Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ στον «σύντομο 20ό αιώνα», Χαράλαμπος Κουρουνδής

Eίναι γνωστό ότι η αριστερά οφείλει το όνομά της στις θέσεις που καταλάμβανε η ριζοσπαστική πτέρυγα στα έδρανα της Συντακτικής συνέλευσης κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Βέβαια, η έννοια της αριστεράς σχηματοποιήθηκε πολύ περισσότερο μετά την επικράτηση του καπιταλισμού, όταν συνδέθηκε με το εργατικό κίνημα και έκτοτε είναι συνυφασμένη με την πολιτική έκφραση του κινήματος που παλεύει για να δοθεί στη δημοκρατία κοινωνικό περιεχόμενο1. Από την «άνοιξη των λαών» του 1848 μέχρι το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923, τα κινήματα της Αντίστασης στον φασισμό και την παγκόσμια ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70, η αριστερά έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο2. Στη διαδρομή αυτή, ωστόσο, η αριστερά δεν ήταν ενιαία. Για να γίνει κατανοητό το γιατί, είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε τα κρίσιμα ιστορικά σταυροδρόμια και τις διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές που επέλεξαν τα διαφορετικά της κομμάτια: αυτό θα είναι και το αντικείμενο αυτής της —αναγκαστικά σύντομης—εξιστόρησης. Άλλωστε, η Ιστορία είναι ένα διακύβευμα που κρίνεται διαρκώς στο παρόν. Την αντίληψη της σύγχρονης κυρίαρχης τάξης για την Ιστορία απέδωσε ο Μαρξ με την περίφημη φράση του ότι «για την αστική τάξη υπήρχε ιστορία, αλλά δεν υπάρχει πια». Σ’ αυτήν την προσπάθεια εντάσσεται τόσο η φιλολογία που ακολούθησε την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ σχετικά με το «τέλος της Ιστορίας»3, όσο και τα διαρκή κροκοδείλια δάκρυα για την ανυπαρξία νοήματος στη διάκριση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά4.

Η άνοδος και η πτώση της επαναστατικής Αριστεράς

Όσον αφορά την επαναστατική αριστερά, οι πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας της γράφτηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Πρόκειται για τα χρόνια στα οποία συνδυάστηκε οργανικά η μαρξιστική θεωρία με την επαναστατική πολιτική πρακτική. Ο Λένιν έγραφε κείμενα όπως την Ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία ή το Κράτος και Επανάσταση, την ίδια περίοδο κατά την οποία διεύθυνε τις εφημερίδες Ίσκρα και Πράβντα και ηγούταν του μπολσεβίκικου κόμματος που έμελλε να είναι το πρώτο που οδήγησε την εργατική τάξη σε μία επιτυχημένη «έφοδο στον ουρανό». Ο Λέων Τρότσκι διατύπωσε τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης με το Αποτελέσματα και προοπτικές, αλλά αναδείχθηκε και ως ο πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ στην ιστορία το 1905 και αργότερα αρχηγός του Κόκκινου στρατού. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ έγραψε το Μεταρρύθμιση ή επανάσταση και τη Συσσώρευση του κεφαλαίου, αλλά υπήρξε και ιδρυτικό στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (KPD) και ηγετική φυσιογνωμία της γερμανικής επανάστασης του 1918. Ακόμα και ο Γκράμσι, πολύ πριν τη λογοκριμένη μαγεία των Tετραδίων της Φυλακής, είχε γράψει τα Εργοστασιακά συμβούλια και τις Θέσεις της Λυών, ενώ διεύθυνε και την «Όρντινε Νουόβο» μέσα στη φλόγα της ιταλικής «κόκκινης διετίας» του 1919-1920. Οι θεωρητικοί του μαρξισμού θεωρούνταν όχι απλώς φυσιολογικό, αλλά και αναγκαίο να είναι και πολιτικοί ηγέτες της αριστεράς.
   Αυτή η επαναστατική γενιά πρωτοστάτησε και στο σχίσμα με τη σοσιαλδημοκρατία. Το 1914, η Δεύτερη Διεθνής ξέχασε τις φλογερές αντιπολεμικές διακηρύξεις της και οι ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ανά την Ευρώπη συστρατεύτηκαν με την αστική τάξη της χώρας τους και συμμετείχαν ενεργητικά στο σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο πολιτικός και αργότερα οργανωτικός διαχωρισμός της επαναστατικής αριστεράς, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1919, δεν ήταν καρπός ενός εγκεφαλικού σχεδιασμού των ηγεσιών της. Αντίθετα, αποτελούσε προϊόν της σύγκρουσης της επαναστατικής πτέρυγας της αριστεράς εκείνη την περίοδο με τον «σοσιαλπατριωτισμό» της Δεύτερης Διεθνούς από τη σκοπιά μίας στρατηγικής ενεργά και επίμονα διεθνιστικής και επαναστατικής. Αυτή η στρατηγική, η οποία επέμενε στην επικαιρότητα της επανάστασης και όχι στην παραπομπή της στις καλένδες του μέλλοντος, δικαιώθηκε από το κύμα των επαναστάσεων του 1917-1923: Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία, ανατροπή του Κάιζερ και των Αψβούργων στη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, «κόκκινη διετία» στην Ιταλία και ούτω καθεξής.5 
   Το κρίσιμο στοίχημα της περιόδου παίχτηκε στη Γερμανία. Εκεί οι σοσιαλδημοκράτες του SPD κατάφεραν, επωφελούμενοι από τα λάθη απειρίας του νεοσύστατου KPD, να διατηρήσουν την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα και να εμποδίσουν την αντικαπιταλιστική δυναμική του6. Η ήττα της γερμανικής επανάστασης του 1918-1923 διαδραμάτισε με τη σειρά της καθοριστικό ρόλο στην απομόνωση της ρωσικής επανάστασης και έθρεψε, μ’ αυτόν τον τρόπο την επικράτηση του σταλινισμού και τη θεωρητικοποίηση της οικοδόμησης του «σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα». Ο σταλινισμός υπήρξε η ανατροπή του λενινισμού, τόσο ως προς την αντίληψη της σχέσης ανάμεσα στο κόμμα και την εργατική τάξη, όσο και ως προς το καθεστώς που εγκαθίδρυσε στην ίδια τη Ρωσία7. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, κατέστη εφικτό μέσα από την καταστροφή των δεσμών του ΚΚ Ρωσίας με την εργατική τάξη της χώρας μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και με τη συνειδητή επίθεση του Στάλιν στην εργατική τάξη μέσα από τις «σταχανοβίτικες» εκστρατείες για εργασιακή πειθαρχία και βέβαια μέσα από την ωμή καταστολή πρώτα της αριστερής και έπειτα κάθε αντιπολίτευσης στο εσωτερικό του κόμματος. Αναφορικά με το κράτος, η γραφειοκρατία αναδείχθηκε σε κυρίαρχη τάξη θέτοντας ως στόχο την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» ώστε να «φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση σε πέντε-δέκα χρόνια», ενώ η εργατική τάξη αποστερήθηκε από κάθε έλεγχο στα μέσα παραγωγής.

Η Αριστερά στη σκιά του σταλινισμού

Η επικράτηση αυτού του γραφειοκρατικού κρατικού καπιταλισμού δεν άφησε ανεπηρέαστη την κομμουνιστική αριστερά των υπόλοιπων χωρών. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αφού εκκαθάρισαν τις γραμμές τους από τις αντιπολιτευόμενες φωνές, προσανατολίστηκαν στην υπεράσπιση της «σοσιαλιστικής πατρίδας» και, αμέσως μετά την καταστροφική γραμμή της «Τρίτης Περιόδου», στη συγκρότηση «Λαϊκών μετώπων» αναζητώντας συμμάχους ενάντια στον φασισμό σε μερίδες της αστικής τάξης. Αυτά τα μέτωπα οδήγησαν σε ήττες τόσο την ισπανική επανάσταση του 1936, όσο και τις καταλήψεις των εργοστασίων στη Γαλλία και την εξέγερση του Μάη στην Ελλάδα την ίδια χρονιά.
   Το σκηνικό επαναλήφθηκε και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν τεράστια κινήματα αντιφασιστικής αντίστασης ακολούθησαν την ίδια συμβιβαστική πολιτική με αποτέλεσμα είτε τη συντριβή, στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε τον συμβιβασμό, στην περίπτωση της Ιταλίας, της Γαλλίας και του Βελγίου. Στην πρώτη περίπτωση, η ηγεσία ενός τεράστιου κινήματος αντίστασης, που είχε καταφέρει να ακυρώσει με γενική απεργία την επιστράτευση που διέταξαν οι Ναζί τον Μάρτιο του 1943, παρέδωσε ουσιαστικά την εξουσία στην αστική τάξη. Αντίστοιχα, στις δεύτερες περιπτώσεις, τα Κομμουνιστικά κόμματα εκδιώχθηκαν τον Μάρτιο του 1947 από τις κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας» στις οποίες συμμετείχαν και απομονώθηκαν πολιτικά ως υποστηρικτές του «παραπετάσματος». Οι πόθοι των ευρωπαϊκών λαών που έδωσαν με σθένος και τεράστιες θυσίες τη μάχη ενάντια στο φασισμό και τον ναζισμό δεν δικαιώθηκαν. Οι ελπίδες για ισότητα και εμβάθυνση της δημοκρατίας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο και, γενικότερα για μια «δικαιότερη κοινωνική τάξη πραγμάτων»8 θυσιάστηκαν στο βωμό του μεταρρυθμιστικού ρεαλισμού. Γενικότερα, η ακύρωση της επαναστατικής δυναμικής των αντιστασιακών κινημάτων ήταν μοιραία συνέπεια της συνειδητής ενσωμάτωσης της αριστεράς στη μεταπολεμική νομιμότητα.
   Από μια άλλη πλευρά, ο συνδυασμός της επικράτησης του φασισμού και του σταλινισμού τη δεκαετία του ’30 είχε ως αποτέλεσμα την αποσύνδεση των δυνητικών φορέων της επαναστατικής μαρξιστικής παράδοσης από τη μαζική πολιτική πρακτική της εργατικής τάξης στη Δύση. Η απομόνωση και ο θάνατος του Γκράμσι και του Τρότσκι στην Ιταλία και το Μεξικό, καθώς και η απομόνωση και η εξορία του Λούκατς και του Κορς στην ΕΣΣΔ και τις ΗΠΑ σηματοδότησαν το τραγικό τέλος μιας περιόδου κατά την οποία ο μαρξισμός ήταν οργανικά συνδεδεμένος με το κίνημα των μαζών. Στο εξής, ο «δυτικός μαρξισμός» θα συσπειρώνει επαγγελματίες φιλοσόφους και όχι πια «επαγγελματίες επαναστάτες» και τα κείμενά του θα γράφονται σε μία ιδιαίτερη ιδιόλεκτο που θα επιτείνει την απόστασή του από την εργατική τάξη της οποίας το μέλλον υποτίθεται ότι υπηρετούσε και οργάνωνε. Αυτή η βαθιά αλλαγή αποτυπώνεται τόσο στα έργα των στοχαστών της σχολής της Φρανκφούρτης, όσο και σε αυτά του Αλτουσέρ, του Κολέττι και του Ντέλα Βόλπε. Έτσι, για τέσσερις περίπου δεκαετίες, η μαρξιστική σκέψη προχώρησε διαμέσου μιας μακράς παρακαμπτήριας οδού, μακριά από κάθε επαναστατική πολιτική πρακτική.
   Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί η σύγχυση που προκλήθηκε, τόσο σε υποστηρικτές, όσο και σε πολέμιους της αριστεράς με βάση την εμπειρία της σταλινικής περιόδου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόδοση στο σύνολο της αριστεράς της άποψης ότι η αποστολή του εργατικού κράτους έγκειται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Παραγνωρίζεται, έτσι, το γεγονός ότι η διαμόρφωση της σταλινικής Ρωσίας ως κράτους που επωμίζεται την ιστορική αποστολή της αστικής τάξης, δηλαδή την ταχεία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, καθώς και η καλλιέργεια των χαρακτηριστικών που ήταν αναγκαία ώστε να επιτευχθούν αυξημένοι ρυθμοί συσσώρευσης, ήταν καρπός της απομόνωσης της ρωσικής επανάστασης. Ταυτόχρονα, κατά την περίοδο της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης, άνθησε στην αριστερά η αντίληψη που έκανε λόγο για την ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, η οποία έχει χάσει τη δυνατότητα να παίξει οποιονδήποτε επαναστατικό ρόλο, τουλάχιστον στον αναπτυγμένο καπιταλισμό. Με ιδιαίτερο τρόπο, διαφορετικά μεταξύ τους ρεύματα συνέκλιναν στην κοινή αντίληψη ότι η εργατική τάξη αδυνατούσε να αποφύγει τον κλοιό της «κίνησης του κεφαλαίου», της «βιομηχανίας της κουλτούρας», ή ακόμα και των «ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους».....
Απόσπασμα από άρθρο του Χαράλαμπου Κουρουνδή που δημοσιεύεται στο τεύχος 22 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, που κυκλοφορεί. 
Ο Χαράλαμπος Κουρουνδής είναι δικηγόρος και υποψήφιος διδάκτορας Νομικής στο ΑΠΘ.

Περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, ένα παράθυρο στον κόσμο, Γιώργος Γιαννόπουλος




Η διεθνής δημοσιογραφική ένωση Reporters sans frontières είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο δημοσιογράφων που υπερασπίζεται την ελευθεροτυπία και το δικαίωμα ενημέρωσης σε κάθε χώρα του πλανήτη. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της η διεθνής οργάνωση εκδίδει, τρεις φορές το χρόνο, μια θεματική περιοδική έκδοση αφιερωμένη σε σπουδαίους φωτογράφους και ρεπόρτερ. Τα έσοδα από τις πωλήσεις του περιοδικού συνδράμουν τις ανάγκες της οργάνωσης για την υπεράσπιση της ελευθεροτυπίας και της ελεύθερης έκφρασης σε όλο τον κόσμο. Έτσι το πρόσφατο τεύχος είναι αφιερωμένο στον μεγάλο φωτογράφο Izis. Να σημειώσουμε ότι τον Μάιο του 2010 το ΕΝΕΚΕΝ, σε συνεργασία με την Αντιδημαρχεία Πολιτισμού του δήμου των Παρισίων, παρουσίασε τον Izis στο τεύχος 16 του περιοδικού προβάλλοντας στο εξώφυλλό του την ίδια φωτογραφία που επέλεξαν οι συνάδελφοι του Reporters sans frontières. Με τίτλο ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ, μια μεγάλη αναδρομική έκθεση του φωτογράφου Izis, Izraëlis Bidermanas, γράφαμε τότε: «Από την ομάδα των πέντε Γάλλων φωτογράφων οι οποίοι παρουσίασαν τις φωτογραφίες τους στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης το 1951 -Brassaï, Cartier-Bresson, Doisneau, Willy Ronis και Izis- ο τελευταίος είναι ο λιγότερο γνωστός. Το κεντρικό Δημαρχείο του Παρισιού για να επανορθώσει αυτήν την «αδικία» οργάνωσε μια μεγάλη αναδρομική έκθεση με ελεύθερη είσοδο για το κοινό, η οποία θα διαρκέσει έως τις 29 Μαΐου 2010. Η έκθεση τιτλοφορείται "Izis, το Παρίσι των ονείρων" αναφέρεται κυρίως στην παριζιάνικη περίοδο του καλλιτέχνη και παρουσιάζει ένα λαϊκό, αισθησιακό, μεταπολεμικό Παρίσι. «Izis» είναι το ψευδώνυμο του Izraëlis Bidermanas, ο οποίος γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1911 στη μικρή πόλη της Λιθουανίας, Μαριζιοπολέ και πέθανε το Μάϊο του 1980 στο Παρίσι. Ήταν φίλος του ποιητή και σεναριογράφου Jacques Prévert καθώς και του ζωγράφου Marc Chagall». 
Χωρίς καμμιά διάθεση έπαρσης, και καθώς όλοι μας γινόματε μάρτυρες της προσπάθειας να βυθιστεί η κοινωνία στην υποτίμηση και την εξαθλίωση, νιώθουμε την ανάγκη να επισημάνουμε ότι η κοινωνική πραγματικότητα έχει τεράστιες δυνατότητες που καταστρέφονται από τη δράση του κεφαλαίου που θέλει να υποτιμήσει την κοινωνική εργασία, τις κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές κατακτήσεις των εργαζόμενων. Η εκδοτική διαδρομή και του ΕΝΕΚΕΝ αντιπροσωπεύει, και αυτό είναι μια ζωντανή εμπειρία των συντελεστών και των φίλων του, μια ειλικρινή, δημιουργική και δυναμική στάση στην κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα. Τις αξίες αυτές τις υπερασπιζόμαστε και τις καλλιεργούμε, η ίδια η ύπαρξη του περιοδικού είναι μια χειροπιαστή απόδειξη. Το έχουμε επισημάνει και αλλού, στις ζοφερές μέρες που μας ετοιμάζουν οι αξίες του πολιτισμού θα είναι τα όπλα μας απέναντι στη βαρβαρότητα του συστήματος.        


ΓΙΑ ΤΟ ΚΕΝΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙΠΟΤΕ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚ ΛΑΚΑΝ. Claude Duprat

Στους κόλπους της γαλλικής γλώσσας το κενό, το τίποτε και το μηδέν είναι λέξεις που εμφανίζουν μια εννοιολογική εγγύτητα. Η κάθε μια από τις τρεις αρθρώνεται, κατά κάποιον τρόπο, με την έννοια της έλλειψης που κατέχει μια κεντρική θέση στο φροϋδικό πεδίο.
   Tο 1941 ο Μάρτιν Χάιντεγκερ έκανε ένα μάθημα με τον τίτλο: Θεμελιακές έννοιες, που πραγματεύτηκε το είναι και το ον (δημοσίευση το 1985 στις εκδόσεις Gallimard). Στη σελίδα 53 ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι το είναι «δεν σημαίνει παρά μόνο μια αναπαράσταση, αναμφίβολα απαραίτητη, που παρόλα αυτά παραμένει, κατά βάθος, εντελώς κενή». Λίγο μετά αναρωτιέται: «Το είναι δεν αποτελεί το γέμισμα του κενού;» Κάνει ένα βήμα παραπέρα, στη σελίδα 72, διατυπώνοντας ότι «Το είναι αποτελεί το γέμισμα της κενότητας όντας ταυτόχρονα διάχυση», μια παράδοξη διαβεβαίωση.
   O Χάιντεγκερ κάνει αναφορά στο μηδέν, στη σελίδα 66, υπενθυμίζοντας ότι ο Νίτσε έβλεπε στο είναι το γέμισμα του μηδενός. Δεν είναι λοιπόν νόμιμο, από κει και πέρα, να καθορίσουμε το είναι με βάση το μηδέν; Όχι! απαντάει ο Χάιντεγκερ, διότι «το μηδέν είναι από μόνο του καθαρή απουσία καθορισμού: πώς θα μπορούσε να προσφέρει χαρακτηριστικά που να μας επιτρέψουν να συλλάβουμε το είναι;» Στη συνέχεια διευκρινίζει ότι: «Το μηδέν είναι αυτό που υπάρχει ως το πιο κενό και ότι είναι μοναδικό. Επομένως το ίδιο ισχύει και για το είναι». Αυτό το τελευταίο εμφανίζεται, υπογραμμίζει, σαν ένα έδαφος που κρύβεται, είναι το «α-πύθμενο», η «ά-βυσσος».
   Ο Χάιντεγκερ και ο Λακάν εξεδήλωσαν, όπως είναι γνωστό, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους Έλληνες φιλοσόφους και για το ζήτημα του είναι, κι ανάμεσά τους για τον Παρμενίδη σύμφωνα με τον οποίον δύο δρόμοι προσφέρονται για την αναζήτηση της αλήθειας. Στον πρώτο αντιστοιχεί η εξής διαβεβαίωση: «υπάρχει το είναι και δεν μπορεί να μην υπάρχει». Στον δεύτερο δρόμο αντιστοιχεί η αντιθετική διαβεβαίωση: «Δεν υπάρχει είναι και δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο». Το να διατείνεται κανείς ότι δεν υπάρχει είναι, οδηγεί στο να παραδεχθεί ότι το μη-είναι υπάρχει, και ότι αυτό που υπάρχει είναι το μηδέν.
   Ο ατομισμός, ο οποίος εισάγεται από τον Λεύκιππο τον 5ο αιώνα π. Χ., θέτει επί σκηνής ένα άπειρο πλήθος ατόμων που κινούνται μέσα στο κενό και αποδέχεται το κενό του είναι. Ο μαθητής του Δημόκριτος αντιθέτει τα άτομα και το κενό, τα θεωρεί ως τα μόνα αντικείμενα μιας θετικής γνώσης. Οι μόνες πραγματικότητες που αναγνωρίζει είναι «το είναι και το μη είναι» καθώς και «το κάτι και το μη κάτι».
   Στον Αριστοτέλη βρίσκουμε μια σαφή διάκριση των εννοιών του χώρου, του χρόνου, της κίνησης, του τόπου, του απείρου και του κενού. Η δική του επεξεργασία της λογικής αποτελεί μια προσπάθεια να αποδεσμευτεί από αυτό που υπάρχει ως λεκτικό μέσα στη γλώσσα, στον βαθμό που το λεκτικό έχει, κατά τη γνώμη του, μια στενή σχέση με το κενό.
   Καθώς δεν είμαι φιλόσοφος από εκπαίδευση θα πρέπει να επισημάνω ότι βρήκα μέσα σε δύο συλλογικά έργα της ιστορίας της φιλοσοφίας, τα στοιχεία που συνέλεξα για να τα παραδώσω στον έλεγχο και την κριτική σας. Το πρώτο, υπό τη διεύθυνση του François Chatelet, έχει τον τίτλο Η ειδωλολατρική φιλοσοφία, το δεύτερο, με τίτλο Οι φιλόσοφοι της Αρχαιότητας στον 20ό αιώνα, υπό τη διεύθυνση του Maurice Merleau-Ponty.
   Ήδη από την ομιλία του στη Ρώμη τον Σεπτέμβριο του 1953 Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, που  προηγείται της έναρξης της διδασκαλίας του, ο Λακάν αντιπαραθέτει την κενή ομιλία σε σχέση με την πλήρη ομιλία. Αναφέρεται επίσης σε ένα «κάλεσμα του υποκειμένου πέρα από το κενό των λεγομένων του».
   Σε ένα άλλο κείμενο των Γραπτών, Απάντηση στο σχόλιο του Jean Hyppolite, του 1954, βρίσκουμε στην σελίδα 392 την εξής φράση: «στη συμβολική τάξη, τα κενά είναι το ίδιο σημαίνοντα με τα πλήρη. Φαίνεται μάλλον, για να κατανοήσουμε σήμερα τον Φρόυντ, ότι έστω κι αν είναι το χάσμα ενός κενού αυτό συνιστά το πρώτο βήμα της όλης διαλεκτικής του κίνησης».
   Το 1960, στο άρθρο του Παρατήρηση πάνω στην έκθεση του Daniel Lagache, στην σελίδα 679 των Γραπτών, ο Λακάν αρθρώνει το υποκείμενο σαν απουσία και το Πράγμα σαν κενό: «όμως την πρωταρχική αυτή θέση του υποκειμένου, πώς θα μπορούσε να την ξαναβρεί κανείς μέσα σ’ αυτήν την έκλειψη που τη συνιστά σαν απουσία; Πώς θα μπορούσε να αναγνωρίσει κανείς αυτό το κενό, σαν το πλησιέστερο Πράγμα, ακόμη και για να το θεμελιώσει εκ νέου στους κόλπους του Άλλου, προκειμένου να κάνει εκεί να αντηχήσει η δική του κραυγή;»
   Το Σεμινάριο VII Η ηθική της ψυχανάλυσης, 1959-1960, δίνει έμφαση στο «das Ding», στο Πράγμα, και στην προβληματική της δημιουργίας, της μετουσίωσης. Ο Λακάν, στη δική του ανάγνωση του κειμένου της διάλεξης που εκφωνήθηκε τον Ιούνιο του 1950 από τον Χάιντεγκερ, έχοντας για τίτλο Το Πράγμα, σημειώνει τη σπουδαιότητα του ρόλου του κενού. Έχοντας υπενθυμίσει τη βαρύτητα της λειτουργίας του das Ding στη χαϊντεγκεριανή προσέγγιση του Είναι, ο Λακάν επικαλείται τη διαλεκτική του αγγειοπλάστη και του βάζου. Εάν το βάζο μπορεί να είναι πλήρες, είναι στον βαθμό που, στην ουσία του, είναι κενό. Στην σελίδα 146 βρίσκεται μια παράγραφος με μια συναρπαστική πυκνότητα: «άρα, εάν θεωρήσετε το βάζο στην προοπτική που έχω προαγάγει αρχικά, σαν ένα αντικείμενο φτιαγμένο για να αναπαραστήσει την ύπαρξη του κενού στο κέντρο του πραγματικού που αποκαλείται το Πράγμα, το κενό αυτό, όπως παρουσιάζεται μέσα στην αναπαράσταση, παρουσιάζεται σαφώς σαν ένα μηδέν (nihil), σαν τίποτε. Και γι’ αυτό ο αγγειοπλάστης, ακριβώς όπως εσείς, στους οποίους μιλώ, δημιουργεί το βάζο γύρω από αυτό το κενό με το χέρι του, το δημιουργεί ακριβώς όπως ο μυθικός δημιουργός, εκ του μηδενός (ex nihilo), με βάση την τρύπα». Σε γενικές γραμμές κάθε τέχνη χαρακτηρίζεται από έναν ορισμένο τρόπο οργάνωσης γύρω από το κενό. Σε κάθε μορφή μετουσίωσης το κενό είναι καθοριστικό. Η ζωγραφική μαθαίνει να εξουσιάζει αυτό το κενό που προσδιορίζει τη θέση του Πράγματος και στην ουσία πάντα χρειάζεται, μέσα σε ένα έργο τέχνης, «να περιχαρακωθεί το Πράγμα». Η μετουσίωση «εξυψώνει το αντικείμενο στην αξία του Πράγματος». Αυτό το τελευταίο, είναι από τη δομή του εντελώς καλυμμένο, «δεν μπορεί κανείς παρά να το οριοθετήσει, να το περιχαρακώσει, είναι αυτό που ήδη ως πρωτογενές πραγματικό πάσχει από το σημαίνον». Στη θρησκευτική ζωγραφική, πέρα από τη σύλληψη της εικόνας, διακρίνεται «το κενό του Θεού».
   Αυτό που υπάρχει ανοιχτό, ελλειπτικό, χάσκον στην καρδιά της επιθυμίας έχει μία σχέση με την παρουσία του das Ding στο επίπεδο των Triebe, των ορμών. Το Πράγμα είναι έξωθεν-ενδομύχιο (extime). Σε επίπεδο τοπολογίας χαρακτηρίζεται από «μια ενδόμυχη εξωτερικότητα, ένα κεντρικό κενό». 
   Στο άρθρο των Γραπτών που έχει τίτλο Η καθοδήγηση της θεραπείας, του 1958, ο Λακάν αρθρώνει την επιθυμία με το αίτημα. Ύστερα επισημαίνει ότι το άνευ όρων αίτημα της παρουσίας και της απουσίας «παραπέμπει στην έλλειψη —του— είναι υπό τις τρεις όψεις του τίποτε που συνιστά την οικονομία του αιτήματος αγάπης, του μίσους που τείνει να αρνηθεί την ύπαρξη του άλλου, και του ανείπωτου,  που αγνοεί τον εαυτό του κατά την διεκδίκησή του»........



*Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στο 22ό τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Ο Claude Duprat είναι ψυχαναλυτής και κείμενά του δημοσιεύονται τακτικά στο περιοδικό. Την επιστημονική επιμέλεια του κειμένου έκανε ο Χρήστος Σιδηρόπουλος. Η μετάφραση είναι της Ιωάννας Πετρίδου.