Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

Για το ροκ του Γιάννη Αγγελάκα-Dr. Lara Recagno

να σας προτείνω ένα νοητικό πείραμα: υποθέστε ότι διαβάζετε κάποιες γραμμές χωρίς να γνωρίζετε το συγγραφέα τους, ούτε πού, πότε και γιατί γράφτηκαν. Και φανταστείτε ότι τις αξιολογείτε έτσι όπως είναι.
   Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα κόμικς έχουν την ίδια σπουδαιότητα με μια εικόνα, όπου μια κινηματογραφική ταινία έχει την ίδια αξία με μια θεατρική παράσταση και όπου ένα τραγούδι έχει την ίδια αξιοπρέπεια με ένα ποίημα, το πείραμά μας θα ήταν ενδιαφέρον, αλλά σίγουρα όχι και αναπάντεχο.
   Στη γηραιά Ευρώπη, όμως, όπου η διάκριση μεταξύ των καλών τεχνών και της τέχνης που απευθύνεται στο ευρύ κοινό παραμένει ένα πολύβλαστο δέντρο με τις ρίζες του βυθισμένες στο φεουδαλικό χούμο του Μεσαίωνα, αυτή η πράξη θα μας έδινε τη δυνατότητα να συντρίψουμε —όπως μας διαβεβαιώνει ο Gombrich— εκείνους τους «εσφαλμένους λόγους» για να μην απολαμβάνουμε ένα έργο τέχνης.
   Ας εντρυφήσουμε, λοιπόν, στις ακόλουθες γραμμές:
    
Τί χρὴ τί χρή με, δέσποτ᾽, ἐν ξένᾳ ξένον
    στέγειν ἢ τί λέγειν πρὸς ἄνδρ᾽ ὑπόπταν;
    φράζε μοι.

    Κάτω απ' τα πόδια μου οι δρόμοι καίγονται
    Τρέχω σαν ξένος στην πιο ξένη ερημιά
    Κι ακούω τις γέφυρες που πίσω μου γκρεμίζονται
    Μα δεν με νοιάζει αν θα γυρίσω πίσω πια
    Θέλω να ζήσω όπως τ' αστέρια που ξεψύχησαν
    Μέσα στο φως κάποιου αφιλόξενου και μακρινού ουρανού
    Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα
    Και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού.

    Όπως και οι ψυχές, τα πρωτυνά κορμιά μας θα ζητάμε,
    όμως καμιά ψυχή το πρωτυνό το σώμα της δε θα ξαναντυθεί,
    γιατί δεν είν’ σωστό να πάρει κανείς πίσω ό,τι έχει ξεντυθεί.
    Εδώθε θε να σέρνουμε τα δόλια τα κορμιά μας,
    Στο πένθιμο το δάσος θε να κρεμαστούν, καθένα απ’ το δεντρί
    Όπου φυλακισμένη την κακιά του κρατάει την ψυχή.

    Το λιμάνι ανάβει σε άλλους τα φώτα του·
    εμένα προτρέπει ακόμη
    στ’ ανοικτά το αδάμαστο πνεύμα
    και της ζωής ο πονεμένος έρωτας.
   
    Συχνά συνάντησα την κακοπάθεια της ζωής:
    ήταν ο παφλασμός του ρυακιού του εμποδισμένου,
    ήταν ο μαρασμός του φύλλου του καψαλισμένου,
    ήταν το άλογο το σωριασμένο καταγής.

    Καλό δε γνώρισα εκτός από το θαύμα
    που κάνει φανερή τη θεϊκή Αδιαφορία:
    ήταν το άγαλμα μες στη μεσημεριάτικη αδράνεια,
    και το σύννεφο, και το γεράκι που υψώθηκε στα ουράνια.
 

   Αυτοί είναι κάποιοι στίχοι των Σοφοκλή, Γιάννη Αγγελάκα, Δάντη Αλιγκέρι, Uberto Saba, Eugenio Montale. Ίσως θα εκπλαγείτε μαθαίνοντας ότι κάποιες απ’ αυτές τις γραμμές είναι το κείμενο ενός ροκ τραγουδιού που γράφτηκε στην Ελλάδα προς το τέλος του 20ού αιώνα.
   Έκπληξη;
   Ο Γιάννης Αγγελάκας (Nεάπολη, Θεσσαλονίκη, 1959) είναι μέλος μιας οικογένειας που δεν είναι εύπορη, και μεγαλώνει με συναίσθηση της φτώχειας του και του μόχθου που προϋποθέτει καθημερινά η ζωή.
   Κατά τα χρόνια της παιδικής και πρώιμης εφηβικής του ηλικίας, η εξουσία καταλαμβάνεται από μια φασιστικού τύπου δικτατορία· ο πατέρας του Αγγελάκα, μέλος του KKE, τάσσεται με το μέρος των αντικαθεστωτικών. Ο Γιάννης, όμως, δεν αποδέχεται ούτε το νέο καθεστώς ούτε την επιλογή του πατέρα του: θεωρεί ότι ο κομμουνισμός είναι κι αυτός μια δικτατορία κρυμμένη πίσω από απατηλές ιδεολογίες. Νιώθει ότι ο πατέρας του, που έλεγε ότι ήταν επαναστάτης, δεν μπορεί να τον καταλάβει γιατί είναι διαφορετικός. Έτσι, ο Γιάννης αρχίζει να απομακρύνεται από την οικογένειά του, μέχρι που το 1979 εγκαταλείπει το πατρικό σπίτι για να μην επιστρέψει ποτέ.
   Στα χρόνια του Λυκείου παρακολουθεί μαθήματα κιθάρας, όπου και συναντά τον Γιώργο Καρρά, ένα νεαρό της ίδιας ηλικίας, με τον οποίο ξεκινά αμέσως μια σπουδαία φιλία και σχηματίζει το ροκ συγκρότημα Τρύπες το 1983. Οι Τρύπες υπήρξαν ένα σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά· τη γενιά εκείνων που αδημονούσαν για την έκδοση του κάθε άλμπουμ των Τρύπες, εκείνων τις ζωές των οποίων άγγιζαν τα τραγούδια τους, εκείνων που μεγάλωσαν και σμιλεύτηκαν με τις νότες του Ταξιδιάρα Ψυχή και του Εδώ.
   Ήταν μια σημαντική εμπειρία για όλα τα μέλη του συγκροτήματος, τα οποία δεν μοιράζονταν απλώς τη δουλειά, την επιτυχία, τους ήχους, τη μουσική, αλλά επίσης και ουσιαστικά την ίδια τους τη ζωή· δούλευαν, έπαιζαν, μεγάλωναν μαζί.
   Ήταν μια καταλυτική εμπειρία για τη ζωή και την εσωτερική διαδρομή του ίδιου του Αγγελάκα: οι Τρύπες δεν του έδειχναν μόνο μια ποιητική και μουσική ρότα, αλλά έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
   Η εκφραστική επιλογή των από κοινού μοιραζόμενων συναισθημάτων τους συνιστά ένα μουσικό είδος που σμίγει τη διεθνή ροκ με την ελληνική γλώσσα, με την επίγνωση ότι αυτό θα εμπόδιζε την επιτυχία πέρα από τη χώρα τους, αλλά με τη βεβαιότητα ότι τα ελληνικά ήταν η γλώσσα με την οποία επιθυμούσαν να επικοινωνούν και με την πεποίθηση ότι οι θαυμαστές από τους οποίους ήθελαν να γίνουν κατανοητοί ήταν οι Έλληνες νέοι. Πέρα απ’ αυτό, με το να εκφράζονται στη γλώσσα τους μπορούσαν να δημιουργούν δύσκολα κείμενα, να δίνουν φωνή στο θυμό, την ανησυχία, την εσωτερικότητα αυτών των ίδιων, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς.
   Οι στίχοι των τραγουδιών5 που έπαιζε το συγκρότημα γράφονταν από τον Αγγελάκα και κάποιοι από αυτούς είναι σχέδια ποιημάτων που είχε   γράψει παλιότερα ο ίδιος. Αλλά ο Γιάννης διαβεβαιώνει ότι η τύχη που είχε η μουσική τους οφείλεται πάνω απ’ όλα στη βαθιά συνεργασία ανάμεσα στους συντρόφους του. Πάνω σ’ αυτό το θέμα ο ίδιος δηλώνει: «Όταν γράφω κάτι, είναι σαν να το έγραψαν και εκείνοι. Επειδή αν δεν το νιώθουν, δεν μπορούν να παίξουν ένα τραγούδι».
   Αυτή η τέλεια και αποδοτική συνέργεια θα διαρκέσει για δεκαπέντε χρόνια. Είναι μόνο το 2000, αφού έχουν ήδη «γεννηθεί» οχτώ άλμπουμ, που οι Τρύπες χωρίζουν, κουβαλώντας μαζί τους την αναγνώριση ότι ήταν αυτοί που ξεκίνησαν την ιστορία του ροκ στην Ελλάδα, με εξαίρεση την εμπειρία του σολίστα Παύλου Σιδηρόπουλου. 
   «Στις Τρύπες» ο Αγγελάκας αφιερώνει δύο συλλογές που γράφτηκαν μέσα σ’ αυτά τα χρόνια: Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι και Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε; Αυτές περιλαμβάνουν και κάποιους στίχους του γκρουπ, μικρά ποιήματα, αφορισμούς, στοχασμούς, καθώς και ορισμένα ιχνογραφήματα σε ελεύθερο σχέδιο του ίδιου του Αγγελάκα.

    Φοβισμένη σε κοιτάζω ν' ανεβαίνεις
    βρώμικα σοκάκια στα κρυφά
    Κυριακή, κάποιο πελάτη περιμένεις
    κι ίσως απόψε σου αφήσει αρκετά
                Νταβαντζής, από το άλμπουμ Τρύπες, 1985.


   Στα δύο πρώιμα άλμπουμ, Τρύπες και Πάρτυ στον 13ο Όροφο, τα κείμενα αναπαριστούν θέματα της αστικής πραγματικότητας και των σχετικών με αυτή καταστάσεων ή ψυχικών διαθέσεων, όπως η φτώχεια, η νεότητα με τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις της ή ακόμα και τόπους συνάντησης: παμπ, πάρτι, δρόμους.................................................

   Η «Ατέλειωτη επιστροφή» των πραγμάτων, η κυκλικότητα των δεινών, η καταδίκη σε χρόνιο θρήνο χωρίς ανάπαυση, η απουσία κάθε ελπίδας, οι αναθεματισμοί και η κεντρικότητα της αγάπης φέρνουν με εξαιρετική ακρίβεια στη μνήμη τα τρίστιχα του Δάντη για τους λάγνους που περιπλανώνται αιώνια, παρασυρμένοι από την καταιγίδα της κολάσεως.

    Κι αυτή η διαβολεμένη, όπου σταματημό δεν έχει,
    με μια κακία τις ψυχές τραβολογάει·
    τις ξεσκίζει και δώθε-κείθε τις στριφογυρνάει.
    Σαν τούτες φτάνουνε στα χείλια του γκρεμού,
    αρχίζουνε τα ουρλιαχτά, το κλάμα και τους θρήνους·
    τη θεία βούληση τότες αυτές πιάνουν να βλαστημούνε.
    Κατάλαβα πως τούτο το μαρτύριο
    ήταν για τους αμαρτωλούς της σάρκας,
    τη λογική που δούλωσαν στην εξουσία του πάθους.
    Κι όπως πετάνε τα ψαρόνια στη βαρυχειμωνιά,
    πολλά-πολλά μαζί, ατέλειωτη μια λιτανεία,
    έτσι οι σπηλιάδες τις κακορίζικες ψυχές
    πάνω-κάτω, δω κι εκεί χτυπάγαν με μανία·
    παρηγοριά δεν έχουνε καμία,
    ούτε γι’ ανάσα, ούτε και που μικραίνει η τιμωρία.
 
Σε αναλογία με τον Δάντη και με τη χριστιανική θεώρηση της κόλασης σαν τόπο αιώνιας καταδίκης για τους επίγειους αμαρτωλούς, θυμόμαστε ότι στο Όλα τελικά ξεναγυρνάν σε μας δεν λείπουν οι αναφορές στον εξευμενισμό της προσωπικής ενοχής: η μορφή ενός «θεού εκβιαστή» και η φράση «Κι εμείς πληρώνουμε».

    Δεν υπάρχει χαμένος καιρός δεν υπάρχει
    οι ώρες που σκοτώνουμε επιζούν
    ένας θεός εκβιαστής τις συγκεντρώνει
    κι όμηρους τις κρατάει
    ώσπου τα λύτρα που ζητάει από μας να πληρωθούν
    Κι εμείς πληρώνουμε
    Όλα τελικά, όλα
    όλα τελικά ξαναγυρνάν σ' εμάς
                Όλα τελικά ξαναγυρνάν σε μας,

                      
από το άλμπουμ Τρύπες στον Παράδεισο, 1990.

   Το όλα ξαναγυρνάν είναι μια από τις θεμελιώδεις ιδέες στην ποίηση του Αγγελάκα. Με όλη την αρμόζουσα επιφυλακτικότητα, θα μπορούσαμε να ορίσουμε αυτή την ιδέα ως μία επανερμηνεία της αρχαίας θεωρίας περί της «αέναης επιστροφής»· της ιδέας ότι στη ζωή του κάθε ατόμου, το καθετί «επιστρέφει» και επαναλαμβάνεται αναρίθμητες φορές, χωρίς καμιά πιθανότητα μεταβολής της πορείας των γεγονότων. 
   Πρόκειται για μια ιδέα σύμφωνα με την οποία η ζωή μας αναγκάζει, καθημερινά, να αντιμετωπίζουμε σκληρές δοκιμασίες. Τα λάθη επιστρέφουν κι αυτά, αλλά δεν διδάσκουν τίποτα. Έτσι και στον Αγγελάκα, ακόμα και αυτή η ελάχιστη παρηγοριά είναι απούσα. Ο άνθρωπος είναι προορισμένος να διαπράττει για πάντα τα ίδια σφάλματα επειδή αυτό είναι σύμφυτο με το πεπρωμένο του, αλλά και επειδή εκείνο που στο τέλος αποκαλύπτεται να είναι ένα νιοστό σφάλμα, στο ξεκίνημά του είναι μια δελεαστική κολακεία.
   Η αγάπη είναι ένα από τα πρωταρχικά στοιχεία που συνιστούν μέρος αυτής της τραγικής κυκλικής κίνησης του καρουζέλ.
   Σε αυτή τη συνεχή επανάληψη βιωμάτων «πάντοτε διαφορετικών αλλά, και πάλι, πάντοτε όμοιων», ο ποιητής φαίνεται να προτιμά εκείνες τις στιγμές της «παύσης» που μεσολαβεί ανάμεσα σε μια εμπειρία και σε μια άλλη, τις υποτιθέμενες «στιγμές ηρεμίας», στις οποίες δεν καιγόμαστε και δεν υποφέρουμε. Πράγματι, η λέξη σιωπή χρησιμοποιείται πολύ. 
Αποσπάσματα από το δοκίμιο της Δρ Lara Recagno που δημοσιεύτηκε στο 13ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Η φωτογραφίες από την παρουσίαση του κειμένου στο ΠΕΙΡΑΜΑ στις 13 Ιουνίου του 2009.

2 σχόλια:

  1. ασχετο : ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΜΗΛΙΟΥ

    Δεν εντάσσεται στα συμφέροντα των εργαζομένων
    η έξοδος του ελληνικού καπιταλισμού από το ευρώ

    του Γιάννη Μηλιού

    ΕΔΩ
    http://nosferatos.blogspot.com/2010/11/blog-post_8795.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ποιος ειναι ξένος σημερα;

    http://nosferatos.blogspot.com/2008/07/blog-post_7646.html

    ΑπάντησηΔιαγραφή