Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

ΝΕΟΝΑΖΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ, Βάσω Μαλγαρινού

H εξέγερση μεταναστών στην Αμυγδαλέζα μετά από ρατσιστικές κτηνωδίες αστυνομικών». Η είδηση θα μπορούσε να είναι φανταστική, αναπόσπαστο μέρος ενός δυστοπικού μυθιστορήματος με άσχημο τέλος. Και όμως είναι αληθινή. Στην Ελλάδα του 2013, στην Ελλάδα της οικονομικής, και όχι μόνο, κρίσης, όπου ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού φτωχοποιείται λειτουργούν στρατόπεδα συγκέντρωσης, μεταναστών —για αρχή. Σε κάποια από αυτά έχουν ήδη μεταφερθεί τοξικομανείς και προφανώς το «μέτρο» μπορεί να γενικευτεί σε όσους θεωρούνται «αποκλεισμένοι» από την κοινωνία ή επικίνδυνοι γι’ αυτήν.
   Η οικονομική κρίση ενίσχυσε το νεοναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής που το 2012 αντικατέστησε το παραδοσιακό ακροδεξιό ΛΑΟΣ, το οποίο αποχώρησε από την κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Λ. Παπαδήμου το 2010. Οι ακροδεξιοί ψηφοφόροι του φαίνεται πως στράφηκαν στη Χ.Α. όπως και πολλοί αγανακτισμένοι ψηφοφόροι που ήθελαν να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους προς το πολιτικό κατεστημένο, μιας και η Χ.Α. αυτοαποκαλείται αντισυστημική.
   Συγχρόνως, είναι άξιο αναφοράς πως οι τελευταίες δημοσκοπήσεις —όσο έγκυρες μπορεί να είναι με δεδομένο τον προπαγανδιστικό ρόλο των δημοσκόπων— δίνουν στο ναζιστικό κόμμα της Χρυσής Αυγής ένα ποσοστό περίπου στο 12%, αρκετά μεγαλύτερο δηλαδή από αυτό των τελευταίων εκλογών και ενώ είναι ευρέως γνωστή πλέον η δολοφονική της δράση.
   Αδιαμφισβήτητα, όμως, όπως θα πει ο Χορκχάιμερ, όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό δεν πρέπει να μιλάει και για τον φασισμό1. Το ζήτημα δεν είναι εθνικό: όπως κινδυνεύει να γίνει θύμα ρατσιστικής επίθεσης ένας Παλαιστίνιος στην Αθήνα σήμερα, τον ίδιο κίνδυνο αντιμετωπίζει ένας ομοφυλόφιλος, ένας αριστερός (καθώς επιθέσεις έχουν καταγραφεί τόσο για άτομα διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού όσο και διαφορετικών ιδεολογιών). Αυτό που αποκρύπτουν τόσο οι ναζιστές όσο και η άρχουσα τάξη είναι η ταξική υπόσταση και υφή των πραγμάτων. Γι’ αυτό, άλλωστε, θα δούμε διαφορετική αντιμετώπιση στους «ξένους» που έχουν χρήματα και έρχονται για να «επενδύσουν» και στους φτωχούς τόσο ξένους, όσο και Έλληνες. Δεξιώσεις για τους πρίγκιπες από το Κατάρ και τους σεΐχηδες από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μαχαιρώματα μέχρι θανάτου σε Πακιστανό εργάτη, σφαίρες στους εργάτες της Μανωλάδας που ζητούν τα δεδουλευμένα τους. Αυτό το μέλλον μας επιφυλάσσει, εξάλλου, ο καπιταλισμός: ειδικές οικονομικές ζώνες παντού και για όλους (εκείνους τους τυχερούς που δουλεύουν), με μισθούς πείνας και σε συνθήκες εξαθλίωσης και σπίτια-κοτέτσια2.
   Πρόσφατο σχετικό παράδειγμα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή: «Υπογράφηκε την Πέμπτη 8 Αυγούστου το πρώτο συμβόλαιο που αφορά την πώληση ακινήτου στην Αττική σε Κινέζο υπήκοο, με βάση τον νέο νόμο 4146/2013, ο οποίος προβλέπει τη χορήγηση αδειών παραμονής σε πολίτες μη Ευρωπαϊκής Ένωσης αν αυτοί προβούν σε αγορά ακινήτων αξίας άνω των 250.000 ευρώ»3. Αν υπάρχει κεφάλαιο προσφέρεται άδεια παραμονής, αν όχι, μπορείτε να μείνετε σε χώρους «κλειστής φιλοξενίας», αρκεί να μην προσπαθήσετε να φύγετε, εκτός και αν πέσετε από την ταράτσα4. Οι άνθρωποι στο στρατόπεδο της Κορίνθου φωνάζουν με όποιον τρόπο έχουν «HELP»5 μα ποιος απομένει να τους ακούσει; Η ψυχή μιας κοινωνίας που κινδυνεύει να μείνει χωρίς ψυχή.

Οι τεχνολογίες της εξουσίας
και η φυσικοποίηση του ρατσισμού και του φασισμού


Σύμφωνα με τον Φουκώ «στόχος μας είναι να προσδιορίσουμε διαμέσου των μηχανισμών και των σχέσεων τους τα διάφορα συστήματα εξουσίας. Για να αναλύσουμε συγκεκριμένα τις σχέσεις εξουσίας θα πρέπει να αφήσουμε κατά μέρος το νομικό μοντέλο της κυριαρχίας το οποίο προϋποθέτει το άτομο ως υποκείμενο φυσικών δικαιωμάτων. Θα πρέπει να μελετήσουμε την εξουσία με βάση την ίδια τη σχέση, τον τρόπο με τον οποίο οι σχέσεις καθυπόταξης κατασκευάζουν υπηκόους». Όπως διαγιγνώσκει ο Χορκχάιμερ «στον όψιμο καπιταλισμό, οι λαοί μεταμορφώνονται πρώτα σε αποδέκτες κοινωνικών παροχών και ύστερα σε πειθαρχημένους οπαδούς». Με βάση τα λεγόμενα του Φουκώ «αυτή τη μεταμόρφωση πρέπει να την αποκωδικοποιήσουμε με βάση το γενικό σχήμα του πολέμου. Γιατί η πολιτική είναι η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα».
   Ο Φουκώ, βέβαια, ανασκευάζει την αντίληψη για τον Hobbes ως πατέρα της «πολεμικής» ερμηνείας της κοινωνίας και του κράτους (όπως διαπιστώνει και ο Π. Θεοδωρίδης σε σχετικό άρθρο). Κατά τον Hobbes η κυριαρχία συγκροτείται με βάση έναν υπολογισμό ώστε να αποφευχθεί ο πόλεμος (όλοι εναντίων όλων). Ο μη πόλεμος θεμελιώνει και δίνει μορφή στο Κράτος. Ο πολεμικός λόγος στον οποίο αναφέρεται ο Φουκώ είναι διαφορετικός: «το ομιλούν υποκείμενο βρίσκεται εντός της μάχης, έχει αντιπάλους, πολεμά για τη νίκη. Επιδιώκει να επιβάλει ένα δίκαιο· πρόκειται όμως για το δικό του δίκαιο: είναι το φυλετικό δικαίωμα των εισβολών ή των κατακτήσεων» (Φουκώ Μ., 1997).
   Από τον 18ο αιώνα έχουμε κατά τον Φουκώ δυο τεχνολογίες της εξουσίας: μια πειθαρχική τεχνική, η οποία έχει ως κέντρο της το σώμα το οποίο χειρίζεται ως εστία δυνάμεων που μπορούν να φανούν χρήσιμες και μια διαφορετική τεχνολογία που δεν επικεντρώνεται στο σώμα αλλά στη ζωή. Η δεύτερη συγκεντρώνει τα μαζικά φαινόμενα, θέλει να ελέγξει τα τυχαία γεγονότα και έχει ως στόχο τη συνολική ισορροπία, την ασφάλεια του συνόλου. Η πρώτη μπορεί να κωδικοποιηθεί στην ακολουθία «σώμα-οργανισμός-πειθαρχία-θεσμοί» και η άλλη στην ακολουθία «πληθυσμός-βιολογικές διεργασίες-ρυθμιστικοί μηχανισμοί-κράτος». Στην τεχνολογία της εξουσίας που πραγματεύεται το θέμα της ζωής και του πώς θα ασκείται το δικαίωμα της θανάτωσης εισχωρεί ο ρατσισμός. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να ξεχωρίσουν τα «στοιχεία» που πρέπει να ζήσουν από εκείνα που πρέπει να θανατωθούν. Ο χαρακτηρισμός κάποιας φυλής ως ανώτερης και άλλων ως κατώτερων είναι ένας τρόπος να διαχωριστεί η μια ομάδα από την άλλη σαν σε βιολογικό επίπεδο. Ο ρατσισμός ενεργοποιεί σχέσεις πολεμικού τύπου: «ο θάνατός σου η ζωή μου», ο θάνατος μιας κατώτερης φυλής θα προσφέρει καλύτερη, «καθαρότερη» ζωή συλλήβδην.
   Για τον Φουκώ η σχέση αυτή δεν είναι πολεμική, εμφανίζεται ως βιολογική. Ο βιολογικός αντίπαλος πρέπει να εξοντωθεί, ώστε να ενισχυθεί το είδος ή η φυλή που κινδύνευε. Ο ναζισμός ενσάρκωσε την ανάπτυξη των νέων μηχανισμών εξουσίας. Στο ναζιστικό κράτος οι βιολογικές διαδικασίες λαμβάνονταν έντονα υπόψη. Ο έλεγχος των απροόπτων ήταν από τους άμεσους στόχους του. Ταυτόχρονα με την κοινωνία της πειθαρχίας, όμως, η λειτουργία της θανάτωσης εκτραχηλίζεται, γίνεται υπόθεση όχι μόνο του κράτους αλλά και των ταγμάτων εφόδου, των SS, των καταδοτών.
   Στη θεωρία του Βάλερσταϊν ο ρατσισμός υπάγεται στις «αντιοικουμενικές νόρμες». Ως οικουμενισμός ορίζεται το να δίνεται προτεραιότητα σε γενικούς κανόνες που ισχύουν για όλα τα πρόσωπα εξίσου. Ο ρατσισμός, λοιπόν, κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Προϋποθέτει την κοινωνική διαβάθμιση —μια ομάδα στην κορυφή, μια άλλη/άλλες στον πάτο. Η ένταξη στις κατώτερες βαθμίδες μοιάζει σαν κάτι το φυσικό, σαν μια αναλλοίωτη αλήθεια που δεν μπορεί ν’ αλλάξει. Με την αναγωγή σε βιολογικά καθορισμένους παράγοντες οι νόρμες μεταφέρονται στο κράτος, στους χώρους εργασίας και στην κοινωνική ζωή. (Βάλερσταϊν, 2009)
   Ο Δ. Κωτσάκης (2013) σε άρθρο του σημειώνει για τη σχέση βιολογικού αναγωγισμού και φασισμού: «έχει ιδιαίτερη σημασία στο σημερινό πολιτισμικό πλαίσιο να τονιστεί η δυναμική της φυλετικής διάστασης του εθνικού φασισμού: ο βιολογικός αναγωγισμός της δεν έχει δεσμεύσεις, δεν έχει λόγο να περιορίζεται στο κοινωνικό σύνολο [..], εκτείνεται θεωρητικά σε κάθε άνθρωπο ατομικά και στην κάθε προσωπική του σχέση». Μπορούμε, ίσως να συμπληρώσουμε εδώ, παραφράζοντας τον Χορκχάιμερ, πως ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να βρεθεί στη θέση είτε του θύτη είτε του θύματος, σε οποιαδήποτε εποχή και κοινωνία, με οποιαδήποτε αφορμή. Ο Κωτσάκης συνεχίζει λέγοντας πως η μεταφορά μέσω του «αίματος» είναι ένα βιολογικό σχέδιο που ισχύει καθολικά για τη φυλή και το άτομο. Η δυναμική του νέου εθνικού-φυλετικού φασισμού έγκειται στην καθολικότητα του αναγωγισμού του σε βιολογικούς όρους. Ο φασισμός σήμερα ολοκληρώνεται όχι μόνο ως φυλετικός αλλά ως βιολογικός εν γένει.

Τα μαύρα (επιλεκτικά) φερέφωνα:
Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Χ.Α.


Παρά τον υποτιθέμενο αποκλεισμό της Χ.Α. από τα ΜΜΕ, μια συνοπτική βιβλιογραφική και διαδικτυακή έρευνα μάλλον προνομιακές σχέσεις με την «τέταρτη εξουσία» θα μας δείξει.
   Μάλιστα αυτό συνέβαινε πριν τις τελευταίες εκλογές και την εκτίναξη του εκλογικού της ποσοστού στο 7%. Ήδη το ΛΑΟΣ και οι εκπρόσωποι του, οι οποίοι δεν έκρυβαν τις σχέσεις τους με τη Χ.Α., προλείαιναν το έδαφος. Ειδικά από τις αρχές του 1990 οι εκπρόσωποι του ντόπιου εθνικοσοσιαλισμού ήταν προσκεκλημένοι ως ειδήμονες πάνω σε εθνικά ζητήματα. Σταχυολογούμε ενδεικτικά από το βιβλίο του Δ. Ψαρρά Η μαύρη βίβλος της Χρυσής Αυγής: ο Κ. Πλεύρης σε εκπομπή της Κανέλλη και Παναγιωταρέα, καθώς και στον Θ. Αναστασιάδη, ο Μιχαλολιάκος και ο Βορίδης σε εκπομπή του Βέλλιου, του Τριανταφυλλόπουλου, ο Πλεύρης και ο Μιχαλολιάκος στο «Τέλος Εποχής» του Πρετεντέρη (μαζί με τον Πάγκαλο και Έλληνα Εβραίο που επέζησε από το Ολοκαύτωμα), σε τοπικά κανάλια σε διάφορα μέρη της χώρας.
   Φυσικά η στάση των δημοσιογράφων είναι η «πολιτικά ορθή», καθώς οφείλουν να σεβαστούν όλες τις απόψεις, τι και αν οι απόψεις που εκφράζονται στάζουν μίσος και δε σέβονται στοιχειωδώς κανέναν. Το 24/3/2007, όπου μας παραπέμπει ο Ψαρράς, την ημέρα της μαθητικής παρέλασης η οργάνωση συγκεντρώθηκε απέναντι από την εξέδρα των επισήμων και έκαψε βιβλία ιστορίας της Στ΄ δημοτικού που χαρακτηρίστηκαν ανθελληνικά. Η είδηση μεταφέρθηκε από τα κανάλια χωρίς περαιτέρω σχόλια ως κάτι το φυσιολογικό. Στους «αγανακτισμένους» κατοίκους π.χ. του Άγιου Παντελεήμονα προσφέρονταν αφειδώς ο τηλεοπτικός χρόνος ώστε να παραπονεθούν γα την αυξημένη εγκληματικότητα λόγω των μεταναστών, ενώ η σύνδεσή τους, στο μεγαλύτερο ποσοστό, με τη Χ.Α. δεν άργησε να μαθευτεί.
   Αντίθετα, πληροφορίες αρνητικά φορτισμένες (δίκες, καταδίκες, εγκλήματα) για μέλη της οργάνωσης μένουν στην ειδησεογραφική αφάνεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δίκη του ναζιστή Κ. Πλέυρη για την οποία διαβάζουμε: «η καταδίκη του ναζιστή στις 13 Δεκέμβρη (με ψήφους 2-1) σε 14 μήνες φυλάκισης είναι μεν μια πρώτη νίκη κατά του αντισημιτισμού, του ναζισμού και του ρατσισμού αλλά είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Και αυτό επειδή είναι μια νίκη κυρίως στο νομικό επίπεδο και ελάχιστα στο πολιτικό. Γιατί η γενική σιωπή του πολιτικού καθεστώτος συνεχίστηκε και στη δεύτερη φάση της δίκης. Γιατί η δίκη αυτή κυριολεκτικά “πνίγηκε” σε τηλεόραση και ραδιόφωνο σε μια αναμφίβολα οργανωμένη λογοκρισία και ο λαός μας δεν έμαθε ποτέ ούτε ότι έγινε η δίκη ούτε ότι υπήρξε κάποιος κατηγορούμενος για ρατσισμό ούτε ότι αυτός καταδικάστηκε. Επί τρεις μήνες δεν ακούστηκε καν σαν είδηση!» (Άννα Στάη, 2008)
   Τα ΜΜΕ, όμως, πέρα από την προβολή αυτών καθ’ αυτών των απόψεων της ναζιστικής συμμορίας, καλλιεργούν εδώ και χρόνια, με μεγάλη μπορούμε να πούμε απήχηση, έντονο κλίμα ξενοφοβίας και ρατσισμού, δίνοντας σχεδόν έτοιμη τροφή στη Χ.Α. Τα δεινά απλοποιούνται, οι ευθύνες επιρρίπτονται στους πιο αδύναμους και σίγουρα  στους φτωχότερους, χωρίς να θίγονται οι σχέσεις εκμετάλλευσης, οι συνθήκες εξαθλίωσης και οι συγκυρίες που οδήγησαν σε συγκεκριμένες καταστάσεις.....


Απόσπασμα από άρθρο της Βάσως Μαλγαρινού που δημοσιεύεται στο 29ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Η Βάσω Μαλγαρινού είναι εκπαιδευτικός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου