Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΡΑΧΝΗ, Κυριάκος Χαλκόπουλος

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι αράχνες. Σε μια από τις παλιότερες αναμνήσεις μου, σε κάποιο καλοκαίρι των πρώτων παιδικών μου χρόνων, περπατούσα σε ένα χωμάτινο μονοπάτι ολόγυρα από πυκνή βλάστηση. Ήταν εκείνη η στενωπός ο μόνος δρόμος για να φτάσω στη θάλασσα, όπου ήταν κι ο προορισμός μου, για να κολυμπήσω. Ωστόσο πάντα εκείνες τις μέρες δίσταζα να προχωρήσω στο μονοπάτι διότι γνώριζα πολύ καλά ότι στην άκρη του, στο στενότερό του σημείο, εκατοστά πριν να φανερωθεί το άνοιγμα από το οποίο θα κατέβαινα στην ακρογιαλιά, είχαν τον ιστό τους δύο γιγαντιαίες αράχνες.
   Δεν ήταν μονάχα το μέγεθός τους που με τρόμαζε. Τα χρώματα ήταν επίσης έντονα και απειλητικά, κυριαρχούσε το μαύρο αλλά υπήρχαν και πολύ ζωηροί τόνοι, κόκκινοι και κίτρινοι. Η μια αράχνη είχε υφάνει το πλέγμα της προς την πλευρά της θάλασσας, η άλλη προς την πλευρά από όπου είχα φτάσει στο μονοπάτι. Οι δύο ιστοί ήταν στο ίδιο ύψος, εκτείνονταν σχεδόν για ένα μέτρο ο καθένας και οι υφαντές τους ποτέ δεν εγκατέλειπαν τις θέσεις τους στο κέντρο τους.
   Φυσικά φοβόμουν πως, καθώς θα επιχειρούσα να περάσω από το κενό σημείο ανάμεσα στις άκρες των ιστών, τα όντα εκείνα θα επετίθεντο. Έμοιαζε το καθένα τους μεγαλύτερο από την παιδική μου γροθιά. Τα πόδια τους παρέμεναν ακόμα ακίνητα, αλλά αυτό μου φαινόταν παραπλανητικό, διόλου παρήγορο. Τελικά αναγκαζόμουν να κάνω έντρομος το τελικό βήμα και πάντα φανταζόμουν ότι πίσω μου οι αράχνες είχαν πλησιάσει στις άκρες των ιστών. Για άλλη μια φορά είχα καταφέρει να περάσω αλώβητος από εκείνες τις νημάτινες συμπληγάδες, που όμως δεν θα διαλύονταν ποτέ απλώς ηττημένες από την έλευσή μου στην παραλία.
   Κάποια επόμενη χρονιά οι αράχνες δεν υφίσταντο πλέον στο σημείο τους. Ίσως να μην τις θυμόμουν άλλο και έτσι να μην ένιωσα κάποια ηρεμία που αποδιδόταν σε συνειδητό αίτιο. Συνέχισα για χρόνια να παραθερίζω σε εκείνη την περιοχή, όμως η αγριότητα από αυτήν την προέλευση είχε τώρα εξαλειφθεί.

Πολλά χρόνια αργότερα, στο πρώτο έτος των σπουδών μου στην Αγγλία, είχα καταλύσει ένα βράδυ σε ένα μικρό πανδοχείο στο κεντρικό Λονδίνο. Είχα πιθανότατα για ώρα ταλαιπωρήσει τον υπάλληλο που δούλευε μόνος του σε εκείνη τη βάρδια της περασμένης ώρας, αναζητώντας το κατάλληλο δωμάτιο. Όταν έφτασα σε αυτό που συμφωνήθηκε, δεν πρόλαβα να πέσω για ύπνο πριν να ανακαλύψω ότι υπήρχε στον μικρό χώρο και μια άλλη ύπαρξη.
   Ήταν μια γιγαντιαία μαύρη αράχνη, πυκνό τρίχωμα κάλυπτε όλο της το σώμα καθώς πρόβαλλε πίσω από μια ξύλινη καρέκλα.
