Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

ΜΗΔΕΙΑ-ΠΗΝΕΛΟΠΗ, Αρχετυπικές μορφές στην ελληνική και γερμανική Λογοτεχνία, Ντάντη Σιδέρη Σπεκ

Κασσάνδρα, Ιφιγένεια, Ηλέκτρα, Πηνελόπη. Μυθολογικές μορφές του Ομηρικού Έπους και της Τραγωδίας. Γυναίκες εμπλεκόμενες σε φονικά, που προκαλούν, διαπράττουν ή υφίστανται. Η Ιφιγένεια που θυσιάζεται απ’ τον πατέρα της για έναν ούριο άνεμο. Η ιέρεια Κασσάνδρα, κόρη του Πρίαμου, με βλέμμα προφητικό, που τη φέρνει ως λάφυρο και ερωμένη στις Μυκήνες ο Αγαμέμνων, ο οποίος δολοφονείται από τον Αίγισθο, υποκινούμενο από την Κλυταιμνήστρα. Η Ηλέκτρα «αναθρεμμένη στις Μυκήνες με τις παραδόσεις ένοχου αίματος φονικών και πολέμου, πατρίδα της το μίσος, που περιμένει τον Ορέστη, την ελπίδα της, να δώσει τέλος στα φονικά» γράφει η ποιήτρια Barbara Köhler. Η Μήδεια που, προδομένη απ’ τον Ιάσονα, σκοτώνει τα παιδιά της. Η πιστή Πηνελόπη που τον άπιστο τον άνδρα περιμένει, τον πολυμήχανο Οδυσσέα.
   Η Μυθολογία ενέπνευσε επί αιώνες τις Τέχνες: Μουσική, Ζωγραφική, Θέατρο, Ποίηση. Ιδιαίτερα οι γυναικείες μορφές της Μυθολογίας επηρέασαν τις Τέχνες και όχι μόνο. Μερικές, όπως η Μήδεια και η Πηνελόπη, επέζησαν έως τις ημέρες μας ως πρότυπα συμπεριφοράς και θηλυκής ταυτότητας.
   Σκότωσε πράγματι η Μήδεια τα παιδιά της; Κρεμάστηκε απ’ τη ζώνη της η Ιοκάστη όταν συνειδητοποίησε τη μιαρή σχέση της με τον γιo της Οιδίποδα;
   Ήδη στην αρχαιότητα έχουμε παραλλαγές του ίδιου μύθου. Στον μύθο της Μήδειας του Ευριπίδη που σκοτώνει τα παιδιά της, συναντούμε την παραλλαγή κατά την οποία δεν σκότωσε η Μήδεια τα παιδιά της αλλά ο βασιλιάς Κρέων. Όσο για τον μύθο του Οιδίποδα, γνωστό σε εμάς από τον Σοφοκλή, έχουμε μια ανατρεπτική εκδοχή του στις Φοίνισσες του Ευριπίδη, όπου η Ιοκάστη ζει χρόνια μετά από τα μιαρά γεγονότα και συνοικεί μάλιστα με τον τυφλό Οιδίποδα, την Αντιγόνη και τον Ετεοκλή. Όλο αυτό το σχήμα έχει τραγική κατάληξη όταν αλληλοσκοτώνονται οι γιοι τους για την εξουσία. Η Ιοκάστη απευθύνεται στον γιο της Πολυνείκη: «Ω, γιε μου, έλα, αγκάλιασε τον κόρφο της μητέρας σου, βάλε τα χείλη σου στα μάγουλά μου... πώς με τα χάδια μου και αχόρταγη χαρά μια δω και μια κει να σε χορέψω και να γευτώ την ηδονή την ίδια.» Ο Φρόιντ δεν είχε υπόψην του αυτήν την τραγωδία όπως, ίσως, και ότι στις μητριαρχικές κοινωνίες και όχι μόνο, π.χ. στην Αίγυπτο, οι αιμομικτικές σχέσεις αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Όπως και ότι στον μαγικό κόσμο της Ανατολής, της Κολχίδας, απ’ όπου έρχεται η κόρη του βασιλιά Αιήτη και ανιψιά της Κίρκης, η μαγεία και τα φονικά αποτελούσαν μέρος της κουλτούρας.
   Ο Φρόιντ αποκωδικοποίησε τα σύμβολα του μύθου του Οιδίποδα. Τα σύμβολα με τα οποία «έντυσαν» τις παρατηρήσεις τους οι αρχαίοι Έλληνες και δαιμονοποίησαν σχέσεις. Η παρατήρηση, όπως και η εμπειρία, οδηγούν στη διαπίστωση. Ο μύθος λειτουργεί ως νουθέτηση, ως κοινωνικός έλεγχος, ως κανόνας συμπεριφοράς, ως προβολή προτύπων ήθους, αρετής, ευφυΐας. Οι μύθοι διερευνούνται επίσης, αναφέρει ο Κλωντ Λεβί Στρος, «ως πηγές προφορικής ιστορικής αφήγησης, ως ενδείξεις κοινωνικών αξιών που διαμορφώνουν τον κοινωνικό χάρτη μιας ομάδας ανθρώπων και για τις συμπαντικές, καθολικές δομές τους».
   Η διαπίστωση π.χ. ότι η γυναικεία τάση, υπαγορευμένη από τον βιολογικό της ρόλο, για συσσώρευση αγαθών, η επιβολή διαφορετικών κανόνων επιβίωσης, η συναισθηματική της νοημοσύνη, οι πολλαπλές δυνατότητες του ερωτισμού της, αλλά και η υπομονή της και η καρτερικότητά της, οδήγησαν στο μυθολογικό περίβλημα μιας Πανδώρας ή μιας Πηνελόπης. Η Πανδώρα ή η επινόηση της γυναίκας κατά τον Pierre Vermont: «Ο Προμηθέας κλέβει με δόλο τη φωτιά από τον Δία, ο οποίος εκδικείται πλάθοντας την Πανδώρα, την πρώτη γυναίκα από πηλό. Της δίνει ομορφιά και λόγο απατηλό της ερωτικής έλξης, όπως και ένα πιθάρι με φοβερά δώρα, που μόλις άνοιξε το καπάκι από περιέργεια ξεχύθηκαν επάνω στους ανθρώπους όλα τα δεινά. Στον πάτο έμεινε μόνο η ελπίδα που παρηγορεί τον άνθρωπο και τον καθηλώνει στην καρτερικότητα». Η Πανδώρα, η απαστράπτουσα σε ομορφιά και τρυφερότητα και ζοφερή στα λόγια της ερωτικής σαγήνης.
   Η γυναίκα που δημιουργεί στο αχόρταγο σώμα-μήτρα ζωή, η ζωή ως απληστία, η σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου, αλλά και η ομορφιά, η φωτεινή του πλευρά, βρίσκονται στη μήτρα-γυναίκα. Σε πολλές θρησκείες και πολιτισμούς οι δύο αυτές πλευρές του ανθρώπου ενσαρκώνονται στους μύθους μιας Εύας, μιας Μαρίας που γεννάει το φως με αντίποδα τον ερωτισμό μιας Μαρίας Μαγδαληνής.
   Η ψυχαναλύτρια Τζούλια Κρίστεβα τοποθετεί στη μήτρα τον πόθο. Τον πόθο για τον εαυτό της και τον Άλλο, γιο ή εραστή, που με την υπέρβαση μπορεί η γυναίκα να δημιουργήσει άλλους ρόλους για τον εαυτό της.1
   Ενδιαφέρον είναι το θέμα του διαχωρισμού του θηλυκού προσώπου σε φωτεινό και σκοτεινό, που είναι πρόσωπο δισυπόστατο. Το στερεότυπο που λειτουργεί ως πρότυπο είναι διχασμένο.
   Ο Οδυσσέας, το αρσενικό αρχετυπικό στερεότυπο, πρότυπο ευφυΐας που επιβιώνει όλων των τεραστίων εμποδίων και πειρασμών για να φτάσει στην Ιθάκη-Πηνελόπη, στην εστία του. Ο μύθος της Πηνελόπης επέζησε 2500 χρόνια, ως πρότυπο της γυναίκας που περιμένει τον άντρα της να γυρίσει από τις περιπέτειές του στη συζυγική εστία.

Πηνελόπη, η όμορφη, η συνετή,
η πιστή, η καρτερική = η γυναίκα.

Για την Αγγελάκη Ρουκ η Πηνελόπη, η γυναίκα που περιμένει, οδηγεί την ποιήτρια στο δύσκολο ταξίδι της αυτογνωσίας: «περιμένοντας, φτάνω στην ουσία του εαυτού μου». Κλεισμένη μέσα στο σπίτι, όπως μέσα στον χρόνο, προσπαθεί να εννοήσει. Ενδεικτικό το ποίημά της «Λέει η Πηνελόπη» για τις απόπειρες της ποιήτριας να επεξεργαστεί την τραυματική εμπειρία της εγκατάλειψης της Γυναίκας-Πηνελόπης από τον Άντρα-Οδυσσέα.
   
    Δεν ύφαινα, δεν έπλεκα,
    ένα γραφτό άρχιζα, κι έσβηνα
    κάτω απ’ το βάρος της λέξης

   
    Σβήνω, σχίζω, πνίγω
    τις ζωντανές κραυγές
    «πού είσαι έλα σε περιμένω
    ετούτη η άνοιξη δεν είναι σαν τις άλλες»
   
    Η εκλεκτή καρδιά σου
    —εκλεκτή γιατί τη διάλεξα—
    θα ’ναι πάντα αλλού
    κι εγώ με λέξεις θα κόβω
    τις κλωστές που με δένουν
    με τον συγκεκριμένο άντρα
    που νοσταλγώ
    όσο να γίνει σύμβολο Νοσταλγίας ο Οδυσσέας
    και ν’ αρμενίζει τις θάλασσες
    στου καθενός τον νου.
    Μόνη μου πληρωμή αν καταλάβω
    στο τέλος τι ανθρώπινη παρουσία
    τι απουσία
    ή πώς λειτουργεί το εγώ
    στην τόσην ερημιά...
                    («Λέει η Πηνελόπη»)

Η ποιήτρια Χλόη Κουτσουμπέλη ρίχνει μια χαριτωμένη γυναικεία ματιά στον παραδοσιακό ρόλο της καρτετικής Πηνελόπης. Στο ποίημά της «Πηνελόπη Ι»:

    Ο Οδυσσέας είναι ξένος
    και το όνομά μου Πηνελόπη
    και δεν έχω ούτε στεριά ούτε νησί,
    ούτε πόλεμο να πολεμήσω,
    ούτε Δούρειο Ίππο να κρυφτώ

Στο ποίημα «Πηνελόπη ΙΙ» γράφει:

    Περίμενα, περίμενα
    Χωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.
    Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά.
    Ύστερα ήταν και οι μνηστήρες
    όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.
    Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,
    όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.
    Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.
    Το σώμα του ζεστό ψωμί
    έσταζε μέλι και κρασί.
    Δε με πείραξε που έγινε.
    Μόνο ότι πεισματικά η ιστορία το αγνόησε.

Σε αντιπαράθεση βρίσκεται η ματιά της αντρικής φαντασίωσης του Στάθη Κουτσούνη.

    Κάθε βράδυ στον ύπνο της η Πηνελόπη
    ονειρευόταν σημεία και τέρατα με τους μνηστήρες
    το πρωί ξυπνούσε πάντα μουσκεμένη
    ξεχνούσε τα όνειρα κι έπιανε τον αργαλειό
    με υπομονή μέχρι πάθους ύφαινε
    το νόστιμον ήμαρ του Οδυσσέα
    κάποτε εκείνος επέστρεψε
    βλέπει στο σπίτι του ξένους πολλούς να λυμαίνονται
    την περιουσία του να λιμπίζονται τη γυναίκα του δεν άντεξε
    έγινε ανήμερο θεριό που τσάκισε τις αλυσίδες

    στο κρεβάτι η Πηνελόπη
    ένιωσε τον πόθο της να ’χει στερέψει
    στην προσμονή
    (ήταν κι αυτός εξαντλημένος)
    γρήγορα την πήρε ο ύπνος
    και το αποτρόπαιο όνειρο
    με γλώσσα βάρβαρη οι μνηστήρες
    τη βρόμικη έπλεναν τη σάρκα της
    κι εκείνη ουρλιάζοντας με νύχια λυσσασμένα
    έκοβε λεπίδι τις φλέβες τους

    κάθυγρη πετάχτηκε μεσάνυχτα
    (ο Οδυσσέας δίπλα ξεφυσούσε αποκαμωμένος)
    και πήγε στη μεγάλη σάλα
   
    ολόγυρα ζεστά κορμιά
    άχνιζε ακόμη το αίμα
    κομμένα μέλη ανάμεσα
    φωσφόριζαν στο λίγο φως
    άγρια τρέμοντας έγλειψε τις πληγές
    δάγκωνε βαθιά πάσχιζε να χορτάσει
    έβαλε ύστερα στη βαλίτσα της
    τα δώρα που της πρόσφεραν
    είκοσι χρόνια τώρα
    κι έφυγε απ’ το παλάτι
    προτού ξημερώσει

    κανείς δεν την ξανάδε από τότε.
                    («Η αλήθεια για την Πηνελόπη»)

Ο Δημήτρης Δημητριάδης, στον θεατρικό του μονόλογο Ιθάκη και η Barbara Köhler, στο αντιέπος της Η γυναίκα του Κανένα, (Niemandsfrau), ρίχνουν μια ανατρεπτική ματιά στον μύθο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης.
   Στο μονόλογο Ιθάκη (2004), ο Δημητριάδης ολοκληρώνει την μυθιστορία του περιπλανωμένου απατεωνίσκου Οδυσσέα που φτάνει

    Γερασμένος
    τσακισμένος
    προδομένος
    χωρίς όνειρα
    χωρίς αυταπάτες

στον προορισμό του, εκεί όπου τον περιμένει η ερωμένη του, η Ιθάκη:

    χρόνια και χρόνια
    μόνη χωρίς αυτόν
    περιμένοντας αυτόν
    μόνο περιμένοντας
    μην ελπίζοντας
    συνεχώς ελπίζοντας
    συνεχώς μην ελπίζοντας... Ιθάκη
    χαμένη
    από έρωτα
    Ιθάκη
    Ιθάκη
    αβάσταχτα ερωτευμένη
    ερωτευμένη μέχρι θανάτου.

Ακούμε την Ιθάκη να λέει:

    Να ελπίζεις
    και να μην παίρνεις
    να ποθείς και να περιμένεις
    να ποθείς και να μην ελπίζεις
    να ποθείς
    και να μην περιμένεις
    να ποθείς και να ελπίζεις περιμένοντας... Πάντα ελπίζοντας
    και συνεχώς περιμένοντας.
Σ’ αυτόν τον μονόλογο καλούμαστε να δούμε το πάλλον σώμα του νησιού —της Ιθάκης που μεταμορφώνεται σε πρόσωπο=η γυναίκα— Ιθάκη, όπως βλέπει ο Heiner Müller την Οφηλία και την Ηλέκτρα στην Αμλετομηχανή: σαν μια Μάνα-Γη-Φύση, αλλά και σαν μια «χώρα», όπως θα έλεγε ενδεχομένως σε μια ανάλογη περίπτωση η Κρίστεβα, με την έννοια της μήτρας που εδώ κακοποιείται και τέλος συνθλίβεται.
Ο μονόλογος Ιθάκη αρχίζει:

    Τον περίμενα
    και γύρισε

    Νόστος

    Όλοι τον περίμεναν
    αλλά εκείνος γύρισε
    για μένα
    Οδυσσέας

    Μόνο για μένα

    Ηλιοψημένος
    θαλασσοδαρμένος
    χαροκαμένος
    στερημένος
    μόνος
    κυνηγημένος
    εξαντλημένος
    αποθαρρυμένος
    πονεμένος
    αλλά αυτός
    Ο ίδιος
    Απαράλλαχτος

    Είχε γυρίσει
    και ήταν πάλι
    δικός μου

    Νόστιμον ήμαρ

    Όλοι τον υποδέχτηκαν
    Εγώ
    ήμουν όλοι
    αλλά
    και κάτι παραπάνω
    Αυτό
    ήμουν εγώ
    Το παραπάν
    Πιο πολύ από όλους
    εγώ τον περίμενα
    Έρωτας
    Αυτός είναι έρωτας
    Η ατελείωτη αναμονή
    Το τέλος
    της ατελείωτης αναμονής
    Ο μαρτυρικός πόθος
    Το τέλος
    του μαρτυρικού πόθου
    Αυτός είναι ο έρωτας
    Να φτάνει
    όταν έχει γίνει η αναμονή
    αβάσταχτη
    Να δίνεται
    όταν έχει γίνει ο πόθος
    αβάσταχτος
    Αυτός είναι ο έρωτας
    Αβάσταχτος

    Έτσι τον περίμενα

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τελευταίο έργο της Barbara Köhler Η γυναίκα του Κανένα —ραψωδίες, για την ακρίβεια αντιραψωδίες για την Οδύσσεια. Ήδη ο τίτλος δείχνει ότι εδώ έχουμε μια ριζική αλλαγή της οπτικής γωνίας. Εδώ δεν μιλάει ο πολυμήχανος Οδυσσέας-Θύτης, αλλά «η γυναίκα του Κανένα», χαρακτηρισμός που δεν ισχύει μόνο για την Πηνελόπη, αλλά για ένα θηλυκό συλλογικό υποκείμενο.
   Στο έργο της αυτό η Köhler εστιάζει στους θηλυκούς πρωταγωνιστές του μύθου. «Εάν μέχρι σήμερα στην ερμηνεία του ομηρικού έπους οι γυναίκες δεν είχαν φωνή», όπως τονίζει η ποιήτρια στον επίλογο του βιβλίου της, σ’ αυτό το έργο «η Κίρκη, η Πηνελόπη, η Καλυψώ, η Ναυσικά ορίζουν τον χώρο τους εκ νέου».

    η πηνελόπη περιμένει τι περιμένει

    περιμένει η πηνελόπη; περιμένει η καλυψώ
    περιμένει η κίρκη περιμένουν η σκύλλα
    η χάρυβδις οι σειρήνες περιμένουν όλες
    όλες έναν και μόνο: τον έναν
    τον άλλον —αλλιώτικο απ’ όλους τους—
    πράγματι περιμένουν όλες ότι/
    θα ’ρθει ότι θα φύγει ότι θα/
    μείνει και θα είναι αλλιώτικος ότι

    η πηνελόπη περιμένει αυτό περιμένει
    προσμένει αυτός διηγείται περιμένει
    τη στιγμή που μετράει αν
    κάποια τον περίμενε
    τον προσμένει μπορεί να είναι ένας άλλος
    μπορεί να έρχεται και να φεύγει
    μπορεί να θέλει ή να μην μπορεί
    να αφήνεται και να τις αφήνει
    να περιμένουν αυτές όλες οι στιγμές περνούν
    να τις ξεχάσει να φύγει γιατί

    η πηνελόπη περιμένει, δεν περιμένει

    η πηνελόπη υφαίνει και ξηλώνει
    έχει χρόνο τον κερδίζει και τον
    δίνει τον βρίσκει γι’ αυτήν δεν περιμένει
    κάτι ξηλώνει είναι/υφασμένος χρόνος το ξηλωμένο
    είναι δέσμευση ανάμεσα
    σ’ αυτήν κι αυτές μόνο ένας ιστός
    πέπλος αδιαφανής είναι
    ελεύθερη θα μπορούσε αυτός να είναι μνηστήρας
    αυτόν δεν τον περιμένει η πηνελόπη.

                («Ιστολογικό-δείγμα: πηνελόπη»)

Ο μύθος της Μήδειας ως φόνισσας των παιδιών της επέζησε 2.500 χρόνια....

Απόσπασμα από το δοκίμιο της Ντάντη Σιδέρη-Speck που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τεὐχος 27. Η Ντάντη Σιδέρη-Speck είναι φιλόλογος με σημαντικό μεταφραστικό έργο για το οποίο έχει βραβευτεί. Ποιήματα, μεταφράσεις και κριτικές της έχουν δημοσιευθεί σε έντυπα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το σκίτσο εἰναι της Τίτης Κυριακίδου.




2 σχόλια:

  1. Ψάχνω εδώ και καιρό το βιβλίο " Η Πηνελόπη περιμένει. Τι περιμένει". Έχει εξαντληθει και δεν το βρίσκω. Θα μπορούσατε να με βοηθήσετε; Ευχαριστώ πολύ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή