Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Λόγια που αντέχουν στον χρόνο




Λόγια που αντέχουν στο χρόνο, γιατί αντιστέκονται στο χρόνο, επειδή δεν χάνουν
το νόημα και την αλήθεια τους. Θα έλεγα μάλιστα ότι, με το πέρασμα του χρόνου,
αποκτούν μια άλλη λάμψη. Αυτό δεν φανερώνουν, άλλωστε, τα λόγια του Φερ-
νάνδο Σαβατέρ για τη φιλοσοφία και την πολιτική και του Λεωνίδα Κύρκου για
την υποχρέωση του πολίτη «να ανασκουμπωθεί»; Ή η απόφανση του Εμμανουήλ
Κριαρά, «η παιδεία χειμάζεται σήμερα», και του Σταύρου Κουγιουμτζή, «ζούμε σε
μια αντιαισθητική, αντιπνευματική εποχή»;
Η επισήμανση του Ρικάρντο Πετρέλα, «η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θε-
σμών, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο, είναι επικίνδυνη», καθώς και
εκείνη της Λουτσιάνα Καστελίνα, «υπάρχει μια κρίση της κουλτούρας της Αριστε-
ράς και μια κρίση της κουλτούρας αυτής καθεαυτήν», πριν από δύο περίπου δε-
καετίες, αποτυπώνουν εύστοχα τη σημερινή κατάσταση, καθώς και τους προβλη-
ματισμούς μας για τη δημοκρατία και την Αριστερά στις μέρες μας. Και ποια φράση
μπορεί να είναι πιο επίκαιρη από αυτή του Μίκη Θεοδωράκη, «σήμερα, εκτός από
την Τέχνη, η μόνη στράτευση που βλέπω είναι στην υπηρεσία του ανθρώπινου πό-
νου», καθώς ο ανθρώπινος πόνος πληθαίνει δραματικά στις μέρες μας; Υπ’ αυτήν
την έννοια, η παρότρυνση του Τζάνι Πουλίζι να διαβάσουμε το Περιμένοντας τους
βαρβάρους του Κωνσταντίνου Καβάφη αποκτάει ένα βαθύτερο νόημα.
Υπάρχει, επίσης, η ειλικρινής και συγκινητική αγάπη για τη γλώσσα και τον
πολιτισμό μας της Σιου Κάι, του Μάριο Βίτι, του Βιτζέντσο Ρότολο, της Πάολα
Μαρία Μινούτσι, του Τσεν Μινχουά, του Λίου Ρουί Χονγκ και του Λι Τσενγκούι,
που αφιέρωσαν τη ζωή τους στη μετάφραση των ελληνικών κειμένων στη γλώσσα
τους. Αλλά και του Νικόλα Πιοβάνι που αντλεί σταθερά την έμπνευσή του από
τους αρχαιοελληνικούς μύθους. Πώς να μην συγκινεί και εμπνέει η στάση τους;
Και πώς να μην είναι χρέος μας να θυμόμαστε τα λόγια τους, λόγια που αντέχουν
στο χρόνο;
Υπάρχουν, ακόμη, τα δραματικά αλλά και λυρικά λόγια του ΠρόδρομουΜάρ-
κογλου και του Τάκη Βαρβιτσιώτη, και τα συγκινητικά της απέραντης πλατείας
του ΝίκουΜπακόλα· τα σχέδια του Κάρολου Τσίζεκ, τα χρώματα του Αλέξανδρου
Ίσαρη, οι μουσικές εκτελέσεις του ΡικάρντοΜούτι και του Σάκη Παπαδημητρίου,
και οι ταινίες του ΜπερνάρντοΜπερτολούτσι... Όλα μετουσιώνονται σε λόγο με
τρόπο απλό και απέριττο, όπως πρέπει στους μεγάλους.
Στον τόμο αυτό περιλαμβάνονται συνεντεύξεις που είχα την τιμή και τη χαρά
να πάρω από ανθρώπους των οποίων είχα διαβάσει τα βιβλία, ακούσει τα τραγού-
δια και τη μουσική και θαυμάσει τα σχέδια, τις ζωγραφιές και τις ταινίες, ώσπου
μου δόθηκε η ευκαιρία να τους συναντήσω και να συνομιλήσω μαζί τους. Όπως
συχνά συμβαίνει, αυτά που δημοσιεύονται είναι ένα ελάχιστο μόνο μέρος όσων
είχα την τύχη να ακούσω και να καταγράψω σε ένα μαγνητοφωνάκι. Γιατί, πώς
είναι δυνατό να χωρέσουν οι συνομιλίες με το Νίκο Μπακόλα και τον Ντίνο Χρι-
στιανόπουλο, τον Τζάνι Βάτιμο και τον Αντόνιο Ταμπούκι σε 2-3 σελίδες ενός πε-
ριοδικού; Ή τα όσα πολύτιμα άκουσα στις αμέτρητες συναντήσεις με τον Κάρολο
Τσίζεκ, και κατά τις επισκέψεις μου στο μικρό διαμέρισμα της οδού Γραβιάς με τη
Ζωή Καρέλλη; Και πώς να περιγράψω τη χαρά της μέρας εκείνης στο σπίτι της
Διδώς Σωτηρίου, κουβεντιάζοντας με τις ώρες και απολαμβάνοντας τα γευστικά
εδέσματα που είχε ετοιμάσει η αδερφή της, Έλλη Παππά; Ή την τελευταία συνάν-
τησή μου με το Γιώργο Κάτο σε ένα ουζερί της Μαρτίου, στη Θεσσαλονίκη, και
την ανεξάντλητη διάθεση προσφοράς του Περικλή Σφυρίδη; Είναι ακόμη η πο-
λύωρη συζήτηση με το Βιτορίνο Κούρτσι, έναν άνθρωπο βαθιάς πνευματικής καλ-
λιέργειας και μεγάλης ευαισθησίας, μια ζεστή αυγουστιάτικη μέρα στην Απουλία
της Ιταλίας· εκείνη με τη Ντάτσια Μαραίνι, την κυρία των Ιταλικών Γραμμάτων,
και τον Εντοάρντο Σανγκουϊνέτι, έναν από τους σπουδαιότερους Ιταλούς ποιητές
του 20ού αιώνα. Είναι, τέλος, τα λόγια της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, για τη γυ-
ναίκα και το Βυζάντιο κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής της στην Καβάλα· του
Πέτρου Ανταίου για τον Εμφύλιο, και η κινηματογραφική σκέψη του Αλέξη Δερ-
μεντζόγλου. Η συνάντηση μαζί τους με πλούτισε σε γνώσεις και αισθήματα. Τα
κουβαλάω μέσα μου ως κάτι πολύτιμο.
Οι συνεντεύξεις με πρόσωπα της Θεσσαλονίκης άρχισαν στο περιοδικό Ένεκεν
σε μια εποχή που η πόλη είχε στερηθεί τα παραδοσιακά της έντυπα. Η έλλειψη
των τοπικών εφημερίδων είχε τις πολλαπλές συνέπειές της, σαφώς, και στο χώρο
του πολιτισμού. Έτσι, αποφασίσαμε να δώσουμε τον οφειλόμενο χώρο στους δη-
μιουργούς της πόλης, ανάμεσα στα άλλα και με τις συνεντεύξεις που, ορισμένες
από αυτές, περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση. Το άνοιγμα του Ένεκεν στους
πνευματικούς δημιουργούς της πόλης έδωσε μια νέα ώθηση στο περιοδικό αλλά
και σε αυτούς τη δυνατότητα να εκφραστούν μέσα από μια περιοδική έκδοση και
να απευθυνθούν, έτσι, στο ευρύ κοινό. Ήταν, δηλαδή, μια απόπειρα επικοινωνίας
με τους δημιουργούς, αλλά και διαμεσολάβησης ανάμεσα σε αυτούς και το κοινό
τους. Το εγχείρημα πέτυχε· έτσι, ο κύκλος διευρύνθηκε συμπεριλαμβάνοντας γνω-
στούς για το έργο τους ξένους λογοτέχνες, καλλιτέχνες και στοχαστές, μεταφέ-
ροντας τις ιδέες, απόψεις, εμπειρίες και τους προβληματισμούς τους στα καθ’
ημάς. Να ανοίγεσαι σε άλλες σκέψεις και πολιτισμούς είναι πλούτος και εμπειρία
ζωής πολύτιμη· και αυτό ακριβώς κάναμε. Εκτός από το προσωπικό τους έργο, θέ-
ματα παιδείας και πολιτισμού, καθώς και ο προβληματισμός για το μέλλον, συχνά
ένας προβληματισμός που σχετίζεται με τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών
και το ρόλο της Αριστεράς, συνιστούν τον πυρήνα των συζητήσεων.
Οι συνεντεύξεις συνεχίστηκαν αργότερα και σε άλλα περιοδικά και εφημερίδες,
καθώς και στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Οι εξήντα που περιλαμβάνονται
στον ανά χείρας τόμο είναι μόνο ένα μέρος των όσων βρίσκονται διάσπαρτες σε
έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν, αρκετοί με παρότρυναν κατά καιρούς να προ-
χωρήσω στην έκδοση ενός τόμου με τις συνεντεύξεις εκείνης της περιόδου. Καθώς
φαίνεται, δεν είχε φτάσει ακόμη η ώρα. Στην τελική απόφασή μου συνετέλεσε
αποφασιστικά, όσο και αν αυτό ακούγεται παράδοξο, η διαπίστωση, μέσα από τις
συζητήσεις με τα ανίψια μου, του πόσο λίγα γνωρίζουν για τους σύγχρονους πνευ-
ματικούς δημιουργούς. Και όταν, μια μέρα, η ανιψιά μου μού είπε ότι στην ερώτηση
της φιλολόγου τους, ποιο σύγχρονο πεζογράφο ή ποιητή γνωρίζουν, κανείς δεν
απάντησε, δεν γνώριζαν κανένα, τα λόγια της με βύθισαν σε σκέψεις. Αυτή είχε
ακούσει για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, είχε διαβάσει κάποια ποιήματά του και
τον είχε δει κάπου μεταξύ Τσιμισκή και Αριστοτέλους, αλλά δεν ήταν βέβαιη. Έτσι
προτίμησε να μείνει σιωπηλή... Ε, λοιπόν, η σκέψη −ή μήπως η ελπίδα και η επι-
θυμία;− ότι τουλάχιστον αυτή, τα ξαδέρφια και οι φίλοι της θα είχαν την ευκαιρία
να ξεφυλλίσουν αυτό το βιβλίο και να διαβάσουν κάποιες από αυτές τις συνεν-
τεύξεις, με έκανε να αποφασίσω αυτό που επί χρόνια δεν αποφάσιζα. Καθώς φαί-
νεται, η ώρα είχε φτάσει.
Έτσι, οδηγούμενη από αυτή τη σκέψη, άρχισα να ξαναδιαβάζω με προσοχή τις
συνεντεύξεις που, άνθρωποι από το χώρο, κυρίως, των Γραμμάτων και της Τέχνης,
μου είχαν παραχωρήσει. Εξαίρεση αποτελούν οι συνεντεύξεις με δύο πολιτικούς,
το Λεωνίδα Κύρκο και το Φάουστο Μπερτινότι, καθώς και με τη δασκάλα των
εγκλωβισμένων μαθητών της Καρπασίας, Ελένη Φωκά, που συμπεριλαμβάνονται
επίσης στην παρούσα έκδοση. Διαπίστωσα, λοιπόν, πόσο επίκαιρα παραμένουν
τα θέματα εκείνων των συζητήσεων, και πόσο ενδιαφέρουσες είναι και σήμερα οι
απόψεις που οι εξαιρετικοί αυτοί άνθρωποι εξέφρασαν τότε. Η σαφήνεια, η ευ-
στοχία και η εγκυρότητα των λόγων τους γεννά, έτσι, την ανάγκη να τα θυμη-
θούμε και να στοχαστούμε πάνω σ΄αυτά.
Εκ των υστέρων, ωστόσο, διαπιστώνω ότι πρόκειται παράλληλα και για την κα-
τάθεση μιας προσωπικής πορείας. Μιας πορείας της οποίας τα ενδιαφέροντα, τα
διαβάσματα, τα ακούσματα, οι ανησυχίες, βαδίζουν παράλληλα με τους ανθρώπους
που συναντώ, ή ψάχνω να συναντήσω, για να ακούσω τα λόγια τους, να συγκινηθώ
με τις συγκινήσεις τους, να ταυτιστώ με τις αγωνίες τους, να εμπνευσθώ από τα
έργα τους, και μέσα από όλα αυτά να αφουγκραστώ και τις δικές μου ανησυχίες,
τους χτύπους της δικής μου καρδιάς. Είναι, δηλαδή, και μια προσωπική περιπλά-
νηση στον απόηχο των λόγων τους, στην αγωνία των πράξεών τους, στα ίχνη των
στίχων τους, στις νότες της μουσικής τους, στα ηχοχρώματα της φωνής τους και
στις εικόνες των ταινιών τους. Ταυτόχρονα, αντανακλούν και στιγμές της ζωής μου
στο χώρο και στο χρόνο: Ελλάδα, Ιταλία, Κίνα. Καθώς και τη σχέση μου με τον
ισπανόφωνο χώρο, αν και με μια μόνο παρουσία, αυτή του Φερνάνδο Σαβατέρ.
Πρόκειται για συνεντεύξεις που πρωτοδημοσιεύθηκαν σε εφημερίδες (Μακε-
δονία, Θεσσαλονίκη, Ελευθεροτυπία) και περιοδικά (Ένεκεν, PUBLICUS, Εντευ-
κτήριο, Jazz &Τζαζ, Anatolia Alumnus, Ο Αναγνώστης) και μεταδόθηκαν από το
ραδιόφωνο (Ράδιο 105 ΔΕΘ) και την τηλεόραση (TV ΒΕΡΓΙΝΑ). Καλύπτουν, δε,
ένα χρονικό διάστημα που από το 1994 φθάνει ως τις μέρες μας.
Η έκτασή τους ποικίλλει διότι, ως γνωστό, συχνά εξαρτάται από τις συνθήκες
του δημοσιογραφικού εντύπου. Οι περισσότερες μεταφέρονται όπως πρωτοδημο-
σιεύθηκαν· σε λίγες μόνο έγιναν κάποιες αλλαγές και προσθήκες για τις ανάγκες
της έκδοσης.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά, και από αυτή τη θέση, όλους όσοι πρόθυμα
μου παραχώρησαν αυτές τις συνεντεύξεις· συνεντεύξεις που αρκετές φορές οδή-
γησαν σε φιλίες όμορφες που αντέχουν στο χρόνο ή σε σχέσεις αμοιβαίου σεβα-
σμού και εκτίμησης. Διατηρώ βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου τα λόγια όλων –
αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας αλλά και αυτά που δεν δημοσιεύθηκαν.
Κάποιοι από αυτούς τους εκλεκτούς δεν είναι πλέον ανάμεσά μας. Με συνοδεύει,
όμως, πάντα ο λόγος και η αγάπη τους.
Και, βεβαίως, ευχαριστώ ιδιαίτερα τον εκδότη, Γιώργο Γιαννόπουλο, για την
ένθερμη στήριξη και την αμέριστη βοήθειά του.


Έλενα Αβραμίδου

Η Φιλοξενία, κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ



Το παρόν τεύχος περιλαμβάνει δεκαεπτά κείμενα τα οποία διαπραγματεύονται την έννοια της φιλοξενίας από μια πολιτική και ηθική οπτική. Τα δεκατέσσερα κείμενα έχουν γραφτεί αποκλειστικά για το συγκεκριμένο αφιέρωμα, συμπεριλαμβανομένων των κειμένων δύο σημαντικών σύγχρονων γάλλων φιλοσόφων, του Ρενέ Σερέρ και της Κατρίν Σαλιέ.  Οι συγγραφείς εξερευνούν από μια φιλοσοφική σκοπιά τη δυνατότητα της έννοιας της φιλοξενίας να απαντήσει  κριτικά στις εντεινόμενες προσπάθειες πολλών κυρίαρχων εθνικών κρατών να αποτρέψουν βιαίως την έλευση των θυμάτων δεκάδων πολεμικών συρράξεων, εμφυλίων πολέμων, καταπατήσεων βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και ασύλληπτης οικονομικής ένδειας. Το αφιέρωμα αποτελεί μια από εκείνες τις ιδιαίτερες στιγμές για τη φιλοσοφική σκέψη που τη φέρνουν σε γόνιμη αντιπαράθεση με την επικαιρότητα. Στο αφιέρωμα συμμετέχουν με κείμενά τους οι εξής: Γιώργος Γιαννόπουλος, Γεράσιμος Κακολύρης, Émile Benveniste (μτφρ. Μαρίνα Βήχου), René Schérer (μτφρ. Βίκυ Ιακώβου), Catherine Chalier (μτφρ. Γιώργος Αυγούστης), Jacques Derrida, Mari-Eve Morin, Έλενα Νικολακοπούλου, Μίνα Καραβαντά, Ελίνα Στάικου, Βάσια Τσακίρη, Άγγελος Μουζακίτης, Σπύρος Μακρής, Φίλιππος Βασιλόγιαννης, Σπύρος Τέγος, Γιώργος Φαράκλας, Γιώργος Αραμπατζής. Το εξώφυλλο κοσμεί έργο του φωτογράφου Θωμά Φίλιου.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΗΛΙΚΙΑ, William Trevor


 Eίμαι η κυρία ντα Τάνκα», είπε η κυρία ντα Τάνκα. «Είστε ο κύριος Μάιλσον;» Ο άντρας έγνεψε και διέσχισαν πεζή την πλατφόρμα αναζητώντας ένα φιλόξενο βαγόν ή αν δεν το έβρισκαν, πράγμα πολύ πιθανό, απλώς απομόνωση. Καθένας τους κουβαλούσε μια μικρή βαλίτσα, της κυρίας Τάνκα ήταν άσπρη δερμάτινη ή από κάποιο υλικό που έμοιαζε με δέρμα, του κυρίου Μάιλσον πολυκαιρισμένη και μαύρη. Περπατούσαν χωρίς να μιλάνε, έχοντας κατά νου ένα σκοπό: ήταν άγνωστοι μεταξύ τους και μέσα στη φασαρία, τη βοή, και το θόρυβο των παραθύρων δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση.
   «Ενενήντα εννέα χρόνων μίσθωση», είχε πει ο πατέρας του κυρίου Μάιλσον, «το είχα από τον παππού μου το 1862,τον οποίο βέβαια ποτέ δε γνώρισες. Φοβάμαι ότι θα λήξει στη διάρκεια της δικής σου ζωής. Ωστόσο, μέχρι τότε θα είσαι σε θέση να αποδεχτείς την κακοτυχία. Να ανανεώσεις αυτό που λήγει· να διατηρήσεις την περιουσία στην οικογένεια». Η περιουσία ήταν μια έκφραση που έδινε κύρος. Το σπίτι ήταν μικρό και χρήσιμο, σε μια σειρά σπιτιών, ξεχωριστό που το έβρισκες εύκολα· αλλά η μίσθωση, όταν ήρθε ο καιρός δεν ήταν ανανεώσιμη —πράγμα που δημιούργησε πρόβλημα στον κύριο Μάιλσον. Εργένης, άτεκνος, χωρίς προοπτική, τι νόημα είχε για αυτόν ένα σπίτι για άλλα ενενήντα εννέα χρόνια;
   Η κυρία ντα Τάνκα, καθισμένη απέναντί του, έβγαλε ένα περιοδικό από ένα τσαντάκι που κουβαλούσε. Μετά, τσεκάροντας τον εαυτό της, είπε: «Θα μπορούσαμε να μιλάμε. Ή μήπως προτιμάτε να κάνουμε τη δουλειά μας σιωπηλά;» Ήταν μια γυναίκα που γέμιζε,αλλά δεν ξεχείλιζε από το τουΐντ ταγιέρ της, το οποίο είχε το σωστό μέγεθος, ήταν κομψό και αρκετά ακριβό. Τα μαλλιά της, που ήταν γκρίζα, δε φαίνονταν πολύ. Ήταν δεμένα προς τα πίσω με ένα χρυσοκόκκινο τουρμπάνι. Αν είχε γεννηθεί σε άλλη κοινωνική τάξη θα ήταν μια εύθυμη γυναίκα. Επαγρυπνούσε στην ευθυμία της, ήταν μια ιδιότητα που δεν της άρεσε. Το γέλιο έκανε συχνά την εμφάνισή του στα μάτια της, και εξίσου συχνά το έσβηνε στη γέννησή του με τη αυστηρότητα των τρόπων της.
   «Δεν πρέπει να ντρέπεστε», είπε η κυρία ντα Τάνκα. «Είμαστε αρκετά μεγάλοι για να νιώθουμε αμήχανοι. Συμφωνείτε, έτσι δεν είναι;»
   Ο κύριος Μάιλσον δεν ήξερε. Δεν ήξερε πώς ή τι έπρεπε να νιώθει. Η ανάλυση των συναισθημάτων του δεν τον οδηγούσε σε συμπέρασμα. Υπέθετε ότι ήταν ενθουσιασμένος, αλλά ήταν δυσκολότερο από ότι φαινόταν να ονοματίσει τα συναισθήματα. Επομένως, δεν μπορούσε να απαντήσει στην κυρία ντα Τάνκα και απλώς χαμογέλασε.
   Η κυρία ντα Τάνκα, που κάποτε είχε υπάρξει κυρία Οράτιου Σπάιρ και δε φαινόταν να το ξεχνά, αναλογίστηκε εκείνες τις ημέρες. Ήταν λογικό να το κάνει, γιατί ανήκαν στο παρελθόν όπως και το παρόν της είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε παρελθόν. Το τέλος ήταν στο μυαλό της: η διαφυγή από την κυρία ντα Τάνκα στην κυρία Σπάιρ ήταν ένας τρόπος να μαλακώνει τη στενοχώρια που τη διακατείχε τώρα και ένας τρόπος να τη βλέπει σε αναλογίες μιας ολόκληρης ζωής.
   «Αν αυτό επιθυμείς», της είχε πει ο Οράτιος, «δεν έχω αντίρρηση. Ποιος θα κάνει τη βρώμικη δουλειά, εσύ ή εγώ;» Αυτή ήταν η απάντηση του όταν του ζήτησε διαζύγιο. Στην πραγματικότητα, τη στιγμή που μιλούσαν, η βρώμικη δουλειά όπως την ονόμασε, είχε ήδη γίνει: και από τους δύο.
   «Είναι ένα σοκ για μένα», συνέχισε ο Οράτιος. «Νόμισα ότι θα μπορούσαμε να συνεχίζαμε τη θορυβώδη μας ζωή για πολλά χρόνια ακόμα. Έχεις κάποια σοβαρή σχέση;»
   Στην πραγματικότητα δεν είχε, αλλά μια άλλη σχέση θα αποτελούσε την αντανάκλαση της ανεπάρκειας του έγγαμου βίου της και θα αποκάλυπτε το κενό που κάποτε ήταν αγάπη.
   «Καλύτερα να είμαστε χωριστά», είχε πει η ίδια. «Είναι άσχημο να συνηθίζεις στη συνήθεια να είσαι μαζί. Πρέπει να δοκιμάσουμε, τώρα που μπορούμε, όσο υπάρχει καιρός».
   Στο βαγόνι ανακάλεσε τη συζήτηση με ζωηράδα, ιδιαίτερα την τελευταία πρόταση, και πιο ιδιαίτερα τις τελευταίες της λέξεις. Αυτό που δοκίμασε ήταν να γίνει κυρία ντα Τάνκα, πριν από οκτώ χρόνια. «Θεέ μου», είπε δυνατά, «τι πομπώδης μπάσταρδος αποδείχτηκε».
   Ο κύριος Μάιλσον είχε μερικές από εκείνες τις εβδομαδιαίες εκδόσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ακριβής ορολογία στη γλώσσα: μονοχρωμία στο εξώφυλλο-εύκαμπτο, ελαφρώς πνευματώδες, κάτι ανάμεσα σε περιοδική έκδοση και περιοδικό. Ενώ εκείνη είχε τα έντιμα περιοδικά της. Hurpers. Vogue. Λαμπερά και εμφανίσιμα και κάπως ανόητα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμισε ο κύριος Μάιλσον. Τα είχε ανοίξει σε αναμονές γιατρών και δικηγόρων, είχε φυλλομετρήσει τις γελοίες διαφημίσεις που ταίριαζαν με τα μοντέλα, εξωπραγματικά κορίτσια σε εξωπραγματικές πόζες, χωρίς σεξουαλική ζωή και χωρίς πραγματική ζωή. Τέτοιος τύπος γυναίκας ήταν λοιπόν.
   «Ποιoς;» είπε ο κύριος Μάιλσον.
   «Ω, ποιoς άλλος, για όνομα του Θεού! Εννοώ τον ντα Τάνκα».
   Οκτώ χρόνια το θύμα του ντα Τάνκα, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει δερματικό της υπόστρωμα. Την αγνοούσε πολλές φορές. Τέτοιος τύπος ήταν. Διαρκώς απασχολημένος, έλεγε· προκατειλημμένος.
   «Θα σας μιλάω για τον ντα Τάνκα, είπε. Έχει τις ενδιαφέρουσες πλευρές του· αν και ένας Θεός γνωρίζει πόσο ελάχιστα ενδιαφέρον τύπος είναι».
   Σε κάθε περίπτωση η ιδιοκτησία ενός σπιτιού ήταν μια έννοια. Να φροντίζεις τη σκεπή, να παρατηρείς τα σκασίματα της μπογιάς στον εξωτερικό τοίχο, και να έχεις τον νου σου για υγρασίες σε απίθανα σημεία. Καλύτερα ήταν στο Σουίς Κότετζ· ένιωθε μεγαλύτερη θαλπωρή το χειμώνα. Μέχρι τώρα θα έχουν κατεδαφίσει το παλιό σπίτι και όλα τ’ άλλα στον ίδιο δρόμο. Τα αντικατέστησαν με διαμερίσματα: ογκώδη κτίρια με εκατοντάδες παράθυρα. Εξαφανίστηκαν όλοι οι κήποι, όλοι οι νάνοι-αγαλματάκια και οι νάνοι της Χιονάτης, όλοι οι χειμερινοί λαμπτήρες και τα μικρά μονοπάτια, τα μπανάκια των πουλιών και τα πουλόσπιτα και τα τραπεζάκια των πουλιών, τα σκάμματα μινιατούρες και οι μεταλλικοί φράκτες, πλουμιστοί και φορτωμένοι με φυτά και λουλούδια.
   «Πρέπει να ακολουθούμε τις αλλαγές των καιρών» είπε η κυρία ντα Τάνκα, και τότε συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα σ’ αυτήν απηύθυνε το λόγο του· ή μάλλον μιλούσε δυνατά και πρόβαλλε τις παρατηρήσεις του προς το μέρος της, μιας και αυτή ήταν εκεί.
   Η μητέρα του είχε κάνει βραχόκηπο. Αουμπρέτια και σαρσαπαρίλα και δίανθοι και χριστουγεννιάτικα τριαντάφυλλα. Ο αδελφός της, ο θείος του Εδουάρδος, ένας ιδιόρρυθμος γενειοφόρος τύπος, έφερε πέτρες από την ακροθαλασσιά με το φορτηγάκι του. Ο πατέρας του δε συμμετείχε στην επιχείρηση αυτή, όπως έκανε πάντα σε τέτοιου χαρακτήρα επιχειρήσεις· για εκείνον ήταν κακόγουστο να απομακρύνει κανείς πέτρες από την ακτή, σχεδόν ανέντιμο. Πίσω απ’ το βραχόκηπο είχε σμέουρα: πυκνά, άγρια φρούτα που δεν τρώγονταν, ποτέ δεν έφταναν σε πλήρη ωρίμανση. Αλλά σε κανένα, σίγουρα όχι στον κύριο Μάιλσον, δεν πήγαινε η καρδιά να ξεριζώσει τους θάμνους.
   «Περνούσαν εβδομάδες», είπε η κυρία ντα Τάνκα, «χωρίς να ανταλλάσσουμε μια και μόνη πρόταση με σημασία. Ζούσαμε στο ίδιο σπίτι, τρώγαμε τα ίδια γεύματα, οδηγούσαμε το ίδιο αυτοκίνητο και το μόνο που θα έλεγε ήταν: «Είναι καιρός να ανάψουμε την κεντρική θέρμανση». Ή: «Αυτοί οι υαλοκαθαριστήρες δε δουλεύουν».
   Ο κύριος Μάιλσον δεν ήξερε αν του μιλούσε για τον κύριο ντα Τάνκα ή τον κύριο Σπάιρ. Σ’ αυτόν φαινόταν να είναι ο ίδιος άνθρωπος σκιώδεις, σιωπηλοί τύποι που σε διαστήματα κάποιων χρόνων είχαν μοιραστεί την ίδια γυναίκα που έτεινε χείρα βοηθείας.
   «Θα φορά ρούχα πόλης», της είχε πει η φίλη της, «γκρίζα ή αδιευκρίνιστα. Είναι κοινός τύπος εκτός από το καπέλο του που είναι μεγάλο, μαύρο και εκκεντρικό». Το καπέλο του είναι το περίεργο στοιχείο επάνω του: σαν άγρια βρώμη.
   Ήταν εκεί, κοντά στο περίπτερο, ακριβής στην ώρα του, περίμενε. Πρόσωπο αποστεωμένο, λεπτός, στα πενήντα περίπου· με το παλιομοδίτικο καπέλο και τις εβδομαδιαίες εφημερίδες που ταίριαζαν, κατά κάποιο τρόπο, μεταξύ τους αλλά δεν ταίριαζαν με τον ίδιο.
   «Λοιπόν, κύριε Μάιλσον, θα ρίχνατε σε μένα την ευθύνη, σε μένα που αναζητούσα ελευθερία από έναν τέτοιο άνθρωπο;»
   Το καπέλο ήταν ακουμπισμένο στο καρότσι των αποσκευών μαζί με την προσεκτικά διπλωμένη καμπαρντίνα του. Το μεγαλύτερο τμήμα του κεφαλιού του ήταν φαλακρό, κάπως άσπρο και μαλακό σαν λίπος. Τα μάτια του είχαν μια θλίψη σαν τα μάτια ενός σκυλιού ράτσας που ήξερε στην παιδική της ηλικία. Οι άντρες πολλές φορές είναι σαν τα σκυλιά, σκέφτηκε. Οι γυναίκες ταιριάζουν περισσότερο με τις γάτες. Το τρένο κινούταν αργά, με ρυθμό μέσα στη νύχτα. Ο ντα Τάνκα και ο Οράτιος Σπάιρ πέρασαν απ’ το μυαλό της και αναρωτήθηκε που να βρίσκεται τώρα ο Σπάιρ. Καθισμένος απέναντί της, σκεφτόταν τη μίσθωση των ενενήντα εννέα χρόνων και τα δύο πιάτα, το ένα του δείπνου και το άλλο του πρωινού, που είχε αφήσει άπλυτα στο δωμάτιο του Σουίς Κότετζ.
   «Μοιάζει να σας ταιριάζει το μέρος», είπε ο κύριος Μάιλσον κρίνοντας το ξενοδοχείο από το στολισμένο χολ του.
   «Τζιν με λεμόνι, τζιν με λεμόνι», είπε η κυρία ντα Τάνκα προσαρμόζοντας τις λέξεις στην κίνησή της: με βηματισμό προς το μπαρ.
   Ο κύριος Μάιλσον παρήγγειλε ρούμι, νιώθοντας πως του ταίριαζε καλύτερα, αν και δε μπορούσε να σκεφτεί για ποιον λόγο. «Ο πατέρας μου συνήθιζε να πίνει ρούμι με γάλα. Περίεργος συνδυασμός».
   «Φοβερό ακούγεται». Ο ντα Τάνκα έπινε ουίσκι. «Ο προηγούμενος άρεσε τη δυνατή μαύρη μπύρα. Να ’μαστε, λοιπόν».
    Ο κύριος Μάιλσον την κοίταξε. «Το πρόγραμμα έχει δείπνο μετά».
   Αλλά η κυρία ντα Τάνκα δε φαινόταν να θέλει να μετακινηθεί. Ήταν καθισμένοι εκεί όση ώρα έπινε τα ποτά της και, όταν σηκώθηκαν για να πάνε για το βραδινό, διαπίστωσαν ότι το εστιατόριο είχε κλείσει και  είχε μεταφερθεί στο γκριλ.
   «Άσχημα τα οργανώσατε, κύριε Μάιλσον».
   «Δεν οργάνωσα τίποτα. Γνωρίζω τους κανονισμούς σε τέτοια μέρη. Σας τους είπα επανειλημμένα. Δε μου δώσατε την ευκαιρία να τα οργανώσω».
   «Κανένα παϊδάκι ή κανένα αυγό. Τουλάχιστον ο ντα Τάνκα θα μας εξασφάλιζε σούπα».
   Το 1931 ο κύριος Μάιλσον είχε διαπράξει μοιχεία με την υπηρέτρια στο σπίτι των γονιών του. Ήταν η μοναδική του και ήταν ευχαριστημένος που αυτό  με την κυρία ντα Τάνκα δεν ήταν μοιχεία. Αυτή θα ήταν εμπειρότερη στον τομέα αυτόν από τον ίδιο και δεν του άρεσε ο υπαινιγμός. Ο χώρος ήταν χλιδάτος και χυδαίος. Φαίνεται να σας ταιριάζει ο χώρος, επανέλαβε με αγένεια ο κύριος Μάιλσον.
   «Τουλάχιστον έχει ζέστη. Και τα φώτα δεν σε τυφλώνουν. Δεν παραγγέλνουμε λίγο κρασί;»
   Ο σύζυγός της πρέπει να παραμείνει αθώος. Ήταν σημαντικό δημόσιο πρόσωπο. Ο φίλος του κυρίου Μάιλσον το είχε επαναλάβει, ο φίλος που γνώριζε το δικηγόρο της κυρίας ντα Τάνκα. Όλα τα έξοδα πληρωμένα, είχε πει ο φίλος, και κάποιο μικρό χρηματικό ποσό. Αυτό το διάστημα ο κύριος Μάιλσον θα αρκούταν σε ένα μικρό ποσό. Και, αν και τότε απέρριψε την πρόταση αμέσως, αργότερα είχε δει τον φίλο —γνωριμία στην πραγματικότητα— στην παμπ που πήγαινε κατά τις δωδεκάμισι τις Κυριακές, και είχε συμφωνήσει να συμμετάσχει στο έργο. Δεν ήταν για το μικρό χρηματικό ποσό. Το πράγμα είχε μάλλον κάποια γοητεία· Το όνομά του ως συνένοχος —εκεί υπήρχε κάτι απροσδόκητο! Ο λογαριασμός του ξενοδοχείου θα έφτανε στον σύζυγο της κυρίας ντα Τάνκα και αυτός θα τον προωθούσε στον δικηγόρο του. Πρωϊνό στο κρεβάτι και να θυμάται το πρόσωπο της υπηρεσίας που θα το έφερνε. Να περάσει τη μέρα του μαζί της και να σιγουρευτεί ότι και αυτή θυμόταν το δικό σου. Ω, είναι πολύ καλή, πολύ καλή η κυρία ντα Τάνκα —ή έτσι τον είχαν κάνει να πιστέψει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια στον κύριο Μάιλσον· αλλά ο κύριος Μάιλσον είπε πως ασφαλώς δεν τον ενοχλούσε η καλοσύνη της κυρίας ντα Τάνκα. Τα καθήκοντά του τα ήξερε: δεν υπήρχε κάτι το προσωπικό. Θα το έκανε ο ίδιος, εξήγησε ο άνθρωπος στην παμπ, μόνο που δεν μπορούσε να κρατηθεί μακριά από μια ελκυστική γυναίκα μέσης ηλικίας. Αυτό ήταν το πρόβλημα για να βρει κάποιον να κάνει τη δουλειά.
   «Η ζωή μου υπήρξε δύσκολη», εξομολογήθηκε η κυρία ντα Τάνκα. «Απόψε έχω ανάγκη της συμπόνιας σας, κύριε Μάιλσον. Πείτε μου ότι την έχω». Το πρόσωπο και ο λαιμός της κοκκίνισαν: τα διέτρεχε ευδιαθεσία.
   Στο σπίτι, σ’ ένα ντουλάπι κάτω από τη σκάλα, είχε αποθηκεύσει τις μπότες που χρησιμοποιούσε στον κήπο του. Μεγάλες, βαριές στρατιωτικές μπότες, που ήταν του πατέρα του. Τις φορούσε τα Σαββατοκύριακα και περιφερόταν στον κήπο.
   «Η μίσθωση έληξε πριν από δύο χρόνια», είπε στην κυρία ντα Τάνκα, «και έμεινα εγώ με όλα εκείνα τα πράγματα, τα εργαλεία του κήπου, και τα έπιπλα και τα συμπράγκαλα από τρεις γενιές για να ξεφορτωθώ. Πιστέψτε με, δεν ήταν εύκολο να αποφασίσω τι να πετάξω».
   «Κύριε Μάιλσον, δε μου αρέσει ο σερβιτόρος».
   Ο κύριος Μάιλσον τεμάχισε προσεκτικά την μπριζόλα του: κομμάτι με τρεις γωνίες, περιποιημένο και ζουμερό. Έριξε επάνω του μανιτάρια και μουστάρδα, πρόσθεσε ένα κομματάκι πατάτας και το έφερε στο στόμα του. Μάσησε και ήπιε λίγο κρασί.
   «Τον γνωρίζετε;»
   Η κυρία ντα Τάνκα γέλασε χωρίς ευχαρίστηση· σαν το ράγισμα του πάγου. «Πώς να τον γνωρίζω; Δεν ξέρω γενικά σερβιτόρους. Τον γνωρίζετε εσείς;»
   «Ρωτώ επειδή δηλώσατε την απέχθειά σας γι’ αυτόν».
   «Μου επιτρέπετε να τον αντιπαθώ χωρίς να τον γνωρίζω;»
   «Όπως θέλετε. Μου έκανε εντύπωση ως πρόωρη απόφαση, αυτό είναι όλο».
   «Ποια απόφαση; Ποιο είναι πρόωρο; Τι είναι αυτά που λέτε; Μεθυσμένος είστε;»
   «Θεώρησα πρόωρη την απόφαση να αντιπαθείτε τον σερβιτόρο. Δε νομίζω ότι είμαι μεθυσμένος. Πιθανόν λίγο. Πρέπει κανείς να κρατά το πνεύμα του σε εγρήγορση».
   «Σας πέρασε από το μυαλό να φορέσετε ένα κάλυπτρο στο μάτι, κύριε Μάιλσον; Θα σας ταίριαζε, νομίζω. Σας χρειάζεται ένα διακριτικό. Η ζωή σας ήταν κενή; Δίνετε την εντύπωση πως η ζωή σας ήταν κενή».
   «Η ζωή μου υπήρξε όπως και πολλών άλλων. Κενή σε μερικά θέματα, πλήρης σε άλλα. Παρόλα αυτά βλέπω πολύ καλά. Τα μάτια μου είναι τα πραγματικά μου. Κανένα δεν είναι ψεύτικο. Δε βλέπω το λόγο για να φορέσω κάλυπτρο».
   «Μου κάνει εντύπωση που δε βλέπετε το λόγο για τίποτα. Δεν έχετε ζήσει, κύριε Μάιλσον».
   «Δεν καταλαβαίνω».
   «Παραγγείλετε κι άλλο κρασί».
   Ο κύριος Μάιλσον, σήκωσε το χέρι του και το γκαρσόνι πλησίασε.  
   «Ένας άλλος σερβιτόρος παρακαλώ», είπε η κυρία ντα Τάνκα.    «Μπορεί να μας σερβίρει ένας άλλος σερβιτόρος;»
   «Κυρία;» έκανε ο σερβιτόρος.
   «Δε θέλουμε εσάς. Θα στείλετε έναν άλλο στο τραπέζι μας;»
   «Είμαι ο μοναδικός σερβιτόρος σε υπηρεσία, κυρία».
   «Εντάξει», είπε ο κύριος Μάιλσον.
   «Δεν είναι καθόλου εντάξει. Δεν ανέχομαι αυτόν τον άνθρωπο στο τραπέζι μας, να ανοίγει και να σερβίρει κρασί».
   «Τότε θα μείνουμε χωρίς».
   «Είμαι ο μοναδικός σερβιτόρος υπηρεσίας, κυρία».
   «Υπάρχουν και άλλοι εργαζόμενοι στο ξενοδοχείο. Στείλε μας έναν φύλακα ή την κοπέλα από τη ρεσεψιόν».
   «Δεν είναι στην αρμοδιότητά τους, κυρία».
   «Ανοησίες, ανοησίες. Φέρε μας κρασί, άνθρωπέ μου, και λίγα λόγια».
   Ατάραχος ο σερβιτόρος έφυγε. Η κυρία ντα Τάνκα σιγομουρμούρισε ένα λαϊκό τραγούδι.
   «Είστε παντρεμένος, κύριε Μάιλσον; Υπήρξατε ποτέ παντρεμένος;»
   «Όχι, δεν παντρεύτηκα ποτέ».
   «Εγώ παντρεύτηκα δύο φορές. Είμαι παντρεμένη τώρα. Ρίχνω την τελευταία μου ζαριά. Ένας Θεός ξέρει πώς θα βρεθώ. Με βοηθάτε να διαμορφώσω το πεπρωμένο μου. Τι φασαρία που έκανε ο σερβιτόρος για το κρασί!»
   «Είναι κάπως άδικο. Ξέρετε, εσείς—»
   «Συμπεριφερθείτε σαν τζέντλεμαν, δεν μπορείτε; Πάρτε το μέρος μου μιας και είστε μαζί μου. Γιατί τα βάζετε μαζί μου; Σας έβλαψα;»
   «Όχι, όχι. Απλώς αποκαθιστούσα την αλήθεια».
   «Νάτος πάλι με το κρασί. Σαν πουλί είναι. Λέτε να έχει φτερά κολλημένα κάτω από τη στολή του σερβιτόρου; Σαν πουλί είσαι», επανέλαβε ρίχνοντας μια εξεταστική ματιά στο πρόσωπο του σερβιτόρου.  
   «Μήπως έπαιξε ρόλο κανένα πετούμενο στην καταγωγή σου;»
   «Δεν νομίζω, κυρία».
   «Αν και δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος; Πώς μπορείς να λες όχι, όταν δεν ξέρεις τίποτα για αυτήν;»
   Ο σερβιτόρος σέρβιρε κρασί σιωπηλός. Δεν ένιωθε αμήχανος, ούτε καν θυμωμένος, πρόσεξε ο κύριος Μάιλσον.
   «Φέρε καφέ», είπε η κυρία ντα Τάνκα.
   «Κυρία;»
   «Πόσο δουλοπρεπείς είστε οι σερβιτόροι! Πόσο αντιπαθώ τη δουλοπρέπεια, κύριε Μάιλσον! Δεν θα μπορούσα να παντρευτώ έναν δουλοπρεπή άντρα. Δεν θα μπορούσα να παντρευτώ αυτόν τον σερβιτόρο για όλα τα πλούτη του κόσμου».
   «Δεν θα μπορούσα να φανταστώ κάτι τέτοιο. Ο σερβιτόρος δεν φαίνεται να είναι ο τύπος σας».
   «Είναι ο δικός σας τύπος. Σας αρέσει, νομίζω. Να σας αφήσω να τα πείτε;»
   «Αλήθεια; Τι θα μπορούσα να του πω; Δεν γνωρίζω τίποτα για τον σερβιτόρο πέρα από το επάγγελμά του. Δεν επιθυμώ να μάθω. Δεν συνηθίζω να τριγυρίζω και να συγχρωτίζομαι με τους σερβιτόρους από τη στιγμή που με σέρβιραν».
   «Δεν είμαι υποχρεωμένη να το ξέρω. Δεν είμαι υποχρεωμένη να ξέρω τον τύπο σας ή τις προσωπικές και ιδιαίτερες συνήθειές σας. Πώς να τα ξέρω; Μόλις γνωριστήκαμε».
   «Θολώνετε κάπως το θέμα».
   «Είστε το ίδιο πομπώδης με τον ντα Τάνκα. Ο ντα Τάνκα θα έλεγε το θέμα και θολώνω».
   «Το τι θα έλεγε ο σύζυγός σας δεν με αφορά».
   «Υποτίθεται ότι είστε εραστής μου, κύριε Μάιλσον. Δεν μπορείτε να παίξετε λίγο θέατρο; Ο σύζυγός μου σας αφορά και πολύ. Θα πρέπει να θέλετε να τον διαλύσετε. Θέλετε;»
   «Δεν έχω συναντήσει τον άνθρωπο. Δεν τον γνωρίζω».
   «Ε, τότε, υποκριθείτε. Υποκριθείτε για το χατίρι του σερβιτόρου. Πείτε κάτι βίαιο που να το ακούσει ο σερβιτόρος. Παραβιάστε έναν όρκο. Βλαστημήστε. Χτυπήστε τη γροθιά σας στο τραπέζι».
   «Δε μου είπαν να συμπεριφερθώ κατ’ αυτόν τον τρόπο. Είναι ενάντια στη φύση μου».
   «Ποια είναι η φύση σας;»
   «Είμαι ντροπαλός και μετριόφρων»....

Aπόσπασμα από το διήγημα του που δημοσιεύτηκε σε μετάφραση της Τούλας Παπαπάντου στο τεύχος 24ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

Ο William Trevor (William Trevor Cox) γεννήθηκε στο Mitchelstown, Cork της Ιρλανδίας το 1928. Σπούδασε στο Τρίνιτι Κόλετζ του Δουβλίνου και μέχρι τα τριάντα του υπήρξε γλύπτης. Μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος από το 1958, θεωρείται από τους σπουδαιότερους διηγηματογράφους της αγγλικής γλώσσας. Πολλοί συγκρίνουν τα διηγήματά του με αυτά του Τσέχωφ (περιθωριοποιημένοι χαρακτήρες, ατμόσφαιρα κτλ). Ο W. T έχει δηλώσει ότι τον έχουν γοητεύσει Αμερικάνοι συγγραφείς ιδιαίτερα διηγηματογράφοι. Θαυμάζει τους F.  S. Fitzgerald, Faulkner, Hemingway,  J. Updike. Από τους Ιρλανδούς συγγραφείς αγαπά τους  G. Moore, J. Stephens, J. Joyce. Υποστηρίζει : «αν τα βιβλία μου φωτίζουν πλευρές των ανθρώπων δεν το κάνω συνειδητά. Είμαι ένας αφηγητής». Τιμήθηκε με τα βραβεία Hawthornden και Whitebread. Ζει στην Αγγλία, (Devon) από το 1950. Το διήγημα «Μια συνάντηση στη μέση ηλικία»( «A meeting in middle age») είναι απότη συλλογή The Collected Stories του 1993. Στα ελληνικά κυκλοφορούν επτά βιβλία του, εκ των οποίων μόνο ένα είναι συλλογή διηγημάτων : Οι εργένηδες του λόφου ( The hill bachelors). Πέθανε στις 20 Νοεμβρίου του 2016.

Οι φωτογραφίες από το Cork είναι του Γιώργου Γιαννόπουλου.

Η Τούλα Παπαπάντου είναι μεταφράστρια συνεργάτης του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ κυκλοφορούν τα διηγήματα της Εudora Welty Από που έρχεται η φωνή; σε μετάφραση της Τούλας Παπαπάντου.

Γιατί; Yiğit Bener

Πόνο ή ταπείνωση; Και τα δύο, σίγουρα, αλλά κυρίως, όταν το χαστούκι του πατέρα μου χτύπησε το μάγουλό μου ένιωσα κατάπληξη. Ήταν το πρώτο πρώτο χαστούκι, τουλάχιστον το πρώτο που θυμάμαι. Μα τι είπα για να το αξίζω; Και καταρχήν, πώς ένας τόσο στοργικός πατέρας μπόρεσε να με χτυπήσει;
   Είναι αλήθεια πως είχε προηγηθεί τρεις μέρες δρόμος. Το δίχως άλλο, ήταν εξαντλημένος, αφού ξεκινώντας από το Παρίσι, είχε διασχίσει ολόκληρη την Ευρώπη στο τιμόνι του κιτρινωπού Φορντ αυτοκινήτου του. Για πρώτη φορά, από τότε που διορίστηκε στον ΟΟΣΑ, φεύγαμε για διακοπές στην πατρίδα. Μόλις φτάσαμε στο Σιδηρούν Παραπέτασμα, η πορτοκαλοπράσινη διπλωματική πινακίδα του δεν του πρόσφερε πια την παραμικρή ασυλία: στο τελωνείο, και στο ένα και στο άλλο άκρο της χώρας που λεγόταν τότε Γιουγκοσλαβία, περιμέναμε σχεδόν μισή μέρα προτού να λάβουμε την άδεια από τις αρχές του Βελιγραδίου ή της Σόφιας. Και τούτο γιατί ο ψυχρός πόλεμος ήταν ακόμη πολύ θερμός στα 1964, αμέσως μετά τον κόκκινο συναγερμό με την Κρίση της Κούβας. Από την άλλη, οι Βούλγαροι αστυνομικοί, ντυμένοι με την κυανή στολή τους, έβρισκαν μια σατανική ευχαρίστηση να μας σταματούν στην είσοδο του κάθε χωριού· μ’ ένα πλατύ, χλευαστικό χαμόγελο, επέπλητταν ευγενικά τον komşu, αυτόν τον σπουδαίο Τούρκο γείτονα που είχε δήθεν παραβιάσει τους κανονισμούς της περιοχής. Για να κλείσουν τα άπληστα μάτια τους, έπρεπε να τους αφήσουμε δυο τρία από τα πολύτιμα πακέτα με αμερικάνικα τσιγάρα του πατέρα μου. Οι δικοί μας πάλι τελωνειακοί, ντυμένοι στα καφετιά από πάνω ως κάτω, διψούσαν εξίσου για μπαξίσι: ο πατέρας μου είχε εξοργιστεί μαζί τους, αφού ήθελαν οπωσδήποτε να ψάξουν τις βαλίτσες, τις οποίες έπρεπε να λύσουμε και να κατεβάσουμε τη μία μετά την άλλη από τη σχάρα του αυτοκινήτου· το δε μπουκάλι ουίσκι Black Label που προοριζόταν για τον θειο μου δεν γλίτωσε... Κι έπειτα, μας έμενε ακόμα πολύς δρόμος μέχρι την Κωνσταντινούπολη, και ακόμη περισσότερος μέχρι τον τελικό μας προορισμό, την Άγκυρα. Χωρίς να λογαριάζω ότι έκανε πολλή ζέστη κάτω από τον καυτό ήλιο στη βεράντα αυτού του μαγέρικου που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αδριανούπολη, καθώς περιμέναμε τα κεμπάπ μας. Μια μπόχα από κάτουρα ερχόταν από το βάθος του κήπου όπου ένα σμήνος μύγες κι αλογόμυγες περιστρέφονταν γύρω από την παράγκα όπου βρίσκονταν οι τουαλέτες, βαμμένη μ’ ένα κακόγουστο ροζέ χρώμα...
   Μα πώς ένα εξάχρονο παιδί, όπως εγώ τότε, θα μπορούσε να βρει ελαφρυντικά —έτσι μου φαίνονται τώρα που τα βλέπω από απόσταση; Κι εξάλλου, ακόμη κι αν έχει περάσει μισός αιώνας από τότε και παρά τη μεγάλη στοργή που τρέφω για τον πατέρα μου που έχει φύγει απ’ τη ζωή, πώς να δικαιολογήσω αυτή την απότομη, τη μυσταγωγική χειρονομία, η οποία εγκαινίασε την τουρκική παιδική μου ηλικία; Θυμάμαι ακόμα τη σκηνή με κάθε λεπτομέρεια, όπως και τον σύντομο διάλογο που προηγήθηκε του χαστουκιού, το οποίο με έκανε να δω όλα τα χρώματα της ίριδας.
   Ήμασταν όλοι εξαντλημένοι από την κούραση. Για μένα που δεν καθόμουν ποτέ στη θέση μου, τρεις μέρες ταξίδι στο πίσω κάθισμα του Φορντ του πατέρα μου δεν ήταν και λίγο πράμα. Κυρίως μες στον αποπνικτικό καπνό από τα τσιγάρα που άναβε η μητέρα μου, με μια κίνηση τόσο χαδιάρικη όσο κι επιδέξια, δυο δυο για να στερεώσει το ένα στην άκρη των χειλιών της και το άλλο στου οδηγού που ήταν γαντζωμένος στο τιμόνι. Άλλο που δεν ήθελα, λοιπόν, να κάνουμε ένα διάλειμμα για φαγητό αμέσως μετά τα σύνορα για να ξεμουδιάσουν επιτέλους τα πόδια μου. Μόνο που ο πατέρας μου δεν ήθελε να απομακρυνθώ, διότι το εστιατόριο βρισκόταν στην άκρη του δρόμου και ήταν επικίνδυνο. Βαριόμουν, λοιπόν, και καθόμουν μουτρωμένος σε μια ξύλινη καρέκλα ακόμη πιο άβολη από το κάθισμα του αυτοκινήτου. Κι ήταν κι εκείνες οι μύγες και οι αλογόμυγες που δεν έλεγαν να σταματήσουν να κάθονται στα πόδια μου και να ζουζουνίζουν μες στα μούτρα μου! Και δεν μιλάω καν για τα άλλα παράξενα έντομα που είχαν κατακλύσει τον βδελυρό μουσαμά. Στο τέλος, παραπονέθηκα: «Μα γιατί έχει τόσα ζωύφια εδώ πέρα;» Το θιγμένο ύφος του πατέρα μου θα έπρεπε να με είχε κάνει πιο προσεκτικό: «Είναι φυσιολογικό, στην εξοχή βρισκόμαστε». Ασυνείδητα, επέμενα: «Μα δεν είχε τόσα πολλά στη Γαλλία...» Δεν ήξερα ακόμη να αναγνωρίζω τις απαντήσεις που λειτουργούσαν ως αυστηρές προειδοποιήσεις: «Εδώ είναι Τουρκία: είναι η δικιά μας χώρα και καλά θα κάνεις να συνηθίσεις!» Μια παχιά αλογόμυγα είχε διαλέξει ακριβώς εκείνη τη στιγμή για να καθίσει απάνω στο γόνατό μου. Σιχάθηκα και τρόμαξα ταυτόχρονα: «Αν είναι έτσι όλη την ώρα στην Τουρκία, τότε εγώ θα προτιμούσα να είμαι Γάλλος και να μένω στη Γαλλία...» Μόλις και είχα τον χρόνο να διακρίνω μια άγνωστη ακόμη έκφραση στο πρόσωπο του πατέρα μου, μιας και η σφαλιάρα έφυγε σαν αστραπή! Το μάγουλό μου είχε πάρει φωτιά, δεν καταλάβαινα τίποτα.
   Τώρα που το ξανασκέφτομαι, εκείνο το καλοκαίρι μού επιφύλαξε κι άλλα πολλά ανεξήγητα επεισόδια. Γιατί, λόγου χάριν, τα παιδιά που ζούσαν σ’ εκείνο το μαγευτικό χωριό στην ακροθαλασσιά, όπου είχαμε πάει για διακοπές δύο βδομάδες αργότερα, βάλθηκαν να με κυνηγούν και να φωνάζουν: «Είσαι κορίτσι! Είσαι κορίτσι!»; Είναι αλήθεια πως είχα «μακριά» μαλλιά, σε σύγκριση με τα δικά τους που ήταν συνεχώς ξυρισμένα, για να τρώνε λάχανο τις ψείρες και τα άλλα μαμούνια... Σήμερα, έχω ένα μειδίαμα στα χείλη, όταν, κουνώντας διασκεδαστικά την κοτσίδα μου στο μπάνιο, θυμάμαι εκείνη την ημέρα που έξαλλος από θυμό και έτοιμος να με πάρουν τα κλάματα, παρατηρούσα μέσα απ’ τον καθρέφτη τις μηχανικές κινήσεις του κουρέα του χωριού στον οποίο πήγα τρέχοντας για να αποδείξω την «αρρενωπότητά» μου στο παιδομάνι που με περίμενε στην πόρτα. Το μαγαζάκι του μπαρμπέρη ήταν λιτό και παραδοσιακό, όπως και τα μέρη που δεν είχαν τίποτε ακόμη από το σημερινό τεράστιο παραθεριστικό θέρετρο. Στον τοίχο, ένα πορτρέτο του Ατατούρκ συντρόφευε μια προσευχή γραμμένη στα αραβικά επάνω σε μια πινακίδα, και κρεμόταν πάνω ακριβώς από τη ραφιέρα, όπου ήταν χύμα απλωμένα τα ξυραφάκια, τα πινέλα, το σαπούνι και τα μπουκαλάκια κολόνιας με αστραφτερά χρώματα, ένα nazar boncuk, αυτό το μικρό χαϊμαλί σε σχήμα σταγόνας νερού βαμμένο με γαλάζιο χρώμα που υποτίθεται ότι διώχνει το «κακό μάτι». Ένιωθα άβολα: η σανίδα που ο μπαρμπέρης τοποθετούσε κάθετα στα μπράτσα της πολυθρόνας για να ψηλώσει τα παιδιά με τσιμπούσε τον πισινό, και δεν καταλάβαινα καθόλου γιατί έπρεπε να θυσιάσεις τα μαλλιά σου για να σε λογαριάζουν για αγόρι. Το έβρισκα λιγάκι ταπεινωτικό, αλλά ας είναι, έλεγα μέσα μου, τα μαλλιά ξαναμεγαλώνουν...
   Αγνοούσα ακόμη ότι στο τέλος του καλοκαιριού, «για να γίνω άντρας, αληθινός άντρας», έπρεπε να θυσιάσω επίσης την πόσθη μου... Αυτή τη φορά, επαναστάτησα: από τον φόβο μου, και μόνον απ’ αυτόν, όχι ακόμη λόγω των σημερινών πεποιθήσεών μου. Καθώς αρνιόμουν κατηγορηματικά να εμπιστευτώ πειθήνια το ξυράφι του κυρίου με τη λευκή ποδιά, το έβαλα στα πόδια μες στους διαδρόμους της κλινικής. Αποκαμωμένος, μετά από ένα ξέφρενο τρεχαλητό, ο πατέρας μου κατάφερε να με πιάσει και να με ακινητοποιήσει για να παρουσιάσει τον πισινό μου σε μια χοντρή νοσοκόμα και τη μεγάλη βελόνα της. Λίγο πριν με πιάσει η βελόνα της αναισθησίας, είχα τον χρόνο να του πω: «Κι εσύ, πατέρα;» Ξέρω ότι, μετά απ’ αυτό, το ερώτημα με βασάνιζε για πολύ καιρό. Πώς τούτος ο πατέρας, άθεος παρά ταύτα, είχε μπορέσει να εκτελέσει αυτό το θρησκευτικό τελετουργικό; Το κατάλαβα πολλά χρόνια αργότερα: φοβόταν, μου εξήγησε, μήπως υποστώ διακρίσεις στον στρατό, εάν ανακάλυπταν στο χαμάμ ότι δεν είχα κάνει περιτομή. Ήταν καλύτερο, λοιπόν, να μην ξεχωρίζεις...
   Ούτε στο σχολείο έπρεπε να ξεχωρίζεις. Αυτό το έμαθα δύο χρόνια αργότερα. Μόλις είχαμε εγκατασταθεί και πάλι στην Άγκυρα, μόλις λίγες ημέρες μετά την έναρξη της πρώτης μου τουρκικής σχολικής χρονιάς. Οι εξήντα και κάτι συμμαθητές μου, με τις μαύρες τους ποδιές και τον λευκό γιακά, με κοίταξαν όλοι τους επίμονα με έκπληκτα μάτια, όταν σήκωσα το χέρι μες στη μέση του μαθήματος. Ο δε δάσκαλος σούφρωσε τα φρύδια και με πλησίασε με αργά βήματα: «Τι συμβαίνει;» ξεστόμισε μέσα απ’ τα σφιγμένα χείλη του. Όπως και πριν από το χαστούκι του πατέρα μου, δεν ήξερα να αναγνωρίζω στην όψη του τη λάμψη της αγριότητας που προμήνυε την τιμωρία. «Ήθελα μόνο να κάνω μια ερώτηση πάνω στο μάθημα». «Άνοιξε το χέρι σου», μου απάντησε ξερά. Αμέσως, ο μακρύς μεταλλικός χάρακας που κρατούσε ράβδωσε την παλάμη μου: «Για να μάθεις να μη διακόπτεις το μάθημα!» Και τότε πάλι, έμεινα άφωνος...

Απόσπασμα από το διήγημα του Yigit Bener που δημοσιεύται στο τεύχος 41ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ με αφιέρωμα στη σύγχρονη τουρκική λογοτεχνία. Ένα συλλεκτικό τεύχος στο οποίο δημοσιεύονται επίσης έργα σύγχρονων Τούρκων φωτογράφων.




Ο Γιίτ Μπενέρ, (Yiğit Bener) γεννημένος το 1958 στις Βρυξέλλες, από πατέρα διπλωμάτη, μεγάλωσε μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας. Ξεκίνησε, στην Άγκυρα, τις σπουδές του στην ιατρική, αλλά τις εγκατέλειψε λόγω των στρατιωτικών του δραστηριοτήτων, που τον οδήγησαν, μετά το πραξικόπημα του 1980, σε εξορία στις Βρυξέλλες όπου και έζησε για δέκα χρόνια. Από το 1990, κατοικεί στην Κωνσταντινούπολη, εργάζεται ως διερμηνέας και έχει αφοσιωθεί στη συγγραφή ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του Ερχάν Μπενέρ (1929-2007) και του θείου του Βυσάτ Ο’ Μπενέρ (1923-2005), δύο μορφών της τουρκικής λογοτεχνίας του δευτέρου μισού του 20ού αιώνα. Είναι συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων, δοκιμίων, νουβελών και παιδικών βιβλίων. Το τελευταίο του μυθιστόρημα βραβεύτηκε, το 2012, με το διάσημο βραβείο Ορχάν Παμούκ, δημοσιεύτηκε, το 2015, με τον τίτλο Το πνεύμα, από τις γαλλικές εκδόσεις Actes Sud, οι οποίες είχαν δημοσιεύσει, το 2010, μία από τις ανθολογίες νουβελών του, Άλλοι εφιάλτες. Τέλος, ο Γιίτ Μπενέρ μεταφράζει από τα γαλλικά προς τα τουρκικά. Το 1992, Το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Λουί Φερντινάν Σελίν, απέσπασε το βραβείο καλύτερης μετάφρασης. Συνεργάζεται τακτικά με το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

To χαστούκι, Βirsen Ferahlı

Δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου σ’ αυτό το σπίτι. Να μείνουν χωρίς εμένα. Να ψάχνουν παντού, ανήσυχοι που δεν θα δουν το παιδί τους να επιστρέφει. Να είναι στεναχωρημένοι και να κλαίνε.
   Η μητέρα μου με χτύπησε... Εκσφενδόνισε και μια παντόφλα πάνω στον μεγάλο μου αδελφό. Αυτός, αντέδρασε γελώντας. «Εμπρός, χτύπα, της είπε, είναι γαλλικό δέρμα». Αυτή, είχε λυσσάξει. Εγώ, ποτέ δεν την έκανα να λυσσάξει έτσι. Είμαι ένα ήσυχο παιδί, εγώ. Και σα να μην έφτανε που μας χτύπησε, μας είπε: «Σας βαρέθηκα!»
   Θα πάω στη βιβλιοθήκη απόψε μετά το σχολείο. Θα κοιμηθώ εκεί. Θα μοιάζει σαν να είναι όλα τα βιβλία δικά μου. Το πρωί, θα σηκωθώ νωρίς, θα σκουπίσω το πάτωμα, θα ξεσκονίσω τους πάγκους. Όταν έρθει η βιβλιοθηκάριος, δεν θα πιστεύει στα μάτια της, όλα θα λάμπουν, και θα μοιραστεί το κολατσιό της μαζί μου. Όπως και να ’χει, δεν μου αρέσει να τρώω. Μακάρι να είχαμε χάπια! Ένα ποτήρι νερό για να τα καταπιούμε και ωπ! Δεν θα πεινούσαμε πλέον... Αν μπορούσαμε μονάχα να διαβάζουμε όλη μέρα...
   Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο με χτύπησαν! Βυθισμένη στο βιβλίο μου, είχα ξεχάσει να σβήσω τη φωτιά, το ραγού (γιαχνί) κρεμμυδιού είχε καεί εντελώς, μύριζε μέχρι έξω στον δρόμο.
   Τι με νοιάζει; Κανείς δεν τους υποχρέωνε να πάνε να δούνε τα προικιά της αγαπημένης τους Νερμίν! Η αδελφή μου μού είχε πει: «Μείνε να προσέχεις τη φωτιά, θα γυρίσουμε αμέσως». Κι αυτή έχει τα δικά της προικιά. Με στέλνουν να πάρω τις δαντέλες που κέντησαν, στο ψηλότερο μέρος της γειτονιάς, σε μια μπλε πόρτα με καμπανάκι, στην άκρη ενός τόσο ανηφορικού δρόμου όσο και ο πύργος της Ραπουνζέλ. Δίνοντάς μου το πακέτο, τυλιγμένο σε άσπρο χαρτί, η Ζελιχά η κεντήτρα μού είπε: «Πρόσεχε μη σου πέσει, είναι δουλειά που σου σακατεύει τα μάτια». Με την ανάπηρη μαμά της και τον ζηλιάρη άνδρα της, δεν ξεμυτίζει ποτέ. Κάθε φορά, ψάχνει στις τσέπες της για να βρει μια κάτασπρη καραμέλα με γεύση μέντας που τοποθετεί στην άκρη της γλώσσας μου, σαν να ήταν ένα θαυματουργό γιατρικό. Όταν λιώνει, με τσιμπάει ανάμεσα στη γλώσσα και τον ουρανίσκο.
   Είναι σίγουρο ότι η μεγάλη μου αδελφή θα κλάψει που δεν θα γυρίσω σπίτι. Όπως τη μέρα που έφτασε το γράμμα χωρισμού του αγαπημένου της, θα πέσει στο κρεβάτι της κλαίγοντας με λυγμούς.
   Κι εγώ τους βαρέθηκα! Φοβάμαι πολύ όταν μαλώνουν, κλαίω κρυφά στο κρεβάτι μου.
   «Αν διαβάζετε πολύ, μας προειδοποιεί η δασκάλα μας, θα τα καταφέρετε στον διαγωνισμό κρατικής υποτροφίας στο τέλος του δημοτικού σχολείου και θα πάτε στα μεγάλα σχολεία». Λατρεύω τη δασκάλα μας. Σηκώνω πάντα το χέρι. Θα εργαστώ σκληρά και θα τα καταφέρω στο διαγωνισμό. Λένε ότι αυτές που δεν σπουδάζουν, παντρεύονται. Άκουσα, όταν η κυρία Χουμεϊρά είπε στην αδελφή μου: «Ή ο καθηγητής, ή ο σύζυγος!» Γέλασαν. Όσο γέλαγαν, ήρθε ο πατέρας μου. Σταματάμε πάντα τις ομιλίες όταν έρχεται ο πατέρας μου. Αν μιλήσει, μιλάμε. Προσπαθώ να πω πράγματα που του αρέσουν. Μια μέρα, είπα τα ονόματα του προέδρου της Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού, αράδιασα τις πρωτεύουσες των ευρωπαϊκών χωρών, γέλασε, μου χάιδεψε το κεφάλι. Όταν πάει στην πόλη, μου φέρνει βιβλία, μπανάνες. Μια φορά μάλιστα, μου έφερε μικρά ροζ πλαστικά φλιτζανάκια.
   Αναρωτιέμαι αν η Κανιγιέ καταλαβαίνει ότι με χαστούκισαν. Έκλαψα πολύ στον δρόμο του ερχομού, αλλά στην πόρτα του σχολείου σκούπισα καλά τα μάτια μου. Δεν θα το πω σε κανένα! Ούτε καν στην Κανιγιέ! Κι ας είναι αδελφική μου φίλη! Σήμερα, στο πικνίκ, θα κάνω ότι διασκεδάζω.
   Μου αρέσει να πηγαίνω για πικνίκ ανάμεσα στα ερείπια. Στοιχισμένοι στη σειρά ανά δύο, στο μονοπάτι κάτω από τη σκιά των μουριών, προχωράμε τραγουδώντας εμβατήρια όλοι μαζί. Περνάμε μπροστά από την Τρύπα της Αρτέμιδος και τους Επτά Κοιμωμένους, διασχίζουμε το Όρος των Πεύκων, και η Έφεσος1 εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μας. Εγώ, σήμερα, δεν τραγουδάω ούτε ένα τραγούδι. Παραπονιέμαι για τη μητέρα μου στους Επτά Κοιμωμένους. Κάποια στιγμή, θέλησα να πάω να τους συναντήσω. «Θα ξάπλωνα δίπλα τους... Θα κοιμόμουν εκατό χρόνια...»
   Κάνουμε μια στάση κάτω από το μεγάλο δένδρο στην είσοδο της Εφέσου. Τα κιλίμια στρώθηκαν στο έδαφος, και τα βραστά αυγά, οι κεφτέδες, τα μπουρέκια, τοποθετήθηκαν επάνω. Τα καταπίνουμε αμάσητα για να μπορέσουμε να παίξουμε πιο γρήγορα. Ως συνήθως, οι δασκάλες διασκεδάζουν μεταξύ τους και δεν βιάζονται. Η Κανιγιέ κι εγώ, περιμένουμε υπομονετικά φτιάχνοντας ψεύτικα νύχια με τα κίτρινα πέταλα των σπαθόχορτων. Επιτέλους τα κιλίμια διπλώθηκαν. Προχωράμε πρώτα προς το «Μεγάλο Θέατρο» στο τέλος της λεωφόρου του Λιμανιού. Στα πολύ αρχαία χρόνια υπήρχαν εδώ αγώνες, άνθρωποι και λιοντάρια πάλευαν κάτω από το βλέμμα του βασιλιά και της βασίλισσας. Μπαίνουμε από την πόρτα με τα σιδερένια κιγκλιδώματα από όπου εξαπέλυαν τα λιοντάρια: είναι πολύ μεγαλύτερο από τον καλοκαιρινό κινηματογράφο του χωριού, θα μπορούσαμε να στήσουμε εκατό κινηματογράφους στο εσωτερικό του... Ολόγυρα, πέτρινες κερκίδες. Από το ψηλότερο μέρος, η Κανιγιέ ακούω αυτά που λέω χαμηλόφωνα από τη σκηνή: ο ουρανός... ο ουρανός... σοκολάτα... σοκολάτα... δεν θα γυρίσω σπίτι... δεν θα γυρίσω σπίτι... «Τι απίστευτη ακουστική για μια τόσο αρχαία κατασκευή!» λέει έκπληκτη η καθηγήτρια μουσικής. Βγαίνουμε από το Θέατρο από την πόρτα στο κάτω μέρος. Περπατάμε πηδώντας από τη μία πέτρα στην άλλη. Χωρίς να δίνουμε σημασία στα βιολετί γαϊδουράγκαθα που μας γρατζουνίζουν τα πόδια. Βιαζόμαστε να φτάσουμε στον τόπο παιχνιδιού. Τόσο που σχεδόν ξεχνάω την ιστορία του χαστουκιού.
   Ο τόπος παιχνιδιού είναι ένας κήπος περιτριγυρισμένος από μαρμάρινες κατασκευές: κολόνες που ανεβαίνουν πολύ ψηλά και διακοσμημένα διαδήματα που τις ενώνουν. Παίζουμε στη σκιά των πέτρινων μορφών με αυστηρό ύφος, χωρίς να κινδυνεύουμε να πάθουμε ηλίαση. Λένε ότι είναι η πιο μεγάλη βιβλιοθήκη των αρχαίων χρόνων. Τοποθέτησαν τα αγάλματα πάνω σε πέτρες. Άλλοτε λείπει ένα χέρι, ή έχει πέσει η μύτη... Στην μπροστινή όψη τους οι πέτρες έχουν επιγραφές. Με αλλόκοτα γράμματα... «Το αρχαιοελληνικό αλφάβητο», λέει η δασκάλα. Κατάφερε να διαβάσει μόνο τα ονόματα: Κέλσος... Μάρκος-Αντώνιος...
   Όσο προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις επιγραφές, η Σεράπ οργανώνει μια ομάδα για να παίξουμε κρυφτό. Πήρε τον Αρίφ στην ομάδα της. Εγώ, είμαι με τον Σελίμ, την Κανιγιέ και την Αϊσέ. Πρώτη φυλάει η Σεράπ. Όπως και να ’χει, δεν μπορούμε να τους κερδίσουμε. Κρύβομαι πίσω από τον Μάρκο-Αντώνιο. Νομίζω ότι είμαι αόρατη ανάμεσα στους θάμνους, σχεδόν στο ίδιο ύψος με το δικό μου, αλλά κουνιέμαι, το ίδιο και οι θάμνοι, και η Σεράπ ορμάει πάνω μου σαν τη λιονταρίνα πάνω στη λεία της. Οπότε φυλάω εγώ. Φτάνω μέχρι τη μαρμάρινη σαρκοφάγο στο κέντρο. Αυτός που φυλάει πρέπει να ακουμπήσει το κεφάλι του πάνω στο γλυπτό λιοντάρι της σαρκοφάγου και να μετρήσει μέχρι τα πενήντα με καλά κλειστά τα μάτια πριν ξεκινήσει να ψάχνει τους άλλους που είναι κρυμμένοι. Βρίσκω τη Σεράπ. Και τον Αλί. Με κάνουν να πεισμώσω: «Αν είναι τόσο εύκολο, βρες τον Αρίφ τώρα!» «Εδώ είμαι!» φωνάζει ο Αρίφ από το εσωτερικό της σαρκοφάγου. Από ένα μικρό άνοιγμα, κατάφερε να τρυπώσει στο εσωτερικό του τάφου του Κέλσου. Και οι πέντε, σκαρφαλώνουμε στη σαρκοφάγο και κοιτάζουμε από την τρύπα του σπασμένου μαρμάρου. «Δεν θα μπορέσετε να με πιάσετε!» λέει ο Αρίφ αλληθωρίζοντας με τα μεγάλα μαύρα μάτια του και βγάζοντάς μας τη γλώσσα. Επειδή δεν μπορώ να κατεβώ κάτω στον τάφο με τα φίδια να τον πιάσω, η παρτίδα κρυφτού χαλάει.
   Πού και πού θυμάμαι ότι θα είμαι άστεγη από το βράδυ. Αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να το βάλω κάτω. Να γυρίσω σαν να μη συμβαίνει τίποτα, ενώ το μάγουλό μου συνεχίζει να με πονάει, όχι! Και να που χάνω και πάλι στο κρυφτό! Αν μπορούσα τουλάχιστον να είχα γεννηθεί και να είχα ζήσει τον αρχαίο καιρό, να είχα πεθάνει πολύ καιρό πριν. Ονειρευόμουν συγκεκριμένα τη σαρκοφάγο μου όταν η Κανιγιέ μού πρότεινε να παίξουμε το παιχνίδι «Έφεσος». Ο Αλί επιλέγει να είναι ο Κέλσος, η Αϊσέ, Κλεοπάτρα, ο Αρίφ, Αδριανός, η Κανιγιέ, Αφροδίτη και η Σεράπ, Άρτεμις. Θέλω ένα μεγαλύτερο ρόλο από τη Σεράπ. Καπάρωσε αυτόν της Αρτέμιδος, οπότε θα είμαι Παναγία. Δεν καταφέρνουμε να συμφωνήσουμε για τους συζύγους και τις συζύγους. Ο Αδριανός θέλει να είναι ο σύζυγος της Παναγίας. Εγώ διαφωνώ: «Η Παρθένος Μαρία δεν μπορεί να έχει σύζυγο!» Ο Αρίφ θυμώνει: «Δεν είναι γυναίκα; Γιατί να μην μπορεί να έχει άνδρα;» «Ή μήπως ήταν πολύ άσχημη;» ρωτάει η Αϊσέ. «Μα αφού την είδαμε, ανόητη!» απαντάει ο Αρίφ.
   Ήταν στο φθινοπωρινό πικνίκ, όταν είχαμε επισκεφθεί το κρεμαστό σπίτι της στο όρος Μπουλμπούλ2‧ υπήρχε ένα άγαλμά της, ένα γυναικείο άγαλμα με αγγελικό πρόσωπο. Μπροστά στο όμορφο αυτό πρόσωπο, είχαμε απαγγείλει τη σουράτα Elham3 και είχαμε κάνει ευχές. Είχαμε μείνει έκπληκτοι από τα αστραφτερά κολιέ, τα ξύλινα μπαστούνια, τα παπούτσια με σιδερένιους νάρθηκες για ανάπηρους που είχαν αφήσει εδώ όλοι αυτοί, οι ευχές των οποίων πραγματοποιήθηκαν. Είχαμε πλύνει τα χέρια μας με το νερό που έτρεχε ανάμεσα από τους βράχους. «Ρίξτε και στο κεφάλι σας νερό, θα σας ανοίξει το πνεύμα», είχε πει η δασκάλα.
   Δεν μπορώ να παντρευτώ με τον Αρίφ. Δεν θα παντρευτώ με κανένα. «Εντάξει! λέει η Αϊσέ. Τότε, ούτε παιδιά θα κάνεις!» Κάνει λάθος! Δεν θα παντρευτώ, αλλά θα αποκτήσω ένα παιδί. Είμαι η Παναγία. Θα αγαπώ πολύ το παιδί μου, δεν θα θυμώνω μαζί του, ακόμα κι αν αφήνει το φαγητό να καεί χωρίς να το κάνει επίτηδες. Με κομμένα κλαδιά δάφνης, πλέκουμε στεφάνια που μοιάζουν μ’ εκείνα που καλύπτουν τα κεφάλια των αγαλμάτων. Όταν τοποθετούμε ένα στο κεφάλι του Αλί, ξαναγεννιέται ως Κέλσος και βγαίνει από τη σαρκοφάγο όπως λέει το παιχνίδι. Οπότε, προσποιούμενοι ότι είναι λατινικά, προφέρουμε ακαταλαβίστικες προτάσεις για να γιορτάσουμε τον γάμο του με την Αφροδίτη. Οι νεόνυμφοι υποβάλλουν τα σέβη τους στην Παναγία. Η Παναγία τούς ευλογεί χαϊδεύοντας τα κεφάλια τους. Έτσι παίζουμε το παιχνίδι «Έφεσος», χωρίς να παραλείψουμε καμιά λεπτομέρεια, από τότε που είδαμε τον Μπεν Χουρ στον υπαίθριο κινηματογράφο....


1. Η Τρύπα της Αρτέμιδος (κοιλότητα στην τοποθεσία του ναού της Αρτέμιδος, ενός από τα επτά θαύματα του κόσμου που δεν διατηρείται σήμερα), οι Επτά Κοιμώμενοι (σπηλιά όπου εικάζεται ότι επτά νεαροί χριστιανοί ξύπνησαν μετά από δύο αιώνων ύπνο σύμφωνα με έναν χριστιανικό αλλά και μουσουλμανικό θρύλο), η βιβλιοθήκη του Κέλσου και το Μεγάλο Θέατρο είναι μέρη της αρχαίας ελληνικής πόλης Εφέσου στα δυτικά της Ανατολίας, αρκετά κοντά στις ακτές του Αιγαίου και της πόλης Σελτσούκ.
2. Καθολικό και μουσουλμανικό τέμενος κοντά στην Έφεσο. Λέγεται ότι μετά τη Σταύρωση του Ιησού, ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής έκρυψε εκεί τη Μαρία μέχρι την Κοίμησή της.

απόσπασμα από το διήγημα το Χαστούκι που δημοσιεύεται στο τευχος 41 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ αφιερωμένο στη σπυγχρονη τουρκική λογοτεχνία.

Η Μπιρσέν Φεραχλί (Birsen Ferahlı) γεννήθηκε το 1960 στη Σμύρνη όπου σπούδασε ιατρική και όπου εργάζεται ως ειδική φυσιοθεραπεύτρια. Ξεκίνησε τη λογοτεχνική της καριέρα εκδίδοντας αξιόλογες κριτικές σε περιοδικά, και στη συνέχεια δοκίμια και διηγήματα σε ομαδικές εκδόσεις αφιερωμένες συγκεκριμένα σε σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς, όπως ο Σελίμ Ιλερί (ένας από τους συγγραφείς του αφιερώματος αυτού) και η διηγηματογράφος Φουρουζάν. Η Μπιρσέν Φεραχλί έχει εκδώσει δύο συλλογές απομνημονευμάτων και διηγημάτων.

Μετάφραση: Μαριάνθη Πάσχου

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

Eκδηλώσεις ΕΝΕΚΕΝ, Ουρλιαχτό τ' ουρανού, ο ποιητής Bedri Hoxha



Βedri Xoxha

Ας πεθάνω
Τώρα κι οι τοίχοι
μ' έχουν βαρεθεί
και το ταβάνι έτοιμο να πέσει
οι μύγες κι τα ποντίκια
ενοχλητικοί γείτονες.
Προσμένω μοναχικά τον θάνατο.
Ας πεθάνω.
Θα πεθάνουν και τα προβλήματα.
Να πέσω ξεριζωμένος
από το μακρινό μου πατρικό
όπου η μάνα στο κατώφλι
με περιμένει ακόμα κουρασμένη
να πάω ντυμένος γαμπρός.



O Bedri Hoxha γεννήθηκε στην πόλη Ντίμπρα, στη Βόρεια Αλβανία. Σπούδασε φιλολογία στα Τίρανα. Στα δεκαέξι του κέρδισε το 1ο βραβείο ποίησης του λογοτεχνικού περιοδικού Poezia, των Τιράνων. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές στα αλβανικά και στα ελληνικά. Ζει και εργάζεται στην Θεσσαλονίκη.

Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Εκδηλώσεις ΕΝΕΚΕΝ

Σας περιμένουμε

Richard M. Berlin, A twenty-first century William Carlos Williams, Eneken Cultural Revue


Richard M. Berlin has been been called “A twenty-first century William Carlos Williams” by Booklist. He is the author of two chapbooks and  three poetry collections including  Secret Wounds which was selected by USA Book World as the best general poetry book published in 2011.  Richard is a physician with a psychiatric practice in Lenox.  He is a Senior Affiliate in Psychiatry at the University of Massachusetts Medical school where he has established  the Gerald F. Berlin Creative Writing Award to honor of his father.  The Award  encourages doctors and nurses in training to write about their experiences as a way to bring them closer to their patients.  Richard is the author of more than 60 scientific papers and the editor of  two medical books, "Sleep Disorders in Clinical Psychiatry" and "Poets on Prozac: Mental Illness, Treatment, and the Creative Process." Richard's three poetry collections are being translated into Greek by Miltos Arvanitakis, a film maker, physician, and translator.  This week, Miltos won the European Institute for Literary Translation Award 2016 for his translation of Richard's first book, How JFK Killed My Father.  Miltos is currently completing translations of Secret Wounds and Practice.


https://theberkshireedge.com/

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Daniel Bensaid Μνήμη και αγώνας επανάστασης



Απόσπασμα από το κείμενο του Σταύρου Τομπάζου που δημοσιεύετηκε στο τεύχος 16 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, Απρίλιος, Μάιος, Ιούνιος 2010.
Ο Σταύρος Τομπάζος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Διδάσκει μαθήματα πολιτικής οικονομίας και πολιτικής φιλοσοφίας και έχει πλούσιο συγγραφικό έργο.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Μέρες που δεν θα ξαναρθούν, Selim İleri

Πολύ το αγαπώ αυτό το ποίημα του Ζίγια Οσμάν Σαμπά. Εξάλλου όλα τα ποιήματά του μ’ αρέσουν. Έζησε τόσο λίγο, ωστόσο το έργο του αντηχεί στην ψυχή μας και σήμερα ακόμη. Η δίψα για τον έρωτα, η δίψα για τρυφερότητα και για συμπόνοια δεν καταλαγιάζει γρήγορα, γι’ αυτό τα ποιήματά του δεν θα ξεθωριάσουν με τον καιρό. Πάρτε για παράδειγμα τα Παιδικά Χρόνια. Το ποίημα γράφτηκε στα 1936, κι όμως ο λόγος του είναι τόσο ζωντανός!

    Χρόνια μου, χρόνια παιδικά...
    Κήποι που μοιάζουν τώρα μακρινοί.
    Τόσες και τόσες νύχτες, τόσα πρωινά,
    Αυτές οι μέρες που δεν θα ξαναρθούν,
    Χρόνια μου παιδικά.

Ο Σαμπά γεννήθηκε στα 1910. Φανταστείτε την Κωνσταντινούπολη εκείνη την εποχή. Oι νουβέλες του, η μία καλύτερη απ’ την άλλη, μαρτυρούν πως, τον προηγούμενο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη ήταν η πόλη των θαλασσών και η πόλη των κήπων. Θυμάμαι ακόμη εκείνους τους τελευταίους κήπους του Καντίκιογιου1, που έμοιαζαν με απομεινάρια αυτού του παρελθόντος. Όπως όλα τα πράγματα στην Πόλη.
   Βέβαια, εγώ δεν γεννήθηκα σε σπίτι με κήπο. Πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην πολυκατοικία Γκερέν2 της λεωφόρου Μπαχαριγιέ3, και δεν ήμουν εξοικειωμένος με τους κήπους. Που ωστόσο λατρεύω παθιασμένα...
   Η πιο μακρινή ανάμνησή μου συνδέεται με τη βροχή. Νομίζω, ήμουν δύο ή τριών χρονών. Δεν πρέπει να τα είχα συμπληρώσει τα τρία, αφού ακόμη ήμουν στο καροτσάκι, που το θυμάμαι ολοκάθαρα. Μια μέρα του φθινόπωρου ή της άνοιξης. Απόγευμα προς το δειλινό (ή έτσι το θέλω, προσθέτω αυθαίρετα και φαντάζομαι πως ήταν δειλινό).
   Η μητέρα μου φορά ένα μαύρο παλτό. Μια γυναίκα που στο πρόσωπό της θα γνωρίσω αύριο τη μητέρα μου, μια νέα γυναίκα. Όμως θυμάμαι, πάνω απ’ όλα, το παλτό: μαύρο, μακρύ, με γιακά από αστραχάν. Το ύφασμά του ήταν αρκετά φθαρμένο (Το φορούσε, εξάλλου, και όταν πήγα στο δημοτικό. Χωρίς τον γιακά…).
   Αρχίζει να βρέχει. Ένα χέρι χαμηλώνει την κουκούλα. Εδώ που βρισκόμαστε κήπο δεν έχει. Στον κήπο του αρχοντικού του Ασσίμ Πασά η λίμνη με τα νούφαρα και τα χρυσόψαρα δεν υπάρχει πια. Ούτε οι δύο τεράστιες μανόλιες στον κήπο της θείας Νεσεκάν, στο Γκιόζτεπε4.
   Δεν ξέρω γιατί, θαρρώ βρισκόμαστε στο Αλτιγιόλ5. Το ίδιο μου συμβαίνει κάθε φορά: σαν να ανεβαίνουμε από το Αλτιγιόλ προς το Μπαχαριγιέ (Ο τόπος είναι γαλήνιος κι ερημικός, τίποτε δεν θυμίζει τον εκκωφαντικό θόρυβο και τα μποτιλιαρίσματα του σύγχρονου Αλτιγιόλ). Σπίτια δίπατα ή τρίπατα, μια εκκλησία πίσω από τα δέντρα. Περνάει το τραμ).
   Βρέχει, το πρόσωπό μου γίνεται μουσκίδι…
   Μόνη απόδειξη για όσα λέω είναι το μαύρο παλτό. Και επαναλαμβάνω: χρόνια το φορούσε, κι όταν ακόμη ήμουν εννέα ή δέκα ετών. «Πώς γίνεται να το θυμάσαι», με ρωτούν. «Ναι, μάλιστα, έναν γούνινο γιακά. Που ξέφτισε με τον καιρό κι άρχισε να μοιάζει με μουτόν...» (Η Πόλη τη δεκαετία του πενήντα δεν ήξερε τι θα πει «κατανάλωση». Όλοι ήταν οικονόμοι. Ακόμη βλέπω μπροστά μου το καλάθι ραπτικής της μητέρας μου. Με το ξύλινο «αυγό», που χρησιμοποιούσε για να καρικώνει τις κάλτσες μας. Γιατί δεν τις πετούσαν τις κάλτσες όταν τρυπούσαν. Και τα καλτσόν όταν έκαναν θηλιά, τα έδιναν για μαντάρισμα…)
    Χρόνια μου, χρόνια παιδικά...

    Ο θάνατος απρόσμενος,
    του δίδυμου αδελφού μου
    δεν γνώρισα τον τάφο του, 
    όλα αυτά τα χρόνια μου, τα παιδικά.

Και έναν ακόμη στίχο έγραψε ο Ζίγια Οσμάν Σαμπά:

    Θλίψη ατέλειωτη, τα παιδικά μου χρόνια.

Κι εγώ, σαν ήμουνα παιδί; Ήμουν δυστυχισμένος; Λένε πως ήμουν πολύ ήσυχο παιδί. Πως όταν γεννήθηκα δεν έκλαψα καθόλου. Φαινόταν ότι θα γινόμουν ένας μικρός κοιλιόδουλος: βάλθηκα αμέσως να βυζαίνω το δάχτυλό μου. Κοιμόμουν πολύ. Ήμουν πολύ υπάκουος, δεν ήμουν δύσκολο παιδί.
   Αργότερα, όταν μπόρεσα να κρίνω μόνος μου, σκέφτηκα πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι ακριβώς. Δεν ήμουν παιδί κοινωνικό, ήμουν απ΄ τη φύση μου κλειστός. Η υπακοή μου ήταν, χωρίς αμφιβολία, μια «φυγή». Ήταν η ανάγκη μου να κρυφτώ. Ένιωθα ξένος προς τη μητέρα μου, προς τη μεγάλη μου αδελφή, προς τον πατέρα μου, ιδίως, προς το σπίτι όπου ζούσαμε, προς τους γείτονες, προς τους φίλους και προς τους συγγενείς. Και δεν άφηνα τίποτε να φανεί. Υποχρέωνα τον εαυτό μου σε μια ύπαρξη μοναχική.
   Εκείνα τα χρόνια ήταν γκρίζα, μουντά. Οι άνθρωποι ήταν μετρημένοι, συνεσταλμένοι, διακριτικοί. Οι γονείς μου είχαν κάνει έναν γάμο «παραδοσιακό». Κάποιοι κοινοί φίλοι αναλάμβαναν να γνωρίσουν το ζευγάρι μεταξύ τους. Κι άμα ταίριαζαν παντρεύονταν, κατά τ’ άλλα άφηναν το σμίξιμο να κάνει το θαύμα του. Παντρεύτηκαν το 1938... Δεν ξέρω αν τα παιδικά μου μάτια μπορούσαν να δώσουν στα πράγματα τις σωστές τους διαστάσεις, όμως τους θυμάμαι και τους δύο κλεισμένους, τον καθένα, στον δικό τους κόσμο. Σίγουρα ενωμένους. Όμως σαν δύο ψυχές ξεχωριστές, σαν δύο διαφορετικούς χαρακτήρες.
   Η μητέρα μου είναι πολύ κοινωνική, ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή. Ωστόσο όλα της τα συναισθήματα, όλες τις επιθυμίες κι όλες τις προσδοκίες, τις χαντακώνει μέσα της. Στο σπίτι είχαμε ένα πιάνο αιωνίως κλειστό. Η μητέρα μου ήξερε, νομίζω, να παίζει. Τώρα κατεβαίνουμε την αγορά του Καντίκιογιου, από εκεί αγοράζει η μητέρα μου ψάρια, φρούτα και λαχανικά (Γιατί της είχαν μάθει πιάνο; Χρόνια μετά το ερώτημα αυτό τριβέλιζε στον νου μου).
   Ο πατέρας μου είναι πολύ τακτικός άνθρωπος, διδάσκει στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο6 του Γκουμούσουγιου7. Την Κυριακή παίζει φλάουτο (Γιατί; Για ποιον;). Είναι Κύπριος στην καταγωγή, χώρισε με την οικογένειά του από τα παιδικά του χρόνια. Ίσως αργότερα προσπάθησε να επανέλθει στα ίχνη αυτού του αποχωρισμού. Δεν είναι φλύαρος, τα κρατάει όλα μέσα του (Πολύ καιρό μετά τον θάνατό του, ένα πρωί, θα ξεσπάσω σε λυγμούς, στην ιδέα ότι ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον πατέρα μου...).
   Η μεγάλη μου αδελφή είναι επιμελής μαθήτρια. Πειθαρχημένη, τακτική, όπως ο πατέρας μου. Το ράφι της είναι καλοσυγυρισμένο, τα βιβλία και τα τετράδιά της, υποδειγματικά. Ευαίσθητο κορίτσι, που όμως δεν το δείχνει.
   Ο Μουτζαφέρ Χατζηχασάνογλου, από τους πιο παραγνωρισμένους εκπροσώπους της λογοτεχνίας μας, έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο εξαιρετικό: Σπιτικά δίχως αγάπη. Όχι πως είναι απούσα η αγάπη, μη φανταστείτε, είναι απλώς άλλη, μια αγάπη ραγισμένη, τσακισμένη. Το σύμπαν σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης. Μόνο μέσα από ορισμένα ποιήματα του Μπεχτσέτ Νεσατιγκίλ μπορείς να το συλλάβεις αυτό...

1. Παλιά ονομασία για το Καντίκιοϊ (Χαλκηδόνα), τη μεγάλη συνοικία που βρίσκεται στην ασιατική όχθη της Κωνσταντινούπολης, στη συμβολή του Βοσπόρου με τη θάλασσα του Μαρμαρά.
2. Οι πολυκατοικίες στην Τουρκία δεν έχουν μόνο αριθμούς οδικής αρίθμησης, αλλά και ονόματα.
3. Kύρια οδική αρτηρία του Καντίκιοϊ.
4. Συνοικία στην ασιατική όχθη της Πόλης, στα νότια του Καντίκιοϊ, απέναντι από τα Πριγκηπονήσια.
5. Στα τουρκικά, «Έξι δρόμοι»: ένα από τα σημαντικότερα σταυροδρόμια του Καντίκιοϊ. Στο κέντρο της πλατείας του Αλτιγιόλ υπάρχει το άγαλμα ενός ταύρου.
6. Πανεπιστήμιο που εξειδικεύεται στις πολυτεχνικές σπουδές.
7. Συνοικία στην ευρωπαϊκή όχθη της Κωνσταντινούπολης, ανάμεσα στο Ταξίμ και στη Μπεσίκτας.

Απόσπασμα από διήγημα του Σελίμ Ιλερί (Selim Ιleri) Μέρες που δεν θα ξαναρθούν που δημοσιεύεται στο τεύχος 41ο του περιοδικού που κυκλοφορεί.

Ο Σελίμ Ιλερί (Selim Ιleri) γεννήθηκε το 1949 στην Κωνσταντινούπολη. Γρήγορα εγκατέλειψε τις σπουδές του στη νομική για να στραφεί στη συγγραφή. Σε ηλικία δεκαεννέα ετών εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από νουβέλες (Cumartesi Yalnızlığı, Η μοναξιά του Σαββάτου). Έχει γράψει περί τα πενήντα έργα (μυθιστορήματα, νουβέλες, απομνημονεύματα, δοκίμια, σενάρια για ταινίες και θεατρικά), πολλά από τα οποία έχουν βραβευτεί. Έχει διευθύνει τις λογοτεχνικές και πολιτιστικές επιφυλλίδες σε πολλές εφημερίδες και είναι παραγωγός ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών εκπομπών. Θεωρείται «συγγραφέας της Πόλης», εξαιτίας των δοκιμίων που έγραψε για τη γενέτειρα πόλη του, την Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε όλη του τη ζωή. Το ζήτημα των σχέσεων της Ανατολής με τη Δύση τον απασχολεί όλο και περισσότερο στο έργο του.

Μετάφραση: Μυρτώ Φίτζιου Επιμέλεια: Ευγενία Γραμματικοπούλου


Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Η μετριότητα συνωμοτεί, το αυθεντικό υπομένει και επιμένει, Όμηρος Ταχμαζίδης






Με το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, το οποίο εκδίδεται στην Θεσσαλονίκη υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Γιαννόπουλου, έχουν συνεργαστεί πλείστοι όσοι θεωρητικοί επιστήμονες, φιλόσοφοι, φιλόλογοι, δημιουργοί από το χώρο της τέχνης, ποιητές καταξιωμένοι, αλλά και πάμπολλοι νέοι, εφόσον το περιοδικό, έχει στις πρώτες προτεραιότητές του την προβολή των νέων ανθρώπων, μεταφραστές που έχουν μεταφράσει πεζό λόγο και ποίηση, αρθρογράφοι και κριτικοί, εικαστικοί και πολιτικοί. Έλληνες και ξένοι.
Το περιοδικό μετά από μια επίπονη προσπάθεια για την καταξίωσή του  και την πανελλαδική αναγνώρισή του, φαίνεται να  θάλλει κυριολεκτικώς, τα τελευταία χρόνια, στο περιβάλλον της γενικευμένης, λόγω κρίσεως, εκδοτικής δυστοκίας. Το γεγονός δεν πρέπει να μας ξενίζει, διότι πρόκειται για ένα καθόλα ευέλικτο “προϊόν”, το οποίο φαίνεται πως τώρα κεφαλαιοποιεί τις συσσωρευμένες δυνατότητές του από τις εργώδεις προσπάθειες του παρελθόντος. Τα εύσημα ανήκουν, πρωτίστως, στον εκδότη του, ο οποίος με μεγάλη υπομονή και εξίσου μεγαλύτερη επιμονή, κατόρθωσε να καθιερώσει στα ελληνικά γράμματα ένα εξαιρετικώς πρωτοποριακό έντυπο, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο τη χώρα με νέα προστιθέμενη πολιτιστική αξία.
Δεν είναι στην πρόθεσή μου να παρουσιάσω την πολύχρονη παρουσία του εντύπου και τη συμβολή του στα πολιτιστικά πράγματα του τόπου: η σχέση μου, ωστόσο, τόσο με το έντυπο, στο οποίο έχω δημοσιεύσει, κατά καιρούς, διάφορα κείμενά μου, όσο και η μακρόχρονη φιλική σύνδεσή μου με τον εκδότη του, μου δίνουν την δυνατότητα να έχω μια πιο σφαιρική εικόνα του εκδοτικού εγχειρήματος και των δυσκολιών του και, ως εκ τούτου, είμαι υποχρεωμένος να αποκαταστήσω κάποια πράγματα. Έτσι βασιζόμενος σε αυτή την εμβιωματική σχέση με την έκδοση προχώρησα στη σύνταξη του παρόντος άρθρου, θέλοντας να δώσω μια σύντομη ακτινογραφία, των ηθών των ανθρώπων του βιβλίου και του πολιτισμού και την αντιμετώπιση του περιοδικού από τη μεριά τους.
Δε θα απαριθμήσω τις αρετές της συγκεκριμένης επιθεώρησης πολιτισμού, ούτε θα αναφερθώ στην εκδοτική δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται δορυφορικώς γύρω της, αλλά θα παραθέσω, δύο δεδομένα, από εκείνα που συγκινούν το ευρύτερο κοινό και έχουν σχέση με την αναγνώριση και τις βραβεύσεις: ως γνωστόν, αν δεν βραβευτεί το όποιο, άγνωστο στο ευρύ κοινό, έργο, όσο ποιοτικό και αν είναι θα αντιμετωπίζεται με καχυποψία και θα είναι εκτεθειμένο σε διάφορα κακεντρεχή σχόλια. Οι βραβεύσεις “βουλώνουν στόματα”, κατά το κοινώς λεγόμενο. Από την άλλη η κακεντρέχεια καταφεύγει στο άλλο θανατηφόρο μέσο, την αποσιώπηση. Το ΕΝΕΚΕΝ “έζησε” και “ζει” σε καθεστώς αποκλεισμού, επικοινωνιακής περιτείχισης και φθονερής αποσιώπησης. Ο πολιτισμός των διαχειριστών της περί των πολιτιστικών πραγμάτων και δη των γραμμάτων επικοινωνίας, διέπεται από  ισχυρές δόσεις φθόνου και μνησικακίας. Αρχής γενομένης από τον συρφετό που λυμαίνεται τη δημοσιότητα του πολιτισμού στην Θεσσαλονίκη, έως τα διάφορα χαμηλόροφα παραμάγαζα της διαχείρισης του πολιτιστικού προϊόντος και αποθέματος της χώρας που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα.  
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι οι δύο διακρίσεις συνεργατών του ΕΝΕΚΕΝ, προέρχονται από ξένους φορείς. Η πρώτη και παλαιότερη είναι εκείνη του Βασίλη Τσιράκη, συνεργάτη και φίλου του περιοδικού, ο οποίος βραβεύτηκε για το σενάριο της ταινίας Alternative, στην Αγγλία.  Η πιο πρόσφατη διάκριση αφορά έναν άλλο συνεργάτη του περιοδικού, ο οποίος έχει και αυτός σχέση με τα κινηματογραφικά, του συνταξιούχου ακτινολόγου και πάλαι ποτέ κινηματογραφιστή, Μίλτου Αρβανιτάκη, ο οποίος βραβεύτηκε, μαζί με τον Άγγελο Γρόλιο, με το Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης για το έτος 2016, για τη μετάφραση της συλλογής “Εργαστήριο ανατομικής” του Αμερικανού ποιητή Richard Berlin, , η οποία κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. Το βραβείο απονέμουν κάθε χρόνο σε έναν μεταφραστή λογοτεχνίας και ποίησης από κοινού η Ελληνοαμερικανική Ένωση, το Goethe Institut της Αθήνας, το Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα και το Instituto Cervantes de Atenas της Ισπανίας. Απονεμήθηκαν αντιστοίχως τρία βραβεία - αγγλόφωνης, γερμανόφωνης και ισπανόφωνης - λογοτεχνικής μετάφρασης.
Η φετινή τελετή της απονομής πραγματοποιήθηκε με ευθύνη του Ινστιτούτου Θερβάντες την Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου στην Αθήνα. Με πρόσκληση του ιδίου ιδρύματος μίλησε στην εκδήλωση ο δοκιμιογράφος και μεταφραστής Φίλιππος Δρακονταειδής για τις μεταφράσεις των έργων του Σαίξπηρ και του Θερβάντες, με αφορμή τη συμπλήρωση τετρακοσίων ετών από το θάνατό τους. Από την πλευρά του ο Victor Andresco, διευθυντής του Instituto Cervantes de Atenas, αναφερόμενος στην ιστορία των βραβείων, υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, τη σημασία των μεταφραστών και των μεταφράσεων “για να γνωρίσουμε συγγραφείς και κόσμους στους οποίους δε θα έχουμε πρόσβαση χωρίς αυτούς”.
Στην κατεύθυνση αυτή το ΕΝΕΚΕΝ έχει ανοίξει με τις μεταφράσεις του ένα σημαντικό παράθυρο σε αλλόγλωσσους κόσμους: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, φλαμανδικά, ισπανικά, ιταλικά, ρωσικά, τσεχικά, σερβικά, σλαβομακεδονικά, αλβανικά, κινεζικά – είμαι βέβαιος ότι έχω παραλείψει σπουδαίες μεταφράσεις και από άλλες γλώσσες, μιας και δεν έχω το χρόνο να αναδιφήσω σε όλα τα τεύχη του περιοδικού. Θα ήταν φυσικώς μεγάλη παράλειψη να μην αναφέρω το τελευταίο τεύχος του εντύπου – είναι διαθέσιμο στους χώρους πώλησης - με το αφιέρωμα στην τουρκική λογοτεχνία: πάμπολλα ονόματα του σύγχρονου τουρκικού πολιτισμού εμφανίζονται σε μετάφραση μέσα από τις σελίδες του ΕΝΕΚΕΝ. Δεν νομίζω πως υπάρχει ανάλογο προηγούμενο στον χώρο των εκδόσεων στη χώρα μας.
Τις θερμότερες ευχές μου στον Μίλτο  και ολόκαρδα συ-χαρίκια στον Γιώργο για αυτή την αναγνώριση της συνολικής προσπάθειας και προσφοράς του στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Το κείμενο είναι ένα ελάχιστο αντίδωρο στα πάμπολλα σημαντικά εκδοτικά δώρα που μας έχει προσφέρει, όλα αυτά τα χρόνια, ο Γιώργος Γιαννόπουλος.
Εκεί όπου η ατάλαντη μετριότητα διαρκώς συνωμοτεί και αναξιοπρεπώς εκλιπαρεί για πρόσκαιρη αναγνώριση, το αυθεντικό αντλεί δυνάμεις και ενέργεια από την πεποίθηση, ότι κάποτε θα έλθει η ώρα του, για αυτό μπορεί και να υπομένει και να επιμένει με αξιοπρέπεια…

Last but not least, ως αλάνθαστη αρχή: να μην αφήνεις τα καθάρματα να σε αποσπάσουν από μια υπόθεση ζωής και με όλη την ανθρώπινη συμπάθεια να τα αφήνεις να σιγοβράζουν μέσα στα περιττώματα της μνησικακίας τους.
Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι μέλος του Ε.Γ. της “Σοσιαλιστικής Προοπτικής”