   Ήμουν εκείνη τη στιγμή ξαπλωμένος στο μικρό κρεβάτι, την κοιτούσα για λίγο σαν να ανταπέδιδα ένα βλέμμα έκπληξης ή αποφασιστικότητας, σαν να είχε επιδείξει και αυτή κάτι τέτοιο απέναντί μου από το χαμηλότερο σημείο όπου κινούνταν. Κατόπιν σηκώθηκα απότομα, πήρα τη φτηνή κολόνια που είχα αποθέσει στο ράφι απέναντι από το κρεβάτι και ράντισα με το περιεχόμενό της εκείνο το φοβερό πλάσμα. Αναγκάστηκε να υποχωρήσει στη σκιά. Πήρα την καρέκλα και την τοποθέτησα στο άνοιγμα από όπου είχε βγει η αράχνη και μετά με τη μια κουβέρτα δημιούργησα ένα όριο σε όλη εκείνη την περιοχή. Είχα την ελπίδα ότι αυτό θα παρουσιαζόταν ανυπέρβλητο για εκείνο το ον. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν ξέρω πώς κατάφερα να κοιμηθώ, και φυσικά πριν με πάρει ο ύπνος φαντάστηκα πολλές φορές το μαύρο πλάσμα πάνω στο κοιμισμένο μου σώμα να μελετάει τη μορφή μου, να απαντά στο ήρεμο ανεβοκατέβασμα του στέρνου μου με τις υπολογισμένες και συνωμοτικές κινήσεις των ποδιών του.
   Το επόμενο πρωί εγκατέλειψα το πανδοχείο. Η αράχνη δεν φαινόταν πουθενά, αν και δεν την αναζήτησα στις σκιερές γωνιές.
   Τώρα είμαι τριαντατεσσάρων ετών. Όπως συνέβη με τη λησμονιά των όντων σε εκείνο το δρομάκι προς την παραλία, το ίδιο έγινε και με την ανάμνηση για την απειλή που συνάντησα σε εκείνο το δωμάτιο στον μακρινό Βορά. Αν τα θυμάμαι τώρα πάλι αυτά, είναι διότι μου το επέβαλε η εξέλιξη των πραγμάτων. Έχω την εκτίμηση ότι όλα με κάποιον τρόπο συνδέονται με αυτό που συνέβη, έχει υφανθεί ένα πλέγμα άλλου είδους, νοητικό, και αυτά αποτελούν κομμάτια του. Μολοντούτο δεν γνωρίζω σε τι ακριβώς συνίσταται η επιρροή τους στην αποψινή νύκτα και τα γεγονότα της.
   Για αρκετές εβδομάδες είχα έναν συγκεκριμένο στόχο. Τελικά τον πέτυχα. Ήθελα να γίνω δεκτός στο σπίτι μιας κοπέλας που τυχαία άκουσα ότι κατοικούσε στον έκτο όροφο ενός κτιρίου στο κέντρο της πόλης. Η ίδια η κοπέλα μου έμοιαζε αρκετά όμορφη. Είχα την εντύπωση πως υπήρχε μια πιθανότητα να της κάνω επίσης θετική εντύπωση, αν και μέχρι τη στιγμή που μιλήσαμε δεν μπορούσα να με βεβαιώσω καθόλου γι’ αυτό.
   Η συμπεριφορά της απέναντί μου ήταν φιλική. Με κοιτούσε με ένα φωτεινό βλέμμα. Ήταν χαμογελαστή. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα κατόρθωνα να της ζητήσω να πάμε στο σπίτι της. Ήταν βέβαιο ότι θα παρεξηγούσε μια τέτοια απαίτηση. Όπως και να είχε δεν με γνώριζε, και εξάλλου ήταν σημαντικό για εμένα να ζητήσει εκείνη να επισκεφτώ τον χώρο της. Σίγουρα δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν φάνηκε αρκετό να υπαινιχτώ το πραγματικό γεγονός πως εγώ ζούσα με τη μητέρα μου, για να αντιπροτείνει να πάμε στο δικό της διαμέρισμα. Προσπάθησα να είμαι όσο το δυνατόν πιο ευγενικός. Με πίεσα να χαμογελώ συχνά. Κάποιες σκόρπιες αναμνήσεις από καλύτερες εποχές επιστρατεύτηκαν για να αποδοθεί μια πιο ειλικρινής χροιά στην προσποιητή μου ευδαιμονία.
   Ήμουν όμως πραγματικά χαρούμενος όταν άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της. Απέναντί μου, όντως ψηλά, βρισκόταν η πόρτα του μπαλκονιού, αφημένη ανοικτή έτσι που η κουρτίνα ανέμιζε στην άκρη της. Τώρα ήταν όλα πιο εύκολα. Είχε σχεδόν τελειώσει κάθε δυσκολία. Μπορούσα ακόμα και να αυτοσχεδιάσω λιγάκι. Έπειτα από μια σύντομη περιήγηση στα όμορφα δωμάτια, επιστρέψαμε απέναντι από την εξώπορτα, στο καθιστικό. Τη ρώτησα αν μπορούσε να μου φέρει λίγο νερό, και βέβαια αποδέχτηκε χαμογελώντας το ίδιο αθώα.
   Μόλις έστρεψε την πλάτη της σε εμένα ήδη άρχισα τον βηματισμό μου προς το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας. Σε μια στιγμή ήμουν έξω. Ο κρύος αέρας σε εκείνο το ύψος, ο δρόμος κάτω στην ερημιά και την επίπεδη έκτασή του, μου αισθητοποίησαν ότι είχα καταφέρει αυτό που οργάνωνα για τόσες μέρες, από τότε που αναγκάστηκα να αποδεχτώ πως η οικονομική συντριβή της οικογένειάς μου θα ήταν ανεπίδεκτη αναστροφών και πως οι προοπτικές μου να βρω μια δουλειά σε αυτή τη φοβερή περίοδο είχαν εξανεμιστεί παντοτινά.

Όταν πρωτοσυνέλαβα την ιδέα να αυτοκτονήσω, δυσκολευόμουν ακόμα και να εστιάσω για λίγο χρόνο στον συλλογισμό της πραγμάτωσής της. Εικάζω ότι αυτό οφειλόταν σε μια αμφίρροπη ακόμα πάλη μέσα μου ανάμεσα στην προσηνή αποφασιστικότητα και την αναπόφευκτη     εναντίωση σε μια ολέθρια επιλογή. Με το πέρασμα των ημερών όμως, με την πρόοδο της αρρώστιας της μητέρας, με τον πολλαπλασιασμό των επιστολών που απαιτούσαν την ικανοποίηση χρεών που ολοένα αυξάνονταν, κατάφερα τελικά να με πείσω πως δεν ήταν μια δειλή πράξη να αναιρέσω τη ζωή μου. Πως αντίθετα θα ήταν δειλό να επιμένω να κρατηθώ σε αυτήν ενάντια σε κάθε προοπτική. Μου υποστήριξα ότι τα όνειρά μου, οτιδήποτε θετικό είχα μέσα μου, οπωσδήποτε τώρα δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν. Στην ανέχεια δεν θάλλει καμία μεγαλοσύνη, και είναι το πιο ύπουλο όπλο της να υποστηρίζει αντίθετα ότι η στρεβλότητα που επιφέρει μπορεί να οδηγήσει σε μια άλλου είδους μεγαλοσύνη. Έτσι τελικά έπαψα να παρατηρώ με αμφισημία τη σκέψη ότι θα αυτοκτονήσω και άρχισε έπειτα η ενασχόληση με την ανεύρεση ενός όσο το δυνατόν περισσότερο υποφερτού τρόπου να το πετύχω.

Σίγουρα φευγαλέα επέστρεψαν τέτοιες αναμνήσεις καθώς στεκόμουν στο μπαλκόνι του σπιτιού εκείνης της κοπέλας. Από τόσο ψηλά δεν θα υπήρχε περίπτωση η πτώση μου να έχει ως συνέπεια κάτι έλασσον, κάτι λιγότερο μονοσήμαντο από τον θάνατό μου. Ήταν και πάλι πιθανό ότι παρά την απόφασή μου δεν θα κατόρθωνα να ελέγξω τα μέλη μου αφού θα είχα περάσει πάνω από τα κάγκελα. Σίγουρα η θέα του δρόμου όπου σε λίγο θα τσακιζόμουν θα ήταν πολύ πιο πειστική ως προς την αναγκαιότητα να κινηθούν τα χέρια μου μπροστά, σε μια τελική, παράλογη, ανούσια προσπάθεια να προφυλαχτεί το κεφάλι, αυτός ο βασιλιάς του σώματος. Όμως από ένα τέτοιο ύψος δεν θα είχε σημασία. Τα χέρια μπορεί να βρίσκονταν μπροστά από το κεφάλι μου μια στιγμή πριν να πιεστούν στον δρόμο, την αμέσως επόμενη όμως εκείνο που τόσο ανενδοίαστα προστάτευαν θα είχε συναντήσει την ίδια μοίρα με αυτά.
   Δυστυχώς τέτοιοι συλλογισμοί, μακάβριοι, που δεν αμφιβάλλω ότι εμφανίστηκαν απλώς για να κερδηθεί λίγος ακόμα χρόνος στη ζωή, με απασχόλησαν τόσο έντονα που δεν αντιλήφθηκα ότι είχαν περάσει λίγα λεπτά και η κοπέλα τώρα είχε βγει και εκείνη στο μπαλκόνι.
   Αναγκάστηκα να επιστρέψω στο καθιστικό, τώρα όμως δεν ένιωθα το ίδιο χαρούμενος με πριν.
   Σίγουρα δεν είχε χαθεί η δυνατότητα να επιτευχθεί ο στόχος μου. Απλώς είχε παραταθεί για λίγο ο χρόνος που αυτό θα συνέβαινε. Όμως δεν κατάφερα να είμαι το ίδιο ευχάριστος στην οικοδέσποινά μου όσο είχα φανεί πριν. Ήμουν νευρικός, όσο και αν κατέβαλλα μεγάλη προσπάθεια να μη γίνει αυτό φανερό. Προκάλεσε μια ερώτησή της. Ισχυρίστηκα ότι είναι απλώς όλα πολύ όμορφα και δεν είχα συνηθίσει σε τόσο θετικές συνθήκες. Νόμιζα ότι αυτό θα της έκανε παρήγορη εντύπωση, όμως δεν χαμογέλασε σε απόκρισή του, αντίθετα έμοιαζε να ξαφνιάζεται και σώπασε για αρκετή ώρα. Ήταν πολύ δύσκολη αυτή η περίοδος διότι, όσο και αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποια δικαιολογία που να έμοιαζε εύλογη για να καταφέρω να επιστρέψω στο μπαλκόνι. Άρχιζα να φοβάμαι ότι δεν θα το πετύχω αυτό ποτέ. Πως η κοπέλα θα παραξενευόταν ακόμα περισσότερο, τελικά θα μου ζητούσε με σβησμένη φωνή να φύγω και τότε βέβαια μόνο ένα θα μου έμενε να κάνω, να σηκωθώ και να αρχίσω να τρέχω προς το μπαλκόνι και να μη σταματήσω ώσπου να περάσω πάνω από τα κάγκελα...
   Δεν ήθελα να λήξει έτσι αυτό. Θα ήταν πολύ καλύτερο να μη με έβλεπε να γκρεμίζομαι. Εξάλλου της ήμουν υπόχρεος που άθελά της μου είχε εξασφαλίσει αυτό το μονοπάτι ως τον τελικό μου προορισμό, και από την άλλη την είχα βέβαια παραπλανήσει και χρησιμοποιήσει. Γι’ αυτό θα προτιμούσα να μην αναγκαζόταν να πληγωθεί ακόμα περισσότερο, παρατηρώντας αυτό που έπρεπε όμως πάση θυσία να κάνω.
Στην πραγματικότητα δεν μπορούσα άλλο να σκεφτώ νηφάλια. Κατά καιρούς συνεχίζαμε να μιλάμε, αλλά τώρα η κάθε ρήση της μου έμοιαζε να ηχεί ακόμα πιο απογοητευμένη από την προηγούμενη, ενώ ο κάθε δικός μου λόγος διαρκώς μου φάνταζε ότι αλλοιωνόταν για να αποκτήσει ένα άλλο νόημα, εντελώς αντίθετο από εκείνο που στόχευα να παρουσιαστεί, και γι’ αυτό και η κοπέλα συνεχώς φαινόταν να νιώθει και πιο άβολα. Όταν τελικά σηκώθηκα, αργά αργά για να μην την τρομάξω περισσότερο, την κοίταξα χαμογελαστός, διατύπωσα τον θαυμασμό μου για το σπίτι και την ύστατη ώρα σκέφτηκα αυτό που τώρα μου φαινόταν εξαιρετικά απλό και εύλογο να πω για να αιτιολογήσω μια νέα πορεία μου προς το μπαλκόνι. Πρόφερα την κρίση ότι θα ήθελα να δροσιστώ λιγάκι από τον απαλό νυκτερινό αέρα, προσθέτοντας πως θα το έπραττα, δείχνοντας το μπαλκόνι, αν εκείνη δεν είχε μια αντίρρηση.
Προς μεγάλη μου έκπληξη δεν παρουσίασε καμία αντίσταση. Αντίθετα για πρώτη φορά μετά από ώρα συνόδευσε την κατάνευσή της με ένα ομοίως ευοίωνο χαμόγελο, όπως εκείνο που είχε υποδεχτεί την αρχή της γνωριμίας μας. Το ανταπέδωσα, προφέροντας από μέσα μου ένα ευχαριστώ απέναντί της, και έκανα τη μεταβολή μου για να βηματίσω και πάλι προς την μπαλκονόπορτα.
   Εκεί το άνοιγμα εξακολουθούσε να υπάρχει. Σκέφτηκα ότι θα χωρούσα να περάσω από μέσα του δίχως κάποια πρόσθετη σημαίνουσα κίνηση, δίχως να απασχολήσω άλλον κανέναν με έναν ακόμα ήχο. Ήμουν χαμογελαστός καθώς πλησίασα το χάσμα. Η κουρτίνα έμοιασε για μια στιγμή πιο περίτεχνη από το άπνοο κίτρινο σχέδιο που θυμόμουν να την κοσμεί και αφέθηκα να κοιτάξω στο πλάι καταπάνω της. Συνέχισα να περπατώ, αλλά όλο και πιο σιγά, δεν ήθελα να σταματήσω ούτε στιγμή, όμως ολοένα αφοσιωνόταν η προσοχή μου στην κουρτίνα. Δεν είχα παρατηρήσει πως υπήρχαν σε αυτήν τόσο λεπτά μοτίβα. Νόμισα ότι το φως έριχνε τη σκιά τους και στον τοίχο πέρα από το άνοιγμα της πόρτας, αφού και εκεί έμοιαζε να υπάρχει το αντίστοιχο θέαμα, μόνο πλασμένο από σκιά και όχι χρώματα και ύλη. Μετά πίστευα για λιγάκι ότι δεν ήταν απλώς περίτεχνο το σχέδιο της κουρτίνας, αλλά είχε μια ανήκουστη πρωτοτυπία, διότι έμοιαζαν να μην έχουν σχεδιαστεί τα μοτίβα, αλλά να έχουν σκιστεί με προσοχή, έτσι που η κουρτίνα έμοιαζε με ένα μεγάλο πλέγμα. Τότε ήταν που είδα την τεράστια αράχνη με το κόκκινο χρώμα στη ράχη του κατά τα άλλα κατάμαυρου σώματος να προβάλλει από την οροφή...
   Ήθελα να μη σταματήσω ούτε στιγμή, όμως τώρα αυτό ήταν αδύνατο. Κοίταξα αποσβολωμένος το ον εκείνο. Ξαφνικά, απότομα, γύρισα προς την άλλη πλευρά, εκεί όπου νόμιζα ότι ήταν η σκιά της κουρτίνας. Δεν ήταν όμως μια σκιά αλλά ακόμα ένας ιστός, από το κάτω μέρος του οποίου πλησίασε ένα ακόμα μεγάλο αντίστοιχα απειλητικό ον.
   Μπροστά μου ήταν το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας, έμοιαζε όμως τώρα πολύ στενότερο. Οι δυο αράχνες εμφανίζονταν όλο και πιο κοντά του. Θυμήθηκα φευγαλέα ένα γρήγορο τρέξιμο ανάμεσα στους ιστούς στο δρομάκι της εξοχικής περιοχής, τόσα χρόνια πριν. Μου συνέστησα να το ξαναπράξω. Δεν μπορούσα. Κοιτούσα τις αράχνες. Μου επισήμανα ότι πίσω μου ήταν η κοπέλα και πως δεν είχα άπειρο χρόνο στη διάθεσή μου για να ετοιμαστώ. Οι αράχνες παρέμεναν ασάλευτες, ίσως η άκρη ενός ποδιού να ανασηκωνόταν υπαινικτικά, απαγορευτικά. Γιατί είχαν εμφανιστεί εδώ; Γιατί μου απαγόρευαν να πνιγώ στη θάλασσα που με περίμενε λίγα μέτρα μακριά τους; Πού ήμουν στ’ αλήθεια; Υπήρχε ένας αναμφίβολος παραλληλισμός, όμως γιατί να είναι τόσο δύσκολο να θέσω ένα τέρμα στη ζωή μου, τόσο δύσκολο που έπρεπε να συνωμοτήσει η ίδια μου η φαντασία για να μου επιβληθεί και πάλι να υποχωρήσω;
   Θυμήθηκα, μέσα σε όλα αυτά, την κοπέλα πίσω μου. Δεν θα είχε τρομάξει από τη στάση μου. Δεν θα είχε καν υποπτευθεί κάτι από αυτήν. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα. Η σύντομη ορθοστασία μπροστά από το μπαλκόνι θα γινόταν να αποδοθεί σε τόσες πολλές, τόσο ευλογοφανείς, επινοημένες αιτίες. Για κάποιον λόγο τότε ήταν που θυμήθηκα την επίσκεψή μου σε έναν άλλο χώρο που έβλεπα για πρώτη φορά, στο μακρινό Λονδίνο, σε εκείνο το δωμάτιο στο μικρό πανδοχείο και σε ό, τι είχα συναντήσει εκεί. Γιατί αλήθεια είχα δεχτεί να παραμείνω το βράδυ σε αυτό, ενώ τούτο ήταν εντελώς παράλογο; Τότε είχα αντισταθεί, έστω και φτωχικά, έστω και παιδιάστικα, σε μια πραγματική απειλή να τελειώσουν όλα για εμένα. Τώρα είχα φτάσει εδώ με τη θέληση να εξασφαλιστεί ακριβώς ο όλεθρος για εμένα. Γύρισα το σώμα μου αργά αργά προς τις καρέκλες στην άκρη του καθιστικού. Δεν κοιτούσα ακόμα προς τα εκεί. Άραγε, σηκώνοντας το βλέμμα μου, θα παρατηρούσα εκεί τη γιγαντιαία μαύρη αράχνη;
   Αμφιταλαντεύτηκα να κοιτάξω. Τελικά, κρατώντας ακόμα το βλέμμα μου χαμηλωμένο, πρόφερα σαν να μιλούσα στο κενό, ή σε ένα μακρινό ακροατήριο, ότι θα πάω στην κουζίνα να πάρω λίγο ακόμα νερό.
   Δεν με είχε σταματήσει για άλλη μια φορά. Ίσως να ήταν από αγάπη. Ίσως όμως να μην είχε προφέρει την απορία για το αφημένο μου ποτήρι στο τραπέζι μπροστά από τις καρέκλες για έναν άλλο λόγο, διότι δεν είχε πλέον χείλη, ούτε κάποιο ανθρώπινο στόμα, ήταν κάτι ισόβια βουβό. Στην κουζίνα δεν άργησα να βρω κάτι ιδιαίτερα αιχμηρό. Το κοιτάζω ακόμα. Η ώρα περνάει και το κάθε λεπτό κάνει ακόμα πιο εύλογη την απορία μου για τη γενική σιωπή σε αυτό το μέρος.


Το διήγημα Η Αράχνη του Κυριάκου Χαλκόπουλου δημοσιεύεται στο τεύχος 28 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ. Ο Κυριάκος Χαλκόπουλος γεννήθηκε το 1979 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές του σπουδές. Κατόπιν σπούδασε στην Αγγλία και είναι πτυχιούχος της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου του Έσσεξ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά (Ένεκεν, Δέκατα, Εντευκτήριο, Ίαμβος, Αντί επιλόγου κ.ά.) και σε έντυπα του εξωτερικού (Αγγλία, Γερμανία). Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου