανατριχιάζω και αναρωτιέμαι πού βρίσκονταν τόσο μίσος και τόση βαρβαρότητα.
   Στην Υποδιοίκηση Πολυνερίου εγκαινίασαν τα βασανιστήρια και την τρομοκρατία με τη σύλληψη του Γιαννούλη Παπαδημητρίου και της Σταυρούλας Τζιόλα, με την κατηγορία ότι την περίοδο της κατοχής και της Αντίστασης ήταν δραστήρια μέλη του ΕΑΜ. Ζητούσαν όπλα που δεν είχαν. Ποιος ήταν ο Γιαννούλης Παπαδημητρίου; Ικανός, με δημοκρατικές παραδόσεις, τραυματίας στο Σαγκάριο της Μικρά Ασίας. Είχε την εκτίμηση των χωριανών και διακρινόταν για την προσφορά του στην κοινότητα του χωριού. Όλοι οι χωριανοί αναγνωρίζουν ότι ήταν ο καλύτερος Πρόεδρος που πέρασε από το χωριό όλες τις εποχές και κατά την περίοδο της κατοχής και της Αντίστασης έπαιξε σημαντικό ρόλο μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην καθιέρωση των θεσμών της λαϊκής εξουσίας και της λαϊκής δικαιοσύνης. Με την παρέμβασή του, έσωσε από βέβαιο θάνατο εκείνους που συνεργάσθηκαν με τους Ιταλούς. Για το έργο του αναφέρομαι και σε άλλο σημείο.
   Η Σταυρούλα Τζιόλα από τις πιο πρωτοπόρες νέες γυναίκες του χωριού. Με τη δραστηριότητά της έβγαλε από το σπίτι τη γυναίκα και της έδωσε δράση και λόγο στα προβλήματα και στα κοινά του χωριού μας. Νέα τότε, συνεπήρε και τη νεολαία, πρωτοστάτησε στην οργάνωση και στην πολιτιστική καλλιέργεια των νέων και ιδιαίτερα στην ανύψωση και την ανάδειξη των γυναικών του χωριού, που διέπρεψαν και προσέφεραν σημαντικό έργο στην αντίσταση και στα κοινά του χωριού.
   Αυτούς τους δυο, μέρες τους δέρνανε και τους λιώσανε στο ξύλο, με την κατηγορία ότι είχαν όπλα και ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ, για την προσφορά τους στην κοινωνία του χωριού. Ήταν κάτι το φρικιαστικό να βλέπεις τη βαρβαρότητα των τραμπούκων. Έπρεπε να εξαφανιστεί κάθε ανάμνηση, να σβήσει κάθε τι στη μνήμη των απλών ανθρώπων, για τη δημοκρατία και τη λευτεριά που τη γεύτηκε ο λαός στον αγώνα στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης.  
   Παιδί τότε, από την αυλή του σπιτιού μας, έβλεπα τη φρικιαστική εικόνα που διαδραματιζόταν στην πλατεία του χωριού, κάτω από τον πλάτανο, μπροστά στα μάτια του κόσμου. Τέτοια βαρβαρότητα και τόσο μίσος δεν έχω δει στη ζωή μου. Τα άγρια ζώα δεν έχουν τέτοια άγρια αισθήματα. Και οι δυο συγγενείς μας, ο Γιαννούλης, αδερφός του πατέρα μου και του Σπύρου, η Σταυρούλα, πρώτη ξαδέρφη της μάνας μου. Παρακολουθώντας τη φρικτή εικόνα, ένιωσα το μυαλό μου να στριφογυρίζει σαν ανεμοστρόβιλος μέσα στο κεφάλι μου, σαν να ήταν ξεκομμένο από το περίβλημα του εγκεφάλου. Αν είναι δυνατόν... Μέσα στον εγκέφαλό μου στριφογύριζε κάτι σαν τροχός, σαν σφαίρα, σαν να ήταν ξεκομμένο από το κρανίο! Η γιαγιά φαίνεται πως κάτι αντιλήφθηκε στο πρόσωπό μου και με πήρε μέσα στο σπίτι, κυριολεκτικά με έσπρωξε με τόση δύναμη και γρηγοράδα μέσα στην είσοδο του σπιτιού για να μη βλέπω την εικόνα της φρίκης. Δεν μπορώ να φανταστώ τι είδε στο πρόσωπό μου, είδα τη γιαγιά μου με τι αγωνία με πήρε μέσα για να μη βλέπω αυτή την αγριότητα των βασανιστών. Η σύζυγος του Τάκη Κυρατζή δεν άντεξε, βλέποντας κάποιους να απολαμβάνουν το «θέαμα» και φώναξε: «Δεν ντρέπεστε; Τι σας έκαναν και δεν πάτε να σταματήσετε τους φονιάδες». Από τότε, από αυτήν την βάρβαρη εικόνα, άρχισαν να ασπρίζουν τα μαλλιά μου.
   Ο ξυλοδαρμός συνεχίστηκε μέρες, ωσότου ήταν σχεδόν αναίσθητοι και μελανιασμένοι απ’ το πολύ ξύλο. Τους ζητούσαν την αποκάλυψη αποθήκης όπλων, για τα οποία αυτοί δεν είχαν ιδέα. Από το πολύ ξύλο η θεία Σταυρούλα που ήταν έγκυος έχασε το παιδί της. Τους πήραν στο σπίτι και τους τύλιξαν σε φρεσκοκομμένα δέρματα προβάτων.
   Ο δαρμός του Γιαννούλη και της Σταυρούλας ήταν τα εγκαίνια των βασανιστηρίων, βιασμών και δολοφονιών από τις συμμορίες του κατεστημένου, που λεγόταν «κράτος». Από την Υποδιοίκηση Χωροφυλακής Πολυνερίου φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν ΕΛΑΣίτες που σε αριθμό ξεπερνούν κάμποσες εκατοντάδες, από τα χωριά που ανήκαν διοικητικά στο Πολυνέρι και τους βλέπαμε κάθε μέρα που τους μεταφέρανε καταματωμένους από το κρατητήριο για ανάκριση και ξυλοδαρμό...


απόσπασμα από το βιβλίο του ιστορικού Χρήστου Παπαδημητρίου ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΩΝ ΛΕΗΛΑΤΗΜΕΝΩΝ ΝΙΚΩΝ, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ

Γεράσιμος Βώκος, Η ανθρώπινη γωνιά, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τχ.Ιανουάριος Φεβρουάριος Μάρτιος 2013, τεύχος 27ο

Συνήθως με καλούν να παρουσιάσω ή να σχολιάσω επιστημονικά βιβλία. Η ειδικότητα στην οποία έχω ασκηθεί είναι η ιστορία της φιλοσοφίας, την οποία διδάσκω 34 χρόνια τώρα στο Αριστοτέλειο. Όταν, πριν από μερικές μέρες, ο Στέργιος μου μίλησε για το βιβλίο του πατέρα του, προσφέρθηκα να το παρουσιάσω, με μία σχεδόν αυτόματη κίνηση που έμοιαζε αυτονόητη και με εξέπληξε και εμένα τον ίδιο. Πρέπει να εξηγήσω κάπως αυτήν την απροσδόκητη αυθορμησία.
   Εδώ και αρκετό καιρό, περιμένοντας τη σειρά μου για να παραγγείλω, άκουσα την εγγονή του κ. Μιχάλη Κωνστατζίκη, τη Νανά, η οποία βρισκόταν στο ταμείο, να λέει: «Καλώστηνα την πέρδικα!». Γύρισα και κοίταξα· η εν λόγω πέρδικα ήταν μία κυρία πολύ μεγάλης ηλικίας, που ζύγιζε δεν ζύγιζε όλα κι όλα σαράντα κιλά. Παράγγειλε ολίγη μαρίδες και ολίγη πατάτες τηγανητές. Τα πακέτα ετοιμάστηκαν, αλλά οι μερίδες ήταν κανονικές. Η πέρδικα ανησύχησε και είπε: «Αυτά δεν είναι ολίγη». Η απάντηση που ήρθε από το ταμείο δεν σήκωνε αντίρρηση: «Έτσι είναι σε μας η ολίγη!». Η πέρδικα πλήρωσε, πήρε τα πακέτα και έφυγε αθόρυβα όπως είχε έρθει, με τα κάτασπρα μαλλιά της να ανεμίζουν, κάπως σαν αερικό, πλάσμα άτρωτο στον χρόνο, σαν εκείνα που χρόνια τώρα, αιώνες τώρα, υφαίνουν τον ιστό αυτής της χώρας που οι άλλοι με μανία καταστρέφουν. Όλα αυτά μπήκαν στο μυαλό μου χωρίς να το θέλω και εξηγούν γιατί θέλησα να εμπλακώ στην παρουσίαση του βιβλίου: από περιέργεια. Ήθελα να δω με τι μοιάζει η ζωή ενός ανθρώπου, στο εστιατόριο του οποίου οι πέρδικες μπορούν να χορτάσουν και να ζήσουν άλλη μία μέρα χωρίς φόβο και τρόμο.
   Διάβασα λοιπόν το βιβλίο. Το πρώτο σημείο που με σταμάτησε ήταν το ύφος. Λιτό, περιγραφικό, άμεσο και σχεδόν κοφτό. Ύφος ανθρώπου που έμαθε από τη ζωή του να λέει λίγα λόγια, γιατί ο χρόνος δεν περισσεύει για τα πολλά. Έτσι κι αλλιώς η φτώχεια ήταν μεγάλη, ώστε να μην έχει ανάγκη από τα πολλά λόγια για να εμφανιστεί. Από τα παιδικά χρόνια στη Ζίγδη. «Ο ένας κοιτούσε πώς να ξεγελάσει τον άλλο. Το είχαν για κατόρθωμα και, αν κέρδιζαν κάτι, θεωρούνταν ξύπνιοι. Στη μεγάλη μου φτώχεια τα έκανα κι εγώ αυτά, αλλά μόνο στους κατακτητές της Κατοχής. Έκανα και απάτες. Η πείνα σου μαθαίνει πολλά για να ζήσεις». Αμέσως μετά στο κείμενο, με ένα άλμα πολλών ετών στον χρόνο, το μάθημα της ζωής: «Στις μαζικές μας εκδηλώσεις οι άνθρωποι μένουμε ίδιοι. Αφελείς, εύκολοι, ανώριμοι. Παρόλο που έχουμε περάσει τόσα. Μόλις περάσει λίγος καιρός τα ξεχνάμε όλα —τους πολέμους, τις κακουχίες— και πάλι μας ξεγελάνε οι ίδιοι που μας σκοτώνουν».
   Αυτές οι απότομες φράσεις που μοιάζουν με απειλητικούς κεραυνούς πολλές φορές πετυχαίνουν το ακατόρθωτο: γίνονται τρυφερές και οδηγούν τον αναγνώστη, σαν από το χέρι, στην ατόφια συγκίνηση που δεν είναι μακριά από τον σπαραγμό. Ο πατέρας του πέθανε το 28, όταν ο ίδιος ήταν εννιά χρονών. Ο θάνατος του πατέρα, το μεγαλύτερο τραύμα στη ζωή ενός ανθρώπου, λέει κάπου ο Φρόιντ. Αλλά ο αυστριακός σοφός δεν είναι απαραίτητος —μας αρκεί ο Μιχαήλος: «Η έλλειψη του πατέρα ήταν για μένα μεγάλη. Ήμουν συνεχώς λυπημένος. Έπαψα να παίζω και μιλούσα σπάνια, πιστεύοντας πως έλειπε προσωρινά. Τη νύχτα είχα παραισθήσεις, τον έβλεπα μπροστά μου να μου μιλά. Στο σχολείο με έβλεπαν με οίκτο. Κάθε απόγευμα πήγαινα στο μνήμα του, άναβα το καντήλι και κοιτούσα τη φωτογραφία του. Ύστερα έβαλαν στο μνήμα κάγκελα και νόμιζα πως απομακρύνθηκε. Μια φορά έμεινα μέχρι τη νύχτα και με περιμάζεψε η θεία Βασιλική του Ψαρόπουλου, γειτόνισσά μας. Ξεχάστηκα, αλλά δεν φοβόμουν, γιατί εκεί βρισκότανε ο μπαμπάς μου».
   Αυτό είναι το ύφος που κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο και το ύφος αυτό δεν είναι συμπτωματικό γιατί, όπως το γράφει ο Μιχάλης Κωνστατζίκης, ώριμος τώρα πια από το βάρος της ζωής του, «Η ζωή είναι μια αστραπή μέσα στην ιστορία των αιώνων. Στο μικρό αυτό διάστημα πρέπει να μάθεις και να αφήσεις στους άλλους σαν παρακαταθήκη την αγάπη, τον σεβασμό». Τούτη δω η μικρή φράση δεν είναι δεδομένη ούτε ρητορική, γιατί στην αρχή τα πράγματα τον έκαναν σκληρό: «Μεγαλώνοντας άρχισα να σκέφτομαι πιο σκληρά. Έγινα πιο επαναστατικός, ζητούσα εκδίκηση. Γιατί συνέβαιναν όλα τούτα, ποιος έφταιγε; Βασανιζόμουν από έφηβος». Τα χρόνια που έρχονταν θα γίνονταν γι’ αυτόν πιο δύσκολα ακόμη, μια και ο «μικρός μπολσεβίκος», όπως τον έλεγε ο πατέρας του, θα διάλεγε την Αριστερά και θα αγωνιζόταν στις τάξεις της.
   Δεν θα επιμείνω καθόλου στα χρόνια της Κατοχής, στην επικίνδυνη απελευθέρωση για τους αριστερούς, στις κακουχίες που έζησε και τις εξορίες που γνώρισε ο Μιχαήλος. Θα τις συνοψίσω σε μία μόνο φράση που γράφει ο ίδιος: «Όλα ήταν μαύρα, βαρύς χειμώνας, πείνα, τρομοκρατία, κανένα φως από πουθενά». Και παρ’ όλα αυτά η πίστη πίστη κι ο αγώνας αγώνας, με τον θάνατο να ακολουθεί σε κάθε βήμα: «Γράφω για τις καταστάσεις που πέρασα περιληπτικά, καθώς η κάθε μέρα της ζωής μου είχε χαρακτήρα ημερολογίου. Δεν χωράει σε μια σελίδα. Ήμουν νέος, με ανάγκες και πόθους, με αγάπες και όνειρα για τη ζωή. Όμως όλα μπήκαν στην άκρη. Η ύπαρξή μας κινδύνευε κάθε στιγμή. Πολλές φορές είχα γλυτώσει τον θάνατο. Για τούτο έπρεπε να προσέχω πού πάω και τι λέω».
   Και το θαύμα συντελέστηκε. Η σκληρότητα υποχώρησε και παρέδωσε τα όπλα. Έγινε σοφία και ανθρωπιά, ενώ η σκέψη εξακολουθούσε να παραμένει οξυδερκής. Πώς συνέβη αυτό; Ο κ. Μιχάλης Κωνσταντζίκης μας έκανε δώρο το μυστικό. «Τώρα που κλείνω αυτές τις γραμμές διανύω το 93ο έτος της ηλικίας μου. Ο κόσμος μου είναι η οικογένειά μου, τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου. Ξέρετε όμως κάτι; Με συνοδεύει καθημερινά μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας μου το παγκόσμιο όλον...».
   Κλείνοντας, καθώς βλέπω μπροστά μου το τρυφερό και αεικίνητο βλέμμα της κ. Ελένης, της συζύγου του, ξέρω ότι ο Μιχαήλος είχε γερό στήριγμα στη ζωή του.


O Γεράσιμος Βώκος είναι καθ. Iστορίας της Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ.
Mιχάλης Κωνστατζίκης, Μαρτυρία, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2012.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 27 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

Mαρτυρία, Μιχάλης Κωνστατζίκης, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, ιστορική μνήμη

 απελευθέρωση μας έδωσε χαρά, αλλά όχι και ευτυχία. Το μέλλον ήταν σκοτεινό. Το κυνηγητό των αγωνιστών άρχισε σχεδόν αμέσως. Οι απειλές συχνά γίνονταν πράξεις. Προκλήσεις από παντού. Οι δυνάμεις του μίσους, των συνεργατών του εχθρού, πολύ γρήγορα άρχισαν να πουλάνε πατριωτισμό. Μας έκαναν κριτική στις εφημερίδες, σε ομιλίες και κηρύγματα στις εκκλησίες. Ήμασταν οι κακοί γιατί πολεμήσαμε τον κατακτητή. Χιλιάδες αγωνιστές μας βρήκαν το θάνατο με το ζήτω η πατρίδα, ζήτω ο λαός στα χείλη. Οι θύτες καταδίκαζαν τα θύματα. Το κράτος έδωσε οικονομικές ενισχύσεις. ΄Ετρεξαν πολλοί, πάρα πολλοί. Τους έβλεπα χαμογελώντας, θυμόμουν εκείνους που διαγκωνίζονταν για πόστα αμέσως μετά την απελευθέρωση.

Εγώ ό,τι έκανα στην εθνική αντίσταση το έκανα για μένα, για τα παιδιά μου, για την πατρίδα. Είναι γραμμένα στην ψυχή μου. Τραγουδώντας κλαίω τα παλικάρια που χάθηκαν χωρίς να δούνε τη μάνα τους. Είναι καταφρονημένοι, κι ας είναι νεκροί. Με συγχωρείτε που παρασύρομαι, αλλά έχω παράπονο από την αδικία που τόσο συχνά δικαιώνεται. Φυσικά υπήρχαν θύματα και από τις δύο πλευρές. Και οι δυο πλευρές σκότωναν. Μετά τα Δεκεμβριανά, ωστόσο, τα πράγματα χειροτέρεψαν.

Η παπανδρεϊκή περίοδος ήταν ό,τι χειρότερο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου ήταν για μένα ο χειρότερος εχθρός του λαού, κι ας είχε τον τίτλο του Γέρου της Δημοκρατίας. Εκείνος έπεσε στα πόδια του Τσώρτσιλ ζητώντας την επέμβαση του Σκόμπι για να αμαυρώσει την αντίσταση του λαού. «Εγώ τσουβάλιασα την αριστερά», έλεγε στη δεξιά στη βουλή, «εμένα πρέπει να ευγνωμονείτε, και μη το παίρνετε επάνω σας». Για μένα ο Γεώργιος Παπανδρέου έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τον εμφύλιο με τους τριάντα έως σαράντα χιλιάδες νεκρούς και τα κακά που προέκυψαν. Είναι υπεύθυνος απέναντι στην ιστορία της πατρίδας μας. Τον έλεγαν παπατζή, γιατί έπαιζε το παιχνίδι της απάτης. Και ύστερα ο γιος του έκανε τον σοσιαλιστή. Άλλη απάτη! Τώρα φαίνεται ποιος ήταν. ΄Επαιζε κι εκείνος τον παπά και παρέσυρε το λαό να φωνάζει ζήτω στις ανομίες του και την ανήθικη ζωή του.

Είπα ότι άρχισαν τα κυνηγητά. Φυσικά μεταξύ αυτών ήμουν κι εγώ. Ήρθαν οι μπουραντάδες, ένας λόχος που είχε δημιουργηθεί από δήθεν αξιωματικούς στην κατοχή. Αυτοί ανέλαβαν το έργο της «τάξης» μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, οπότε όλες οι ένοπλες ομάδες κλήθηκαν να παραδώσουν  τα όπλα και να συγκροτηθεί εθνικός στρατός. Εκεί έγινε το τσουβάλιασμα. Στην ουσία παρέδωσε τα όπλα μόνο ο εθνικός απελευθερωτικός στρατός, ο ΕΛΑΣ. Το κίνημα υπέστη μεγάλη ταπείνωση. Τα ίδια όπλα τα  έδωσαν στους παρακρατικούς που κυνηγούσαν τον ΕΛΑΣ. Ξύλο, δολοφονίες, χρήμα για εξαγορά συνειδήσεων. Δεν ήταν δυνατό να μείνω στο χωριό με τις δολοφονίες που γίνονταν στη μέση του δρόμου. ΄Εφυγα στα Σέρρας και έμεινα μερικές μέρες σε συγγενείς, αλλά ήταν δύσκολο να κυκλοφορήσω. Δεν ήξερες από πού θα σου έρθει....

Στις 7 Μαρτίου 1947 μας απόλυσαν με προσωρινό απολυτήριο που δεν ήταν να το δείξεις πουθενά, γιατί θα σε συλλάμβαναν αμέσως μόλις το έβλεπαν. Μας παρέλαβε η ΕΣΑ Κερατσινίου για να μας συνοδεύσει στο Κερατσίνι. Μας οδήγησαν αποβραδίς στο γηροκομείο της πόλης για να μας περιποιηθούν  καταλλήλως. Όλη νύχτα ξύλο, κλωτσιές, μπουνιές, οι περισσότεροι ήμασταν ματωμένοι. Και όλα αυτά με το απολυτήριο στο χέρι! Εγώ πάλι στάθηκα τυχερός! Μόλις μας κατέβασαν στο Κερατσίνι ο ταγματάρχης φώναξε, «οι Μακεδόνες Βούλγαροι να έρθουν απ’ εδώ». Καθώς κινούμασταν κολλητά ο ένας στον άλλον για να αποφύγουμε το ξύλο, πέφτω επάνω σε έναν παιδικό μου φίλο που υπηρετούσε στην ΕΣΑ. Βλέποντάς τον με πιάσανε τα κλάματα. Το ίδιο κι εκείνος. Με άρπαξε αμέσως με έβαλε στην άκρη και δεν με άφησε ούτε στιγμή. Όταν χρειαζόταν να απομακρυνθεί έβαζε κάποιον φίλο του να με προστατεύει. Συνεχώς με χάιδευε, ζητούσε συγγνώμη. Έμεινε συνέχεια μαζί μου και την άλλη μέρα με πήγε στο λιμάνι του Πειραιά. Πλήρωσε το εισιτήριό μου για να ταξιδέψω με το  πλοίο της γραμμής σαν πολίτης και όχι με κατάσταση, ώστε να μη με ενοχλήσει κανείς. Μέχρι που έφυγε το πλοίο από το λιμάνι στεκόταν στην προβλήτα  χαιρετώντας με συνεχώς με το χέρι. Πώς να ξεχάσω αυτό τον φίλο; Το όνομά του Νίκος Νάσιουτζικ, γιος καπνέμπορα. ΄Ετσι βλέπω τώρα και τους φίλους του Στέργιου, του γιου μου.

Μόνον όποιος έζησε την εποχή εκείνη μπορεί να καταλάβει την κατάσταση των αριστερών. Κυνηγητά, ξυλοδαρμοί, να κινδυνεύεις κάθε στιγμή να συκοφαντηθείς από κάποιον επειδή είχε κάτι εναντίον σου, ή έτσι ήθελε. Πολλοί προσπαθούσαν να δείξουν υπερπατριωτισμό, και με τον τρόπο του καταδότη πλησίαζαν τις αρχές. Και έδειχναν πόσο αγαπούν δήθεν την πατρίδα προδίδοντας τον φίλο ή τον αδερφό τους. Τέτοιους ήθελαν και οι αρχές. Είμαστε σαν κυνηγημένα πουλιά, δεν ξέραμε πού να κρυφτούμε. Ευτυχώς οι οργανώσεις μας έστω και παράνομες δεν σταμάτησαν να δουλεύουν, να μας βοηθά ο κόσμος, αυτός ο λαός ο πραγματικά πατριώτης, ο φιλαλήθης. Μας προστάτευε από τους δαίμονες του κακού.

απόσπασμα από το βιβλίο Μαρτυρία του  Μιχάλης Κωνστατζίκης που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.