Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013




Κυκλοφορεί το 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ

Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΞΟΝΑΣ ΚΑΙ Η ΝΑΖΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΣΥΝΔΕΣΗ, Michael Löwy Eλένη Βαρίκα

Oρισμένοι, όπως ο ιστορικός Goldhagen 1, προσπάθησαν να εξηγήσουν τον ναζισμό ως μια αποκλειστικά γερμανική αντισημιτική διαστροφή· άλλοι όπως ο Νόλτε, μέσα από ένα πνεύμα καθαρά απολογητικό, μιλούν για «ασιατική» συμπεριφορά ή για μίμηση των Μπολσεβίκων. Κι αν ωστόσο, όπως πολύ εγκαίρως το εντόπισε η Άννα Άρεντ, ο ναζιστικός ρατσισμός και αντισημιτισμός είχαν μάλλον δυτική προέλευση2;  Πράγματι, ανάμεσα στα προσφιλή αναγνώσματα των ιδρυτών του Τρίτου Ράιχ βρίσκουμε το βιβλίο μιας ιδιαίτερας χαρακτηριστικής αμερικανικής προσωπικότητας, του βιομήχανου Χένρι Φορντ. Εξάλλου τα επιστημονικά δόγματα, οι ρατσιστικές πολιτικές και νομοθετικές πρακτικές είχαν μια αξιοσημείωτη απήχηση στα αντίστοιχα γερμανικά πολιτικά ρεύματα.
   Η αμερικανική διασύνδεση οφείλεται κατ’ αρχάς στη μακρά παράδοση της «νομικής κατασκευής» της έννοιας της φυλής, η οποία ασκούσε έντονη έλξη στο ναζιστικό κίνημα, ήδη από τις απαρχές του. Πράγματι, για ιστορικούς λόγους που συνδέονται με την αδιάλειπτη εφαρμογή της δουλείας των μαύρων επί αιώνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τη μοναδική μητρόπολη που άσκησε —μέσα στο ίδιο της το έδαφος— μια επίσημη ρατσιστική κατηγοριοποίηση, στην οποία στηριζόταν η έννοια του Αμερικανού πολίτη.
   Είτε πρόκειται για τους ορισμούς του «Λευκού» και του «Μαύρου», είτε για τις μεταναστευτικές πολιτικές των ΗΠΑ τις οποίες ζήλευε ο Χίτλερ ήδη από τη δεκαετία του 1920, είτε για τις πρακτικές της αναγκαστικής στείρωσης που εφαρμόζονταν σε πολλές πολιτείες, πολλές δεκαετίες πριν την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη, η «αμερικανική διασύνδεση» αποτελεί ένα προνομιούχο πεδίο που μας επιτρέπει να μελετήσουμε τις νεωτερικές πηγές του ναζισμού και τις ανομολόγητες συγγένειές του με ορισμένες πολιτικές των δυτικών κοινωνιών, των δημοκρατικών συμπεριλαμβανομένων.

Εκλεκτικές συγγένειες

Στις μέρες μας, η καταγγελία του αντισημιτισμού και της γενοκτονίας των Εβραίων είναι μια από τις σημαντικότερες συνιστώσες της κυρίαρχης πολιτικής κουλτούρας στις ΗΠΑ. Κι αυτό είναι ένα θετικό γεγονός. Ωστόσο, αντίθετα, σιωπή καλύπτει τους δεσμούς, τις εκλεκτικές συγγένειες και τις διασυνδέσεις ανάμεσα σε σημαντικές προσωπικότητες της οικονομικής και της επιστημονικής ελίτ της χώρας και στη ναζιστική Γερμανία. Μονάχα τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνισή τους ορισμένα βιβλία που προσεγγίζουν αυτά τα ενοχλητικά ζητήματα. Μόλις πρόσφατα ωστόσο κυκλοφόρησαν βιβλία που πραγματεύονται άμεσα το ζήτημα αυτό. Σε δύο από αυτά που αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα είναι το βιβλίο του Stefan Kühl με τίτλο The Nazi Connection και αυτό του Max Wallace, με τίτλο The American Axis.2α Ο πρώτος είναι Γερμανός πανεπιστημιακός και συγγραφέας που διεξήγαγε έρευνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ο δεύτερος Αμερικανός δημοσιογράφος που εδώ και χρόνια ζει στον Καναδά.
   «Υπάρχει μια χώρα όπου μπορούμε να δούμε τις αρχές μιας καλύτερης αντίληψης για την ιθαγένεια», έγραφε το 1924 ο Χίτλερ. Αναφερόταν στην προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την «ανωτερότητα της βόρειας καταγωγής» αναφορικά με τη μεταναστευτική της πολιτική και την απόδοση της ιθαγένειας. Το πρόγραμμα της «φυλετικής υγιεινής» που αναπτύσσει στο βιβλίο του ο Αγών μου χρησιμοποιεί ως μοντέλο την Πράξη Μεταναστευτικού Περιορισμού Immigration Restriction Act του 1924, που απαγόρευε την είσοδο στις ΗΠΑ μεταναστών που υποφέρουν από κληρονομικές νόσους, καθώς επίσης και από μετανάστες που προέρχονται από τη Νότια και την Ανατολική Ευρώπη.
   Όταν το 1933 οι Ναζί θα εφαρμόσουν το πρόγραμμά τους για τη «βελτίωση» των πληθυσμών με την επιβολή της αναγκαστικής στείρωσης και τους νομοθετικούς περιορισμούς στους γάμους, θα εμπνευστούν άμεσα από τις Η.Π.Α σε πολλές Πολιτείες της οποίας εφαρμόζεται από πολλές δεκαετίες η στείρωση των «προβληματικών», μια πρακτική που θα καταδικάσει το 1927 το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας.
   H αξιόλογη μελέτη του Κουλ σκιαγραφεί αυτή τη σκοτεινή διασύνδεση μελετώντας τις στενές σχέσεις που υφαίνονται μεταξύ των Αμερικανών και Γερμανών ευγονιστών στη διάρκεια του μεσοπολέμου και τις νομικές και ιατρικές πρακτικές. Η κεντρική θέση του συγγραφέα, καλά τεκμηριωμένη και με επιχειρήματα, είναι ότι η διαρκής στήριξη των Αμερικανών ευγονιστών στους Γερμανούς συναδέλφους τους, έως την είσοδο των ΗΠΑ στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, η συμμετοχή στα περισσότερα μέτρα της ρατσιστικής πολιτικής των Ναζί, αποτέλεσαν μια σημαντική πηγή επιστημονικής νομιμοποίησης για το ρατσιστικό κράτος του Χίτλερ. Αντίθετα από ένα σημαντικό τμήμα της κυρίαρχης ιστοριογραφίας, ο Κουλ δείχνει ότι οι Αμερικανοί ευγονιστές που γοητεύτηκαν από τη ναζιστική ρητορική περί φυλετικής υγιεινής, δεν ήταν μια χούφτα εξτρεμιστών ή περιθωριακών, αλλά ένα σημαντικό μέρος της επιστημονικής κοινότητας ο ενθουσιασμός της οποίας δεν έπαυσε όταν η ναζιστική ρητορεία έγινε πραγματικότητα. Η μελέτη των αλλαγών στις σχέσεις αυτών των δύο επιστημονικών κοινοτήτων επιτρέπει στον Γερμανό κοινωνιολόγο και ιστορικό να φωτίσει τις πολλαπλές πτυχές της επιρροής που άσκησαν στους οπαδούς της φυλετικής καθαρότητας η «πρόοδος» του αμερικανικού ευγονισμού —ιδιαίτερα η αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής για τη μετανάστευση «που συνδύαζε την εθνική επιλογή και τον ευγονισμό» και την επιτυχία που είχε το κίνημα του αμερικανικού ευγονισμού στην αποδοχή νομοθεσίας υπέρ της αναγκαστικής στείρωσης.
   Τη στιγμή που στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι υπεύθυνοι για ζητήματα δημόσιας υγείας ενδιαφέρονταν για τον περιορισμό του κόστους της κοινωνικής προστασίας, οι ειδικοί της φυλετικής υγιεινής είχαν στραμμένο το βλέμμα τους στα μέτρα αναγκαστικής στείρωσης που εφαρμόζονταν σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ για τον περιορισμό του κόστους των «ανάπηρων». Η αναφορά στις ΗΠΑ ως η πρώτη χώρα που θεσμoποίησε τη βίαιη στείρωση των πληθυσμών αφθονεί στα ιατρικά εγχειρίδια της εποχής. Αυτή η πρωτοκαθεδρία στον ευγονισμό αποδόθηκε στην παρουσία των μαύρων, η οποία υποτίθεται ότι «θα ανάγκαζε, αργά ή γρήγορα, τον λευκό πληθυσμό να καταφύγει σε ένα συστηματικό πρόγραμμα βελτίωσης της φυλής». Αλλωστε, αυτή η εξήγηση προβλήθηκε αργότερα από Αμερικανούς απολογητές του ναζισμού όπως ο Τ. Έλινγκερ, ο οποίος παρομοίασε τις διώξεις των Εβραίων με την κακομεταχείριση των μαύρων....




To κείμενο αποτελεί απόσπασμα από το άρθρο των Michael Löwy και Eλένης Βαρίκα που δημοσιεύεται στο τεύχος 29ο του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.


ΝΕΟΝΑΖΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ, Βάσω Μαλγαρινού

H εξέγερση μεταναστών στην Αμυγδαλέζα μετά από ρατσιστικές κτηνωδίες αστυνομικών». Η είδηση θα μπορούσε να είναι φανταστική, αναπόσπαστο μέρος ενός δυστοπικού μυθιστορήματος με άσχημο τέλος. Και όμως είναι αληθινή. Στην Ελλάδα του 2013, στην Ελλάδα της οικονομικής, και όχι μόνο, κρίσης, όπου ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού φτωχοποιείται λειτουργούν στρατόπεδα συγκέντρωσης, μεταναστών —για αρχή. Σε κάποια από αυτά έχουν ήδη μεταφερθεί τοξικομανείς και προφανώς το «μέτρο» μπορεί να γενικευτεί σε όσους θεωρούνται «αποκλεισμένοι» από την κοινωνία ή επικίνδυνοι γι’ αυτήν.
   Η οικονομική κρίση ενίσχυσε το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής που το 2012 αντικατέστησε το παραδοσιακό ακροδεξιό ΛΑΟΣ, το οποίο αποχώρησε από την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Λ. Παπαδήμου το 2010. Οι ακροδεξιοί ψηφοφόροι του φαίνεται πως στράφηκαν στη Χ.Α. όπως και πολλοί αγανακτισμένοι ψηφοφόροι που ήθελαν να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους προς το πολιτικό κατεστημένο, μιας και η Χ.Α. αυτοαποκαλείται αντισυστημική.
   Συγχρόνως, είναι άξιο αναφοράς πως οι τελευταίες δημοσκοπήσεις —όσο έγκυρες μπορεί να είναι με δεδομένο τον προπαγανδιστικό ρόλο των δημοσκόπων— δίνουν στο ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής ένα ποσοστό περίπου στο 12%, αρκετά μεγαλύτερο δηλαδή από αυτό των τελευταίων εκλογών και ενώ είναι ευρέως γνωστή πλέον η δολοφονική της δράση.
   Αδιαμφισβήτητα, όμως, όπως θα πει ο Χορκχάιμερ, όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό1. Το ζήτημα δεν είναι εθνικό: όπως κινδυνεύει να γίνει θύμα ρατσιστικής επίθεσης ένας Παλαιστίνιος στην Αθήνα σήμερα, τον ίδιο κίνδυνο αντιμετωπίζει ένας ομοφυλόφιλος, ένας αριστερός (καθώς επιθέσεις έχουν καταγραφεί τόσο για άτομα διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού όσο και διαφορετικών ιδεολογιών). Αυτό που αποκρύπτουν τόσο οι ναζιστές όσο και η άρχουσα τάξη είναι η ταξική υπόσταση και υφή των πραγμάτων. Γι’ αυτό, άλλωστε, θα δούμε διαφορετική αντιμετώπιση στους «ξένους» που έχουν χρήματα και έρχονται για να «επενδύσουν» και στους φτωχούς τόσο ξένους, όσο και Έλληνες. Δεξιώσεις για τους πρίγκιπες από το Κατάρ και τους σεΐχηδες από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μαχαιρώματα μέχρι θανάτου σε Πακιστανό εργάτη, σφαίρες στους εργάτες της Μανωλάδας που ζητούν τα δεδουλευμένα τους. Αυτό το μέλλον μας επιφυλάσσει, εξάλλου, ο καπιταλισμός: ειδικές οικονομικές ζώνες παντού και για όλους (εκείνους τους τυχερούς που δουλεύουν), με μισθούς πείνας και σε συνθήκες εξαθλίωσης και σπίτια-κοτέτσια2.
   Πρόσφατο σχετικό παράδειγμα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή: «Υπογράφηκε την Πέμπτη 8 Αυγούστου το πρώτο συμβόλαιο που αφορά την πώληση ακινήτου στην Αττική σε Κινέζο υπήκοο, με βάση τον νέο νόμο 4146/2013, ο οποίος προβλέπει τη χορήγηση αδειών παραμονής σε πολίτες μη Ευρωπαϊκής Ένωσης αν αυτοί προβούν σε αγορά ακινήτων αξίας άνω των 250.000 ευρώ»3. Αν υπάρχει κεφάλαιο προσφέρεται άδεια παραμονής, αν όχι, μπορείτε να μείνετε σε χώρους «κλειστής φιλοξενίας», αρκεί να μην προσπαθήσετε να φύγετε, εκτός και αν πέσετε από την ταράτσα4. Οι άνθρωποι στο στρατόπεδο της Κορίνθου φωνάζουν με όποιον τρόπο έχουν «HELP»5 μα ποιος απομένει να τους ακούσει; Η ψυχή μιας κοινωνίας που κινδυνεύει να μείνει χωρίς ψυχή.

Οι τεχνολογίες της εξουσίας
και η φυσικοποίηση του ρατσισμού και του φασισμού


Σύμφωνα με τον Φουκώ «στόχος μας είναι να προσδιορίσουμε διαμέσου των μηχανισμών και των σχέσεων τους τα διάφορα συστήματα εξουσίας. Για να αναλύσουμε συγκεκριμένα τις σχέσεις εξουσίας θα πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος το νομικό μοντέλο της κυριαρχίας το οποίο προϋποθέτει το άτομο ως υποκείμενο φυσικών δικαιωμάτων. Θα πρέπει να μελετήσουμε την εξουσία με βάση την ίδια τη σχέση, τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις καθυπόταξης κατασκευάζουν υπηκόους». Όπως διαγιγνώσκει ο Χορκχάιμερ «στον όψιμο καπιταλισμό, οι λαοί μεταμορφώνονται πρώτα σε αποδέκτες κοινωνικών παροχών και ύστερα σε πειθαρχημένους οπαδούς». Με βάση τα λεγόμενα του Φουκώ «αυτή τη μεταμόρφωση πρέπει να την αποκωδικοποιήσουμε με βάση το γενικό σχήμα του πολέμου. Γιατί η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα».
   Ο Φουκώ, βέβαια, ανασκευάζει την αντίληψη για τον Hobbes ως πατέρα της «πολεμικής» ερμηνείας της κοινωνίας και του κράτους (όπως διαπιστώνει και ο Π. Θεοδωρίδης σε σχετικό άρθρο). Κατά τον Hobbes η κυριαρχία συγκροτείται με βάση έναν υπολογισμό ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος (όλοι εναντίων όλων). Ο μη πόλεμος θεμελιώνει και δίνει μορφή στο Κράτος. Ο πολεμικός λόγος στον οποίο αναφέρεται ο Φουκώ είναι διαφορετικός: «το ομιλούν υποκείμενο βρίσκεται εντός της μάχης, έχει αντιπάλους, πολεμά για τη νίκη. Επιδιώκει να επιβάλει ένα δίκαιο· πρόκειται όμως για το δικό του δίκαιο: είναι το φυλετικό δικαίωμα των εισβολών ή των κατακτήσεων» (Φουκώ Μ., 1997).
   Από τον 18ο αιώνα έχουμε κατά τον Φουκώ δυο τεχνολογίες της εξουσίας: μια πειθαρχική τεχνική, η οποία έχει ως κέντρο της το σώμα το οποίο χειρίζεται ως εστία δυνάμεων που μπορούν να φανούν χρήσιμες και μια διαφορετική τεχνολογία που δεν επικεντρώνεται στο σώμα αλλά στη ζωή. Η δεύτερη συγκεντρώνει τα μαζικά φαινόμενα, θέλει να ελέγξει τα τυχαία γεγονότα και έχει ως στόχο τη συνολική ισορροπία, την ασφάλεια του συνόλου. Η πρώτη μπορεί να κωδικοποιηθεί στην ακολουθία «σώμα-οργανισμός-πειθαρχία-θεσμοί» και η άλλη στην ακολουθία «πληθυσμός-βιολογικές διεργασίες-ρυθμιστικοί μηχανισμοί-κράτος». Στην τεχνολογία της εξουσίας που πραγματεύεται το θέμα της ζωής και του πώς θα ασκείται το δικαίωμα της θανάτωσης εισχωρεί ο ρατσισμός. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να ξεχωρίσουν τα «στοιχεία» που πρέπει να ζήσουν από εκείνα που πρέπει να θανατωθούν. Ο χαρακτηρισμός κάποιας φυλής ως ανώτερης και άλλων ως κατώτερων είναι ένας τρόπος να διαχωριστεί η μια ομάδα από την άλλη σαν σε βιολογικό επίπεδο. Ο ρατσισμός ενεργοποιεί σχέσεις πολεμικού τύπου: «ο θάνατός σου η ζωή μου», ο θάνατος μιας κατώτερης φυλής θα προσφέρει καλύτερη, «καθαρότερη» ζωή συλλήβδην.
   Για τον Φουκώ η σχέση αυτή δεν είναι πολεμική, εμφανίζεται ως βιολογική. Ο βιολογικός αντίπαλος πρέπει να εξοντωθεί, ώστε να ενισχυθεί το είδος ή η φυλή που κινδύνευε. Ο ναζισμός ενσάρκωσε την ανάπτυξη των νέων μηχανισμών εξουσίας. Στο ναζιστικό κράτος οι βιολογικές διαδικασίες λαμβάνονταν έντονα υπόψη. Ο έλεγχος των απροόπτων ήταν από τους άμεσους στόχους του. Ταυτόχρονα με την κοινωνία της πειθαρχίας, όμως, η λειτουργία της θανάτωσης εκτραχηλίζεται, γίνεται υπόθεση όχι μόνο του κράτους αλλά και των ταγμάτων εφόδου, των SS, των καταδοτών.
   Στη θεωρία του Βάλερσταϊν ο ρατσισμός υπάγεται στις «αντιοικουμενικές νόρμες». Ως οικουμενισμός ορίζεται το να δίνεται προτεραιότητα σε γενικούς κανόνες που ισχύουν για όλα τα πρόσωπα εξίσου. Ο ρατσισμός, λοιπόν, κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Προϋποθέτει την κοινωνική διαβάθμιση —μια ομάδα στην κορυφή, μια άλλη/άλλες στον πάτο. Η ένταξη στις κατώτερες βαθμίδες μοιάζει σαν κάτι το φυσικό, σαν μια αναλλοίωτη αλήθεια που δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Με την αναγωγή σε βιολογικά καθορισμένους παράγοντες οι νόρμες μεταφέρονται στο κράτος, στους χώρους εργασίας και στην κοινωνική ζωή. (Βάλερσταϊν, 2009)
   Ο Δ. Κωτσάκης (2013) σε άρθρο του σημειώνει για τη σχέση βιολογικού αναγωγισμού και φασισμού: «έχει ιδιαίτερη σημασία στο σημερινό πολιτισμικό πλαίσιο να τονιστεί η δυναμική της φυλετικής διάστασης του εθνικού φασισμού: ο βιολογικός αναγωγισμός της δεν έχει δεσμεύσεις, δεν έχει λόγο να περιορίζεται στο κοινωνικό σύνολο [..], εκτείνεται θεωρητικά σε κάθε άνθρωπο ατομικά και στην κάθε προσωπική του σχέση». Μπορούμε, ίσως να συμπληρώσουμε εδώ, παραφράζοντας τον Χορκχάιμερ, πως ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση είτε του θύτη είτε του θύματος, σε οποιαδήποτε εποχή και κοινωνία, με οποιαδήποτε αφορμή. Ο Κωτσάκης συνεχίζει λέγοντας πως η μεταφορά μέσω του «αίματος» είναι ένα βιολογικό σχέδιο που ισχύει καθολικά για τη φυλή και το άτομο. Η δυναμική του νέου εθνικού-φυλετικού φασισμού έγκειται στην καθολικότητα του αναγωγισμού του σε βιολογικούς όρους. Ο φασισμός σήμερα ολοκληρώνεται όχι μόνο ως φυλετικός αλλά ως βιολογικός εν γένει.

Τα μαύρα (επιλεκτικά) φερέφωνα:
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Χ.Α.


Παρά τον υποτιθέμενο αποκλεισμό της Χ.Α. από τα ΜΜΕ, μια συνοπτική βιβλιογραφική και διαδικτυακή έρευνα μάλλον προνομιακές σχέσεις με την «τέταρτη εξουσία» θα μας δείξει.
   Μάλιστα αυτό συνέβαινε πριν τις τελευταίες εκλογές και την εκτίναξη του εκλογικού της ποσοστού στο 7%. Ήδη το ΛΑΟΣ και οι εκπρόσωποι του, οι οποίοι δεν έκρυβαν τις σχέσεις τους με τη Χ.Α., προλείαιναν το έδαφος. Ειδικά από τις αρχές του 1990 οι εκπρόσωποι του ντόπιου εθνικοσοσιαλισμού ήταν προσκεκλημένοι ως ειδήμονες πάνω σε εθνικά ζητήματα. Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το βιβλίο του Δ. Ψαρρά Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής: ο Κ. Πλεύρης σε εκπομπή της Κανέλλη και Παναγιωταρέα, καθώς και στον Θ. Αναστασιάδη, ο Μιχαλολιάκος και ο Βορίδης σε εκπομπή του Βέλλιου, του Τριανταφυλλόπουλου, ο Πλεύρης και ο Μιχαλολιάκος στο «Τέλος Εποχής» του Πρετεντέρη (μαζί με τον Πάγκαλο και Έλληνα Εβραίο που επέζησε από το Ολοκαύτωμα), σε τοπικά κανάλια σε διάφορα μέρη της χώρας.
   Φυσικά η στάση των δημοσιογράφων είναι η «πολιτικά ορθή», καθώς οφείλουν να σεβαστούν όλες τις απόψεις, τι και αν οι απόψεις που εκφράζονται στάζουν μίσος και δε σέβονται στοιχειωδώς κανέναν. Το 24/3/2007, όπου μας παραπέμπει ο Ψαρράς, την ημέρα της μαθητικής παρέλασης η οργάνωση συγκεντρώθηκε απέναντι από την εξέδρα των επισήμων και έκαψε βιβλία ιστορίας της Στ΄ δημοτικού που χαρακτηρίστηκαν ανθελληνικά. Η είδηση μεταφέρθηκε από τα κανάλια χωρίς περαιτέρω σχόλια ως κάτι το φυσιολογικό. Στους «αγανακτισμένους» κατοίκους π.χ. του Άγιου Παντελεήμονα προσφέρονταν αφειδώς ο τηλεοπτικός χρόνος ώστε να παραπονεθούν γα την αυξημένη εγκληματικότητα λόγω των μεταναστών, ενώ η σύνδεσή τους, στο μεγαλύτερο ποσοστό, με τη Χ.Α. δεν άργησε να μαθευτεί.
   Αντίθετα, πληροφορίες αρνητικά φορτισμένες (δίκες, καταδίκες, εγκλήματα) για μέλη της οργάνωσης μένουν στην ειδησεογραφική αφάνεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δίκη του ναζιστή Κ. Πλέυρη για την οποία διαβάζουμε: «η καταδίκη του ναζιστή στις 13 Δεκέμβρη (με ψήφους 2-1) σε 14 μήνες φυλάκισης είναι μεν μια πρώτη νίκη κατά του αντισημιτισμού, του ναζισμού και του ρατσισμού αλλά είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Και αυτό επειδή είναι μια νίκη κυρίως στο νομικό επίπεδο και ελάχιστα στο πολιτικό. Γιατί η γενική σιωπή του πολιτικού καθεστώτος συνεχίστηκε και στη δεύτερη φάση της δίκης. Γιατί η δίκη αυτή κυριολεκτικά “πνίγηκε” σε τηλεόραση και ραδιόφωνο σε μια αναμφίβολα οργανωμένη λογοκρισία και ο λαός μας δεν έμαθε ποτέ ούτε ότι έγινε η δίκη ούτε ότι υπήρξε κάποιος κατηγορούμενος για ρατσισμό ούτε ότι αυτός καταδικάστηκε. Επί τρεις μήνες δεν ακούστηκε καν σαν είδηση!» (Άννα Στάη, 2008)
   Τα ΜΜΕ, όμως, πέρα από την προβολή αυτών καθ’ αυτών των απόψεων της ναζιστικής συμμορίας, καλλιεργούν εδώ και χρόνια, με μεγάλη μπορούμε να πούμε απήχηση, έντονο κλίμα ξενοφοβίας και ρατσισμού, δίνοντας σχεδόν έτοιμη τροφή στη Χ.Α. Τα δεινά απλοποιούνται, οι ευθύνες επιρρίπτονται στους πιο αδύναμους και σίγουρα  στους φτωχότερους, χωρίς να θίγονται οι σχέσεις εκμετάλλευσης, οι συνθήκες εξαθλίωσης και οι συγκυρίες που οδήγησαν σε συγκεκριμένες καταστάσεις.....


Απόσπασμα από άρθρο της Βάσως Μαλγαρινού που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η Βάσω Μαλγαρινού είναι εκπαιδευτικός.

ΦΑΣΙΣΜΟΣ, Αναζητώντας τη φωλιά του φιδιού, Παναγιώτης Μαυροειδής

Πολλά τα έργα ιστορικών που αποτιμούν την πορεία της ακροδεξιάς στην Ευρώπη. Στα περισσότερα από αυτά, αναφερόταν σχεδόν μονότονα μέχρι πρότινος, ότι η Ελλάδα και οι χώρες της Ιβηρικής Χερσονήσου, αποτελούσαν εξαίρεση στην τάση ανάδυσης και ισχυροποίησης ειδικά των νεο-φασιστικών και νεο-ναζιστικών ρευμάτων.
   Σήμερα, η ελληνική κοινωνία, με τρόμο, έκπληξη, ανησυχία ή υποκρισία κατά περίπτωση, διαπιστώνει την εφιαλτική και ισχυρή παρουσία της πλέον αντιδραστικής και βίαιης εκδοχής του νεοναζισμού που εμφανίστηκε ποτέ στις χώρες της Ευρώπης.
   Ας «ανοίξουμε την εικόνα» χρονικά και κυριολεκτικά.
   Μετά την αντιφασιστική νίκη στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, το φασιστικό ρεύμα, σε διάφορες εκδοχές, επεχείρησε την ανασυγκρότησή του, σε όλες σχεδόν τις χώρες. Τα παραδείγματα της Γαλλίας και της Ιταλίας ήταν τα πλέον χαρακτηριστικά, τόσο από την άποψη της σχετικά μαζικής απήχησης αυτών των προσπαθειών, αλλά και σε ότι αφορά τις ιδεολογικές πολιτικές διεργασίες αναδιαμόρφωσης των μισανθρωπικών αυτών δοξασιών.
   Δεν ήταν μια επιχείρηση εύκολη. Την επόμενη κιόλας μέρα της λήξης του πολέμου, με την εισαγωγή στον «ψυχρό πόλεμο» και τη σταυροφορία του «ελεύθερου (καπιταλιστικού) κόσμου» ενάντια στο «σιδηρούν παραπέτασμα» του κομμουνισμού, οι νεοφασίστες έβρισκαν ένα συνδετικό κρίκο με τις αστικές δημοκρατίες με τις οποίες είχαν αντιπαρατεθεί και βρεθεί στο περιθώριό τους ή και εκτός νόμου: μπορούσαν να «πουλήσουν» αδιάλλακτη, συνεπή και συχνά βίαιη αντικομμουνιστική δράση. Επεδίωκαν με αυτό τον κρίκο, από τη μία την ανοχή και την επικοινωνία με τη συντηρητική κοινοβουλευτική δεξιά και από την άλλη το ροκάνισμά της, καταγγέλλοντας την «προδοσία» της «ειρηνικής συνύπαρξης» με την κομμουνιστική ανατολή και την «ανοχή» στα κομμουνιστικά κόμματα της Δύσης.
   Υπήρχαν όμως και δύο μεγάλα αγκάθια.
   Η ανοιχτή συνεργασία των φασιστών σε κάθε χώρα με τους εισβολείς της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας, ο γνωστός «δοσιλογισμός», ερχόταν σε αντίθεση με αυτές ακόμη τις παραδοσιακές εθνικιστικές αξίες του αστικού κόσμου σε κάθε χώρα. Ο καταγγελλόμενος κίνδυνος «προδοσίας» των κομμουνιστών εξ αιτίας του διεθνισμού τους, προσέκρουε στην πραγματικότητα της εθνικής αντίστασης στους κατακτητές σε κάθε χώρα, της οποίας αποτέλεσαν σχεδόν παντού την ψυχή.
   Αν όμως αυτό μπορούσε να αποδοθεί στην αντιπαράθεση ζωής και θανάτου ή και στην «κόκκινη τρομοκρατία» σε κάθε χώρα, τι απάντηση μπορούσε να αποδοθεί για το Oλοκαύτωμα, που ενορχηστρώθηκε με γερμανική τελειότητα, όχι υπό καθεστώς απειλής, αλλά σε συνθήκες υπεροχής και τεκμηριώθηκε ως επιλογή;
   Το ρεύμα του «ιστορικού αναθεωρητισμού», που καμιά σχέση δεν έχει με την εγγενή και συνεχή ανάγκη για ανασκάλεμα της ιστορίας, συνδέθηκε σε μεγάλο βαθμό με την προσπάθεια εξάλειψης ακριβώς αυτών των δύο στιγμάτων. Με απλά λόγια: ο δοσιλογισμός αφορούσε τη στάση κάποιων ατόμων ή μη αντιπροσωπευτικών ομάδων και πάντα στο πλαίσιο ενός εμφυλίου πολέμου που επέβαλε η κομμουνιστική αριστερά όντας στρατευμένη στην επανάσταση και στο πλευρό της Σοβιετικής Ένωσης. Το δε έγκλημα του Ολοκαυτώματος, στον βαθμό που υπήρξε, δεν ξεπερνούσε σε βαρβαρότητα τις συνήθεις φρικαλεότητες οποιουδήποτε πολέμου και σίγουρα δεν επρόκειτο για πιο απάνθρωπες πράξεις από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς της Δρέσδης ή τη ρίψη της ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα.
   Πάνω από μισό αιώνα ο αστικός κόσμος και όχι μόνο η ακροδεξιά, μέσα από την αποενοχοποίηση του ναζισμού και των ναζιστών και με στόχο την επανενσωμάτωσή τους στην πολιτική ζωή, επιδιώκει να στεριώσει αυτό που εισπράττουμε σήμερα ως «θεωρία των δύο άκρων» ή δίδυμη καταγγελία των «εγκλημάτων ναζισμού και κομμουνισμού» ή «του Χίτλερ και του Στάλιν».
   Τα φασιστικά ρεύματα είχαν ωστόσο πάντα και αυτοτελή δικά τους προτάγματα με βαθιές ιστορικές ρίζες στην Ευρώπη. Οι υπερσυντηρητικές αναζητήσεις για μια ισχυρή εξουσία και έθνος φρούριο έναντι του εκφυλισμού της δημοκρατίας και εξωτερικών απειλών, μια κλειστή κοινωνία έναντι όλων των απειλών και μια καθαρή ταυτότητα ως προϋπόθεση συνοχής, αναβίωναν ιδιαίτερα στο μεταίχμιο των μεγάλων οικονομικών και πολιτικών αλλαγών.
   Το τρίπτυχο «μετανάστευση, ανασφάλεια, ανεργία» ήταν πάντα η βασική τροφή της άκρας δεξιάς, ιδιαίτερα πάνω στις ιστορικές τομές της βιομηχανικής επανάστασης και της μεγάλης κρίσης του 1929 που κλόνισε την εικόνα της ευημερίας στον ανεπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο.
   Η ίδια ατζέντα είναι και σήμερα στην ημερήσια διάταξη.
  Αν κάνει όμως κανείς τον κόπο να μελετήσει τη διαχρονική εξέλιξη των αντιλήψεων όσων στηρίζουν τις νεοφασιστικές ομάδες ή έστω την ανάλυση διαφόρων δημοσκοπικών μελετών, θα διαπιστώσει και άλλα πράγματα. Δεσπόζουν σήμερα θέματα όπως η καταδίκη της διαφθοράς και των πολιτικών γενικά, η ανάγκη να μπει τέρμα στην παρακμή των αξιών, η διαφύλαξη της εθνικής πολιτισμικής ταυτότητας, η απόρριψη της παγκοσμιοποίησης, η εργασιακή ανασφάλεια. Με όλη τη σχετικότητα που έχουν αυτές οι διαπιστώσεις, είναι ανάγκη να συνειδητοποιηθεί ότι η αναδιαμόρφωση της ατζέντας, συνήθως συνοδευόμενη και από φραστική αποκήρυξη του ναζισμού και του Χίτλερ, οδηγεί σε μια θεματολογία φασιστικού ακτιβισμού πάνω σε απτά θέματα της καθημερινής ζωής.
   Ειδικά, μετά τη δεκαετία του 1970, διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τα εξής στοιχεία.
   Πρώτον: οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είτε βρίσκονται σε κρίση είτε επιβραδύνουν τους ρυθμούς ανάπτυξης δημιουργώντας όλο και μεγαλύτερες ζώνες ανεργίας, αλλά και ανασφαλούς ή μισής μια μίζερης εργασίας.
   Δεύτερον: ο κοινοβουλευτισμός και γενικά οι θεσμοί της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απογυμνώνονται από το περίβλημα του αδέκαστου διαχειριστή και φανερώνουν μια εικόνα απίστευτης διαφθοράς, στην υπηρεσία των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων σε κάθε χώρα ή και των συμφερόντων πολυεθνικών ομίλων.
   Τρίτο: η αναπτυσσόμενη διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, καθώς και οι περιφερειακές καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, δυναμιτίζουν τον ρόλο της πλειονότητας των εθνικών κρατών περιορίζοντας ταυτόχρονα τα πεδία της έστω δυνητικής λαϊκής επίδρασης, πόσω μάλλον της κυριαρχίας πάνω στην πορεία τους.
   Τέταρτο: η κατάρρευση των χωρών του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», μαζί με τη δίδυμη υποχώρηση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος σε ανατολή και δύση, σε συνδυασμό και με την κρίση και πλήρη αστική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας, διαμορφώνουν ένα νέο συσχετισμό στο επίπεδο των αξιών και των ιδεών.
   Θα μπορούσαν τα παραπάνω τέσσερα στοιχεία, μαζί και με άλλες πλευρές του ολοκληρωτικού καπιταλισμού της εποχής μας, να αποτελέσουν τη βάση για παραπέρα βάθεμα της συζήτησης, σε συνδυασμό και με μια προσέγγιση αυτοκριτικής και ταυτόχρονα απαίτησης για απαντήσεις από την αριστερά και όχι περιορισμό σε διαπιστώσεις.
   Για την ερμηνεία του φασιστικού φαινομένου είναι συνηθισμένη η καταφυγή στο σχήμα «είναι γέννημα της καπιταλιστικής κρίσης» και ειδικά για την Ελλάδα, «πρόκειται για αποτέλεσμα των μνημονίων» εννοώντας την κοινωνική απόγνωση που έχει δημιουργηθεί.
   Θα πρέπει ωστόσο, θαρραλέα να αναρωτηθούμε για ποιους λόγους η κοινωνική δυσφορία μεταφράζεται σε υποστήριξη νεοναζιστικών οργανώσεων, συχνά και με ανοιχτή εγκληματική δράση, όπως η Χρυσή Αυγή και όχι όσο θα θέλαμε σε μια στροφή προς την αριστερά και ειδικά την αντικαπιταλιστική.
   Η ίδια η διαρκής ύπαρξη και επίκληση της κρίσης του καπιταλισμού, με τις όλο και πιο βαριές συνέπειες για την εργατική τάξη και την κοινωνία, μήπως υπογραμμίζει και την κρίση και συνάμα την αδυναμία της εναλλακτικής προοπτικής της κοινωνικής χειραφέτησης απέναντι στον καπιταλισμό;
   Μιλά όμως και πράττει η αριστερά ενάντια στον καπιταλισμό και με ποιον τρόπο; Θέτει επί τάπητος το ζήτημα μιας απτής, αλλά και βαθειάς κριτικής και διαπραγματεύεται πράγματι το ζήτημα μιας άλλης προοπτικής ενάντια και έξω από τον καπιταλισμό;
   Αν κοιτάξουμε με ιστορικό τρόπο το ερώτημα αυτό, θα δούμε κάποια όχι και τόσο ενθαρρυντικά μηνύματα.
   Η 25ετία 1945-1970 αποτέλεσε περίοδο καπιταλιστικής ανάπτυξης μετά την καταστροφή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την εγκαθίδρυση του κράτους πρόνοιας και των τεϊλορικών μοντέλων εκμετάλλευσης και απόσπασης σχετικής υπεραξίας. Με δυνατότητες αλλά και ανάγκη «παραχωρήσεων» προς την εργατική τάξη, λόγω ανόδου του κινήματός της και της παραγωγικότητας της εργασίας. Σε μεγάλο βαθμό, η Αριστερά θεώρησε αυτή την περίοδο ως την αιώνια και σχετικά αδιατάρρακτη μορφή της σύγχρονης κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας. Ομολογημένα ή όχι, σχεδιασμένα ή ντε φάκτο, προσάρμοσε τη δράση της όχι στην ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά στη διεκδίκηση, με διαπραγμάτευση ή/και αγώνα, ενός «κοινωνικού συμβολαίου», με κατοχύρωση βασικών εργατικών δικαιωμάτων αλλά διατήρηση της εκμεταλλευτικής τάξης πραγμάτων.
   Ειδικά μετά την καπιταλιστική κρίση του 1973 καταγράφηκε η αδυναμία του εργατικού κομμουνιστικού κινήματος να απαντήσει στις οικονομικές και πολιτικές κρίσεις του καπιταλισμού, αλλά και στις ποιοτικές τομές διαμόρφωσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Φάνηκε καθαρά η έλλειψη μιας πολιτικής στρατηγικής ικανής να μετασχηματίσει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε μάχιμη πολιτική αντιπαράθεση κατά του συστήματος.
   Η ιστορική κριτική του καπιταλισμού, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον μαρξισμό και τη συνολική πολιτική πρακτική του εργατικού κινήματος, αντικαταστάθηκε από μια κριτική των ατελειών και των αδυναμιών του. Από μια συνακόλουθη πολιτική γραμμή σταδιακών και συχνά οριακών μεταρρυθμίσεων, συνοδευμένη ή από τον ευρωκομμουνιστικό δρόμο προς τον «σοσιαλισμό με ελευθερία και δημοκρατία» ή από τις ανέξοδες κομμουνιστικές διακηρύξεις του «ορθόδοξου» κομμουνιστικού κινήματος.
   Στη Δύση το «κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ως πρωτεργάτη τη σοσιαλδημοκρατία και το συνδικαλιστικό κίνημα, με σταδιακή ένταξη και των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Στην ανατολική Ευρώπη, το αντίστοιχο «κοινωνικό συμβόλαιο» είχε ως υπόβαθρο τις κατακτήσεις της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και ως στόχο την πολιτική περιθωριοποίηση των εργαζομένων και την εργασία τους με τα ίδια πρότυπα με τον καπιταλισμό της Δύσης (τεϊλορισμός, μονοπρόσωπη διεύθυνση, αποθέωση παραγωγικότητας, μισθολογικές διαφορές και πριμ κ.λπ.) προς όφελος των νέων αρχουσών εκμεταλλευτικών τάξεων και στρωμάτων. Η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης», της αντικατάστασης της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας σε διεθνές επίπεδο από την αντίθεση/συνύπαρξη καπιταλιστικού και «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» στερέωνε και ένωνε τα «κοινωνικά συμβόλαια» σε Ανατολή και Δύση.
   Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού παρατηρείται μια ταυτόχρονη ανάπτυξη τόσο των «αρχέγονων» εγγενών κρισιακών του χαρακτηριστικών του κεφαλαιοκρατικού συστήματος όσο και της τάσης του να γίνεται όλο και πιο επιθετικός και εκμεταλλευτικός, ειδικά προς τις νέες βάρδιες της εργατικής τάξης. Ωστόσο, η κομμουνιστική Αριστερά, ειδικά στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, παρέμενε αγκιστρωμένη στην αυταπάτη της διατήρησης των συσχετισμών της προηγούμενης περιόδου και μάλιστα για ορισμένα μόνο τμήματα της εργατικής τάξης. Ο αντιδραστικός μετασχηματισμός της εργασίας και των εργασιακών σχέσεων, η κατάπνιξη όλων των απελευθερωτικών δυνατοτήτων σε ένα όλο και πιο δεσποτικό πλαίσιο της ιδιωτικής μονοπωλιακής ιδιοκτησίας έμεναν σταδιακά έξω από την οπτική της Αριστεράς, η οποία επέμενε να εστιάζει την προσοχή της στα πεδία της διανομής και της κυκλοφορίας και μάλιστα με διχασμό του κοινωνικοοικονομικού και του πολιτικού αγώνα. ....

Απόσπασμα από δοκίμιο του Παναγιώτη Μαυροειδή που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

AΡIΣTEΡΑ ΚΑΙ ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ, Πάνος Κοσμάς

H δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν μια μεμονωμένη «υπερβολή» της συνήθους τραμπούκικης δραστηριότητας της Χρυσής Αυγής, που λόγω υπερβάλλοντος ζήλου του δολοφόνου ξεπέρασε τα όρια και «εξέθεσε» το ναζιστικό κόμμα; Όχι, ήταν καρτέρι θανάτου που εντάσσεται σε συνειδητό πολιτικό σχέδιο! Η δολοφονία εντάσσεται στην προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να εμπεδώσει την κυριαρχία της στο Πέραμα, την Ιχθυόσκαλα και το Κερατσίνι, οπότε αναγκαστικά περνάει μέσα από την τρομοκράτηση της Αριστεράς και την καταστροφή των ερεισμάτων της και της δύναμής της σε αυτές τις περιοχές; Σίγουρα ναι, αλλά όχι μόνο: η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι η πολεμική κραυγή του ναζιστικού κόμματος, που δηλώνει «παρόν» στον αγώνα για την εξουσία!
   Μπορούμε να ελπίζουμε ότι η αστική τάξη θα προχωρήσει σε μια «αυτοκάθαρση» που θα αναγκάσει τη Χρυσή Αυγή να γίνει «κυριλέ» και να αδρανοποιήσει ή και να διαλύσει τα τάγματα εφόδου; Όχι, η Χρυσή Αυγή δεν θα αλλάξει «χαρακτήρα» με κινήσεις από τα πάνω, παρόλο που είναι πιθανό να αναπροσαρμόσει πρόσκαιρα την τακτική της λόγω της πολιτικής πίεσης που δέχεται. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να μπει στο «συνταγματικό τόξο» με ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ κ.λπ. για να μεγιστοποιηθεί η πολιτική πίεση στη Χρυσή Αυγή με στόχο την πολιτική της περιθωριοποίηση; Όχι, η συμμετοχή στο «συνταγματικό τόξο» αποσκοπεί στην «εξημέρωση» του ΣΥΡΙΖΑ και όχι της Χρυσής Αυγής, στο να μπει ο ΣΥΡΙΖΑ στο μνημονιακό μαντρί στο όνομα της «υπεράσπισης της δημοκρατίας», στο να εξουδετερωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ από διεκδικητής της εξουσίας. Μπορούμε, έχουμε δικαίωμα, να περιοριστούμε στη μαζική αντιφασιστική δουλειά, παραβλέποντας το «υπαρξιακό» καθήκον μας της συστηματικής περιφρούρησης των εκδηλώσεων, δραστηριοτήτων, στεκιών, γραφείων κ.λπ., των οργανώσεων, των αγωνιστών και αγωνιστριών εν τέλει, του κινήματος και της Αριστεράς, ελπίζοντας ότι ύστερα από την «γκάφα» η Χρυσή Αυγή δεν θα ξαναχτυπήσει δολοφονικά ή ότι θα μας προστατέψει η αστυνομία; Όχι, αυτό θα ισοδυναμούσε πλέον με εγκληματική αμέλεια απέναντι στις ίδιες τις ζωές των συνανθρώπων μας! Η περιφρούρηση και η μαζική λαϊκή αυτοάμυνα πρέπει να ενταχτεί στον αντιφασιστικό αγώνα ως απαραίτητη και αναντικατάστατη διάστασή του! 
   Φαίνεται ίσως περίεργο ένα άρθρο να ξεκινάει κατευθείαν με τις απαντήσεις στα ερωτήματα που θέλει να πραγματευτεί, αλλά το θέμα είναι τόσο «ζεστό», η οργή τόσο μεγάλη, η σημασία του θέματος τόσο «υπαρξιακή», ώστε θέλουμε από την αρχή να ξεκαθαρίσουμε τα πολιτικά «κέντρα» της άποψης που θέλουμε να εκφράσουμε.  
Εικόνες «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης»
του ευρωπαϊκού Νότου

Δεν είναι βασικό αντικείμενο αυτού του άρθρου, αλλά είναι αδύνατο να πραγματευτούμε το ζήτημα χωρίς μια συνοπτική έστω εκτίμηση της κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας. Γιατί τώρα; είναι το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί. Το τελευταίο διάστημα έχει αρχίσει να πυκνώνει μια αρθρογραφία που αναφέρεται σε παρασκηνιακές ενέργειες αστικών - μνημονιακών κέντρων με σκοπό να ασκηθεί πίεση στη Χρυσή Αυγή να αποστασιοποιηθεί από τα τραμπούκικα και δολοφονικά χαρακτηριστικά της, ώστε να γίνει αποδεκτός εταίρος σε μια κυβέρνηση της ευρείας Δεξιάς με τη ΝΔ, καθώς οι μνημονιακές πολιτικές εφεδρείες καταρρέουν, με νέα θύματα τη ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ. Μια τέτοια προσπάθεια φαίνεται λογική, με τη σκέψη ότι το αστικό-μνημονιακό σύστημα παίρνει τα μέτρα του «διά παν ενδεχόμενο». Όμως δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό. Το τελευταίο διάστημα η αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων έχει διαλυθεί, καθώς είναι πλέον μαζική η άρνηση του κόσμου να συμμετέχει-απαντάει σε αυτές και πολύ μεγάλο το ποσοστό που αρνείται να πάρει θέση δηλώνοντας την πολιτική του προτίμηση. Έτσι, δεν μπορούν ούτε να καταγραφούν ούτε να υποστηριχτούν δημόσια κάποια ανησυχητικά ποιοτικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων που οδηγούν σε αναγωγές οι οποίες προκαλούν σοκ. Συγκεκριμένα, υπάρχουν πλέον αρκετοί που καταλήγουν σε αναγωγές μη δημοσιεύσιμες μεν, καθόλου αυθαίρετες δε. Με βάση αυτές, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι στην πραγματικότητα αρκετά μπροστά από τη ΝΔ, η δε Χρυσή Αυγή εγγράφει σαφώς προοπτικές να ξεπεταχτεί στη θέση του δεύτερου κόμματος —κάτι που μπορεί να συμβεί με τη «χαλαρή ψήφο» στις ευρωεκλογές! Μια τέτοια «εικόνα», που στηρίζεται σε υπαρκτή δυναμική, που αποτελεί μια δυνατότητα, που έχει εγγραφεί ως ενδεχόμενο στη βραχυμεσοπρόθεσμη συγκυρία, ανακαλεί στη μνήμη «εικόνες» από τη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Με εν δυνάμει πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ και εν δυνάμει δεύτερο κόμμα (και πρώτο αστικό κόμμα, κύρια πολιτική έκφραση του κεφαλαίου!) τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, την αστική τάξη και το αστικό-μνημονιακό πολιτικό σύστημα κυκλώνουν οι εφιάλτες μετατροπής της Ελλάδας σε σύγχρονη «Δημοκρατία της Βαϊμάρης» του ευρωπαϊκού Νότου. Αρκεί σε αυτό να προσθέσει κανείς τη βάσιμη, ή τουλάχιστον όχι απίθανη, πιθανότητα να μην αντέξει η δικομματική κυβέρνηση, η τελευταία καθαρά μνημονιακή-αστική κυβερνητική εφεδρεία, την πίεση των νέων μέτρων που θα συνοδεύουν το νέο χρηματοδοτικό πρόγραμμα με τους δανειστές και το νέο μνημόνιο (για να μη μιλήσουμε για τις «αγριάδες» που θα γίνουν σε περίπτωση «κουρέματος» του ελληνικού κρατικού χρέους), για να καταλάβει πόσο αποσταθεροποιητικές για το αστικό-μνημονιακό πολιτικό σύστημα δυναμικές εγκυμονεί πλέον η συγκυρία!
   Και πίσω από όλα αυτά βρίσκονται κάποιες πραγματικότητες που όχι μόνο δεν αναιρούνται από τις εξελίξεις, αλλά αντίθετα εμπεδώνονται όλο και βαθύτερα: έχει εξαφανιστεί κάθε πλαίσιο κοινωνικής διαπραγμάτευσης (άρα ακυρώνεται το σχέδιο της ανάσχεσης της επίθεσης —τίποτε λιγότερο από την πολιτική ανατροπή δεν εγγυάται έστω και τη διατήρηση κάποιων «κεκτημένων»), το κράτος συναίνεσης —έστω και συναίνεσης του τρόμου— έχει αντικατασταθεί από το εμφυλιακό κράτος «έκτακτης ανάγκης» που οικοδομείται ταχύτατα από τον Δένδια και τη Νέα Δημοκρατία, ένα πλαίσιο ακραίου αυταρχισμού και σκληρής καταστολής λατινοαμερικανικού τύπου εγκαθιδρύεται ραγδαία. Όπως λέει και ο Ηλίας Ιωακείμογλου, ο κοινωνικός δαρβινισμός που είναι το ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοφιλελευθερισμού, στη λογική της κατάρρευσης του πλαισίου της κοινωνικής διαπραγμάτευσης και της οικοδόμησης του νέου εμφυλιακού κράτους «έκτακτης ανάγκης», συναντιέται, μπολιάζει και μπολιάζεται από φασίζουσες ή και ανοιχτά φασιστικές εκδοχές των ιδεολογιών του «Καιάδα» γι’ αυτούς που «περισσεύουν» και «αποκλίνουν» και του κράτους εξαίρεσης. Όλα αυτά ισχύουν, είναι εδώ, δουλεύουν στο υπόβαθρο του πολιτικού εποικοδομήματος που παράγουν μαζικά αποτελέσματα, παρόλο που, όπως θα πούμε παρακάτω, ο φασισμός δεν είναι απλή «προέκταση» ούτε του ρατσισμού ούτε του νεοφιλελεύθερου κοινωνικού δαρβινισμού αλλά ούτε και η βασική επιλογή της αστικής τάξης —ακόμη... 

Δεν υπάρχει success story, σημαίνει…

Η Αριστερά, σε όλο της το εύρος, έχει πολεμήσει —και σωστά— την κυβερνητική προπαγάνδα του success story. Η Αριστερά είπε ότι οι θριαμβολογίες πως θα έρθει η ανάπτυξη με τις ξένες επενδύσεις και θα αρχίσει να μειώνεται η ανεργία, είναι ένα παραμύθι. Σωστά, αφού και αν ακόμη τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείξουν ότι το 2014 δεν θα έχουμε για 7η χρονιά ύφεση, η ανάπτυξη θα είναι αναιμική, οι μνημονιακές πολιτικές λιτότητας θα μείνουν και η ανεργία θα παραμείνει σε πολύ υψηλά επίπεδα για πολλά χρόνια —«ανάπτυξη με ανεργία». Η Αριστερά είπε ότι «το πρόγραμμα δεν βγαίνει», δηλαδή οι στόχοι που έχουν τεθεί δεν επιτυγχάνονται παρά τη σκληρή λιτότητα. Σωστά, αλλά ο πραγματικός στόχος δεν ήταν και δεν είναι η επίτευξη κάποιων ονομαστικών στόχων, αλλά η επανασταθεροποίηση του ελληνικού καπιταλισμού (και της Ευρωζώνης) μέσα από τη συντριβή των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Από την άλλη βέβαια, η μη επίτευξη των ονομαστικών στόχων δεν είναι αδιάφορη για το σύστημα, γιατί στο μεταξύ η κρίση έχει γίνει κοινωνική και πολιτική δημιουργώντας αποσταθεροποιητικές δυναμικές, γιατί το στρατόπεδο των δανειστών έχει ρωγμές και δεν το βολεύει πάντα να πρέπει να συνάψει νέες χρηματοδοτικές συμβάσεις κα αυτές να περνάνε έτσι απλά από διάφορα Κοινοβούλια ή να «κουρεύει» το ελληνικό χρέος χωρίς συνέπειες για το ίδιο το σύστημα, γιατί οι εφεδρείες του μνημονίου στην Ελλάδα έχουν καεί σε μεγάλο βαθμό και δεν είναι πάντα «παραγωγικό» να πηγαίνουμε κάθε τόσο σε νέα «πακέτα» μέτρων όταν απειλούνται κοινωνικές και πολιτικές αποσταθεροποιητικές δυναμικές σαν αυτές που προαναφέρθηκαν.  
   Όμως, υπάρχει ένα βαθύτερο σημείο σχετικά με το success story που η Αριστερά ούτε έχει συζητήσει ούτε έχει απαντήσει ρητά: ισχύει το success story του Σαμαρά με την έννοια ότι αυτός ο κύκλος της ταξικής αναμέτρησης που έχει ανοίξει με το πρώτο μνημόνιο του 2010 θα λήξει «ειρηνικά», «μόνο» με τις γνωστές μνημονιακές πολιτικές και τον γνωστό μνημονιακό αυταρχισμό, δηλαδή χωρίς ένα σκληρό ξεκαθάρισμα ταξικών λογαριασμών που ακόμη δεν έχει υπάρξει; Μπορεί ο ελληνικός καπιταλισμός να βγει από αυτή την κρίση, είτε ο ΣΥΡΙΖΑ φτάσει στην κυβέρνηση είτε όχι, με τα μέσα που έχει χρησιμοποιήσει μέχρι τώρα, χωρίς κλιμάκωση της ταξικής αντιπαράθεσης και ένα «τελικό ξεκαθάρισμα» που θα τσακίσει όχι μόνο την κοινωνία αλλά και την Αριστερά; Αν ο ελληνικός καπιταλισμός μπορεί να βγει από την τωρινή κρίση του με τα «συνηθισμένα» έως σήμερα μνημονιακά μέσα, περιλαμβανομένων και των μεθόδων Δένδια, τότε πάνω σε αυτή την εκτίμηση θα μπορούσε να έχει κάποιο νόημα (παρόλο που θα εξακολουθούσε να είναι εγκληματικό λάθος από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και της Αριστεράς) ένα σχέδιο «ώριμου φρούτου»: να βγάλει ο Σαμαράς και η δικομματική του τη βρόμικη δουλειά του νέου (με την ελπίδα ότι θα είναι το τελευταίο;) μνημονίου, ώστε να έρθει η Αριστερά να διαχειριστεί ένα τοπίο μετα-μνημονιακής κοινωνικής καταστροφής και να αρχίσει σιγά σιγά να επουλώνει τις πληγές, χωρίς να τάζει «λαγούς με πετραχήλια» αλλά και χωρίς να κινδυνεύει να «σκάσουν» στα χέρια της νέα μνημόνια, αναταράξεις με το νόμισμα και την Ευρωζώνη κ.λπ...
   Ο γνωστός Μπάμπης Παπαδημητρίου του ΣΚΑΪ το έθεσε ως εξής σε εκπομπή αυτών των ημερών: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κανένα λόγο να βιάζεται, τον συμφέρει να αφήσει τον Σαμαρά να βγάλει τη «βρόμικη δουλειά» και να περιμένει εκ του ασφαλούς τη σειρά του να κυβερνήσει στα «εύκολα» και όχι στα δύσκολα… Βεβαίως ο Μπάμπης την ίδια στιγμή προτείνει συμμαχία της ΝΔ και της «κυριλέ» Χρυσής Αυγής ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να μην κυβερνήσει ποτέ, αλλά το ζήτημα δεν είναι αυτό. Το ζήτημα είναι: υπάρχουν τέτοια «εύκολα» —ανεξάρτητα αν είναι επιθυμητά ή όχι; Υπάρχει ένα με αυτή την έννοια success story, που θα έκανε ρεαλιστική έστω τη γραμμή του «ώριμου φρούτου» και μιας οριακά φιλολαϊκής διαχείρισης ενός μετα-μνημονιακού τοπίου κοινωνικής καταστροφής; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι – εκφεύγει του θέματος του άρθρου αυτού να τεκμηριώσει αυτό το όχι. Αυτή η γραμμή, πέρα από ανεπιθύμητη και εγκληματικά λαθεμένη για την Αριστερά, είναι και εντελώς ανέφικτη, μη ρεαλιστική, ουτοπική. 

Χρυσή Αυγή: δεν είμαι εδώ σαν «μαντρόσκυλο»
άλλων, διεκδικώ τον πρώτο ρόλο και την εξουσία!


Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα δείχνει ότι και η Χρυσή Αυγή ούτε πιστεύει ούτε επενδύει σε ένα με αυτή την έννοια success story! Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να υποτιμήσουμε διάφορες, δευτερεύουσες πτυχές αυτής της υπόθεσης, αλλά το βασικό μήνυμα της δολοφονίας είναι διπλό και σαφές: Πρώτον, «δεν αλλάζουμε χαρακτήρα»: είμαστε και θα παραμείνουμε ναζιστικό κόμμα, δεν πρόκειται να γίνουμε ΛΑΟΣ ούτε κάν Εθνικό Μέτωπο.
   Δεύτερον (και σαν η συνέχεια και η άλλη πλευρά του πρώτου), «ολοκληρώσαμε τη φάση της γενικής προετοιμασίας και πλέον μπαίνουμε ανοιχτά στον αγώνα για την εξουσία. Δεν είμαστε τα «μαντρόσκυλα» του Δένδια και κανενός άλλου, δεν θα περιοριστούμε στη συμπληρωματική δύναμη του εμφυλιακού κράτους του ούτε στο ρόλο του φόβητρου για τους αντιπάλους του μνημονίου και της αστικής τάξης. Είμαστε εδώ για να διεκδικήσουμε τον πρώτο ρόλο, στον δρόμο για την εξουσία!» Αν ήταν μόνο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί την πιθανότητα του «τυχαίου» ή της «υπέρβασης ορίων», αλλά εδώ είχαν προηγηθεί αρκετά που δεν μας αφήνουν περιθώρια για τέτοιες αυταπάτες: η Χρυσή Αυγή, στο τελευταίο δεκαήμερο και πριν τη δολοφονία, άνοιξε συνειδητά και κεντρικά ένα νέο κεφάλαιο στη δράση της: πέρασε, με λόγια και πράξεις, με ακτιβισμούς και τραμπουκισμούς, στον αντικομμουνισμό και στα χτυπήματα ενάντια στην Αριστερά (Μελιγαλάς, Γράμμος, τραμπουκισμοί στη Βουλή, Πέραμα). Αλλά και όσα αποκαλύφθηκαν από βίντεο, φωτογραφίες, συνεντεύξεις φασιστών τις μέρες μετά τη δολοφονία, αποδεικνύουν ότι η δολοφονία έγινε με κεντρική καθοδήγηση. Χρειάζονται γενναίες δόσεις αυταπατών και φρούδων ελπίδων για να μη δούμε το «μήνυμα» και να μην εντάξουμε τη δολοφονία στο άνοιγμα αυτού του νέου κεφαλαίου στη στοχοθεσία και τη δράση της Χρυσής Αυγής. 
   Η Χρυσή Αυγή στέλνει ένα μήνυμα στη ΝΔ και την αστική τάξη ότι δεν αρκείται πλέον στον ρόλο της συμπληρωματικής δύναμης, αλλά θέλει τον πρώτο λόγο. Και βάζει πλώρη για να τον διεκδικήσει και να τον πιστοποιήσει στις διπλές εκλογές του Μαΐου-Ιουνίου 2014 (με το ποσοστό στις ευρωεκλογές, αλλά και με το κέρδισμα δημαρχιών —«θα πάρουμε 20 δήμους», κόμπασε αυτές τις μέρες ο Κασσιδιάρης), αν στο μεταξύ δεν έχουν «αγριέψει» πολύ τα πράγματα πριν απ’ αυτές…
Δεν πρέπει να υπάρχουν αυταπάτες: εδώ μιλούν τα φασιστικά εγχειρίδια του μεσοπολέμου και ειδικά το μουσολινικό εγχειρίδιο της Μεγάλης Πορείας των φασιστών προς την εξουσία! ...

To κείμενο αποτελεί απόσπασμα από άρθρο του Πάνου Κοσμά που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί.

H ΠΑΡΑΠΕΤΑΜΕΝΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, Mιχάλης Τρεμόπουλος

 
Η 30ή Οκτωβρίου 1944 είναι η μέρα που αποχώρησε και ο τελευταίος Γερμανός στρατιώτης από την πόλη. Ποτάμια λαού πανηγύριζαν και αρματωμένοι Ελασίτες παρέλαυναν ως απελευθερωτές στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Μια νέα ελπιδοφόρα προοπτική ξανοιγόταν για την πόλη και τους ανθρώπους της. Κι όμως. Η επέτειος αυτή, ενταγμένη στους εμφύλιους ανταγωνισμούς και το ρεβανσιστικό πνεύμα των νικητών, εξακολουθεί να αποσιωπάται ή να αναφέρεται υποτονικά, σαν να μην υπήρξε ποτέ απελευθέρωση, σαν να θυμίζει «οικεία κακά» και να πρέπει να διαγραφεί από το βιβλίο της ιστορίας της πόλης.
   Στην Ελλάδα, βεβαίως, συνηθίζουμε να «γιορτάζουμε» ως εθνική εορτή την έναρξη των πολέμων και όχι τη λήξη τους, όπως γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και το έχουμε δυστυχώς συνηθίσει, σαν να μην ταυτίζεται ένας πόλεμος με το αίμα, τον πόνο, τη δυστυχία, την εξαθλίωση, αλλά με μια εντυπωσιακή είδηση-ευκαιρία για να εμβαπτιστούμε και πάλι στα συναισθήματα εθνικής αυτοϊκανοποίησης. Γι’ αυτό και σχεδόν όλοι θυμούνται πότε άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος αλλά ελάχιστοι πότε τελείωσε η γερμανική κατοχή, πότε απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη.
 
Συμφωνία Βρετανών και Γερμανών

Ήδη εδώ και μήνες οι Γερμανοί υποχωρούσαν σ' όλα τα μέτωπα: στη Δύση από τη Νορμανδία μέχρι την Ιταλία, στην Ανατολή από την Πολωνία μέχρι τη Βουλγαρία. Η προέλαση του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια και οι παρτιζάνοι του Τίτο πίεζαν τον γερμανικό στρατό σε γρήγορη αποχώρηση, πριν αποκοπούν στην Ελλάδα.
   Αυτό που ενδιέφερε τους Άγγλους ήταν τώρα πια ο μεταπολεμικός πολιτικός χάρτης και η εξουδετέρωση της ένοπλης Αριστεράς. Σύμφωνα με τον Άλμπερτ Σπέερ, υπουργό πολεμικής βιομηχανίας του Χίτλερ, έγινε στη Λισαβόνα μια μυστική συμφωνία μεταξύ Γερμανών και Άγγλων, μια «gentlemen’s agreement» σε υψηλό επίπεδο, όπως του ανέφερε ο αρχηγός του γερμανικού επιτελείου, στρατηγός Γιοντλ: «Η συμφωνία αυτή, πρωτοφανής μέχρι τότε και, όπως γνωρίζω, μοναδική σ’ όλο τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, αφορούσε, όπως μου είπε ο Γιοντλ τουλάχιστον, την εκκένωση απ’ τα γερμανικά στρατεύματα της Ελλάδος, χωρίς βρετανική ενόχληση. (…) Και πράγματι οι Άγγλοι την ετήρησαν. (…) Ο Φον Όβεν, που ήταν διευθυντής τύπου του υπουργείου προπαγάνδας, αναφέρει σε βιβλίο του που έγραψε μετά τον πόλεμο, ότι ο Γκαίμπελς είχε συμμετάσχει ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη της συμφωνίας αυτής. (…) Το τίμημα της συμφωνίας, κατά τη δική μου γνώμη, ήταν να παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς στους Άγγλους, ώστε να μπορέσουν να την καταλάβουν αμαχητί και μ’ αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα να περιέλθει στο δυτικό στρατόπεδο. Και βέβαια ο Χίτλερ θα διατηρούσε ανέπαφες τις δυνάμεις του που κατείχαν τον ελληνικό χώρο».1
   Οι Άγγλοι προετοιμάζουν το σχέδιο «Manna» (9.9.44) για την ισχυροποίηση της νέας κυβέρνησης απέναντι στο ΕΑΜ με την εγκατάσταση βρετανικών στρατευμάτων και με τον έλεγχο τουλάχιστον Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Και έρχονται σε συνεννόηση με το γερμανικό επιτελείο στην Ελλάδα, ώστε να γίνει αρμονική «αλλαγή φρουράς».2 Ως αντάλλαγμα, η ομαλή αποχώρηση των Γερμανών στην ίδια κατεύθυνση με τη συμφωνία της Λισαβόνας.
   Οι τελευταίοι Γερμανοί αποχωρούν από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 1944, αφού αποτίσουν φόρο τιμής στον Άγνωστο στρατιώτη, και στις 17 φτάνει η εξόριστη κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου. Το σχέδιο «Manna» εφαρμόζεται στην Αθήνα. Τμήματα του ΕΛΑΣ μπαίνουν στην πόλη καθώς και τμήματα του βρετανικού στρατού και όλοι γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό από τους Αθηναίους. Τα Τάγματα Ασφαλείας αφοπλίζονται, αλλά περιορίζονται σε ορισμένους χώρους έτοιμα να χρησιμοποιηθούν εναντίον του ΕΛΑΣ, όπως και θα γίνει στα Δεκεμβριανά.3

Θεσσαλονίκη, το βασίλειο του ταγματασφαλίτη

Στη Θεσσαλονίκη οι εξελίξεις θα είναι διαφορετικές. Οι Γερμανοί, που εξαρχής συνεργάστηκαν στενά με σωρεία καιροσκόπων, εθνικοσοσιαλιστών, δολοφονικών ομάδων και με τη γερμανόφιλη άρχουσα τάξη της πόλης σε μια αντικομμουνιστική και αντιεβραϊκή βάση, ευνοούσαν σαφώς μια σύγκρουση «εθνικιστών» και «κομμουνιστών».
   Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο του γερμανικού Α2 για τη Θεσσαλονίκη: «Το κομμουνιστικό στοιχείο είναι εδώ, όπως και στην Αθήνα, τόσο ισχυρό, που με βεβαιότητα πρέπει να αναμένεται πρώτα η κατάληψη της πόλης υπό τον EΛΑΣ. Παίρνοντας υπόψη ότι δεν μπορούμε να εμποδίσουμε μια ανάλογη εξέλιξη, που είναι μάλιστα ολότελα επιθυμητή, συνιστάται, για να διατηρηθεί το δικό μας γόητρο, να χρησιμοποιείται γι' αυτά τα ζητήματα εκτεταμένα ο γενικός επιθεωρητής Χρυσοχόου, ο οποίος με πρωτοβουλία του πρέπει να θέτει σε δράση Τάγματα Ασφαλείας, Αστυνομία και Χωροφυλακή, όπως το έπραξε ο Ράλλης στην Αθήνα. Μ' αυτόν τον τρόπο και θα καλύπταμε επαρκώς τη δική μας υποχρέωση και η επιθυμητή κατάσταση του πολιτικού χάους θα επικρατούσε, αν προχωρήσουν τα πράγματα σε ένοπλες συγκρούσεις».4
   Ο συνταγματάρχης Αθ. Χρυσοχόου, επιτελάρχης του στρατηγού Τσολάκογλου, ήταν τυπικά ο γενικός επιθεωρητής των νομαρχιών Μακεδονίας αλλά ουσιαστικά ήταν φρούραρχος και θεωρούνταν, μάλιστα, ο πραγματικός αρχηγός της ΥΒΕ/ΠΑΟ.
   Μέχρι το 1944 η Θεσσαλονίκη είχε καταστεί το ένοπλο βασίλειο των Ταγμάτων Ασφαλείας και πολλών ένοπλων ομάδων συνεργατών των κατακτητών στη Μακεδονία, της ΠΑΟ, του Κυριάκου Παπαδόπουλου (Κισάμπατζακ), του Γ. Πούλου, του Δάγγουλα, του Βήχου κ.ά.
   Το καλοκαίρι του 1944 οι Γερμανοί διεξήγαγαν στα βουνά τις τελευταίες μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενάντια στον ΕΛΑΣ, με στόχο την απελευθέρωση των βασικών συγκοινωνιακών δικτύων. Πλήγματα, όμως, άρχισαν να δέχονται και οι μέχρι τότε ισχυροί Γερμανοί αλλά και οι ένοπλες ελληνικές ομάδες που συμμετείχαν στο πλευρό τους στην αντικομμουνιστική εκστρατεία. Πλέον, οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των γερμανικών τμημάτων και των συνεργατών τους παρατηρούνται σε καθημερινή βάση, ακόμη και μέσα στις πόλεις. Το ίδιο διάστημα, στα γραφεία των γερμανικών επιτελείων φτάνουν οι πρώτες διαταγές για τη σταδιακή εκκένωση του ελληνικού χώρου από τις υπηρεσίες και τις μονάδες που δεν θεωρούνταν πρώτης γραμμής.5
   Ήδη, με τη γερμανική ανοχή, τα Τάγματα Ασφαλείας έχουν καταστεί ανεξέλεγκτα. Η ΟΠΛΑ και η Εθνική Πολιτοφυλακή δίνουν τις δικές τους αιματηρές απαντήσεις. Η πόλη μεταβάλλεται σε πεδίο σύγκρουσης. Στόχος όλων ο έλεγχός της. Και οι εκκλήσεις του Δημάρχου, του Μητροπολίτη και των επαγγελματικών οργανώσεων της πόλης προς τις γερμανικές αρχές για την αποκατάσταση της τάξης, απλώς αντανακλούν τον αδύναμο ρόλο αστυνομίας και χωροφυλακής.6 Οι πολιτικές ζυμώσεις για το μέλλον της πόλης και των Ταγμάτων Ασφαλείας        εντείνονται. Σε αυτές συμμετέχει η πλειοψηφία του αστικού και πολιτικού κόσμου της Θεσσαλονίκης, η ηγεσία του ΕΔΕΣ και ο ΕΛΑΣ.
   Την 1η Σεπτεμβρίου οι εκπρόσωποι της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας (ΟΜΜ) του ΕΛΑΣ και της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου υπογράφουν στο Λειβάδι Χαλκιδικής στρατιωτικό σύμφωνο. Με το σύμφωνο αυτό ο ΕΛΑΣ φέρεται να αναλαμβάνει τη δέσμευση να μην εμποδίσει την υποχώρηση του γερμανικού στρατού και η γερμανική πλευρά να δεσμεύεται να διατάξει την αποχώρηση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τη Θεσσαλονίκη, την οποία στη συνέχεια θα παραδώσει στον Εφεδρικό ΕΛΑΣ και στο ΕΑΜ.7
   Από την άλλη πλευρά, οι Άγγλοι εφαρμόζουν ήδη το σχέδιο «Manna» για την εγκατάσταση βρετανικών στρατευμάτων και τον έλεγχο Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Πιέζουν τον EΛAΣ και πετυχαίνουν στις 26 Σεπτεμβρίου τη Συμφωνία της Καζέρτας (Ουίλσον, Γ. Παπανδρέου, Μακ Μίλαν, Σαράφης, Ζέρβας), που θέτει το Γενικό Στρατηγείο του EΛAΣ υπό τις διαταγές του στρατηγού Σκόμπι. Επιπλέον, με τη Συμφωνία, τα Τάγματα Ασφαλείας χαρακτηρίζονται όργανα του εχθρού και εχθρικοί σχηματισμοί και ζητείται η άμεση παράδοσή τους. Ο ΕΛΑΣ και η Συμμαχική Στρατιωτική Αποστολή εγγυώνται για την ασφάλειά τους.8
 
1. Συνέντευξη στον Βάσο Μαθιόπουλο το 1976 στη Χαϊδελβέργη. Η Ελληνική Αντίσταση (1941-44) και οι Σύμμαχοι, εκδ. Παπαζήση, 1994, -βλ. και χσ. Οι ναζί για την Εθνική Αντίσταση στην Ελλάδα –Επτά απόρρητες εκθέσεις του Γενικού Επιτελείου του Χίτλερ, εκδ. Δρόμων-Μηνύματα, 2012, σσ. 104-5.
2. Παναγιώτης Κουπαράνης, «Η Θεσσαλονίκη στην κατοχή…», στον τόμο Η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, ΚΙΘ, 1986, σσ. 206-7.  
3. Άγις Στίνας, ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΟΠΛΑ, εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1984, σ. 74.
4. Παν. Κουπαράνης, ό. π., σ. 207. Επιστολή στις 13.10.1944 του Α2 της Πέμπτης Ομάδας Στρατιών προς το Στρατιωτικό Επιτελείο 91. Σώμα Στρατού για ιδιαίτερες ανάγκες.
5. Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων, Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944, εκδόσεις Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2006, σ. 439.
6. Ε. Θ., Δικογραφίες Δοσιλόγων: Ιερά Μητρόπολις Θεσσαλονίκης, Αριθ. 48, 49, «Σημείωμα» προς τις γερμανικές αρχές, Θεσσαλονίκη, 26.9.1944· Δορδανάς, Έλληνες…, ό. π., σ. 471.
7. ΔΙΣ, τόμ. 5 (φάκ. 914/Α/3α), Αριθ. εγγράφου 26, «Παράρτημα-Στρατιωτικόν Σύμφωνον», Λειβάδι, 1 Σεπτεμβρίου 1944. Η εγκυρότητα του Συμφώνου αυτού έχει αμφισβητηθεί· Δορδανάς, ό.π., σ. 472.
8. Εφημ. Λαϊκή Φωνή, 19 Δεκεμβρίου 1945. Επίσης, Σπύρος Κουζινόπουλος, Ελευθερία, χ.ε., Θεσσαλονίκη, 1985, όπου και τα φύλλα της εφημερίδας του ΕΑΜ Μακεδονίας Ελευθερία.

Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από κείμενο του Μιχάλη Τρεμόπουλου στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τχ. 26. και είναι προδημοσίευση του υπό έκδοση βιβλίο του Μιχάλη Τρεμόπουλου, Η “σκοτεινή” Θεσσαλονίκη-Εθνικισμός και αντισημιτισμός, ρητορεία και πρακτικές ενός αιώνα. Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος είναι νομικός, συγγραφέας και ιδρυτικό μέλος των Οικολόγων Πράσινων.

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

Ειρήνη Παππά, Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές

νεκρό σημείο

Ησυχάζουν
οι νύχτες
σε θαλάμους
οξυγόνου._


00.00.00

Άκρη ερημιάς
ένας ποδηλατόδρομος
με ημερομηνία λήξης
Καταναλωθείτε
πριν την αναγραφόμενη 
καταστροφή._

Ειδικό κλίμα

Ξεχασμένη
υγρασία
σε χώμα
που πεθαίνει._

Η Ειρήνη Παππά σπούδασε Ψυχολογία και Ψυχοθεραπεία στη Θεσσαλονίκη όπου και κατοικεί. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές της συλλογές, Σχοινοβάτις ονείρου, εκδ. Εριφύλη (2006), Δανεικές ανάσες, εκδ. Γαβριηλίδης (2009). Τον Δεκέμβριο του 2010 δημιούργησε το «ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ ΠΟΙΗΣΗ» σε συνεργασία με τον γραφίστα Ματθαίο Σαντοριναίο.

Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, Ωδή στην επανάσταση 1918

Ωδή στην επανάσταση
1918


Σε σένα,
κατασφυρισμένη,
χλευασμένη από πυροβολαρχίες,
σε σένα,
καταφαρμακωμένη με κακολογίες των λογχών,
θαυμασμένος υψώνω
πάνω απ’ τις απλωμένες υβρεολογίες
της ωδής το μεγαλειώδες
«Ω»!
Ω, άγρια!
Ω, παιδική!
Ω, καπικένια!
Ω, απρόσιτη!
Με ποιο άλλο όνομα σ’ αποκαλούσαν;
Ποια άλλη όψη θα μου δείξεις, διπρόσωπη;
Όρθια κατασκευή
ή ερείπιο;
Στον μηχανοδηγό,
με καρβουνόσκονη σκεπασμένο,
στον ανθρακωρύχο,
που τα βάθη της γαίας τρυπά,
λιβανίζεις,
λιβανίζεις αφοσιωμένη,
δοξάζεις την ανθρώπινη δουλειά.
Και αύριο
ο Όσιος
του ναού τα ψαλίδια
απλώνει μάταια κι ελέου διψά, -
το κάθε κανόνι σου, χοίρος-πλατυμύτης,
τις χιλιετιές του Κρεμλίνου χτυπά.
«Δόξα».
Ρογχά στο ταξίδι το θανατερό.
Κραυγή των σειρήνων, πνιγμένα λεπτή.
Εσύ στέλνεις ναύτες
εκεί που βουλιάζει το θωρηκτό,
εκεί,
για το μικρό ξεχασμένο γατί.
Και ύστερα!
Σαν μέθη πλήθος φωνάζεις.
Ξένοιαστο το μουστάκι στην πυρά.
Με υποκοπάνους διώχνεις ασπρόμαλλους ναυάρχους
με τα κεφάλια κάτω
στο Έλσινγκφορς απ’ τη γέφυρα.
Όλο γλείφει πληγές των ημερών που περάσαν
και πάλι βλεπω φλέβα κομμένη.
Σε σένα το μικροαστικό
—Ω, τρισανάθεμά σε!—
και το δικό μου,
ποιητικό
—Ω, τετράκις δόξα σοι, ευλογημένη!—


Aπόδοση στην ελληνική: Ξένια Καλαϊτζίδου. Η Ξένια Καλαϊτζίδου γεννήθηκε στην Πένζα της Ρωσίας. Γράφει ποιήματα και μεταφράζει λογοτεχνία.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ΜΗΔΕΙΑ-ΠΗΝΕΛΟΠΗ, Αρχετυπικές μορφές στην ελληνική και γερμανική Λογοτεχνία, Ντάντη Σιδέρη Σπεκ

Κασσάνδρα, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Πηνελόπη. Μυθολογικές μορφές του Ομηρικού Έπους και της Τραγωδίας. Γυναίκες εμπλεκόμενες σε φονικά, που προκαλούν, διαπράττουν ή υφίστανται. Η Ιφιγένεια που θυσιάζεται απ’ τον πατέρα της για έναν ούριο άνεμο. Η ιέρεια Κασσάνδρα, κόρη του Πρίαμου, με βλέμμα προφητικό, που τη φέρνει ως λάφυρο και ερωμένη στις Μυκήνες ο Αγαμέμνων, ο οποίος δολοφονείται από τον Αίγισθο, υποκινούμενο από την Κλυταιμνήστρα. Η Ηλέκτρα «αναθρεμμένη στις Μυκήνες με τις παραδόσεις ένοχου αίματος φονικών και πολέμου, πατρίδα της το μίσος, που περιμένει τον Ορέστη, την ελπίδα της, να δώσει τέλος στα φονικά» γράφει η ποιήτρια Barbara Köhler. Η Μήδεια που, προδομένη απ’ τον Ιάσονα, σκοτώνει τα παιδιά της. Η πιστή Πηνελόπη που τον άπιστο τον άνδρα περιμένει, τον πολυμήχανο Οδυσσέα.
   Η Μυθολογία ενέπνευσε επί αιώνες τις Τέχνες: Μουσική, Ζωγραφική, Θέατρο, Ποίηση. Ιδιαίτερα οι γυναικείες μορφές της Μυθολογίας επηρέασαν τις Τέχνες και όχι μόνο. Μερικές, όπως η Μήδεια και η Πηνελόπη, επέζησαν έως τις ημέρες μας ως πρότυπα συμπεριφοράς και θηλυκής ταυτότητας.
   Σκότωσε πράγματι η Μήδεια τα παιδιά της; Κρεμάστηκε απ’ τη ζώνη της η Ιοκάστη όταν συνειδητοποίησε τη μιαρή σχέση της με τον γιo της Οιδίποδα;
   Ήδη στην αρχαιότητα έχουμε παραλλαγές του ίδιου μύθου. Στον μύθο της Μήδειας του Ευριπίδη που σκοτώνει τα παιδιά της, συναντούμε την παραλλαγή κατά την οποία δεν σκότωσε η Μήδεια τα παιδιά της αλλά ο βασιλιάς Κρέων. Όσο για τον μύθο του Οιδίποδα, γνωστό σε εμάς από τον Σοφοκλή, έχουμε μια ανατρεπτική εκδοχή του στις Φοίνισσες του Ευριπίδη, όπου η Ιοκάστη ζει χρόνια μετά από τα μιαρά γεγονότα και συνοικεί μάλιστα με τον τυφλό Οιδίποδα, την Αντιγόνη και τον Ετεοκλή. Όλο αυτό το σχήμα έχει τραγική κατάληξη όταν αλληλοσκοτώνονται οι γιοι τους για την εξουσία. Η Ιοκάστη απευθύνεται στον γιο της Πολυνείκη: «Ω, γιε μου, έλα, αγκάλιασε τον κόρφο της μητέρας σου, βάλε τα χείλη σου στα μάγουλά μου... πώς με τα χάδια μου και αχόρταγη χαρά μια δω και μια κει να σε χορέψω και να γευτώ την ηδονή την ίδια.» Ο Φρόιντ δεν είχε υπόψην του αυτήν την τραγωδία όπως, ίσως, και ότι στις μητριαρχικές κοινωνίες και όχι μόνο, π.χ. στην Αίγυπτο, οι αιμομικτικές σχέσεις αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Όπως και ότι στον μαγικό κόσμο της Ανατολής, της Κολχίδας, απ’ όπου έρχεται η κόρη του βασιλιά Αιήτη και ανιψιά της Κίρκης, η μαγεία και τα φονικά αποτελούσαν μέρος της κουλτούρας.
   Ο Φρόιντ αποκωδικοποίησε τα σύμβολα του μύθου του Οιδίποδα. Τα σύμβολα με τα οποία «έντυσαν» τις παρατηρήσεις τους οι αρχαίοι Έλληνες και δαιμονοποίησαν σχέσεις. Η παρατήρηση, όπως και η εμπειρία, οδηγούν στη διαπίστωση. Ο μύθος λειτουργεί ως νουθέτηση, ως κοινωνικός έλεγχος, ως κανόνας συμπεριφοράς, ως προβολή προτύπων ήθους, αρετής, ευφυΐας. Οι μύθοι διερευνούνται επίσης, αναφέρει ο Κλωντ Λεβί Στρος, «ως πηγές προφορικής ιστορικής αφήγησης, ως ενδείξεις κοινωνικών αξιών που διαμορφώνουν τον κοινωνικό χάρτη μιας ομάδας ανθρώπων και για τις συμπαντικές, καθολικές δομές τους».
   Η διαπίστωση π.χ. ότι η γυναικεία τάση, υπαγορευμένη από τον βιολογικό της ρόλο, για συσσώρευση αγαθών, η επιβολή διαφορετικών κανόνων επιβίωσης, η συναισθηματική της νοημοσύνη, οι πολλαπλές δυνατότητες του ερωτισμού της, αλλά και η υπομονή της και η καρτερικότητά της, οδήγησαν στο μυθολογικό περίβλημα μιας Πανδώρας ή μιας Πηνελόπης. Η Πανδώρα ή η επινόηση της γυναίκας κατά τον Pierre Vermont: «Ο Προμηθέας κλέβει με δόλο τη φωτιά από τον Δία, ο οποίος εκδικείται πλάθοντας την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα από πηλό. Της δίνει ομορφιά και λόγο απατηλό της ερωτικής έλξης, όπως και ένα πιθάρι με φοβερά δώρα, που μόλις άνοιξε το καπάκι από περιέργεια ξεχύθηκαν επάνω στους ανθρώπους όλα τα δεινά. Στον πάτο έμεινε μόνο η ελπίδα που παρηγορεί τον άνθρωπο και τον καθηλώνει στην καρτερικότητα». Η Πανδώρα, η απαστράπτουσα σε ομορφιά και τρυφερότητα και ζοφερή στα λόγια της ερωτικής σαγήνης.
   Η γυναίκα που δημιουργεί στο αχόρταγο σώμα-μήτρα ζωή, η ζωή ως απληστία, η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου, αλλά και η ομορφιά, η φωτεινή του πλευρά, βρίσκονται στη μήτρα-γυναίκα. Σε πολλές θρησκείες και πολιτισμούς οι δύο αυτές πλευρές του ανθρώπου ενσαρκώνονται στους μύθους μιας Εύας, μιας Μαρίας που γεννάει το φως με αντίποδα τον ερωτισμό μιας Μαρίας Μαγδαληνής.
   Η ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα τοποθετεί στη μήτρα τον πόθο. Τον πόθο για τον εαυτό της και τον Άλλο, γιο ή εραστή, που με την υπέρβαση μπορεί η γυναίκα να δημιουργήσει άλλους ρόλους για τον εαυτό της.1
   Ενδιαφέρον είναι το θέμα του διαχωρισμού του θηλυκού προσώπου σε φωτεινό και σκοτεινό, που είναι πρόσωπο δισυπόστατο. Το στερεότυπο που λειτουργεί ως πρότυπο είναι διχασμένο.
   Ο Οδυσσέας, το αρσενικό αρχετυπικό στερεότυπο, πρότυπο ευφυΐας που επιβιώνει όλων των τεραστίων εμποδίων και πειρασμών για να φτάσει στην Ιθάκη-Πηνελόπη, στην εστία του. Ο μύθος της Πηνελόπης επέζησε 2500 χρόνια, ως πρότυπο της γυναίκας που περιμένει τον άντρα της να γυρίσει από τις περιπέτειές του στη συζυγική εστία.

Πηνελόπη, η όμορφη, η συνετή,
η πιστή, η καρτερική = η γυναίκα.

Για την Αγγελάκη Ρουκ η Πηνελόπη, η γυναίκα που περιμένει, οδηγεί την ποιήτρια στο δύσκολο ταξίδι της αυτογνωσίας: «περιμένοντας, φτάνω στην ουσία του εαυτού μου». Κλεισμένη μέσα στο σπίτι, όπως μέσα στον χρόνο, προσπαθεί να εννοήσει. Ενδεικτικό το ποίημά της «Λέει η Πηνελόπη» για τις απόπειρες της ποιήτριας να επεξεργαστεί την τραυματική εμπειρία της εγκατάλειψης της Γυναίκας-Πηνελόπης από τον Άντρα-Οδυσσέα.
   
    Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
    ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
    κάτω απ’ το βάρος της λέξης

   
    Σβήνω, σχίζω, πνίγω
    τις ζωντανές κραυγές
    «πού είσαι έλα σε περιμένω
    ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
   
    Η εκλεκτή καρδιά σου
    —εκλεκτή γιατί τη διάλεξα—
    θα ’ναι πάντα αλλού
    κι εγώ με λέξεις θα κόβω
    τις κλωστές που με δένουν
    με τον συγκεκριμένο άντρα
    που νοσταλγώ
    όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
    και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
    στου καθενός τον νου.
    Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
    στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
    τι απουσία
    ή πώς λειτουργεί το εγώ
    στην τόσην ερημιά...
                    («Λέει η Πηνελόπη»)

Η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη ρίχνει μια χαριτωμένη γυναικεία ματιά στον παραδοσιακό ρόλο της καρτετικής Πηνελόπης. Στο ποίημά της «Πηνελόπη Ι»:

    Ο Οδυσσέας είναι ξένος
    και το όνομά μου Πηνελόπη
    και δεν έχω ούτε στεριά ούτε νησί,
    ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
    ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ

Στο ποίημα «Πηνελόπη ΙΙ» γράφει:

    Περίμενα, περίμενα
    Χωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.
    Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.
    Ύστερα ήταν και οι μνηστήρες
    όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.
    Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,
    όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.
    Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.
    Το σώμα του ζεστό ψωμί
    έσταζε μέλι και κρασί.
    Δε με πείραξε που έγινε.
    Μόνο ότι πεισματικά η ιστορία το αγνόησε.

Σε αντιπαράθεση βρίσκεται η ματιά της αντρικής φαντασίωσης του Στάθη Κουτσούνη.

    Κάθε βράδυ στον ύπνο της η Πηνελόπη
    ονειρευόταν σημεία και τέρατα με τους μνηστήρες
    το πρωί ξυπνούσε πάντα μουσκεμένη
    ξεχνούσε τα όνειρα κι έπιανε τον αργαλειό
    με υπομονή μέχρι πάθους ύφαινε
    το νόστιμον ήμαρ του Οδυσσέα
    κάποτε εκείνος επέστρεψε
    βλέπει στο σπίτι του ξένους πολλούς να λυμαίνονται
    την περιουσία του να λιμπίζονται τη γυναίκα του δεν άντεξε
    έγινε ανήμερο θεριό που τσάκισε τις αλυσίδες

    στο κρεβάτι η Πηνελόπη
    ένιωσε τον πόθο της να ’χει στερέψει
    στην προσμονή
    (ήταν κι αυτός εξαντλημένος)
    γρήγορα την πήρε ο ύπνος
    και το αποτρόπαιο όνειρο
    με γλώσσα βάρβαρη οι μνηστήρες
    τη βρόμικη έπλεναν τη σάρκα της
    κι εκείνη ουρλιάζοντας με νύχια λυσσασμένα
    έκοβε λεπίδι τις φλέβες τους

    κάθυγρη πετάχτηκε μεσάνυχτα
    (ο Οδυσσέας δίπλα ξεφυσούσε αποκαμωμένος)
    και πήγε στη μεγάλη σάλα
   
    ολόγυρα ζεστά κορμιά
    άχνιζε ακόμη το αίμα
    κομμένα μέλη ανάμεσα
    φωσφόριζαν στο λίγο φως
    άγρια τρέμοντας έγλειψε τις πληγές
    δάγκωνε βαθιά πάσχιζε να χορτάσει
    έβαλε ύστερα στη βαλίτσα της
    τα δώρα που της πρόσφεραν
    είκοσι χρόνια τώρα
    κι έφυγε απ’ το παλάτι
    προτού ξημερώσει

    κανείς δεν την ξανάδε από τότε.
                    («Η αλήθεια για την Πηνελόπη»)

Ο Δημήτρης Δημητριάδης, στον θεατρικό του μονόλογο Ιθάκη και η Barbara Köhler, στο αντιέπος της Η γυναίκα του Κανένα, (Niemandsfrau), ρίχνουν μια ανατρεπτική ματιά στον μύθο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης.
   Στο μονόλογο Ιθάκη (2004), ο Δημητριάδης ολοκληρώνει την μυθιστορία του περιπλανωμένου απατεωνίσκου Οδυσσέα που φτάνει

    Γερασμένος
    τσακισμένος
    προδομένος
    χωρίς όνειρα
    χωρίς αυταπάτες

στον προορισμό του, εκεί όπου τον περιμένει η ερωμένη του, η Ιθάκη:

    χρόνια και χρόνια
    μόνη χωρίς αυτόν
    περιμένοντας αυτόν
    μόνο περιμένοντας
    μην ελπίζοντας
    συνεχώς ελπίζοντας
    συνεχώς μην ελπίζοντας... Ιθάκη
    χαμένη
    από έρωτα
    Ιθάκη
    Ιθάκη
    αβάσταχτα ερωτευμένη
    ερωτευμένη μέχρι θανάτου.

Ακούμε την Ιθάκη να λέει:

    Να ελπίζεις
    και να μην παίρνεις
    να ποθείς και να περιμένεις
    να ποθείς και να μην ελπίζεις
    να ποθείς
    και να μην περιμένεις
    να ποθείς και να ελπίζεις περιμένοντας... Πάντα ελπίζοντας
    και συνεχώς περιμένοντας.
Σ’ αυτόν τον μονόλογο καλούμαστε να δούμε το πάλλον σώμα του νησιού —της Ιθάκης που μεταμορφώνεται σε πρόσωπο=η γυναίκα— Ιθάκη, όπως βλέπει ο Heiner Müller την Οφηλία και την Ηλέκτρα στην Αμλετομηχανή: σαν μια Μάνα-Γη-Φύση, αλλά και σαν μια «χώρα», όπως θα έλεγε ενδεχομένως σε μια ανάλογη περίπτωση η Κρίστεβα, με την έννοια της μήτρας που εδώ κακοποιείται και τέλος συνθλίβεται.
Ο μονόλογος Ιθάκη αρχίζει:

    Τον περίμενα
    και γύρισε

    Νόστος

    Όλοι τον περίμεναν
    αλλά εκείνος γύρισε
    για μένα
    Οδυσσέας

    Μόνο για μένα

    Ηλιοψημένος
    θαλασσοδαρμένος
    χαροκαμένος
    στερημένος
    μόνος
    κυνηγημένος
    εξαντλημένος
    αποθαρρυμένος
    πονεμένος
    αλλά αυτός
    Ο ίδιος
    Απαράλλαχτος

    Είχε γυρίσει
    και ήταν πάλι
    δικός μου

    Νόστιμον ήμαρ

    Όλοι τον υποδέχτηκαν
    Εγώ
    ήμουν όλοι
    αλλά
    και κάτι παραπάνω
    Αυτό
    ήμουν εγώ
    Το παραπάν
    Πιο πολύ από όλους
    εγώ τον περίμενα
    Έρωτας
    Αυτός είναι έρωτας
    Η ατελείωτη αναμονή
    Το τέλος
    της ατελείωτης αναμονής
    Ο μαρτυρικός πόθος
    Το τέλος
    του μαρτυρικού πόθου
    Αυτός είναι ο έρωτας
    Να φτάνει
    όταν έχει γίνει η αναμονή
    αβάσταχτη
    Να δίνεται
    όταν έχει γίνει ο πόθος
    αβάσταχτος
    Αυτός είναι ο έρωτας
    Αβάσταχτος

    Έτσι τον περίμενα

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τελευταίο έργο της Barbara Köhler Η γυναίκα του Κανένα —ραψωδίες, για την ακρίβεια αντιραψωδίες για την Οδύσσεια. Ήδη ο τίτλος δείχνει ότι εδώ έχουμε μια ριζική αλλαγή της οπτικής γωνίας. Εδώ δεν μιλάει ο πολυμήχανος Οδυσσέας-Θύτης, αλλά «η γυναίκα του Κανένα», χαρακτηρισμός που δεν ισχύει μόνο για την Πηνελόπη, αλλά για ένα θηλυκό συλλογικό υποκείμενο.
   Στο έργο της αυτό η Köhler εστιάζει στους θηλυκούς πρωταγωνιστές του μύθου. «Εάν μέχρι σήμερα στην ερμηνεία του ομηρικού έπους οι γυναίκες δεν είχαν φωνή», όπως τονίζει η ποιήτρια στον επίλογο του βιβλίου της, σ’ αυτό το έργο «η Κίρκη, η Πηνελόπη, η Καλυψώ, η Ναυσικά ορίζουν τον χώρο τους εκ νέου».

    η πηνελόπη περιμένει τι περιμένει

    περιμένει η πηνελόπη; περιμένει η καλυψώ
    περιμένει η κίρκη περιμένουν η σκύλλα
    η χάρυβδις οι σειρήνες περιμένουν όλες
    όλες έναν και μόνο: τον έναν
    τον άλλον —αλλιώτικο απ’ όλους τους—
    πράγματι περιμένουν όλες ότι/
    θα ’ρθει ότι θα φύγει ότι θα/
    μείνει και θα είναι αλλιώτικος ότι

    η πηνελόπη περιμένει αυτό περιμένει
    προσμένει αυτός διηγείται περιμένει
    τη στιγμή που μετράει αν
    κάποια τον περίμενε
    τον προσμένει μπορεί να είναι ένας άλλος
    μπορεί να έρχεται και να φεύγει
    μπορεί να θέλει ή να μην μπορεί
    να αφήνεται και να τις αφήνει
    να περιμένουν αυτές όλες οι στιγμές περνούν
    να τις ξεχάσει να φύγει γιατί

    η πηνελόπη περιμένει, δεν περιμένει

    η πηνελόπη υφαίνει και ξηλώνει
    έχει χρόνο τον κερδίζει και τον
    δίνει τον βρίσκει γι’ αυτήν δεν περιμένει
    κάτι ξηλώνει είναι/υφασμένος χρόνος το ξηλωμένο
    είναι δέσμευση ανάμεσα
    σ’ αυτήν κι αυτές μόνο ένας ιστός
    πέπλος αδιαφανής είναι
    ελεύθερη θα μπορούσε αυτός να είναι μνηστήρας
    αυτόν δεν τον περιμένει η πηνελόπη.

                («Ιστολογικό-δείγμα: πηνελόπη»)

Ο μύθος της Μήδειας ως φόνισσας των παιδιών της επέζησε 2.500 χρόνια....

Απόσπασμα από το δοκίμιο της Ντάντη Σιδέρη-Speck που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεὐχος 27. Η Ντάντη Σιδέρη-Speck είναι φιλόλογος με σημαντικό μεταφραστικό έργο για το οποίο έχει βραβευτεί. Ποιήματα, μεταφράσεις και κριτικές της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το σκίτσο εἰναι της Τίτης Κυριακίδου.




Η ΑΡΑΧΝΗ, Κυριάκος Χαλκόπουλος

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι αράχνες. Σε μια από τις παλιότερες αναμνήσεις μου, σε κάποιο καλοκαίρι των πρώτων παιδικών μου χρόνων, περπατούσα σε ένα χωμάτινο μονοπάτι ολόγυρα από πυκνή βλάστηση. Ήταν εκείνη η στενωπός ο μόνος δρόμος για να φτάσω στη θάλασσα, όπου ήταν κι ο προορισμός μου, για να κολυμπήσω. Ωστόσο πάντα εκείνες τις μέρες δίσταζα να προχωρήσω στο μονοπάτι διότι γνώριζα πολύ καλά ότι στην άκρη του, στο στενότερό του σημείο, εκατοστά πριν να φανερωθεί το άνοιγμα από το οποίο θα κατέβαινα στην ακρογιαλιά, είχαν τον ιστό τους δύο γιγαντιαίες αράχνες.
   Δεν ήταν μονάχα το μέγεθός τους που με τρόμαζε. Τα χρώματα ήταν επίσης έντονα και απειλητικά, κυριαρχούσε το μαύρο αλλά υπήρχαν και πολύ ζωηροί τόνοι, κόκκινοι και κίτρινοι. Η μια αράχνη είχε υφάνει το πλέγμα της προς την πλευρά της θάλασσας, η άλλη προς την πλευρά από όπου είχα φτάσει στο μονοπάτι. Οι δύο ιστοί ήταν στο ίδιο ύψος, εκτείνονταν σχεδόν για ένα μέτρο ο καθένας και οι υφαντές τους ποτέ δεν εγκατέλειπαν τις θέσεις τους στο κέντρο τους.
   Φυσικά φοβόμουν πως, καθώς θα επιχειρούσα να περάσω από το κενό σημείο ανάμεσα στις άκρες των ιστών, τα όντα εκείνα θα επετίθεντο. Έμοιαζε το καθένα τους μεγαλύτερο από την παιδική μου γροθιά. Τα πόδια τους παρέμεναν ακόμα ακίνητα, αλλά αυτό μου φαινόταν παραπλανητικό, διόλου παρήγορο. Τελικά αναγκαζόμουν να κάνω έντρομος το τελικό βήμα και πάντα φανταζόμουν ότι πίσω μου οι αράχνες είχαν πλησιάσει στις άκρες των ιστών. Για άλλη μια φορά είχα καταφέρει να περάσω αλώβητος από εκείνες τις νημάτινες συμπληγάδες, που όμως δεν θα διαλύονταν ποτέ απλώς ηττημένες από την έλευσή μου στην παραλία.
   Κάποια επόμενη χρονιά οι αράχνες δεν υφίσταντο πλέον στο σημείο τους. Ίσως να μην τις θυμόμουν άλλο και έτσι να μην ένιωσα κάποια ηρεμία που αποδιδόταν σε συνειδητό αίτιο. Συνέχισα για χρόνια να παραθερίζω σε εκείνη την περιοχή, όμως η αγριότητα από αυτήν την προέλευση είχε τώρα εξαλειφθεί.

Πολλά χρόνια αργότερα, στο πρώτο έτος των σπουδών μου στην Αγγλία, είχα καταλύσει ένα βράδυ σε ένα μικρό πανδοχείο στο κεντρικό Λονδίνο. Είχα πιθανότατα για ώρα ταλαιπωρήσει τον υπάλληλο που δούλευε μόνος του σε εκείνη τη βάρδια της περασμένης ώρας, αναζητώντας το κατάλληλο δωμάτιο. Όταν έφτασα σε αυτό που συμφωνήθηκε, δεν πρόλαβα να πέσω για ύπνο πριν να ανακαλύψω ότι υπήρχε στον μικρό χώρο και μια άλλη ύπαρξη.
   Ήταν μια γιγαντιαία μαύρη αράχνη, πυκνό τρίχωμα κάλυπτε όλο της το σώμα καθώς πρόβαλλε πίσω από μια ξύλινη καρέκλα.
   Ήμουν εκείνη τη στιγμή ξαπλωμένος στο μικρό κρεβάτι, την κοιτούσα για λίγο σαν να ανταπέδιδα ένα βλέμμα έκπληξης ή αποφασιστικότητας, σαν να είχε επιδείξει και αυτή κάτι τέτοιο απέναντί μου από το χαμηλότερο σημείο όπου κινούνταν. Κατόπιν σηκώθηκα απότομα, πήρα τη φτηνή κολόνια που είχα αποθέσει στο ράφι απέναντι από το κρεβάτι και ράντισα με το περιεχόμενό της εκείνο το φοβερό πλάσμα. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη σκιά. Πήρα την καρέκλα και την τοποθέτησα στο άνοιγμα από όπου είχε βγει η αράχνη και μετά με τη μια κουβέρτα δημιούργησα ένα όριο σε όλη εκείνη την περιοχή. Είχα την ελπίδα ότι αυτό θα παρουσιαζόταν ανυπέρβλητο για εκείνο το ον. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν ξέρω πώς κατάφερα να κοιμηθώ, και φυσικά πριν με πάρει ο ύπνος φαντάστηκα πολλές φορές το μαύρο πλάσμα πάνω στο κοιμισμένο μου σώμα να μελετάει τη μορφή μου, να απαντά στο ήρεμο ανεβοκατέβασμα του στέρνου μου με τις υπολογισμένες και συνωμοτικές κινήσεις των ποδιών του.
   Το επόμενο πρωί εγκατέλειψα το πανδοχείο. Η αράχνη δεν φαινόταν πουθενά, αν και δεν την αναζήτησα στις σκιερές γωνιές.
   Τώρα είμαι τριαντατεσσάρων ετών. Όπως συνέβη με τη λησμονιά των όντων σε εκείνο το δρομάκι προς την παραλία, το ίδιο έγινε και με την ανάμνηση για την απειλή που συνάντησα σε εκείνο το δωμάτιο στον μακρινό Βορά. Αν τα θυμάμαι τώρα πάλι αυτά, είναι διότι μου το επέβαλε η εξέλιξη των πραγμάτων. Έχω την εκτίμηση ότι όλα με κάποιον τρόπο συνδέονται με αυτό που συνέβη, έχει υφανθεί ένα πλέγμα άλλου είδους, νοητικό, και αυτά αποτελούν κομμάτια του. Μολοντούτο δεν γνωρίζω σε τι ακριβώς συνίσταται η επιρροή τους στην αποψινή νύκτα και τα γεγονότα της.
   Για αρκετές εβδομάδες είχα έναν συγκεκριμένο στόχο. Τελικά τον πέτυχα. Ήθελα να γίνω δεκτός στο σπίτι μιας κοπέλας που τυχαία άκουσα ότι κατοικούσε στον έκτο όροφο ενός κτιρίου στο κέντρο της πόλης. Η ίδια η κοπέλα μου έμοιαζε αρκετά όμορφη. Είχα την εντύπωση πως υπήρχε μια πιθανότητα να της κάνω επίσης θετική εντύπωση, αν και μέχρι τη στιγμή που μιλήσαμε δεν μπορούσα να με βεβαιώσω καθόλου γι’ αυτό.
   Η συμπεριφορά της απέναντί μου ήταν φιλική. Με κοιτούσε με ένα φωτεινό βλέμμα. Ήταν χαμογελαστή. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα κατόρθωνα να της ζητήσω να πάμε στο σπίτι της. Ήταν βέβαιο ότι θα παρεξηγούσε μια τέτοια απαίτηση. Όπως και να είχε δεν με γνώριζε, και εξάλλου ήταν σημαντικό για εμένα να ζητήσει εκείνη να επισκεφτώ τον χώρο της. Σίγουρα δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν φάνηκε αρκετό να υπαινιχτώ το πραγματικό γεγονός πως εγώ ζούσα με τη μητέρα μου, για να αντιπροτείνει να πάμε στο δικό της διαμέρισμα. Προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ευγενικός. Με πίεσα να χαμογελώ συχνά. Κάποιες σκόρπιες αναμνήσεις από καλύτερες εποχές επιστρατεύτηκαν για να αποδοθεί μια πιο ειλικρινής χροιά στην προσποιητή μου ευδαιμονία.
   Ήμουν όμως πραγματικά χαρούμενος όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της. Απέναντί μου, όντως ψηλά, βρισκόταν η πόρτα του μπαλκονιού, αφημένη ανοικτή έτσι που η κουρτίνα ανέμιζε στην άκρη της. Τώρα ήταν όλα πιο εύκολα. Είχε σχεδόν τελειώσει κάθε δυσκολία. Μπορούσα ακόμα και να αυτοσχεδιάσω λιγάκι. Έπειτα από μια σύντομη περιήγηση στα όμορφα δωμάτια, επιστρέψαμε απέναντι από την εξώπορτα, στο καθιστικό. Τη ρώτησα αν μπορούσε να μου φέρει λίγο νερό, και βέβαια αποδέχτηκε χαμογελώντας το ίδιο αθώα.
   Μόλις έστρεψε την πλάτη της σε εμένα ήδη άρχισα τον βηματισμό μου προς το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας. Σε μια στιγμή ήμουν έξω. Ο κρύος αέρας σε εκείνο το ύψος, ο δρόμος κάτω στην ερημιά και την επίπεδη έκτασή του, μου αισθητοποίησαν ότι είχα καταφέρει αυτό που οργάνωνα για τόσες μέρες, από τότε που αναγκάστηκα να αποδεχτώ πως η οικονομική συντριβή της οικογένειάς μου θα ήταν ανεπίδεκτη αναστροφών και πως οι προοπτικές μου να βρω μια δουλειά σε αυτή τη φοβερή περίοδο είχαν εξανεμιστεί παντοτινά.

Όταν πρωτοσυνέλαβα την ιδέα να αυτοκτονήσω, δυσκολευόμουν ακόμα και να εστιάσω για λίγο χρόνο στον συλλογισμό της πραγμάτωσής της. Εικάζω ότι αυτό οφειλόταν σε μια αμφίρροπη ακόμα πάλη μέσα μου ανάμεσα στην προσηνή αποφασιστικότητα και την αναπόφευκτη     εναντίωση σε μια ολέθρια επιλογή. Με το πέρασμα των ημερών όμως, με την πρόοδο της αρρώστιας της μητέρας, με τον πολλαπλασιασμό των επιστολών που απαιτούσαν την ικανοποίηση χρεών που ολοένα αυξάνονταν, κατάφερα τελικά να με πείσω πως δεν ήταν μια δειλή πράξη να αναιρέσω τη ζωή μου. Πως αντίθετα θα ήταν δειλό να επιμένω να κρατηθώ σε αυτήν ενάντια σε κάθε προοπτική. Μου υποστήριξα ότι τα όνειρά μου, οτιδήποτε θετικό είχα μέσα μου, οπωσδήποτε τώρα δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην ανέχεια δεν θάλλει καμία μεγαλοσύνη, και είναι το πιο ύπουλο όπλο της να υποστηρίζει αντίθετα ότι η στρεβλότητα που επιφέρει μπορεί να οδηγήσει σε μια άλλου είδους μεγαλοσύνη. Έτσι τελικά έπαψα να παρατηρώ με αμφισημία τη σκέψη ότι θα αυτοκτονήσω και άρχισε έπειτα η ενασχόληση με την ανεύρεση ενός όσο το δυνατόν περισσότερο υποφερτού τρόπου να το πετύχω.

Σίγουρα φευγαλέα επέστρεψαν τέτοιες αναμνήσεις καθώς στεκόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού εκείνης της κοπέλας. Από τόσο ψηλά δεν θα υπήρχε περίπτωση η πτώση μου να έχει ως συνέπεια κάτι έλασσον, κάτι λιγότερο μονοσήμαντο από τον θάνατό μου. Ήταν και πάλι πιθανό ότι παρά την απόφασή μου δεν θα κατόρθωνα να ελέγξω τα μέλη μου αφού θα είχα περάσει πάνω από τα κάγκελα. Σίγουρα η θέα του δρόμου όπου σε λίγο θα τσακιζόμουν θα ήταν πολύ πιο πειστική ως προς την αναγκαιότητα να κινηθούν τα χέρια μου μπροστά, σε μια τελική, παράλογη, ανούσια προσπάθεια να προφυλαχτεί το κεφάλι, αυτός ο βασιλιάς του σώματος. Όμως από ένα τέτοιο ύψος δεν θα είχε σημασία. Τα χέρια μπορεί να βρίσκονταν μπροστά από το κεφάλι μου μια στιγμή πριν να πιεστούν στον δρόμο, την αμέσως επόμενη όμως εκείνο που τόσο ανενδοίαστα προστάτευαν θα είχε συναντήσει την ίδια μοίρα με αυτά.
   Δυστυχώς τέτοιοι συλλογισμοί, μακάβριοι, που δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν απλώς για να κερδηθεί λίγος ακόμα χρόνος στη ζωή, με απασχόλησαν τόσο έντονα που δεν αντιλήφθηκα ότι είχαν περάσει λίγα λεπτά και η κοπέλα τώρα είχε βγει και εκείνη στο μπαλκόνι.
   Αναγκάστηκα να επιστρέψω στο καθιστικό, τώρα όμως δεν ένιωθα το ίδιο χαρούμενος με πριν.
   Σίγουρα δεν είχε χαθεί η δυνατότητα να επιτευχθεί ο στόχος μου. Απλώς είχε παραταθεί για λίγο ο χρόνος που αυτό θα συνέβαινε. Όμως δεν κατάφερα να είμαι το ίδιο ευχάριστος στην οικοδέσποινά μου όσο είχα φανεί πριν. Ήμουν νευρικός, όσο και αν κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να μη γίνει αυτό φανερό. Προκάλεσε μια ερώτησή της. Ισχυρίστηκα ότι είναι απλώς όλα πολύ όμορφα και δεν είχα συνηθίσει σε τόσο θετικές συνθήκες. Νόμιζα ότι αυτό θα της έκανε παρήγορη εντύπωση, όμως δεν χαμογέλασε σε απόκρισή του, αντίθετα έμοιαζε να ξαφνιάζεται και σώπασε για αρκετή ώρα. Ήταν πολύ δύσκολη αυτή η περίοδος διότι, όσο και αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποια δικαιολογία που να έμοιαζε εύλογη για να καταφέρω να επιστρέψω στο μπαλκόνι. Άρχιζα να φοβάμαι ότι δεν θα το πετύχω αυτό ποτέ. Πως η κοπέλα θα παραξενευόταν ακόμα περισσότερο, τελικά θα μου ζητούσε με σβησμένη φωνή να φύγω και τότε βέβαια μόνο ένα θα μου έμενε να κάνω, να σηκωθώ και να αρχίσω να τρέχω προς το μπαλκόνι και να μη σταματήσω ώσπου να περάσω πάνω από τα κάγκελα...
   Δεν ήθελα να λήξει έτσι αυτό. Θα ήταν πολύ καλύτερο να μη με έβλεπε να γκρεμίζομαι. Εξάλλου της ήμουν υπόχρεος που άθελά της μου είχε εξασφαλίσει αυτό το μονοπάτι ως τον τελικό μου προορισμό, και από την άλλη την είχα βέβαια παραπλανήσει και χρησιμοποιήσει. Γι’ αυτό θα προτιμούσα να μην αναγκαζόταν να πληγωθεί ακόμα περισσότερο, παρατηρώντας αυτό που έπρεπε όμως πάση θυσία να κάνω.
Στην πραγματικότητα δεν μπορούσα άλλο να σκεφτώ νηφάλια. Κατά καιρούς συνεχίζαμε να μιλάμε, αλλά τώρα η κάθε ρήση της μου έμοιαζε να ηχεί ακόμα πιο απογοητευμένη από την προηγούμενη, ενώ ο κάθε δικός μου λόγος διαρκώς μου φάνταζε ότι αλλοιωνόταν για να αποκτήσει ένα άλλο νόημα, εντελώς αντίθετο από εκείνο που στόχευα να παρουσιαστεί, και γι’ αυτό και η κοπέλα συνεχώς φαινόταν να νιώθει και πιο άβολα. Όταν τελικά σηκώθηκα, αργά αργά για να μην την τρομάξω περισσότερο, την κοίταξα χαμογελαστός, διατύπωσα τον θαυμασμό μου για το σπίτι και την ύστατη ώρα σκέφτηκα αυτό που τώρα μου φαινόταν εξαιρετικά απλό και εύλογο να πω για να αιτιολογήσω μια νέα πορεία μου προς το μπαλκόνι. Πρόφερα την κρίση ότι θα ήθελα να δροσιστώ λιγάκι από τον απαλό νυκτερινό αέρα, προσθέτοντας πως θα το έπραττα, δείχνοντας το μπαλκόνι, αν εκείνη δεν είχε μια αντίρρηση.
Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν παρουσίασε καμία αντίσταση. Αντίθετα για πρώτη φορά μετά από ώρα συνόδευσε την κατάνευσή της με ένα ομοίως ευοίωνο χαμόγελο, όπως εκείνο που είχε υποδεχτεί την αρχή της γνωριμίας μας. Το ανταπέδωσα, προφέροντας από μέσα μου ένα ευχαριστώ απέναντί της, και έκανα τη μεταβολή μου για να βηματίσω και πάλι προς την μπαλκονόπορτα.
   Εκεί το άνοιγμα εξακολουθούσε να υπάρχει. Σκέφτηκα ότι θα χωρούσα να περάσω από μέσα του δίχως κάποια πρόσθετη σημαίνουσα κίνηση, δίχως να απασχολήσω άλλον κανέναν με έναν ακόμα ήχο. Ήμουν χαμογελαστός καθώς πλησίασα το χάσμα. Η κουρτίνα έμοιασε για μια στιγμή πιο περίτεχνη από το άπνοο κίτρινο σχέδιο που θυμόμουν να την κοσμεί και αφέθηκα να κοιτάξω στο πλάι καταπάνω της. Συνέχισα να περπατώ, αλλά όλο και πιο σιγά, δεν ήθελα να σταματήσω ούτε στιγμή, όμως ολοένα αφοσιωνόταν η προσοχή μου στην κουρτίνα. Δεν είχα παρατηρήσει πως υπήρχαν σε αυτήν τόσο λεπτά μοτίβα. Νόμισα ότι το φως έριχνε τη σκιά τους και στον τοίχο πέρα από το άνοιγμα της πόρτας, αφού και εκεί έμοιαζε να υπάρχει το αντίστοιχο θέαμα, μόνο πλασμένο από σκιά και όχι χρώματα και ύλη. Μετά πίστευα για λιγάκι ότι δεν ήταν απλώς περίτεχνο το σχέδιο της κουρτίνας, αλλά είχε μια ανήκουστη πρωτοτυπία, διότι έμοιαζαν να μην έχουν σχεδιαστεί τα μοτίβα, αλλά να έχουν σκιστεί με προσοχή, έτσι που η κουρτίνα έμοιαζε με ένα μεγάλο πλέγμα. Τότε ήταν που είδα την τεράστια αράχνη με το κόκκινο χρώμα στη ράχη του κατά τα άλλα κατάμαυρου σώματος να προβάλλει από την οροφή...
   Ήθελα να μη σταματήσω ούτε στιγμή, όμως τώρα αυτό ήταν αδύνατο. Κοίταξα αποσβολωμένος το ον εκείνο. Ξαφνικά, απότομα, γύρισα προς την άλλη πλευρά, εκεί όπου νόμιζα ότι ήταν η σκιά της κουρτίνας. Δεν ήταν όμως μια σκιά αλλά ακόμα ένας ιστός, από το κάτω μέρος του οποίου πλησίασε ένα ακόμα μεγάλο αντίστοιχα απειλητικό ον.
   Μπροστά μου ήταν το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας, έμοιαζε όμως τώρα πολύ στενότερο. Οι δυο αράχνες εμφανίζονταν όλο και πιο κοντά του. Θυμήθηκα φευγαλέα ένα γρήγορο τρέξιμο ανάμεσα στους ιστούς στο δρομάκι της εξοχικής περιοχής, τόσα χρόνια πριν. Μου συνέστησα να το ξαναπράξω. Δεν μπορούσα. Κοιτούσα τις αράχνες. Μου επισήμανα ότι πίσω μου ήταν η κοπέλα και πως δεν είχα άπειρο χρόνο στη διάθεσή μου για να ετοιμαστώ. Οι αράχνες παρέμεναν ασάλευτες, ίσως η άκρη ενός ποδιού να ανασηκωνόταν υπαινικτικά, απαγορευτικά. Γιατί είχαν εμφανιστεί εδώ; Γιατί μου απαγόρευαν να πνιγώ στη θάλασσα που με περίμενε λίγα μέτρα μακριά τους; Πού ήμουν στ’ αλήθεια; Υπήρχε ένας αναμφίβολος παραλληλισμός, όμως γιατί να είναι τόσο δύσκολο να θέσω ένα τέρμα στη ζωή μου, τόσο δύσκολο που έπρεπε να συνωμοτήσει η ίδια μου η φαντασία για να μου επιβληθεί και πάλι να υποχωρήσω;
   Θυμήθηκα, μέσα σε όλα αυτά, την κοπέλα πίσω μου. Δεν θα είχε τρομάξει από τη στάση μου. Δεν θα είχε καν υποπτευθεί κάτι από αυτήν. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα. Η σύντομη ορθοστασία μπροστά από το μπαλκόνι θα γινόταν να αποδοθεί σε τόσες πολλές, τόσο ευλογοφανείς, επινοημένες αιτίες. Για κάποιον λόγο τότε ήταν που θυμήθηκα την επίσκεψή μου σε έναν άλλο χώρο που έβλεπα για πρώτη φορά, στο μακρινό Λονδίνο, σε εκείνο το δωμάτιο στο μικρό πανδοχείο και σε ό, τι είχα συναντήσει εκεί. Γιατί αλήθεια είχα δεχτεί να παραμείνω το βράδυ σε αυτό, ενώ τούτο ήταν εντελώς παράλογο; Τότε είχα αντισταθεί, έστω και φτωχικά, έστω και παιδιάστικα, σε μια πραγματική απειλή να τελειώσουν όλα για εμένα. Τώρα είχα φτάσει εδώ με τη θέληση να εξασφαλιστεί ακριβώς ο όλεθρος για εμένα. Γύρισα το σώμα μου αργά αργά προς τις καρέκλες στην άκρη του καθιστικού. Δεν κοιτούσα ακόμα προς τα εκεί. Άραγε, σηκώνοντας το βλέμμα μου, θα παρατηρούσα εκεί τη γιγαντιαία μαύρη αράχνη;
   Αμφιταλαντεύτηκα να κοιτάξω. Τελικά, κρατώντας ακόμα το βλέμμα μου χαμηλωμένο, πρόφερα σαν να μιλούσα στο κενό, ή σε ένα μακρινό ακροατήριο, ότι θα πάω στην κουζίνα να πάρω λίγο ακόμα νερό.
   Δεν με είχε σταματήσει για άλλη μια φορά. Ίσως να ήταν από αγάπη. Ίσως όμως να μην είχε προφέρει την απορία για το αφημένο μου ποτήρι στο τραπέζι μπροστά από τις καρέκλες για έναν άλλο λόγο, διότι δεν είχε πλέον χείλη, ούτε κάποιο ανθρώπινο στόμα, ήταν κάτι ισόβια βουβό. Στην κουζίνα δεν άργησα να βρω κάτι ιδιαίτερα αιχμηρό. Το κοιτάζω ακόμα. Η ώρα περνάει και το κάθε λεπτό κάνει ακόμα πιο εύλογη την απορία μου για τη γενική σιωπή σε αυτό το μέρος.


Το διήγημα Η Αράχνη του Κυριάκου Χαλκόπουλου δημοσιεύεται στο τεύχος 28 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές. Κατόπιν σπούδασε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά (Ένεκεν, Δέκατα, Εντευκτήριο, Ίαμβος, Αντί επιλόγου κ.ά.) και σε έντυπα του εξωτερικού (Αγγλία, Γερμανία). Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη.