Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΚΡΑΜΣI-του Κώστα Τορπουζίδη*


Ο Αντόνιο Γκράμσι ανήκει σε εκείνη τη σημαντική γενιά επαναστατών των αρχών του 20ού αιώνα, που με τη δράση και τις ιδέες τους σφράγισαν το επαναστατικό κίνημα του καιρού τους. Φέτος συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από το θάνατό του στις 27 Απρίλη 1937 από τους δήμιους του Μουσολίνι. Είναι μια ευκαιρία να ξαναφέρουμε το έργο του στην επικαιρότητα και να το εντάξουμε στους προβληματισμούς του σημερινού κινήματος.
   Ο Γκράμσι υπήρξε ένας σοσιαλιστής επαναστάτης που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Γεννήθηκε το 1891 στη Σαρδηνία, στον φτωχό ιταλικό νότο. Το 1911 τελειώνει το λύκειο και κερδίζει υποτροφία για να σπουδάσει φιλολογία στο Τορίνο. Το Τορίνο είναι ήδη μια πόλη 500.000 χιλιάδων, όπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της είναι βιομηχανικοί εργάτες. Η πόλη θεωρείται ως η <<κόκκινη πρωτεύουσα>> της Ιταλίας. Είναι η έδρα της ΦΙΑΤ και της βαριάς βιομηχανίας του ιταλικού Βορρά και αποτελεί το προπύργιο του εργατικού κινήματος. Υπάρχει ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα ενώ μεγάλη είναι η επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Είναι η πόλη όπου το 1911 οι μεταλλεργάτες κηρύσσουν <<ανεπίσημη>> γενική απεργία και δημιουργούν για πρώτη φορά τις περίφημες <<εργοστασιακές επιτροπές>>. Ο Γκράμσι, σχεδόν αμέσως, εντάσσεται στη Σοσιαλιστική Νεολαία και από το 1915 αναπτύσσει έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα στον σοσιαλιστικό τύπο. Καθιερώνεται ως μόνιμος αρθογράφος της εφημερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος <<Φωνή του Λαού>>.
   Η Ιταλία, μετά από έντονες διαμάχες στις διάφορες πτέρυγες της άρχουσας τάξης και τις μυστικές συμφωνίες που υπογράφει η πολιτική Δεξιά με τη Γαλλία και τη Βρετανία, συμμετέχει, έστω και καθυστερημένα, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ωστόσο, είναι το μόνο στην Ευρώπη που κρατάει αντιπολεμική θέση. Μαζί με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες καλεί σε ουδετερότητα. Ταυτόχρονα, συγκροτείται και η αριστερή του πτέρυγα η οποία, με ηγέτη τον Μπορντίγκα, καλεί σε ενεργή αντιπολεμική δράση. Μεγάλο τμήμα της νεολαίας του κόμματος, μαζί και ο Γκράμσι, συστρατεύονται με την άποψη αυτή.
   Στο Τορίνο, όπου το 1915 η εργατική τάξη προέτρεψε σε γενική απεργία ενάντια στην είσοδο στον πόλεμο, ξεσπάει ―Αύγουστος 1917― η πρώτη μαζική εξέγερση που διαρκεί 4 μέρες, με αφορμή την έλλειψη ψωμιού. Η  κυρίαρχη τάξη απαντάει με μαζική βία, χρησιμοποιώντας το στρατό, ενώ οι εργάτες αμύνονται στήνοντας οδοφράγματα στις λαϊκές συνοικίες.
   Ήταν η πρώτη μαζική εργατική εξέγερση που κατέδειξε, ωστόσο, την αδυναμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αριστερής του πτέρυγας, να αναλάβει την οργάνωση και να συμβάλει στην εξάπλωσή της στην υπόλοιπη Ιταλία. Το χάσμα αυτό ανάμεσα στη συμβιβαστική και παθητική στάση της ηγεσίας του κόμματος και των συνδικάτων και την εντεινόμενη δράση και αυτοπεποίθηση των εργατών θα εκδηλωθεί εντονότερα τα επόμενα χρόνια.
   Καταλύτης στη διαδικασία αυτή ήταν το ξέσπασμα και η επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσία. Ο απόηχος των γεγονότων είναι, βέβαια, πανευρωπαϊκός. Οι επιπτώσεις τους όμως στο Τορίνο είναι πιο έντονες ίσως από οπουδήποτε αλλού. Τον Αύγουστο του 1917 η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος προσκαλεί στην πόλη ρωσική αντιπροσωπεία. Θα την υποδεχθεί μια μεγάλη διαδήλωση 80.000 εργατών με το σύνθημα <<Ζήτω ο Λένιν>>.
   Η άνοδος του κινήματος προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Στη διετία 1918-1920 η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας φθάνει από 250.000 στα 2.000.000 μέλη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα από 20.000 στα 180.000 μέλη, ενώ στις εκλογές το Νοέμβρη του 1919 παίρνει 2.000.000 ψήφους και εκλέγει 156 βουλευτές (στους 508). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ριζοσπαστικοποιείται και το 1919 ζητάει να ενταχθεί στην 3η Διεθνή. Στα εργοστάσια οι εργάτες ξεπερνούν στην πράξη τη ρητορεία των ηγετών τους. Αναγενννούν τις <<εργοστασιακές επιτροπές>> και τις μετατρέπουν σε εργαλείο μαζικής εξέγερσης και συντονισμού των αγώνων τους ενάντια στην αδράνεια των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Στο Νότο οι αγρότες προχωρούν σε καταλήψεις κτημάτων των φεουδαρχών. Το 1919-1920 η Ιταλία ζει την επαναστατική περίοδο των εργοστασιακών συμβουλίων που θα μείνει γνωστή ως η <<Κόκκινη Διετία>>.
   Ο Γκράμσι συμμετέχει ενεργά στο κίνημα. Η συμμετοχή του αυτή θα καθορίσει τη σκέψη και τη δράση του για τα επόμενα χρόνια. Από το 1917 είναι πλέον εκδότης της Φωνής του Λαού και μέλος της επιτροπής πόλης του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Τορίνο. Όμως με την έκδοση της εφημερίδας Ordine Nuovo (Νέα Τάξη), τον Απρίλη του 1919, θα αναδειχτεί σε ένθερμο υποστηριχτή και ηγετική φυσιογνωμία των εργοστασιακών συμβουλίων. Η Ordine Nuovo το 1919 έχει κυκλοφορία 3.000 φύλλα και το 1920 ανεβαίνει στα 5.000, αλλά η επιρροή της είναι πολλαπλάσια. Ο ίδιος ο Γκράμσι θα γράψει τον Αύγουστο του 1920. <<Οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’ (αυτό μπορούμε να το βεβαιώσουμε με μεγάλη ικανοποίηση). Αλλά γιατί οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’; Επειδή στα άρθρα αυτής της εφημερίδας ξαναβρίσκανε ένα μέρος από τον εαυτό τους, το καλύτερο μέρος από τον εαυτό τους… Επειδή τα άρθρα της ‘Ordine Nuovo’ δεν ήταν ψυχρά διανοητικά κατασκευάσματα, αλλά αναβλύζανε από τις συζητήσεις μας με χιλιάδες εργάτες και επεξεργάζονταν αισθήματα, θελήσεις και πάθη πραγματικά της εργατικής τάξης του Τορίνο, που είχαν δοκιμαστεί και προκληθεί από μας…>>.1
   Η ομάδα του Ordine Nuovo ανέδειξε το ρόλο της αυθόρμητης δράσης των μαζών την ίδια στιγμή που προωθούσε την ανάπτυξη των εργοστασιακών συμβουλίων σε θεσμούς που οργανώνουν όχι μόνο την ενότητα, αλλά και τη δημιουργικότητα και αυτοπεποίθηση των απλών εργατών, τόσο ενάντια στο αστικό κράτος και τα αφεντικά όσο και απέναντι στους συντηρητικούς συνδικαλιστές ηγέτες. Η βασική θέση του Γκράμσι είναι ότι τα εργοστασιακά συμβούλια επειδή είναι όργανα μάχης κάτω από τον άμεσο έλεγχο όλων των εργατών ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους, αποτελούν και τα έμβρυα των θεσμών μια νέας κοινωνίας, ενός εργατικού σοσιαλιστικού κράτους. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά αλλά και η δύναμή τους σε σχέση με τα συνδικάτα που περιορίζουν τη δράση τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής νομιμότητας χωρίς να αμφισβητούν την ταξική εξουσία.
   Η εργατική τάξη του Τορίνο υλοποιεί πολύ γρήγορα αυτές τις ιδέες. Στα τέλη Μάρτη του 1920 οι εργοδότες στον κλάδο της μεταλλουργίας αναγγέλλουν το κλείσιμο των εργοστασίων τους σε απάντηση στην απεργία των μεταλλουργών, με αφορμή την πρόωρη εφαρμογή της θερινής ώρας, και θέτουν ως όρο τη διάλυση των <<εργοστασιακών επιτροπών>>. Ήταν η σπίθα για να ξεσπάσει γενική απεργία σε όλη την επαρχία του Τορίνο, η οποία διαρκεί δέκα μέρες. Οργανώνεται κεντρικό εργατικό συμβούλιο-Σοβιέτ της πόλης, το οποίο περιφρουρείται από ένοπλους εργάτες. Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των συνδικάτων αρνείται και πάλι να εξαπλώσει το κίνημα στην υπόλοιπη Ιταλία και να αναλάβει το συντονισμό του. Έτσι η εξέγερση οδηγείται στην ήττα. Πρόκειται για το σημείο καμπής που αναγκάζει την αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος να οργανωθεί σε κομμουνιστική ομάδα με σκοπό τη δημιουργία ενός κόμματος με μαρξιστικές αρχές.
   Κεντρική σύλληψη της σκέψης του Γκράμσι είναι ότι η εργατική τάξη δεν αποτελεί απλά μια καταπιεσμένη τάξη. Λόγω της συλλογικότητας, της συνειδητής πειθαρχίας και της κεντρικής θέσης της στην παραγωγή μπορεί να απελευθερώσει όλους τους καταπιεσμένους, οργανώνοντας μια νέα κοινωνία μέσα από τα εργοστάσια. Η εργατική τάξη δεν είναι απλά αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά το συλλογικό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Αυτή η θέση είναι το κόκκινο νήμα που συνδέει τη σκέψη και τη δράση του Α. Γκράμσι με τους επαναστάτες από τον Μαρξ και τον  Ένγκελς μέχρι τον Λένιν και τον Τρότσκι την ίδια περίοδο.
   Αυτός είναι ο λόγος που, παρόλο που συμμερίζεται απόλυτα την κριτική της αριστερής πτέρυγας στην ηγεσία του Σ.Κ., διαβλέπει την αναγκαιότητα να οικοδομηθεί ένα επαναστατικό κόμμα που θα αποτελέσει το <<εργαλείο μάχης>> των εργατών ενάντια στους εργοδότες, αλλά και τη συμβιβαστική και διαλυτική στάση των ρεφορμιστών. Γράφει χαρακτηριστικά: <<Το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης δικαιώνεται μονάχα στο βαθμό που, συντονίζοντας δυναμικά την προλεταριακή δράση, αντιπαραθέτει μια πραγματική επαναστατική εξουσία στη νόμιμη εξουσία του αστικού κράτους και περιορίζει έτσι την ελευθερία πρωτοβουλίας και χειρισμών της τελευταίας: εάν το κόμμα δεν πραγματοποιεί την ενότητα και το συντονισμό των δυνάμεων και αποδείχνεται ένας οργανισμός καθαρά γραφειοκρατικός χωρίς ψυχή και θέληση, τότε η εργατική τάξη ενστικτωδώς θα τείνει να δημιουργήσει ένα άλλο κόμμα και να πλησιάζει τις αναρχικές τάσεις που σκληρά και ακατάπαυστα κριτικάρουν αυτό το συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία των πολιτικών κομμάτων>>.
   Έχοντας μια τέτοια αντίληψη, στρέφει τη δράση του στη δημιουργία κομμουνιστικών πυρήνων μέσα στα εργοστάσια, χωρίς να περιορίζεται απλά στη σκληρή ιδεολογική κριτική της ηγεσίας του Σ.Κ., όπως ο Μπορντίγκα.
   Το Σεπτέμβρη του 1920, μετά από νέες απειλές της εργοδοσίας για λοκ άουτ, ξεσπάει το δεύτερο κύμα καταλήψεων που ξεκινάει από το Μιλάνο και εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ιταλία. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες καλούν το Σ.Κ. να αναλάβει την οργάνωση του αγώνα, αλλά η ηγεσία του αποποιείται κάθε ευθύνη και καλεί τις οργανώσεις του Τορίνο να αναλάβουν αυτές. Με τη διαλυτική αυτή    τακτική έρχονται σε συμφωνία με τον πρωθυπουργό Τζιολίτο οποίος τους δελεάζει με την πρόταση της εργοστασιακής συνδιαχείρισης. Ο ελιγμός αυτός γίνεται τη στιγμή που το κίνημα θέτει ξεκάθαρα το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, ενώ η πιο σκληρή πτέρυγα των αστών επιμένει στην άμεση και σκληρή καταστολή του. Τελικά η πρόταση θα τεθεί σε δημοψήφισμα στα μέλη των συνδικάτων, που αποτελούν ένα μόνο μέρος των εργατών στις εργοστασιακές καταλήψεις. Θα εγκριθεί με μικρή πλειοψηφία.
   Η κομμουνιστική ομάδα με ηγέτη τον Μπορντίγκα εκπροσωπώντας 60.000 μέλη, από τα συνολικά 170.000, απαντά στην προδοσία της ηγεσίας με μαζική αποχώρηση από το Σ.Κ.. Τον Ιανουάριο του 1921, στο Λιβόρνο, ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. Όμως, καθώς το επαναστατικό κύμα υποχωρεί τόσο στην Ιταλία όσο και στις χώρες της Ευρώπης, η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται στη δράση των επαναστατών στη νέα περίοδο ύφεσης του επαναστατικού κινήματος.
   Ο Γκράμσι είναι από τους πρώτους που από το 1921 θα επισημαίνει τον κίνδυνο μιας φασιστικής δικτατορίας. Στο νέο κόμμα δίνει τη μάχη για μια πολιτική ενιαίου μετώπου όλων των εργατών ενάντια στο φασισμό, όπως πρότεινε στο 3ο συνέδριό της η Κομμουνιστική Διεθνής. Είναι αυτός που σηκώνει το βάρος της αντιπαράθεσης με τις υπεραριστερές θέσεις του Μπορντίγκα που απέκλειαν οποιαδήποτε συμμαχία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα συνδικάτα και στην πράξη οδηγούσαν σε παθητική αντιμετώπιση της κατάστασης.
   Το 1924 εκλέγεται γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και στο συνέδριό του το Γενάρη του 1926 στη Λυών πείθει την πλειοψηφία στην άποψη ότι ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί από μόνο του και στο όνομα της μαρξιστικής θεωρίας να αναγορεύεται σε <<ηγέτη>> των μαζών. Αντίθετα, πρέπει να λειτουργεί σαν την πρωτοπορία της τάξης, να επικοινωνεί με όλα τα  τμήματά της και να τα παρακινεί, με τις πρωτοβουλίες του, σε κοινή δράση. Μόνον έτσι μπορεί να αποκαλύψει τη συμβιβαστικότητα και τον ψεύτικο ρεαλισμό των μεταρρυθμιστικών ηγεσιών και να κερδίσει την αναγνώριση των μαζών ως το δικό τους κόμμα.
   Αργότερα, στα Τετράδια της φυλακής (1929-1933), ο Γκράμσι θα προχωρήσει στη θεωρητική επεξεργασία και ανάλυση αυτής της πολιτικής. Οι αναλύσεις του αυτές αποτελούν και μια απάντηση στην ολέθρια πολιτική γραμμή περί <<επικειμένης κατάρρευσης του καπιταλισμού>> και της <<άμεσης επαναστατικής επίθεσης>> που, από το 1928, θα επιβάλει η σταλινική ηγεσία σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα αδιαφορώντας ουσιαστικά για την πολιτική πραγματικότητα στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία των εργατών ή ακόμη περισσότερο το ενδεχόμενο μιας κοινής δράσης όλων, επαναστατών και ρεφορμιστών, ενάντια στο φασισμό.
   Στα <<Τετράδια>> ουσιαστικά επεξεργάζεται την εμπειρία του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία της προηγούμενης δεκαετίας και αναδεικνύεται στον θεωρητικό της εργατικής επανάστασης στην αναπτυγμένη Δύση. Η αντίληψη ότι η εργατική τάξη είναι το υποκείμενο της αλλαγής και όχι ένα παθητικό υλικό προς διαφώτιση, τον οδήγησε στο να μην υποτιμά τις ιδέες και τις απόψεις που διαμορφώνουν οι εργάτες, με την εμπειρία των αγώνων τους, αποκρυσταλλώθηκε σε μια άλλη θεμελιώδη του άποψη· όλοι οι άνθρωποι είναι φιλόσοφοι, όλοι διαθέτουν μια κοσμοθεωρία για να εξηγούν την κοινωνία και να επιλέγουν τη στάση και τη δράση τους. Αυτή η κοσμοθεωρία, όμως, αναπτύσσεται σε μια ταξική κοινωνία, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν διαθέτει μόνον την οικονομική ισχύ αλλά και την ηγεμονία των ιδεών της.
   Το αστικό κράτος δεν αποτελείται μόνο από θεσμούς υλικής βίας και καταστολής, δηλαδή από τον στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια. Διαθέτει σειρά άλλων μηχανισμών που αρχίζουν από τα εργοστάσια και φτάνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στα συνδικάτα, στα μέσα <<ενημέρωσης>>. Όλοι αυτοί οι <<θεσμοί>>, σε συνεργασία με το <<μακρύ χέρι>> της κρατικής καταστολής ―όταν αυτή είναι αναγκαία― επιβάλλουν, για κάποιο διάστημα, τη συναίνεση των καταπιεσμένων στην αστική εξουσία. Διαμορφώνουν, δηλαδή, μια <<κοινή λογική>> στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Μια <<λογική>> που συνυπάρχει με μιαν αντίρροπη <<ορθή αντίληψη>>, που δημιουργούν οι συλλογικές εμπειρίες και οι αγώνες των εργατών απέναντι στην εκμετάλλευσή τους.
   Πρόκειται για μια αντιφατική συνείδηση που παίζει κρίσιμο ρόλο στη δράση του επαναστατικού κόμματος. Ο Γκράμσι αντιμετώπιζε τα ρεφορμιστικά κόμματα ως την οργανωμένη έκφραση αυτής της αντιφατικής συνείδησης· κόμματα που, ενώ προσφέρουν μιαν στοιχειώδη προστασία και άμυνα στους εργαζόμενους από τις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης, ταυτόχρονα αποτελούν τροχοπέδη στις προοδευτικές ιδέες και στις πρακτικές σύγκρουσης με το καπιταλιστικό σύστημα. Απ’ την άλλη, θεωρούσε το επαναστατικό κόμμα ως τον <<σύγχρονο ηγεμόνα>>, ως θεσμό που μπορεί να καταστεί συλλογικά ο πραγματικός ηγέτης των μαζών. Για να το καταφέρει αυτό το επαναστατικό κόμμα πρέπει να συνεκτιμήσει αυτή την αντιφατική συνείδηση και να μάθει να χρησιμοποιεί τη «μαιευτική μέθοδο» ―όπως έλεγε ο ίδιος― να αναδεικνύει, δηλαδή, και να γενικεύει τις καλύτερες εμπειρίες από την αυθόρμητη δράση των εργατικών μαζών. Να βρίσκεται μέσα στην πραγματική ζωή των εργατών, να ξεκινάει πάντα από τα προβλήματα, τα αιτήματα, τους αγώνες και τις εμπειρίες τους και πάνω σ’ αυτά να εκπαιδεύεται και το ίδιο να διαμορφώνει τις απαντήσεις του και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δράσης ταυτόχρονα. Σύμφωνα με μια διατύπωση του Λένιν που χρησιμοποιούσε και ο Γκράμσι, <<μπορούμε να διευθύνουμε μόνον όταν εκφράζουμε σωστά αυτό που συνειδητοποιεί ο λαός>>.
   Κανένας από τους δύο δεν κήρυττε την υποταγή σε έναν ψεύτικο ρεαλισμό, στις συνθήκες όπως εμφανίζονται στατικά σε μια δεδομένη στιγμή. Ο Γκράμσι υποστήριζε ότι η έγκυρη πραγματικότητα δεν είναι κάτι στατικό, αλλά ένας συσχετισμός δύναμης σε συνεχή κίνηση και αλλαγή, που διαμορφώνεται εξίσου από τη συνειδητή δράση των ανθρώπων. Για το επαναστατικό κόμμα η ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών έχει σημασία προκειμένουν να αναλαμβάνει δράση, να δίνει μάχες όχι μόνο ιδεολογικές αλλά για να βοηθάει την ενωτική και νικηφόρα δράση των εργατών μέσα από συγκεκριμένους στόχους που ενισχύουν τη θέληση και την αυτοπεποίθησή τους για κοινωνική αλλαγή.
   Στη μάχη αυτή ο Γκράμσι επιμένει ότι δεν μπορούμε να ξεχνάμε ποτέ την ισχύ του αστικού κράτους το οποίο απέναντι στο ανερχόμενο επαναστατικό κίνημα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ωμή βία των μηχανισμών καταστολής. Η τραγική εμπειρία της ανόδου του φασισμού ήταν άλλωστε πολύ σκληρή για να μπορεί κανείς να την ξεχνάει. Αποτελεί, λοιπόν, μονομερή και στρεβλωτική ερμηνεία των ιδεών του, η αντίληψη που θέλει τον Γκράμσι να απορρίπτει την προοπτική της επανάστασης στη Δύση και να προτείνει στη θέση της την κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> μια μακρά, δηλαδή, περίοδο ιδεολογικής διαφώτισης των μαζών ή ακόμη και τη συμμετοχή της πολιτικής αριστεράς σε κυβερνήσεις για τη σταδιακή αλλαγή του καπιταλισμού. Για τον Γκράμσι, η κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> δεν λύνει το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας, δηλαδή ποια τάξη ασκεί την οικονομική και πολιτική εξουσία.
   Οι αναλύσεις του για τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη μπορεί να διαμορφώσει τη συνείδηση και την ικανότητα να ηγηθεί των καταπιεσμένων, να κερδίσει δηλαδή την ιδεολογική ηγεμονία, προσφέρουν συγκεκριμένες απαντήσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού στη Δύση. Οι θέσεις του αποτελούν την επεξεργασία της άποψης που υποστήριξε ο Λένιν, ήδη από το Μάρτιο του 1918, στο 7ο συνέδριο του Κ.Κ.Ρωσίας: <<Να αρχίσει όμως κανείς χωρίς προετοιμασία την επανάσταση σε μια χώρα όπου έχει αναπτυχθεί ο καπιταλισμός κι έχει δώσει το δημοκρατικό πολιτισμό και τη δημοκρατική οργάνωση και στον τελευταίο άνθρωπο, θα ήταν λαθεμένο και ανόητο>>.
   Για τον Γκράμσι, οι επαναστάτες πρέπει να στηρίζονται και να στηρίζουν πάντα τα αυθόρμητα κινήματα. Διεξάγουν έναν <<πόλεμο θέσεων>> όχι μόνον σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και για να τα οργανώσουν ώστε να υπάρξουν νίκες, που ανεβάζουν το πνεύμα της συλλογικότητας και την αυτοπεποίθηση των εργαζόμενων. Προετοιμάζονται έτσι για τον <<πόλεμο ελιγμών>>, για την περίοδο και τη στιγμή που θα χρειαστεί να παλέψουν άμεσα για τον τελικό στόχο, την ανατροπή του αστικού κράτους και όλων των θεσμών του.
   Στην πραγματικότητα το επαναστατικό κόμμα εκπαιδεύει τον εαυτό του για να μπορεί να διεξάγει και τους δύο πολέμους· τον <<πόλεμο>> του κινήματος σήμερα και τον πόλεμο της επανάστασης, τη στιγμή που οι συνθήκες του καπιταλισμού, η δράση του κινήματος και η παρέμβαση των επαναστατών φέρουν σε ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας. Έτσι, αποκτάει και την ικανότητα να προσαρμόζεται γρήγορα στη συγκυρία και να περνάει από τον <<πόλεμο θέσεων>> σε μια επιθετική τακτική όταν μεγάλες μάζες μπαίνουν στο προσκήνιο του αγώνα και επιδιώκουν αποφασιστικές νίκες ενάντια στις κυβερνήσεις και το κράτος.
   Λειτουργώντας έτσι το επαναστατικό κόμμα γίνεται το πεδίο διαμόρφωσης αυτών που ο Γκράμσι ονόμαζε <<οργανικοί διανοούμενοι>>. Όχι, δηλαδή, των ακαδημαϊκών που ασχολούνται σχολαστικά με τη θεωρία, αλλά των επαναστατών διανοούμενων, που παρεμβαίνουν συλλογικά και αναπτύσσουν δράση μαζί με όλο το κίνημα. Για τον Γκράμσι, ο «οργανικός διανοούμενος» είναι ένας ειδικός-επιστήμονας του κινήματος, που ασχολείται με όλες τις πτυχές και τα ζητήματα της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής αλλά που ποτέ δεν αντιμετωπίζει το κίνημα αφ’ υψηλού, αλλά ως κομμάτι και οργανωτής του διδάσκεται απ’ αυτό. Ο μαρξισμός στην αντίληψή του δεν μπορεί παρά να είναι η φιλοσοφία της πράξης, της συλλογικής και ατομικής δράσης για την αλλαγή της κοινωνίας και της ζωής μας.
   Οι εμπειρίες του κινήματος αποτελούν κριτήριο για την εγκυρότητα των αναλύσεων του Γκράμσι και σήμερα. Οι αγώνες φοιτητών και εργαζόμενων, τη χρονιά που πέρασε, έφεραν στο προσκήνιο το συσσωρευμένο ριζοσπαστισμό που εκφράστηκε με κοινό πλαίσιο δράσης, <<ανοιχτές>> συντονιστικές επιτροπές, ενωτικά συλλαλητήρια και προτροπή στο σύνολο της εργατικής τάξης για ενιαία κοινωνική δράση. Από τα κοινοτικά συμβούλια στη Βενεζουέλα μέχρι τις γενικές συνελεύσεις και τα συντονιστικά των φοιτητών, οι ιδέες του Γκράμσι αποκτούν πάλι σάρκα και οστά. Η γενιά του Σιατλ και της Γένοβας, του αντιπολεμικού κινήματος και <<του άρθρου 16>> έχει να διδαχθεί πολλά από το έργο του για να συνεχίσει τους αγώνες της κοινωνικής αλλαγής

Ο Κώστας Τορπουζίδης είναι δικηγόρος. Το δοκίμιό του για τον Αντόνιο Γκράμσι δημοσιεύτηκε στο 8-9ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΟΔΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ-Mάρκος Μέσκος

 
Eυτυχώς, ισχυρίζομαι συχνά, που η ζωή μάς τραβάει ακόμη έξω (έξω από τα σπίτια μας*). Μας ενδιαφέρει και σήμερα, και σήμερα η καθημερινότητα στο χωριό, στη γειτονιά, στη χώρα, στον κόσμο· κοντολογής η δημόσια θέα και η δημόσια ζωή, αν είναι δυνατόν η συμμετοχή.
   Ευτυχώς, λοιπόν, η έξοδος.
   Υποβαθμισμένη βέβαια, το πολύ πολύ μια βόλτα στην πόλη ―στην πόλη που η <<εκάστοτε εξουσία>> ασκεί το ποικίλο <<παιγνίδι>> με σύνεση και πειθώ και ζοριλίκια πάνω στο τομάρι των σιωπηλών, συνήθως, πολιτών της.
Αλλού οι κολυμπήθρες του Σιλωάμ, εδώ, ενδεχομένως, κάποια βουβά εργαστήρια, κάποιες μεμονωμένες <<γραφικές>> περιπτώσεις, εδώ κινδυνεύουν τα πάντα πάντοτε…
   Η αγέρωχη λοιπόν βόλτα μπορεί να ᾽ναι στην πολύβουη Εγνατία, στην κοσμική Τσιμισκή, στην Ερμού με τα νεότευκτα αγάλματα, στο Συντριβάνι, στην παραλία, στα καφέ μπαρ των καθέτων οδών επί των επτά κυρίων αρτηριών (τόσο το κέντρο της Πόλης). Ενίοτε και σ’ άλλα σημεία: Καλαμαριά, Πολίχνη, Πανόραμα, Τούμπες, Συκιές, Νεάπολη, Αμπελόκηποι, δυτικές συνοικίες (που αναπτύσσονται και <<αναπτύσσονται>> γοργότατα)· υπάρχουν παντού λησμονημένοι φίλοι.
   Τα στέκια της σημερινής παρέας κάπου γύρω από την πλατεία Ναυαρίνου, γύρω από το εναπομείναν ερείπιο-ανάκτορο του Ρωμαίου Γαλέριου.
   Μια ευθεία κάθετη οδός ξεκινάει από τη Ροτόντα, την Καμάρα (αφετηρία σχεδόν όλων των κοινωνικών κινητοποιήσεων), κόβει την Εγνατία, την οδό με το σινεμά Βακούρα, την Πρίγκιπος Νικολάου και την Τσιμισκή, για να καταλήξει στην εκκλησία της Παναγίας κάπου στο τέλος της Διαγωνίου προς τον Λευκόν Πύργο. (Ωραία τα ονόματα των <<σημείων>>, ιστορίες, αίματα, πραγματικότητες ενδοστρεφείς, αναστολές και μύθοι).
   Η κάθετη οδός οικεία, (και) ονομάζεται Δημητρίου Γούναρη. Τη μέρα περνούν από ’κεί και τυφλοί με το άσπρο μπαστούνι, επαίτες μετανάστες με ξεχασμένα ελαφρά τραγούδια, συχνότερα περνούν ωραία παιδιά ―τη νύχτα το χασίσι πάει σύννεφο…

   Κάπου στο νούμερο 22 της οδού το μικρό βιβλιοπωλείο <<Κεντρί>> ―άλλαξε, ρε Αντώνη, τ’ όνομα του μαγαζιού, φωνάζουν πειράζοντας τον διευθυντή του οι φίλοι, μοιάζει με το τσιβί και τη βουκέντρα, τι διάολο, αυτό σημαίνει πολυπολιτισμική πρωτεύουσα; Χαμογελάει εκείνος καπνίζοντας αδιάκοπα το τσιγάρο και απαντάει: Το όνομα θα μείνει, έτσι το βρήκα έτσι θα πάει, <<Κεντρί>>.
   Το εμβαδόν του μικροβιβλιοπωλείου δεν υπερβαίνει τα είκοσι μέτρα, περίπου τέσσερα η πόρτα συν οι βιτρίνες και άλλα τέσσερα πέντε το βάθος του. Φίσκα το βιβλίο, ενημερωμένη η κλασική διάσταση αλλά και η σύγχρονη και η τρέχουσα, στα τζάμια των προθηκών αιωρούνται βιβλία και περιοδικά (το <<Πλανόδιον>>, οι <<Σημειώσεις>>, το <<Πανοπτικόν>>, το <<Αντί>>, ο <<Πολίτης>>, το <<Εντευκτήριο>>, το <<Ένεκεν>>, το <<Δέντρο>>, η <<Νέα Εστία>>). Πλείστες οι δειγματοληψίες των βιβλίων, ο Σπινόζα, η αρχαία διανόηση προηγουμένως, ο Μπακούνιν, ο Λούκατς, η Ντίκινσον, η Αχμάτοβα, ο Τρακλ ―ο Αντώνης, γρήγορος σε κάθε αναγνωστική απαίτηση, ενημερωμένος με τη συνολική διαδρομή του βιβλίου, προλαβαίνει ικανοποιώντας τους πελάτες του σε όλα.
   Ο χώρος μέσα στο βιβλιοπωλείο, ο ελεύθερος, είναι ελάχιστος· μας <<επιτρέπεται>> να πλησιάσουμε κυρίως όταν σιμώνουμε το ταμείο. Έξω από το <<Κεντρί>>, το πεζοδρόμιο και το σύνορο-πεζούλι του απέναντι ερείπιου, είναι αρκετά και βρίσκουμε τον τρόπο να σμίγουμε εκεί πίνοντας τον καφέ. Ο Τάσος, ο Γιώργης, ο Σάκης, ο Μάκης, ο Αλέξανδρος, ο Δημήτρης, ο Κώστας, ο Μιχάλης, η Λουκία, η Τζένη, η Ελένη, συχνά (και με διαλείμματα) παρόντες.

   Προσφάτως, μας χάλασε την ησυχία ένα συνεργείο κατασκευής δημοσίων έργων, δημοτικών έργων για την ακρίβεια. Ξήλωσαν το φθαρμένο δάπεδο της οδού Γούναρη και των <<περιχώρων>> της, σκόνες, καρότσια, φωνές, άμμος και τσιμέντα ―και τσιμέντα πολλά! Κάποτε φάνηκαν και τα άλλα υλικά: κομμένα μάρμαρα πολλών ποιοτήτων, κόκκινα τούβλα δαπέδου (πυρότουβλα;), γκρίζες πλάκες, μετρήσεις, υπολογισμοί, πραγματώσεις, αναθεωρήσεις (επί τα χείρω).
   Οι μαγαζάτορες, εκτός από τον φετινό αφόρητο καύσωνα, γκρινιάζουν καθημερινά γιατί το έργο ράβε-ξήλωνε τράβηξε πολύν καιρό ―κι ακόμη να τελειώσει!
   Αλλά το πολύ τελείωσε.
   Μπορούμε να δούμε το <<Έργον>>:
   Μια σειρά καθέτων και οριζοντίων μαρμάρων στο κόκκινο φόντο των τούβλων. Τίποτε άλλο. Χωρίς φαντασία, χωρίς λογισμό, χωρίς κάποιο μοτίβο βυζαντινό της πόλεως Θεσσαλονίκης, μια έρπουσα βαρβαρότητα, επίπεδη, άσχημη, αναρμόδια, κάτω από τα πόδια μας, χάρη καμιά!
   Και δεν υπολογίζονται τα έξοδα και οι κόποι, οι ανύπαρκτοι αρχιτέκτονες σχεδιαστές· το αποτέλεσμα μετράει: Ένα τίποτε. Τι άραγε φυλακίζει αυτό (ουσιαστικότερο) κάτω από την επίστρωση του δρόμου; Πλεονάζει (στο <<Έργον>>) το άμετρο, άχαρο και αδικαίωτο εν πολλοίς μάρμαρο, κάγκελα <<λευκών κελιών>> μήπως (από κάτω, στο χώμα;).
   Άραγε αναλογίστηκαν οι αρμόδιοι της σύγκρισης των δύο εικόνων; Η μια είναι το ρωμαϊκό ερείπιο της πλατείας Ναυαρίνου εν Θεσσαλονίκη, η άλλη αυτή, η σημερινή επί της οδού Δημητρίου Γούναρη εν έτει 2007 μετά Χριστόν, έργο άχαρης οδοποιίας. Δεν χρειάζεται πολύ για να εννοήσεις πώς κατάφεραν οι άνθρωποι του σήμερα να πράξουν, χωρίς ενθουσιασμό και αγάπη και χάρη αισθητική, το <<Έργον>>…
   Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανίας, φωνάζει από μακριά ο Σαίξπηρ ―που συνεχίζεται πολλαπλώς επί των ημερών μας (και) εν Θεσσαλονίκη στεναχωρώντας πολλούς υποψιασμένους πολίτες. Δυστυχώς. (Πάλι και πάλι).


Θεσσαλονίκη, τέλη Αυγούστου 2007.

*Tα «σπίτια» εδώ σαν αποκούμπι της απόσυρσης από τα κοινωνικά, της ηθικής, πολιτικής κόπωσης και (φευ) των γηρατειών.
Θεσσαλονίκη, τέλη Αυγούστου 2007.
Το κείμενο του Μάρκου Μέσκου δημοσιεύτηκε σε συλλεκτικό ένθετο στο τεύχος 8-9 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ 

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΟΡΜΟΣ-Γλώσσα, σεξουαλικότητα και εθνότητα στο εθνικό βαλκανικό αφήγημα. Κώστας Κανάκης



Στην υπόγεια διάβαση του Terazije, που θυμίζει την αθηναϊκή Ομόνοια πριν τις χωροταξικές επεμβάσεις και είναι βασικό πέρασμα και χώρος δραστηριοποίησης μικροπωλητών και αεριτζήδων, βλέπει κανείς κάθε λογής συνθήματα, σε αυτοκόλλητα και σταμπωτό ή αυτοσχέδιο γκραφίτι, που αφορούν όχι μόνο τους «νεκροθάφτες της Γιουγκοσλαβίας» (grobari Jugoslavije), την ανάκτηση του Κοσόβου ή την επιστροφή «της Σερβίας στους Σέρβους» (Srbija Srbima), αλλά και την εξόντωση των «πούστηδων»/«παιδεραστών» (smrt pederima) τους οποίους κάποιοι «περιμένουν» (čekamo vas) προκειμένου «να μην περάσει η 20.09» (neće proći 20.09). Ο λόγος για το τι θα συμβεί στη για δεύτερη φορά επιχειρούμενη Gay Pride Parade, την Παρέλαση Υπερηφάνειας (povorka ponosa) προγραμματισμένη για τις 20 Σεπτεμβρίου του 2009. Παράλληλα, άλλα συνθήματα αναρτώνται και σε κάθε τοίχο γύρω από την Trg Republike ή kod konja «στο άλογο», δηλαδή κάτω από το άγαλμα του έφιππου Mihailo Obrenović, όπου δραστηριοποιούνται και τα υποκείμενα της έρευνας της Athanasiou (2010). Για τις ταραχές που οδήγησαν στη ματαίωση της εκδήλωσης ενοχοποιούνται κάποιοι (γνωστοί και στην Ελλάδα) αχαλίνωτοι «φίλαθλοι», οι οποίοι στο Βελιγράδι, την Παρασκευή 19.9.2009, τραυμάτισαν σοβαρότατα έναν Γάλλο υποστηρικτή της Toulouse με την οποία έπαιζε η ντόπια Partizan, δίνοντας έτσι το στίγμα των προθέσεών τους για την επομένη (πρβλ. και το σχετικό φύλλο της εφημερίδας «Politika» στο διαδίκτυο). Αυτή η εκδήλωση σεξουαλικής ορατότητας θεωρείται ότι υποσκάπτει τα διακυβεύματα εκείνων που γεμίζουν την πόλη (και τους τοίχους του κοινοβουλίου) με το σύνθημα «τιμή» (образ ή obraz) γραμμένο πάνω από έναν σταυρό που σχηματίζουν τα τέσσερα c του κυριλλικού αλφαβήτου (και το οποίο παραπέμπει στο εθνικό μότο само слога Cрбина спасава ή samo sloga Srbina spasava «Μόνον η ενότητα σώζει τους Σέρβους»).
   H συνάδελφος στο Κέντρο Γυναικείων Σπουδών και Έρευνας του Φύλου  ήρθε, εμφανέστατα, σε δύσκολη θέση και μόνο που το ανέφερα. Το ζήτημα, όμως, υπερβαίνει τα όποια προσωπικά μας συναισθήματα. Άλλωστε, το παράδειγμα του Βελιγραδίου είναι απλώς πιο επίκαιρο (και πιο σύνθετο) από άλλα. Η περίπτωση των ΟΥΚ του Λιμενικού που φώναζαν συνθήματα μίσους προς τους μετανάστες κατά τη διάρκεια της επίσημης παρέλασης για την επέτειο της 25ης Μαρτίου το 2010 είναι ένα άλλο παράδειγμα, πιο κοντά σε μας. Τέτοιες περιπτώσεις δείχνουν γλαφυρά όψεις της διαπλοκής της γλώσσας, της εθνότητας, του φύλου και της σεξουαλικότητας στον προσωπικό, κοινωνικό αλλά και εθνικό αυτο- και ετερο-προσδιορισμό. Και αυτός ο προσδιορισμός περνά μέσα από τα ξένα και εγχώρια στερεότυπα που συναποτελούν, μαζί με πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας ιστορικών γεγονότων και διαδικασιών, αυτό που θα ονομάσω εθνικό αφήγημα. Το έναυσμα για αυτήν την εργασία έχει πολλές πηγές. Θα αναφερθώ επιγραμματικά σε αυτές, επιχειρώντας να δώσω μια σύνοψη όσων προτίθεμαι να εξετάσω και να συνδέσω:
   Στη (γκέι τουλάχιστον) πορνογραφία, περίοπτη θέση κατέχουν τα εθνικά υποκείμενα που χαρακτηρίζονται ποικιλοτρόπως ως προς τις σεξουαλικές τους επιδόσεις. Μάλιστα πολλοί ιστότοποι ειδικεύονται σε απροκάλυπτα σεξουαλικές (=πορνογραφικές) αναπαραστάσεις εθνικών υποκειμένων (πρβλ. Czech boys). Τα υποκείμενα σεξουαλικοποιούνται με τη διάχυση στερεοτύπων μέσω του λόγου —τόσο του σωσσυρικού λόγου/parole όσο και του φουκωικού λόγου/discours ο οποίος περιέχει μεν αλλά υπερβαίνει το λόγο/parole. Τα στερεότυπα, σε αντίθεση με τα πρωτότυπα ως χαρακτηριστικότερα μέλη κατηγοριών, είναι καρικατουρίστικες αναπαραστάσεις υπαρκτών και αναγνωρίσιμων κατά τα άλλα αντικειμένων αναφοράς (παρά τον υπερκαθορισμό που συχνότατα οδηγεί στη στρέβλωσή τους). Ένα επιτυχημένο (βλ. πιστευτό) στερεότυπο συνήθως βασίζεται σε στοιχεία που τα ίδια τα αναπαριστώμενα υποκείμενα προβάλουν ως συγκροτητικά της υποκειμενικότητάς τους.
Μέσα από περιηγήσεις στα Βαλκάνια αλλά και τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία, διαπιστώνω ότι ενώ υπάρχουν σαφώς διακριτά εθνικά βαλκανικά αφηγήματα, η εικονογραφία του έθνους και του βαλκάνιου άντρα εμφανίζει αξιοπρόσεκτες ομοιότητες σε επιμέρους βαλκανικές κοινωνίες. 5. Εάν ο καθορισμός της ηγεμονικής αρσενικότητας περνά σε πολλές δυτικές κοινωνίες από την απαξίωση της ομοφυλοφιλίας (πρβλ. Benwell 2000), στα Βαλκάνια αυτή η διαδικασία διαπλέκεται επίσης, και μάλιστα σε βάθος χρόνου, με την εθνική κυριαρχία και έναν λόγο που παραπέμπει σε μια νοοτροπία του αουτσάιντερ των εξελίξεων (πρβλ. την filozofija palanke «επαρχιώτικη νοοτροπία/φιλοσοφία» του Konstantinović 2008 [1969]). Η βαλκανική εκδοχή του μάτσο ανδρισμού, ακόμη και στο πλαίσιο της ανδρικής ομοφυλοφιλίας, ερωτικοποιείται (εντός και εκτός των συνόρων) γεγονός που, από τη μία μεριά, διατρανώνει αυτό το διαλογικό κατασκεύασμα, ενώ, από την άλλη, το ετεροποιεί σταθερά ως άξεστο, απολίτιστο, φαλλοκρατικό, πατριαρχικό, επαρχιώτικο, αλλά και ως ντόμπρο, τίμιο, γενναίο, κ.ο.κ. Όλα αυτά τα αντιφατικά κατηγορήματα βρίσκουν τελικά τη θέση τους στα συμφραζόμενα της σεξουαλικοποίησης του άλλου ως εθνικού υποκειμένου. Η πλούσια βιβλιογραφία για καθέναν από τους σπονδύλους που εξετάζω εδώ και τη μεταξύ τους σχέση δεν μου είναι άγνωστη. Θεωρώ όμως σκόπιμο να μην επεκταθώ σε συζητήσεις για τους ορισμούς και το σκεπτικό των συζεύξεων που, από τη μια μεριά, έχουν γίνει αντικείμενο εξονυχιστικής εξέτασης αλλού (βλ. π. χ., Mosse 1982, Pryke 1998, Nagel 1998) και, από την άλλη, προκύπτουν έμμεσα και από όσα θα πω παρακάτω.
   Η ακύρωση για δεύτερη φορά της προγραμματισμένης «Παρέλασης Υπερηφάνειας» (Gay Pride Parade/Povorka Ponosa) στο Βελιγράδι τον Σεπτέμβριο του 2009 έφερε και πάλι στην επιφάνεια εννοιολογήσεις της εθνότητας και των εθνικών υποκειμένων σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και, κυρίως, την ομοσεξουαλικότητα. Ασφαλώς, η εξέταση της σχέσης σεξουαλικότητας και εθνότητας —καθώς και σεξουαλικότητας και εθνικισμού— δεν είναι καινούριο ζήτημα (βλ. Mosse 1982). Θα έλεγε κανείς ότι είναι η παραληρηματική εκδοχή του σλόγκαν «το προσωπικό είναι πολιτικό». Στην περίπτωση, δε, των Βαλκανίων, με ανοιχτά ακόμη τα ζητήματα —και τις ουλές— που άνοιξαν οι πρόσφατοι πόλεμοι, η σχέση αυτή χαρακτηρίζεται από μεγάλη ένταση και έχει κεντρική θέση στον ομοφοβικό λόγο που εμφανίζεται άρρηκτα συνδεδεμένος με τον κυρίαρχο λόγο του εθνικού αυτοπροσδιορισμού. Παράλληλα, η εθνότητα παραμένει προνομιακό αντικείμενο ερωτικοποίησης και πορνογραφικής εκμετάλλευσης, όπως προκύπτει από διαδικτυακούς τόπους που φέρουν γλαφυρούς τίτλους με όρους εθνότητας. Έτσι το σώμα, ως φυσικό αντικείμενο —με επιθυμίες— που υπάρχει στον χώρο, από τη μία μεριά, εννοιολογείται σταθερά και ως εθνικό (δηλ. στο επίπεδο του φαντασιακού) και, από την άλλη, ερωτικοποιείται και πλασάρεται ως τέτοιο, στο πλαίσιο ενός ρητορικού ακροβατικού που στοχεύει στην άνωθεν διαχείριση και περιστολή των επιθυμιών του. Επιπλέον, η τρέχουσα κυρίαρχη εννοιολόγηση του αρσενικού μεταξύ των ομοφυλόφιλων αντρών στα Βαλκάνια —όπως και αλλού— υποστηρίζει και αναπαράγει αυτή τη λογική ακριβώς επειδή φετιχοποιεί —εντός και εκτός εθνικών συνόρων— την τραχύτητα και τη σκληρότητα του εθνικού βαλκανικού υποκειμένου που έκαναν το balkan συνώνυμο του αγροίκου στα γαλλικά, στις αρχές του περασμένου αιώνα (πρβλ. West 2006: 21). Αποτέλεσμα αυτής της λογικής είναι ότι εντόπιες μορφές ομοφυλοφιλίας αντέχουν στην πίεση που ασκεί το αγγλοσαξωνικό gay μοντέλο, ενώ, ταυτόχρονα, αναπαράγουν μια εκδοχή του ανδρικού ομοερωτισμού ως επιθυμία «πραγματικών αντρών για πραγματικούς άντρες» που βιώνεται ως επί το πλείστον «εκτός γκέι κύκλων». Έχει επίσης ενδιαφέρον να στραφούμε στη σύζευξη έθνους και αρσενικότητας σε σχέση με την ομοφυλοφιλία και να τη δούμε υπό το πρίσμα του precarity, της τρωτότητας ή ευαλωτότητας της Judith Butler (2009). Το πιο διαδεδομένο στερεότυπο της αντρικής ομοφυλοφιλίας είναι η εκθήλυνση του αρσενικού υποκειμένου που το καθιστά ελλειμματικό άντρα. Η εκθήλυνση, ως καίριο πλήγμα που δέχεται ο ανδρισμός, παίρνει τη μορφή της πρωκτικής διείσδυσης από έναν άλλον «ανδρισμό». Δεδομένης της συνάρτησης ανδρισμού/αρσενικότητας και εθνότητας, το έθνος είναι ευάλωτο γιατί είναι ευάλωτος ο ανδρισμός. Έτσι, ένας τρόπος προστασίας του έθνους είναι η περιθωριοποίηση του ελλειμματικού άντρα. Η αποδοχή του θα σήμαινε ατίμωση και συνεπώς απώλεια του έθνους όπως το ξέρουμε. Μια αποδοχή του ομοφυλόφιλου ως άντρα προϋποθέτει τη δύσκολη μετάβαση σε μια διαφορετική εννοιολόγηση του έθνους. Αυτή η εννοιολόγηση θα συνεπάγονταν μεγαλύτερη ορατότητα για τις γυναίκες ως εθνικά υποκείμενα πέραν της αναπαραγωγικής τους ιδιότητας, ως υποκείμενα που θα διαχειρίζονταν τα ίδια και την «τιμή» και την «ντροπή» τους. Υπό αυτή την έννοια τουλάχιστον, το έθνος συνδέεται τόσο με την αρσενικότητα όσο και με τη θηλυκότητα. Όμως, για την ώρα συνεχίζει να θεωρείται αστείο το εξής ανέκδοτο: Ο Αθανάσιος Διάκος πριν τον ανασκολοπίσουν απαγγέλλει λεβέντικα «Για δες καιρό που διάλεξε, ο χάρος να με πάρει τώρα που ανθίζουν τα βουνά…» [σε αυτό το σημείο οι Τούρκοι τον ανασκολοπίζουν και συνεχίζει την απαγγελία με τσιριχτή φωνή και σπάζοντας τον καρπό του] «και βγάζει η γη γκαζόν…». Αυτό το ανέκδοτο που άκουσα έφηβος στο σχολείο στριφογυρίζει στο μυαλό μου από τότε που σκέφτηκα τον τίτλο αυτής της εργασίας. Έρχεται επίσης στο μυαλό μου κάθε φορά που διαβάζω για την ετεροποίηση των Τούρκων στα σερβικά εθνικά συμφραζόμενα (ίσως γιατί και ο Ρήγας ανασκολοπίστηκε στο Βελιγράδι αλλά και μέσω της φρικώδους περιγραφής αυτής της πρακτικής στο Γεφύρι στο Δρίνο του Ivo Andrić). Αν ο θάνατος ενός εθνικού ήρωα είναι ούτως ή άλλως πλήγμα για ένα «γιο του έθνους», τότε ο θάνατός του ως ελλειμματικού άντρα από τον «χειρότερο εχθρό» είναι η ύστατη ατίμωση για το έθνος. Μια παρόμοια λογική που στηρίζεται στην ατίμωση/μόλυνση του έθνους ως εξήγηση του βιασμού (γυναικών αλλά και αντρών) εν καιρώ πολέμου έχει προταθεί από διάφορες πηγές. Αν την ακολουθήσουμε, βλέπουμε γιατί η εθνότητα συναρτάται με τη σεξουαλικότητα και δη με την αρσενικότητα. Βλέπουμε επίσης ότι η αρσενικότητα συναρτάται με την εθνότητα και η εθνότητα με τον «πολεμιστή» άνδρα».
Το έθνος οικοδομείται με την αναπαραγωγική σεξουαλικότητα των εθνικών υποκειμένων. Αλλά η διείσδυση από ένα πέος μπορεί να εξοστρακίσει το εθνικό υποκείμενο: τη γυναίκα στην περίπτωση βιασμού από τον εχθρό και τον άντρα σε κάθε περίπτωση. Αυτό το στοιχείο του εθνο-σεξουαλικού αφηγήματος, σε όλη την αποστομωτική απλότητά του, εργαλειοποιείται για τη διατήρηση καλά εδραιωμένων μηχανισμών εξουσίας, εφόσον το μεταφορικό δυναμικό του επιτρέπει ιλιγγιώδη εννοιολογικά άλματα που, όταν δεν περνούν απαρατήρητα, αντιστέκονται σθεναρά σε παρεμβάσεις. Αυτή η εργασία αντλεί από δεδομένα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους όσο οι περιγραφές της Rebecca West για την «αρρενωπότητα» των Νοτιοσλάβων αντρών, πορνογραφικά βίντεο που ερωτικοποιούν εθνικά υποκείμενα, διαδικτυακές προσωπικές αγγελίες, αποσπάσματα συνεντεύξεων από ντοκυμανταίρ, προσωπικές ιστορίες και γκραφίτι στους δρόμους μεγαλουπόλεων σε μια προσπάθεια κατανόησης της σεξουαλικοποίησης του «εθνικού κορμού» και της «εθνικοποίησης» των έμφυλων και σεξουαλικών υποκειμένων........

Aπόσπασμα από δοκίμιο του Κώστα Κανάκη που δημοσιεύεται στο 18ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Ο Κώστας Κανάκης διδάσκει κοινωνιογλωσσολογία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου.

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Για το ροκ του Γιάννη Αγγελάκα-Dr. Lara Recagno

να σας προτείνω ένα νοητικό πείραμα: υποθέστε ότι διαβάζετε κάποιες γραμμές χωρίς να γνωρίζετε το συγγραφέα τους, ούτε πού, πότε και γιατί γράφτηκαν. Και φανταστείτε ότι τις αξιολογείτε έτσι όπως είναι.
   Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα κόμικς έχουν την ίδια σπουδαιότητα με μια εικόνα, όπου μια κινηματογραφική ταινία έχει την ίδια αξία με μια θεατρική παράσταση και όπου ένα τραγούδι έχει την ίδια αξιοπρέπεια με ένα ποίημα, το πείραμά μας θα ήταν ενδιαφέρον, αλλά σίγουρα όχι και αναπάντεχο.
   Στη γηραιά Ευρώπη, όμως, όπου η διάκριση μεταξύ των καλών τεχνών και της τέχνης που απευθύνεται στο ευρύ κοινό παραμένει ένα πολύβλαστο δέντρο με τις ρίζες του βυθισμένες στο φεουδαλικό χούμο του Μεσαίωνα, αυτή η πράξη θα μας έδινε τη δυνατότητα να συντρίψουμε —όπως μας διαβεβαιώνει ο Gombrich— εκείνους τους «εσφαλμένους λόγους» για να μην απολαμβάνουμε ένα έργο τέχνης.
   Ας εντρυφήσουμε, λοιπόν, στις ακόλουθες γραμμές:
    
Τί χρὴ τί χρή με, δέσποτ᾽, ἐν ξένᾳ ξένον
    στέγειν ἢ τί λέγειν πρὸς ἄνδρ᾽ ὑπόπταν;
    φράζε μοι.

    Κάτω απ' τα πόδια μου οι δρόμοι καίγονται
    Τρέχω σαν ξένος στην πιο ξένη ερημιά
    Κι ακούω τις γέφυρες που πίσω μου γκρεμίζονται
    Μα δεν με νοιάζει αν θα γυρίσω πίσω πια
    Θέλω να ζήσω όπως τ' αστέρια που ξεψύχησαν
    Μέσα στο φως κάποιου αφιλόξενου και μακρινού ουρανού
    Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα
    Και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού.

    Όπως και οι ψυχές, τα πρωτυνά κορμιά μας θα ζητάμε,
    όμως καμιά ψυχή το πρωτυνό το σώμα της δε θα ξαναντυθεί,
    γιατί δεν είν’ σωστό να πάρει κανείς πίσω ό,τι έχει ξεντυθεί.
    Εδώθε θε να σέρνουμε τα δόλια τα κορμιά μας,
    Στο πένθιμο το δάσος θε να κρεμαστούν, καθένα απ’ το δεντρί
    Όπου φυλακισμένη την κακιά του κρατάει την ψυχή.

    Το λιμάνι ανάβει σε άλλους τα φώτα του·
    εμένα προτρέπει ακόμη
    στ’ ανοικτά το αδάμαστο πνεύμα
    και της ζωής ο πονεμένος έρωτας.
   
    Συχνά συνάντησα την κακοπάθεια της ζωής:
    ήταν ο παφλασμός του ρυακιού του εμποδισμένου,
    ήταν ο μαρασμός του φύλλου του καψαλισμένου,
    ήταν το άλογο το σωριασμένο καταγής.

    Καλό δε γνώρισα εκτός από το θαύμα
    που κάνει φανερή τη θεϊκή Αδιαφορία:
    ήταν το άγαλμα μες στη μεσημεριάτικη αδράνεια,
    και το σύννεφο, και το γεράκι που υψώθηκε στα ουράνια.
 

   Αυτοί είναι κάποιοι στίχοι των Σοφοκλή, Γιάννη Αγγελάκα, Δάντη Αλιγκέρι, Uberto Saba, Eugenio Montale. Ίσως θα εκπλαγείτε μαθαίνοντας ότι κάποιες απ’ αυτές τις γραμμές είναι το κείμενο ενός ροκ τραγουδιού που γράφτηκε στην Ελλάδα προς το τέλος του 20ού αιώνα.
   Έκπληξη;
   Ο Γιάννης Αγγελάκας (Nεάπολη, Θεσσαλονίκη, 1959) είναι μέλος μιας οικογένειας που δεν είναι εύπορη, και μεγαλώνει με συναίσθηση της φτώχειας του και του μόχθου που προϋποθέτει καθημερινά η ζωή.
   Κατά τα χρόνια της παιδικής και πρώιμης εφηβικής του ηλικίας, η εξουσία καταλαμβάνεται από μια φασιστικού τύπου δικτατορία· ο πατέρας του Αγγελάκα, μέλος του KKE, τάσσεται με το μέρος των αντικαθεστωτικών. Ο Γιάννης, όμως, δεν αποδέχεται ούτε το νέο καθεστώς ούτε την επιλογή του πατέρα του: θεωρεί ότι ο κομμουνισμός είναι κι αυτός μια δικτατορία κρυμμένη πίσω από απατηλές ιδεολογίες. Νιώθει ότι ο πατέρας του, που έλεγε ότι ήταν επαναστάτης, δεν μπορεί να τον καταλάβει γιατί είναι διαφορετικός. Έτσι, ο Γιάννης αρχίζει να απομακρύνεται από την οικογένειά του, μέχρι που το 1979 εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι για να μην επιστρέψει ποτέ.
   Στα χρόνια του Λυκείου παρακολουθεί μαθήματα κιθάρας, όπου και συναντά τον Γιώργο Καρρά, ένα νεαρό της ίδιας ηλικίας, με τον οποίο ξεκινά αμέσως μια σπουδαία φιλία και σχηματίζει το ροκ συγκρότημα Τρύπες το 1983. Οι Τρύπες υπήρξαν ένα σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά· τη γενιά εκείνων που αδημονούσαν για την έκδοση του κάθε άλμπουμ των Τρύπες, εκείνων τις ζωές των οποίων άγγιζαν τα τραγούδια τους, εκείνων που μεγάλωσαν και σμιλεύτηκαν με τις νότες του Ταξιδιάρα Ψυχή και του Εδώ.
   Ήταν μια σημαντική εμπειρία για όλα τα μέλη του συγκροτήματος, τα οποία δεν μοιράζονταν απλώς τη δουλειά, την επιτυχία, τους ήχους, τη μουσική, αλλά επίσης και ουσιαστικά την ίδια τους τη ζωή· δούλευαν, έπαιζαν, μεγάλωναν μαζί.
   Ήταν μια καταλυτική εμπειρία για τη ζωή και την εσωτερική διαδρομή του ίδιου του Αγγελάκα: οι Τρύπες δεν του έδειχναν μόνο μια ποιητική και μουσική ρότα, αλλά έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
   Η εκφραστική επιλογή των από κοινού μοιραζόμενων συναισθημάτων τους συνιστά ένα μουσικό είδος που σμίγει τη διεθνή ροκ με την ελληνική γλώσσα, με την επίγνωση ότι αυτό θα εμπόδιζε την επιτυχία πέρα από τη χώρα τους, αλλά με τη βεβαιότητα ότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα με την οποία επιθυμούσαν να επικοινωνούν και με την πεποίθηση ότι οι θαυμαστές από τους οποίους ήθελαν να γίνουν κατανοητοί ήταν οι Έλληνες νέοι. Πέρα απ’ αυτό, με το να εκφράζονται στη γλώσσα τους μπορούσαν να δημιουργούν δύσκολα κείμενα, να δίνουν φωνή στο θυμό, την ανησυχία, την εσωτερικότητα αυτών των ίδιων, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς.
   Οι στίχοι των τραγουδιών5 που έπαιζε το συγκρότημα γράφονταν από τον Αγγελάκα και κάποιοι από αυτούς είναι σχέδια ποιημάτων που είχε   γράψει παλιότερα ο ίδιος. Αλλά ο Γιάννης διαβεβαιώνει ότι η τύχη που είχε η μουσική τους οφείλεται πάνω απ’ όλα στη βαθιά συνεργασία ανάμεσα στους συντρόφους του. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ο ίδιος δηλώνει: «Όταν γράφω κάτι, είναι σαν να το έγραψαν και εκείνοι. Επειδή αν δεν το νιώθουν, δεν μπορούν να παίξουν ένα τραγούδι».
   Αυτή η τέλεια και αποδοτική συνέργεια θα διαρκέσει για δεκαπέντε χρόνια. Είναι μόνο το 2000, αφού έχουν ήδη «γεννηθεί» οχτώ άλμπουμ, που οι Τρύπες χωρίζουν, κουβαλώντας μαζί τους την αναγνώριση ότι ήταν αυτοί που ξεκίνησαν την ιστορία του ροκ στην Ελλάδα, με εξαίρεση την εμπειρία του σολίστα Παύλου Σιδηρόπουλου. 
   «Στις Τρύπες» ο Αγγελάκας αφιερώνει δύο συλλογές που γράφτηκαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια: Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι και Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; Αυτές περιλαμβάνουν και κάποιους στίχους του γκρουπ, μικρά ποιήματα, αφορισμούς, στοχασμούς, καθώς και ορισμένα ιχνογραφήματα σε ελεύθερο σχέδιο του ίδιου του Αγγελάκα.

    Φοβισμένη σε κοιτάζω ν' ανεβαίνεις
    βρώμικα σοκάκια στα κρυφά
    Κυριακή, κάποιο πελάτη περιμένεις
    κι ίσως απόψε σου αφήσει αρκετά
                Νταβαντζής, από το άλμπουμ Τρύπες, 1985.


   Στα δύο πρώιμα άλμπουμ, Τρύπες και Πάρτυ στον 13ο Όροφο, τα κείμενα αναπαριστούν θέματα της αστικής πραγματικότητας και των σχετικών με αυτή καταστάσεων ή ψυχικών διαθέσεων, όπως η φτώχεια, η νεότητα με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις της ή ακόμα και τόπους συνάντησης: παμπ, πάρτι, δρόμους.................................................

   Η «Ατέλειωτη επιστροφή» των πραγμάτων, η κυκλικότητα των δεινών, η καταδίκη σε χρόνιο θρήνο χωρίς ανάπαυση, η απουσία κάθε ελπίδας, οι αναθεματισμοί και η κεντρικότητα της αγάπης φέρνουν με εξαιρετική ακρίβεια στη μνήμη τα τρίστιχα του Δάντη για τους λάγνους που περιπλανώνται αιώνια, παρασυρμένοι από την καταιγίδα της κολάσεως.

    Κι αυτή η διαβολεμένη, όπου σταματημό δεν έχει,
    με μια κακία τις ψυχές τραβολογάει·
    τις ξεσκίζει και δώθε-κείθε τις στριφογυρνάει.
    Σαν τούτες φτάνουνε στα χείλια του γκρεμού,
    αρχίζουνε τα ουρλιαχτά, το κλάμα και τους θρήνους·
    τη θεία βούληση τότες αυτές πιάνουν να βλαστημούνε.
    Κατάλαβα πως τούτο το μαρτύριο
    ήταν για τους αμαρτωλούς της σάρκας,
    τη λογική που δούλωσαν στην εξουσία του πάθους.
    Κι όπως πετάνε τα ψαρόνια στη βαρυχειμωνιά,
    πολλά-πολλά μαζί, ατέλειωτη μια λιτανεία,
    έτσι οι σπηλιάδες τις κακορίζικες ψυχές
    πάνω-κάτω, δω κι εκεί χτυπάγαν με μανία·
    παρηγοριά δεν έχουνε καμία,
    ούτε γι’ ανάσα, ούτε και που μικραίνει η τιμωρία.
 
Σε αναλογία με τον Δάντη και με τη χριστιανική θεώρηση της κόλασης σαν τόπο αιώνιας καταδίκης για τους επίγειους αμαρτωλούς, θυμόμαστε ότι στο Όλα τελικά ξεναγυρνάν σε μας δεν λείπουν οι αναφορές στον εξευμενισμό της προσωπικής ενοχής: η μορφή ενός «θεού εκβιαστή» και η φράση «Κι εμείς πληρώνουμε».

    Δεν υπάρχει χαμένος καιρός δεν υπάρχει
    οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
    ένας θεός εκβιαστής τις συγκεντρώνει
    κι όμηρους τις κρατάει
    ώσπου τα λύτρα που ζητάει από μας να πληρωθούν
    Κι εμείς πληρώνουμε
    Όλα τελικά, όλα
    όλα τελικά ξαναγυρνάν σ' εμάς
                Όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας,

                      
από το άλμπουμ Τρύπες στον Παράδεισο, 1990.

   Το όλα ξαναγυρνάν είναι μια από τις θεμελιώδεις ιδέες στην ποίηση του Αγγελάκα. Με όλη την αρμόζουσα επιφυλακτικότητα, θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτή την ιδέα ως μία επανερμηνεία της αρχαίας θεωρίας περί της «αέναης επιστροφής»· της ιδέας ότι στη ζωή του κάθε ατόμου, το καθετί «επιστρέφει» και επαναλαμβάνεται αναρίθμητες φορές, χωρίς καμιά πιθανότητα μεταβολής της πορείας των γεγονότων. 
   Πρόκειται για μια ιδέα σύμφωνα με την οποία η ζωή μας αναγκάζει, καθημερινά, να αντιμετωπίζουμε σκληρές δοκιμασίες. Τα λάθη επιστρέφουν κι αυτά, αλλά δεν διδάσκουν τίποτα. Έτσι και στον Αγγελάκα, ακόμα και αυτή η ελάχιστη παρηγοριά είναι απούσα. Ο άνθρωπος είναι προορισμένος να διαπράττει για πάντα τα ίδια σφάλματα επειδή αυτό είναι σύμφυτο με το πεπρωμένο του, αλλά και επειδή εκείνο που στο τέλος αποκαλύπτεται να είναι ένα νιοστό σφάλμα, στο ξεκίνημά του είναι μια δελεαστική κολακεία.
   Η αγάπη είναι ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία που συνιστούν μέρος αυτής της τραγικής κυκλικής κίνησης του καρουζέλ.
   Σε αυτή τη συνεχή επανάληψη βιωμάτων «πάντοτε διαφορετικών αλλά, και πάλι, πάντοτε όμοιων», ο ποιητής φαίνεται να προτιμά εκείνες τις στιγμές της «παύσης» που μεσολαβεί ανάμεσα σε μια εμπειρία και σε μια άλλη, τις υποτιθέμενες «στιγμές ηρεμίας», στις οποίες δεν καιγόμαστε και δεν υποφέρουμε. Πράγματι, η λέξη σιωπή χρησιμοποιείται πολύ. 
Αποσπάσματα από το δοκίμιο της Δρ Lara Recagno που δημοσιεύτηκε στο 13ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Η φωτογραφίες από την παρουσίαση του κειμένου στο ΠΕΙΡΑΜΑ στις 13 Ιουνίου του 2009.