Δευτέρα, 4 Αυγούστου 2014

Γεράσιμος Βώκος, Η ανθρώπινη γωνιά, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τχ.Ιανουάριος Φεβρουάριος Μάρτιος 2013, τεύχος 27ο

Συνήθως με καλούν να παρουσιάσω ή να σχολιάσω επιστημονικά βιβλία. Η ειδικότητα στην οποία έχω ασκηθεί είναι η ιστορία της φιλοσοφίας, την οποία διδάσκω 34 χρόνια τώρα στο Αριστοτέλειο. Όταν, πριν από μερικές μέρες, ο Στέργιος μου μίλησε για το βιβλίο του πατέρα του, προσφέρθηκα να το παρουσιάσω, με μία σχεδόν αυτόματη κίνηση που έμοιαζε αυτονόητη και με εξέπληξε και εμένα τον ίδιο. Πρέπει να εξηγήσω κάπως αυτήν την απροσδόκητη αυθορμησία.
   Εδώ και αρκετό καιρό, περιμένοντας τη σειρά μου για να παραγγείλω, άκουσα την εγγονή του κ. Μιχάλη Κωνστατζίκη, τη Νανά, η οποία βρισκόταν στο ταμείο, να λέει: «Καλώστηνα την πέρδικα!». Γύρισα και κοίταξα· η εν λόγω πέρδικα ήταν μία κυρία πολύ μεγάλης ηλικίας, που ζύγιζε δεν ζύγιζε όλα κι όλα σαράντα κιλά. Παράγγειλε ολίγη μαρίδες και ολίγη πατάτες τηγανητές. Τα πακέτα ετοιμάστηκαν, αλλά οι μερίδες ήταν κανονικές. Η πέρδικα ανησύχησε και είπε: «Αυτά δεν είναι ολίγη». Η απάντηση που ήρθε από το ταμείο δεν σήκωνε αντίρρηση: «Έτσι είναι σε μας η ολίγη!». Η πέρδικα πλήρωσε, πήρε τα πακέτα και έφυγε αθόρυβα όπως είχε έρθει, με τα κάτασπρα μαλλιά της να ανεμίζουν, κάπως σαν αερικό, πλάσμα άτρωτο στον χρόνο, σαν εκείνα που χρόνια τώρα, αιώνες τώρα, υφαίνουν τον ιστό αυτής της χώρας που οι άλλοι με μανία καταστρέφουν. Όλα αυτά μπήκαν στο μυαλό μου χωρίς να το θέλω και εξηγούν γιατί θέλησα να εμπλακώ στην παρουσίαση του βιβλίου: από περιέργεια. Ήθελα να δω με τι μοιάζει η ζωή ενός ανθρώπου, στο εστιατόριο του οποίου οι πέρδικες μπορούν να χορτάσουν και να ζήσουν άλλη μία μέρα χωρίς φόβο και τρόμο.
   Διάβασα λοιπόν το βιβλίο. Το πρώτο σημείο που με σταμάτησε ήταν το ύφος. Λιτό, περιγραφικό, άμεσο και σχεδόν κοφτό. Ύφος ανθρώπου που έμαθε από τη ζωή του να λέει λίγα λόγια, γιατί ο χρόνος δεν περισσεύει για τα πολλά. Έτσι κι αλλιώς η φτώχεια ήταν μεγάλη, ώστε να μην έχει ανάγκη από τα πολλά λόγια για να εμφανιστεί. Από τα παιδικά χρόνια στη Ζίγδη. «Ο ένας κοιτούσε πώς να ξεγελάσει τον άλλο. Το είχαν για κατόρθωμα και, αν κέρδιζαν κάτι, θεωρούνταν ξύπνιοι. Στη μεγάλη μου φτώχεια τα έκανα κι εγώ αυτά, αλλά μόνο στους κατακτητές της Κατοχής. Έκανα και απάτες. Η πείνα σου μαθαίνει πολλά για να ζήσεις». Αμέσως μετά στο κείμενο, με ένα άλμα πολλών ετών στον χρόνο, το μάθημα της ζωής: «Στις μαζικές μας εκδηλώσεις οι άνθρωποι μένουμε ίδιοι. Αφελείς, εύκολοι, ανώριμοι. Παρόλο που έχουμε περάσει τόσα. Μόλις περάσει λίγος καιρός τα ξεχνάμε όλα —τους πολέμους, τις κακουχίες— και πάλι μας ξεγελάνε οι ίδιοι που μας σκοτώνουν».
   Αυτές οι απότομες φράσεις που μοιάζουν με απειλητικούς κεραυνούς πολλές φορές πετυχαίνουν το ακατόρθωτο: γίνονται τρυφερές και οδηγούν τον αναγνώστη, σαν από το χέρι, στην ατόφια συγκίνηση που δεν είναι μακριά από τον σπαραγμό. Ο πατέρας του πέθανε το 28, όταν ο ίδιος ήταν εννιά χρονών. Ο θάνατος του πατέρα, το μεγαλύτερο τραύμα στη ζωή ενός ανθρώπου, λέει κάπου ο Φρόιντ. Αλλά ο αυστριακός σοφός δεν είναι απαραίτητος —μας αρκεί ο Μιχαήλος: «Η έλλειψη του πατέρα ήταν για μένα μεγάλη. Ήμουν συνεχώς λυπημένος. Έπαψα να παίζω και μιλούσα σπάνια, πιστεύοντας πως έλειπε προσωρινά. Τη νύχτα είχα παραισθήσεις, τον έβλεπα μπροστά μου να μου μιλά. Στο σχολείο με έβλεπαν με οίκτο. Κάθε απόγευμα πήγαινα στο μνήμα του, άναβα το καντήλι και κοιτούσα τη φωτογραφία του. Ύστερα έβαλαν στο μνήμα κάγκελα και νόμιζα πως απομακρύνθηκε. Μια φορά έμεινα μέχρι τη νύχτα και με περιμάζεψε η θεία Βασιλική του Ψαρόπουλου, γειτόνισσά μας. Ξεχάστηκα, αλλά δεν φοβόμουν, γιατί εκεί βρισκότανε ο μπαμπάς μου».
   Αυτό είναι το ύφος που κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο και το ύφος αυτό δεν είναι συμπτωματικό γιατί, όπως το γράφει ο Μιχάλης Κωνστατζίκης, ώριμος τώρα πια από το βάρος της ζωής του, «Η ζωή είναι μια αστραπή μέσα στην ιστορία των αιώνων. Στο μικρό αυτό διάστημα πρέπει να μάθεις και να αφήσεις στους άλλους σαν παρακαταθήκη την αγάπη, τον σεβασμό». Τούτη δω η μικρή φράση δεν είναι δεδομένη ούτε ρητορική, γιατί στην αρχή τα πράγματα τον έκαναν σκληρό: «Μεγαλώνοντας άρχισα να σκέφτομαι πιο σκληρά. Έγινα πιο επαναστατικός, ζητούσα εκδίκηση. Γιατί συνέβαιναν όλα τούτα, ποιος έφταιγε; Βασανιζόμουν από έφηβος». Τα χρόνια που έρχονταν θα γίνονταν γι’ αυτόν πιο δύσκολα ακόμη, μια και ο «μικρός μπολσεβίκος», όπως τον έλεγε ο πατέρας του, θα διάλεγε την Αριστερά και θα αγωνιζόταν στις τάξεις της.
   Δεν θα επιμείνω καθόλου στα χρόνια της Κατοχής, στην επικίνδυνη απελευθέρωση για τους αριστερούς, στις κακουχίες που έζησε και τις εξορίες που γνώρισε ο Μιχαήλος. Θα τις συνοψίσω σε μία μόνο φράση που γράφει ο ίδιος: «Όλα ήταν μαύρα, βαρύς χειμώνας, πείνα, τρομοκρατία, κανένα φως από πουθενά». Και παρ’ όλα αυτά η πίστη πίστη κι ο αγώνας αγώνας, με τον θάνατο να ακολουθεί σε κάθε βήμα: «Γράφω για τις καταστάσεις που πέρασα περιληπτικά, καθώς η κάθε μέρα της ζωής μου είχε χαρακτήρα ημερολογίου. Δεν χωράει σε μια σελίδα. Ήμουν νέος, με ανάγκες και πόθους, με αγάπες και όνειρα για τη ζωή. Όμως όλα μπήκαν στην άκρη. Η ύπαρξή μας κινδύνευε κάθε στιγμή. Πολλές φορές είχα γλυτώσει τον θάνατο. Για τούτο έπρεπε να προσέχω πού πάω και τι λέω».
   Και το θαύμα συντελέστηκε. Η σκληρότητα υποχώρησε και παρέδωσε τα όπλα. Έγινε σοφία και ανθρωπιά, ενώ η σκέψη εξακολουθούσε να παραμένει οξυδερκής. Πώς συνέβη αυτό; Ο κ. Μιχάλης Κωνσταντζίκης μας έκανε δώρο το μυστικό. «Τώρα που κλείνω αυτές τις γραμμές διανύω το 93ο έτος της ηλικίας μου. Ο κόσμος μου είναι η οικογένειά μου, τα παιδιά μου, τα εγγόνια μου. Ξέρετε όμως κάτι; Με συνοδεύει καθημερινά μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας μου το παγκόσμιο όλον...».
   Κλείνοντας, καθώς βλέπω μπροστά μου το τρυφερό και αεικίνητο βλέμμα της κ. Ελένης, της συζύγου του, ξέρω ότι ο Μιχαήλος είχε γερό στήριγμα στη ζωή του.


O Γεράσιμος Βώκος είναι καθ. Iστορίας της Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ.
Mιχάλης Κωνστατζίκης, Μαρτυρία, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2012.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 27 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου