Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

ΜΕ ΤΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟΝ ΚΑΡΟΛΟ ΤΣΙΖΕΚ, Έλενα Αβραμίδου

Δεν ξέρω τι προέχει τούτη τη στιγμή, ως μνήμη και συναίσθημα, από όλα όσα είναι ο Κάρολος Τσίζεκ για μένα. Ίσως πάλι να μην προέχει τίποτα, γιατί πώς να ξεχωρίσεις τον μερακλή δάσκαλο και τον ερωτικό μεταφραστή από τον παθιασμένο ζωγράφο και τον εμπνευσμένο γραφίστα ή τον ακάματο εργάτη του (πεζού και ποιητικού) λόγου από τον Άνθρωπο;
   Είχα την τύχη να τον συναναστραφώ για κάποιο διάστημα. Να κουβεντιάσω, να περπατήσω, να δω εκθέσεις, να εργαστώ μαζί του, να γνωρίσω φίλους του και μαζί να τους επισκεφτούμε στο σπίτι τους. Και, βεβαίως, να τον ακούσω να μιλάει για τα παιδικά και μαθητικά του χρόνια, για το ιταλικό σχολείο όπου φοίτησε και τον καθηγητή του Στέλιο Ξεφλούδα, από τον οποίο άκουσε πρώτη φορά για τον Ν. ΞΓ. Πεντζίκη. Και ακόμη για τους συμμαθητές και φίλους του, για τα χρόνια της διδασκαλίας στο Ιταλικό Τμήμα του Α.Π.Θ., για τον Κοχλία και τα χρόνια της Διαγωνίου, για την πρώτη του συμμετοχή σε μια ομαδική έκθεση ζωγραφικής το 1944 στο ανθοπωλείο του Ευρυβιάδη Κωνσταντινίδη μαζί με τους Ν. Γ. Πεντζίκη, Γ. Σβορώνο, Ν. Σαχίνη, Τ. Ιατρού και Γ. Παπαδόπουλο, για τον κύκλο του φαρμακείου Πεντζίκη, για τον Γ. Ιωάννου και τους φίλους του από την εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης.
   Ζωγράφος, γραφίστας, μεταφραστής, συγγραφέας και πανεπιστημιακός δάσκαλος. Τι από όλα αυτά θεωρείς κατ’ εξοχήν τον εαυτό σου; τον ρώτησα κάποτε. «Θεωρώ τον εαυτό μου κατ’ εξοχήν ζωγράφο», απάντησε αυθόρμητα. «Με τη ζωγραφική εκφράζομαι πιο άνετα και πρωτότυπα. Όσο για το επάγγελμα του δασκάλου, αυτό ήταν βιοποριστικό. Το είχα διαλέξει από πολύ νωρίς και με ικανοποιούσε, επειδή κατείχα το αντικείμενο πολύ καλά. Δεν φοβήθηκα ποτέ να αντιμετωπίσω ένα ακροατήριο ούτε χρειάσθηκε ποτέ να κουραστώ ιδιαίτερα για να προετοιμάσω κάτι. Το έκανα με ευκολία και με ευχαρίστηση».
   Ιταλία (όπου γεννήθηκε), Ελλάδα (όπου έζησε) και Τσεχία (από όπου καταγόταν): τρεις χώρες, τρεις γλώσσες, τρεις αγάπες. «Είμαι γιος τριών μητέρων», συνήθιζε να λέει παραφράζοντας τον τίτλο ενός διηγήματος του Πιραντέλλο. Τίμησε με τον τρόπο του και τις τρεις «μητέρες» του: με τις εξαιρετικές του μεταφράσεις από τα ιταλικά και τα τσεχικά στη γλώσσα μας, που χειριζόταν αριστοτεχνικά. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι είναι ο κατ’ εξοχήν εισηγητής της τσεχικής ποίησης στη χώρα μας.
   Προσωπικότητα πολυδιάστατη, έζησε και δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη ήσυχα και αθόρυβα, με συνέπεια και υπευθυνότητα. Σεμνός και ευαίσθητος, ήταν αφιερωμένος στο έργο του, είτε επρόκειτο για μια ζωγραφιά ή ένα εξώφυλλο είτε για μια μετάφραση ή ένα ποίημα. Ό,τι έκανε, το έκανε με αγάπη, αλλά και ακρίβεια και πάθος για την τελειότητα. Στη ζωγραφική προβάλλοντας με χρωματιστά μολύβια, πενάκι, πινέλλο αλλά και μονοτυπίες-κολλάζ τα βιώματα και τις μνήμες του· στην ποίηση με στίχους παραδοσιακούς που σφύζουν όμως από ερωτισμό και αισθαντικότητα, γραμμένα με μολύβι με μικρά, καλλιτεχνικά γράμματα και τη δέουσα προσοχή και ακρίβεια· στα μικρά πεζογραφήματα με χιούμορ και σεβασμό στη μνήμη, διαρκώς παρούσα· και στις μεταφράσεις αναζητώντας με προσοχή τις λέξεις και τις αντιστοιχίες ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Δεν μπορείς να λες «λαχανάκι μου» σε μια γυναίκα επειδή μεταφράζεις από τα γαλλικά, έλεγε με νόημα· έτσι είσαι traditore, αλλά όχι traduttote.
   «Χρειάζεται άπταιστη γνώση της μητρικής και πολύ καλή γνώση της ξένης γλώσσας, παιδεία και ευαισθησία για το έργο της μετάφρασης», επαναλάμβανε. Και αναφερόμενος στον εαυτό του: «Για να μεταφράσω κάτι πρέπει να μου αρέσει, να με συγκινεί. Εξάλλου, μόνο κάτι που σε συγκινεί ως μεταφραστή μπορεί και να αποδοθεί καλά. Υπάρχουν περιπτώσεις ποιημάτων που δεν μπορούσα να μεταφράσω για πολύ καιρό, κάποια στιγμή όμως είναι σαν να ανοίγει ένα παράθυρο και ξαφνικά τα καταφέρνεις».
   Το να μεταφράζεις μαζί του ή να τον βλέπεις να μεταφράζει ήταν μια μοναδική εμπειρία, όχι μόνο μαθητείας αλλά ζωής, και θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που είχα την ευκαιρία να τη ζήσω. Ήταν η διαδικασία της μετάφρασης αυτό που εξέπληττε, γιατί δεν περιοριζόταν σε μια «ξερή» μετάφραση· ήταν ένα καθόλου που περιελάμβανε τον τρόπο που προσέγγιζε το ποιητικό κείμενο και τον ποιητή, την επεξεργασία του ποιήματος και τη δική του, προσωπική, ματιά. Διατηρώ στη μνήμη και στην καρδιά μου τις ώρες εκείνες που μεταφράσαμε μαζί κάποια ποιήματα του Παζολίνι, ως μοναδικές και πολύτιμες στιγμές που με πλούτισαν ως άνθρωπο και μου έμαθαν πολλά για το δύσκολο και ευαίσθητο έργο της μετάφρασης.
   Με την ίδια αγάπη κρατάω μέσα μου και άλλες βαθιά ανθρώπινες στιγμές που είχα την τύχη να μοιραστώ μαζί του. Την επίσκεψή μας, αίφνης, στην οικία Λέοντος Περαχά· το ζεύγος Περαχά είχε να διηγηθεί μια συγκλονιστική ιστορία, τη ζωή τους στο ναζιστικό στρατόπεδο, τη διάσωση και επιστροφή τους. Ο Λέων Περαχάς επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη φορώντας τη ριγωτή στολή του στρατοπέδου, την οποία, σε ανύποπτο χρόνο, είχα δει στο Εβραϊκό Μουσείο της πόλης μας, χωρίς να φανταστώ τότε ότι κάποια μέρα θα συναντούσα αυτόν στον οποίο κάποτε ανήκε και θα άκουγα επί ώρες, στο μισοσκόταδο, άφωνη, συγκινημένη, ταραγμένη, συγκλονισμένη, την αφήγησή του....

Απόσπασμα από κείμενο της Έλενας Αβραμίδου που δημοσιεύεται στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί . H Dr Έλενα Αβραμίδου ζει στο Πεκίνο και διδάσκει την ελληνική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της πόλης. Μαζί με τον Όμηρο Ταχμαζίδη είναι από τα ιδρυτικά μέλη του ΕΝΕΚΕΝ από τη δεκαετία του 1990. Δοκίμια, αναλύσεις, ρεπορτάζ και συνεντεύξεις της δημοσιεύονται ανελλιπώς σε κάθε τεύχος του περιοδικού και προσφέρουν μια πρωτότυπη, αυθεντική, έγκυρη και μοναδική δυνατότητα πρόσβασης του ελληνικού αναγνωστικού κοινού στην κινεζική ιστορία αλλά και στη σύγχρονη οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική της πραγματικότητα της Κίνας. Η φωτογραφία του Κάρολου Τσίζεκ είναι του Γιάννη Βανίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου