Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011
Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010
ΜΙΑ ΑΠΟΛΥΣΗ, ΜΙΑ ΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΙ ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ: ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΕ ΜΙΑ ΣΠΑΝΙΑ ΑΥΛΗ ΘΑΥΜΑΤΩΝ του ΒΑΓΓΕΛΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Εργάστηκα ως κριτικός λογοτεχνίας στην «Ελευθεροτυπία» από τον Νοέμβριο του 1991 έως και τον Νοέμβριο που μας πέρασε. Την 1η Δεκεμβρίου το λογιστήριο της εφημερίδας μού τηλεφώνησε για να μου διαβάσει ένα μπιλιετάκι της ιδιοκτησίας με το οποίο απολυόμουν όχι στο πλαίσιο κάποιων αναδιαρθωτικών μέτρων εν όψει της κρίσης, αλλά επειδή είμαι πρόεδρος της αμισθί τριμελούς Επιτροπής Βιβλίου, που έχει συσταθεί στο Μητρώο Πολιτιστικών Φορέων του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού (ΥΠΠΟΤ) και συνεδριάζει δις ή τρεις ετησίως. Τα
καθήκοντά μου ως προέδρου της επιτροπής έρχονται σύμφωνα με τη λογική της απόλυσής μου σε σύγκρουση με την ιδιότητα του κριτικού, αφού ως πρόεδρος είμαι επιφορτισμένος με το να «μοιράζω κρατικό χρήμα» ενώ ως κριτικός οφείλω να ελέγχω συγγραφείς και εκδοτικά προϊόντα. Δεν θα αναφερθώ στο ότι η συμμετοχή μου στην επιτροπή δεν αποτελεί άμισθη ή έμμισθη απασχόληση σε γραφείο Τύπου ή σε θέση συμβούλου σε υπουργείο ή δημόσιο οργανισμό ώστε να έπρεπε να το έχω δηλώσει στην εφημερίδα, όπως ζητήθηκε από το συντακτικό προσωπικό το 2009. Δεν θα εξετάσω το ότι ακόμη κι αν ενέπιπτα στις κατηγορίες του απασχολούμενου σε γραφείο Τύπου ή σε θέση συμβούλου, η ανακοίνωση του 2009 δεν διευκρίνιζε ότι η μη δήλωση θα επέσυρε τη βαρύτερη των ποινών – την απόλυση. Δεν θα μείνω στο ότι ουδείς δέχτηκε να συναντηθεί μαζί μου, για να ακούσει τις εξηγήσεις μου και να ξεκαθαριστεί η κατάσταση. Θα σταθώ μόνο σε ό, τι συνιστά κατά τη γνώμη μου την ουσία του προβλήματος, ρίχνοντας σκιές στην επαγγελματική μου υπόληψη, αλλά και δημιουργώντας ένα εξαιρετικά δυσοίωνο προηγούμενο για τη λειτουργία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
καθήκοντά μου ως προέδρου της επιτροπής έρχονται σύμφωνα με τη λογική της απόλυσής μου σε σύγκρουση με την ιδιότητα του κριτικού, αφού ως πρόεδρος είμαι επιφορτισμένος με το να «μοιράζω κρατικό χρήμα» ενώ ως κριτικός οφείλω να ελέγχω συγγραφείς και εκδοτικά προϊόντα. Δεν θα αναφερθώ στο ότι η συμμετοχή μου στην επιτροπή δεν αποτελεί άμισθη ή έμμισθη απασχόληση σε γραφείο Τύπου ή σε θέση συμβούλου σε υπουργείο ή δημόσιο οργανισμό ώστε να έπρεπε να το έχω δηλώσει στην εφημερίδα, όπως ζητήθηκε από το συντακτικό προσωπικό το 2009. Δεν θα εξετάσω το ότι ακόμη κι αν ενέπιπτα στις κατηγορίες του απασχολούμενου σε γραφείο Τύπου ή σε θέση συμβούλου, η ανακοίνωση του 2009 δεν διευκρίνιζε ότι η μη δήλωση θα επέσυρε τη βαρύτερη των ποινών – την απόλυση. Δεν θα μείνω στο ότι ουδείς δέχτηκε να συναντηθεί μαζί μου, για να ακούσει τις εξηγήσεις μου και να ξεκαθαριστεί η κατάσταση. Θα σταθώ μόνο σε ό, τι συνιστά κατά τη γνώμη μου την ουσία του προβλήματος, ρίχνοντας σκιές στην επαγγελματική μου υπόληψη, αλλά και δημιουργώντας ένα εξαιρετικά δυσοίωνο προηγούμενο για τη λειτουργία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.
Το να απολύεται από την εφημερίδα του ένας συντάκτης με εμπειρία τριάντα ετών (ξεκίνησα την καριέρα μου ως κριτικός το 1982 από τις στήλες της «Αυγής») επειδή εκλήθη από το κράτος να γνωμοδοτήσει χωρίς αμοιβή επί θεμάτων του χώρου του, φορτωμένος με την ταμπέλα του χορηγού δημοσίου χρήματος, ακυρώνει διπλά τη δημοσιογραφική του εργασία. Πρώτον γιατί δεν της αναγνωρίζει την πείρα και τη γνώση που σωρεύει με την παρέλευση των ετών έτσι ώστε να βαραίνει ο γνωμοδοτικός της λόγος και να ζητείται και σε θεσμικό επίπεδο η συμμετοχή του – όχι για να ασκήσει εξουσία, να σπαταλήσει χρήμα, να εξυπηρετήσει σκοτεινά συμφέροντα και να καρπωθεί ύποπτα οφέλη, αλλά για να συνεισφέρει στον εντοπισμό και στην αντιμετώπιση χρόνιων προβλημάτων και να συμμετάσχει στην προσπάθεια για την εκπόνηση προτάσεων και λύσεων. Δεύτερον, διότι υπό τον φόβο της αποπομπής, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο συντάκτης να αρχίσει να αρνείται ή να κρύβει τη γνώμη του, περιστέλλοντας εκ των πραγμάτων και τη γενικότερη κριτική του στάση. Αλλά αυτό δεν είναι αρχή ακεραιότητας, την οποία παραβίασα αναλαμβάνοντας τα χρέη προέδρου της Επιτροπής Βιβλίου, αλλά περιορισμός σ’ ένα απείρως εσωστρεφές περιβάλλον, που αδειάζει το δημοσιογραφικό επάγγελμα από το αίμα του και του αφαιρεί τη στοιχειώδη ανάσα του: την επαφή με τη ζωντανή κοινωνία.
Για να μη μείνει το παραμικρό εν κρυπτώ, να πω δυο λόγια για το Μητρώο του ΥΠΠΟΤ και τις επιτροπές οι οποίες έχουν συσταθεί παρά το πλευρό του. Οι επιτροπές καλύπτουν όλους τους χώρους της τέχνης (λογοτεχνία, μουσική, εικαστικά, θέατρο, κινηματογράφος, χορός) και μέλη της είναι κριτικοί, δημοσιογράφοι, πανεπιστημιακοί, σκηνοθέτες, χορογράφοι και συγγραφείς, που καλούνται να συμβάλουν στο συμμάζεμα του άναρχου μέχρι τώρα όγκου των οικονομικών αιτημάτων προς το ΥΠΠΟΤ. Αντί τα οικονομικά αιτήματα των διαφόρων καλλιτεχνικών φορέων και οργανισμών να απευθύνονται, όπως γινόταν μέχρι τώρα, προς πάσα κατεύθυνση (προς τον υπουργό, προς τον γενικό γραμματέα ή προς τις ποικίλες ειδικές διευθύνσεις) υποβάλλονται δύο φορές τον χρόνο στο Μητρώο, για να εξεταστούν από τα καθ’ ύλην αρμόδια μέλη των επιτροπών, που γνωμοδοτούν στο ΥΠΠΟΤ σχετικά με την αναγκαιότητα ή μη της ικανοποίησής τους. Οι τελικές αποφάσεις ανήκουν στο ΥΠΠΟΤ και αναρτώνται στο Διαδίκτυο. Πρόκειται για μια συγκροτημένη απόπειρα επίτευξης διαφάνειας, που πολλοί, ανάμεσά τους κι εγώ, έκριναν πως άξιζε την κινητοποίησή τους. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Επιτροπή Βιβλίου, να σημειώσω πως δεν αποφαίνεται επί των αιτημάτων εκδοτών (επιχειρηματικά συμφέροντα) ή συγγραφέων (λογοτεχνικά συμφέροντα), αλλά ευρύτερων συλλογικοτήτων (κατά το γενικό πρότυπο άρθρωσης του Μητρώου) που κινούνται στον χώρο της λογοτεχνίας. Αυτό είναι το βαριά συννεφιασμένο τοπίο των επιχορηγήσεων, που προκάλεσε την εν μία νυκτί απόλυσή μου.
Η περίπτωση του Γιώργου Χρονά
Η απαξίωση, ωστόσο, είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, όταν η συντακτική ομάδα του ενθέτου «Βιβλιοθήκη» (υπεύθυνος Σήφης Πολυμίλης, μέλη Θανάσης Γιαλκέτσης, Βασίλης Κ. Καλαμαράς, Νίκος Ντόκας, Κατερίνα Σχινά, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου) αντικαταστάθηκε από τον ποιητή Γιώργο Χρονά. Χωρίς δημοσιογραφική ιδιότητα, ο Γ. Χρονάς ξεκαθάρισε εξαρχής στα μέλη της παλαιάς συντακτικής ομάδας ότι το έντυπο που έβγαζαν ήταν σκουπίδι και ότι οι όποιες αντιδράσεις τους ή η όποια κριτική τους δεν θα τον άγγιζαν γιατί δεν ανήκε στην ΕΣΗΕΑ. Εν
συνεχεία προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: Στέρησε από την Κ. Σχινά και εμένα τις στήλες μας, δημοσιεύοντας τα κείμενά μας πολύ καιρό μετά την παράδοσή τους και σε τρομακτικά ακανόνιστα διαστήματα (εννοείται πως έτσι μας δυσκόλευε εξαιρετικά στο να μπορούμε να δικαιολογήσουμε τον μισθό μας). Στέρησε από εμένα το βασικό μου αντικείμενο ως κριτικού, την κριτική της ελληνικής πεζογραφίας, αναθέτοντας αυτό το έργο αποκλειστικά στην εξωτερική του συνεργάτρια Μ. Θεοδοσοπούλου. Επετέθη δια της φωτογραφικής μεθόδου από τις στήλες
της «Βιβλιοθήκης» στην Κ. Σχινά και σ’ εμένα όταν, ασφυκτιώντας από τον παραγκωνισμό μας, αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε με το νεοσύστατο τότε έντυπο «Athens Review of Books». Αφέθηκε να πλανάται στον αέρα η εντύπωση πως το έντυπο αποτελούσε πρωτοβουλία ανταγωνιστικών εκδοτικών συμφερόντων ενώ το έντυπο ήταν εγχείρημα δύο ιδιωτών (Μανώλης Βασιλάκης, Ηλίας Κανέλλης). Αφέθηκε επίσης να πλανάται στον αέρα η εντύπωση πως η Κ. Σχινά ήταν υπονομεύτρια του κύρους της εφημερίδας επειδή είχε δηλώσει στην «Athens Voice» ότι υπό τη νέα της διεύθυνση η «Βιβλιοθήκη» είχε χάσει τον παλαιότερο συλλογικό της χαρακτήρα. Μετά από αυτά ήρθε η απόλυση της Κ. Σχινά.
Ο Γ. Χρονάς αποτελεί ένα ακόμη επικίνδυνο φαινόμενο για τον Τύπο: ένας ποιητής ο οποίος προκαλεί εκτεταμένες (αν όχι ανήκεστες) βλάβες σε επαγγελματίες δημοσιογράφους, που παρόλη τη συστηματική καταστροφή της καριέρας τους δεν αρνήθηκαν, όσο παρέμειναν στην εφημερίδα, ούτε μία στιγμή τη συνεργασία μαζί του. Το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι οι προσωπικότητες του τύπου Χρονά, αλλά οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επιτρέπεται σε τέτοιες προσωπικότητες να παρεισδύουν στη δημοσιογραφική λειτουργία.
Για επικοινωνία με τη Συσπείρωση
activemedia07@yahoo.gr
Για επικοινωνία με τη Συσπείρωση
activemedia07@yahoo.gr
Περισσότερα στο http:
http://syspeirosi.wordpress.com/ kai http://www.activemedia.gr/
Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2010
Ταξική τρομοκρατία: Να τι προτείνει για το μέλλον των παιδιών μας ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών
«Εργασία και το Σάββατο με χορήγηση συμπληρωματικής ανάπαυσης, καθώς και συμψηφισμός των υπερωριών με μείωση του ωραρίου εργασίας σε ορίζοντα τετραμήνου περιλαμβάνονται στις προτάσεις του ΣΕΒ για την άρση των εμποδίων στην επιχειρηματικότητα.
Στα εργασιακά οι προτάσεις του ΣΕΒ προβλέπουν ακόμη να μειωθεί στο μισό (από 8 σε 4%) το ποσοστό των προσλήψεων που καλύπτεται υποχρεωτικά από ειδικές κατηγορίες εργαζομένων (άτομα με ειδικές ανάγκες, πολύτεκνους, κ.α.), να αναθεωρηθεί η λίστα των βαρέων και ανθυγιεινών, και να μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές.
Ο ΣΕΒ παρέδωσε σήμερα στον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κ. Μ. Χρυσοχοίδη μελέτη για τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα.
Τα εμπόδια που καταγράφονται ξεπερνούν τα 230 (η υποχρέωση από το μνημόνιο ήταν να καταγραφούν 30) και εκτείνονται σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της επιχείρησης: από την αδειοδότηση και την καθημερινή λειτουργία μέχρι το κλείσιμο και την εκκαθάριση της εταιρίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό Δημόσιο βάζει εμπόδια ακόμη και στις εξαγωγές προϊόντων, ή στις προσλήψεις προσωπικού.
Για παράδειγμα για τις προσλήψεις, η διαδικασία προβλέπει τήρηση ειδικού βιβλίου, αναγγελία της πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, υποβολή πίνακα προσωπικού στην επιθεώρηση εργασίας κ.α. ενώ για τις εξαγωγές το κράτος πέρα από την καθυστέρηση επιστροφής του ΦΠΑ, μεταξύ άλλων δεν αναγνωρίζει τις δαπάνες για εμπορικά ταξίδια και δεν επιτρέπει την προσωρινή εξαγωγή προϊόντων που προορίζονται για εκθέσεις στο εξωτερικό.
Στα "περίεργα" των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία περιλαμβάνονται ακόμη τα όρια στο ύψος των αποθηκών που είναι 11-12 μέτρα, ή το γεγονός πως το υπουργείο Μεταφορών θεωρεί τα άδεια κοντέινερ ως εμπορεύματα, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η μεταφορά τους από τα ΙΧ φορτηγά, ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων, αλλά να γίνεται υποχρεωτικά από τα ΔΧ, έναντι κομίστρου.
Ο ΣΕΒ ζητά μεταξύ άλλων να καταργηθούν τα χαρτόσημα, μεγαρόσημα, παράβολα κλπ., να παύσει η υποχρεωτική εγγραφή των επιχειρήσεων στα επιμελητήρια και η υποχρεωτική δημοσίευση των ισολογισμών στις εφημερίδες, καθώς και να καταργηθεί το αγγελιόσημο στις διαφημίσεις και το τέλος υπέρ της ΕΡΤ που εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ.
Ο ΣΕΒ προτείνει επίσης κατάργηση επιβαρύνσεων υπέρ τρίτων στις οποίες περιλαμβάνονται, το Δικαίωμα εκτελωνιστικών εργασιών (ΔΕΤΕ), οι εισφορές σε φάρμακα, δίδακτρα, εισιτήρια πλοίων, καύσιμα, αλεύρια, εισιτήρια θεάτρων και κινηματογράφων, στο ελαιόλαδο (για την καταπολέμηση του δάκου), στα κεριά (για το ταμείο κληρικών).
Στο "μέτωπο" των τιμών οι επιχειρήσεις ζητούν ακόμη απελευθέρωση των περιθωρίων κέρδους στα οπωροκηπευτικά, αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης των φαρμάκων, κατάργηση της διατίμησης στα κυλικεία των πλοίων, κατάργηση της έκδοσης τιμολογίων από τους αγρότες, όπως επίσης και της υποχρέωσης των επιχειρήσεων να ενημερώνουν το υπουργείο Ανάπτυξης για τις αυξήσεις τιμών και την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τις εξαγορές - συγχωνεύσεις.
Ζητά, επίσης, "ορθολογική τιμολόγηση" της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και του νερού, όπως επίσης και των λιμενικών υπηρεσιών.
Προτείνει εξάλλου κατάργηση των περιορισμών για εγκατάσταση-επέκταση-εκσυγχρονισμό βιομηχανιών και αποθηκών στην Αττική, απελευθέρωση των μεταφορών με ελεύθερες άδειες για ΙΧ φορτηγά, απελευθέρωση της παραγωγής ψωμιού από κατεψυγμένη ζύμη (bake off), κατάργηση του περιορισμού τα φαρμακεία να ανήκουν κατά 51% σε φαρμακοποιούς και των περιθωρίων κέρδους των φαρμακείων, κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου, μείωση των τελών κινητής τηλεφωνίας, επιβολή ΦΠΑ στα ΕΛΤΑ.
Συνολικά η μελέτη του ΣΕΒ εντοπίζει τις πηγές των εμποδίων στους εξής παράγοντες:
- Συναρμοδιότητες υπουργείων και φορέων (αλληλοεπικαλύψεις).
- Έλλειψη συνεργασίας συναρμοδίων υπηρεσιών.
- Παρεμβολή Επιμελητηρίων και επαγγελματικών συνδέσμων κυρίως για είσπραξη μη ανταποδοτικών αμοιβών ή υποχρεωτική χρήση των υπηρεσιών τους.
- Άγνοια λειτουργίας της αγοράς. Μη συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα.
- Έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού.
- Πολυνομία.
- Νοοτροπία κρατικού παρεμβατισμού.
Τονίζει ακόμη ότι τα περισσότερα από τα εμπόδια δεν αφορούν ένα υπουργείο ή φορέα αλλά περισσότερες υπηρεσίες του κράτους. Για παράδειγμα, η βιομηχανία τροφίμων εποπτεύεται ή ελέγχεται από 6 Υπουργεία (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υγείας, Διατροφής και Άθλησης, Οικονομικών, Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.)».
Το κείμενο αναρτήθηκε στο Nooz.gr.
Στα εργασιακά οι προτάσεις του ΣΕΒ προβλέπουν ακόμη να μειωθεί στο μισό (από 8 σε 4%) το ποσοστό των προσλήψεων που καλύπτεται υποχρεωτικά από ειδικές κατηγορίες εργαζομένων (άτομα με ειδικές ανάγκες, πολύτεκνους, κ.α.), να αναθεωρηθεί η λίστα των βαρέων και ανθυγιεινών, και να μειωθούν οι ασφαλιστικές εισφορές.
Ο ΣΕΒ παρέδωσε σήμερα στον υπουργό Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας κ. Μ. Χρυσοχοίδη μελέτη για τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα.
Τα εμπόδια που καταγράφονται ξεπερνούν τα 230 (η υποχρέωση από το μνημόνιο ήταν να καταγραφούν 30) και εκτείνονται σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής της επιχείρησης: από την αδειοδότηση και την καθημερινή λειτουργία μέχρι το κλείσιμο και την εκκαθάριση της εταιρίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ελληνικό Δημόσιο βάζει εμπόδια ακόμη και στις εξαγωγές προϊόντων, ή στις προσλήψεις προσωπικού.
Για παράδειγμα για τις προσλήψεις, η διαδικασία προβλέπει τήρηση ειδικού βιβλίου, αναγγελία της πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, υποβολή πίνακα προσωπικού στην επιθεώρηση εργασίας κ.α. ενώ για τις εξαγωγές το κράτος πέρα από την καθυστέρηση επιστροφής του ΦΠΑ, μεταξύ άλλων δεν αναγνωρίζει τις δαπάνες για εμπορικά ταξίδια και δεν επιτρέπει την προσωρινή εξαγωγή προϊόντων που προορίζονται για εκθέσεις στο εξωτερικό.
Στα "περίεργα" των κρατικών παρεμβάσεων στην οικονομία περιλαμβάνονται ακόμη τα όρια στο ύψος των αποθηκών που είναι 11-12 μέτρα, ή το γεγονός πως το υπουργείο Μεταφορών θεωρεί τα άδεια κοντέινερ ως εμπορεύματα, με αποτέλεσμα να μην επιτρέπεται η μεταφορά τους από τα ΙΧ φορτηγά, ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων, αλλά να γίνεται υποχρεωτικά από τα ΔΧ, έναντι κομίστρου.
Ο ΣΕΒ ζητά μεταξύ άλλων να καταργηθούν τα χαρτόσημα, μεγαρόσημα, παράβολα κλπ., να παύσει η υποχρεωτική εγγραφή των επιχειρήσεων στα επιμελητήρια και η υποχρεωτική δημοσίευση των ισολογισμών στις εφημερίδες, καθώς και να καταργηθεί το αγγελιόσημο στις διαφημίσεις και το τέλος υπέρ της ΕΡΤ που εισπράττεται μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ.
Ο ΣΕΒ προτείνει επίσης κατάργηση επιβαρύνσεων υπέρ τρίτων στις οποίες περιλαμβάνονται, το Δικαίωμα εκτελωνιστικών εργασιών (ΔΕΤΕ), οι εισφορές σε φάρμακα, δίδακτρα, εισιτήρια πλοίων, καύσιμα, αλεύρια, εισιτήρια θεάτρων και κινηματογράφων, στο ελαιόλαδο (για την καταπολέμηση του δάκου), στα κεριά (για το ταμείο κληρικών).
Ο Σύνδεσμος εισηγείται επιπλέον απελευθέρωση (κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών) για δικηγόρους, συμβολαιογράφους, μηχανικούς, εξορθολογισμό των κομίστρων στις αστικές συγκοινωνίες και τα ταξί.
Στο "μέτωπο" των τιμών οι επιχειρήσεις ζητούν ακόμη απελευθέρωση των περιθωρίων κέρδους στα οπωροκηπευτικά, αλλαγή του τρόπου τιμολόγησης των φαρμάκων, κατάργηση της διατίμησης στα κυλικεία των πλοίων, κατάργηση της έκδοσης τιμολογίων από τους αγρότες, όπως επίσης και της υποχρέωσης των επιχειρήσεων να ενημερώνουν το υπουργείο Ανάπτυξης για τις αυξήσεις τιμών και την Επιτροπή Ανταγωνισμού για τις εξαγορές - συγχωνεύσεις.
Ζητά, επίσης, "ορθολογική τιμολόγηση" της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και του νερού, όπως επίσης και των λιμενικών υπηρεσιών.
Προτείνει εξάλλου κατάργηση των περιορισμών για εγκατάσταση-επέκταση-εκσυγχρονισμό βιομηχανιών και αποθηκών στην Αττική, απελευθέρωση των μεταφορών με ελεύθερες άδειες για ΙΧ φορτηγά, απελευθέρωση της παραγωγής ψωμιού από κατεψυγμένη ζύμη (bake off), κατάργηση του περιορισμού τα φαρμακεία να ανήκουν κατά 51% σε φαρμακοποιούς και των περιθωρίων κέρδους των φαρμακείων, κατάργηση της ενιαίας τιμής βιβλίου, μείωση των τελών κινητής τηλεφωνίας, επιβολή ΦΠΑ στα ΕΛΤΑ.
Συνολικά η μελέτη του ΣΕΒ εντοπίζει τις πηγές των εμποδίων στους εξής παράγοντες:
- Συναρμοδιότητες υπουργείων και φορέων (αλληλοεπικαλύψεις).
- Έλλειψη συνεργασίας συναρμοδίων υπηρεσιών.
- Παρεμβολή Επιμελητηρίων και επαγγελματικών συνδέσμων κυρίως για είσπραξη μη ανταποδοτικών αμοιβών ή υποχρεωτική χρήση των υπηρεσιών τους.
- Άγνοια λειτουργίας της αγοράς. Μη συνεργασία με την επιχειρηματική κοινότητα.
- Έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού.
- Πολυνομία.
- Νοοτροπία κρατικού παρεμβατισμού.
Τονίζει ακόμη ότι τα περισσότερα από τα εμπόδια δεν αφορούν ένα υπουργείο ή φορέα αλλά περισσότερες υπηρεσίες του κράτους. Για παράδειγμα, η βιομηχανία τροφίμων εποπτεύεται ή ελέγχεται από 6 Υπουργεία (Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Υγείας, Διατροφής και Άθλησης, Οικονομικών, Θαλασσίων Υποθέσεων, Νήσων και Αλιείας, Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης.)».
Το κείμενο αναρτήθηκε στο Nooz.gr.
Σ.ε. Για να μην υπάρχουν παρανοήσεις αυτό είναι το ζοφερό μέλλον που επιθυμούν για την ελληνική κοινωνία οι καπιταλιστές της. Ας τα δουν αυτά οι διάφοροι διανοούμενοι και «καλλιτέχνες» -έχουμε μπόλικους και από τις δύο κατηγορίες- και ας πάρουν θέση. Τώρα που γενικεύεται ο κοινωνικός ορυμαγδός τουλάχιστον να καταγραφεί ποιοι δέχτηκαν την εξαθλίωση και ποιοι υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ- Παναγιώτης Δόϊκος
Ο Γάλλος φιλόσοφος François Poulain De La Barre, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου του Για την ισότητα των δύο φύλων1, επισημαίνει, εξηγεί και ―με έναν έμμεσο τρόπο― συνδέει μεταξύ τους στοιχεία που αφενός αφορούν στη φαντασιακή και σωματική παρουσία του άντρα και της γυναίκας στο εσωτερικό της ερωτικής τους συνάντησης και αφετέρου μας προκαλούν να διερωτηθούμε ως προς το κατά πόσο, και ―κυρίως― πώς, η ειδική κάθε φορά εξέλιξη της ερωτικής σχέσης, στην όποια κλιμάκωση των εκφάνσεων της έντασής της, ευνοεί ή όχι την ανάπτυξη μιας δυναμικής βιωμάτων που κυριαρχούνται από τη συναισθηματική λογική της αντίθεσης ανάμεσα στην ισότητα και την ανισότητα. Η συγκεκριμενοποίηση του πλέγματος των στοιχείων, με βάση τα οποία θα επιχειρήσουμε εδώ μια συσχέτιση του προβλήματος της ισότητας με τον έρωτα, ευνοείται από τη συλλογιστική του De La Barre, από τον οποίο τονίζονται: η ικανότητα της φαντασίας να παράγει έναν πληθωρισμό σκέψεων, που, ενώ στην πρωταρχική τους ανάδυση ρέπουν προς την αταξία, μπορούν, με την άσκηση, δηλαδή με μια αποτελεσματική συνεργία της παραστατικότητας με τον αυστηρά νοητικό παράγοντα, να συγκροτηθούν δημιουργικά ενισχύοντας διαρκώς την εμβέλεια και το βάθος του ψυχικού και του σωματικού γίγνεσθαι2⋅η δεκτικότητα της γυναικείας φαντασίας ως προς την πρόσληψη των εντυπώσεων από τα εξωτερικά αντικείμενα, τα σώματα και τα χωρικά περιβάλλοντα, και η αντίστοιχη ικανότητα ενεργητικής παρουσίασης των εικόνων που σχηματίζονται στη νόηση (επισημαίνουμε ότι η εν λόγω ικανότητα χαρακτηρίζει —στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της— και τη φαντασία του άντρα· τον γάλλο στοχαστή όμως ενδιαφέρει κυρίως η περιγραφή του τρόπου λειτουργίας της γυναικείας φαντασίας)3· η διαφοροποίηση του περιεχομένου, της δομής, αλλά και της χροιάς των παραστατικών ιδεών, ανάλογα με το αν φανταζόμαστε τη θετική (το καλό) ή την αρνητική (το κακό) προς εμάς διάθεση των εξωτερικών σωμάτων4⋅η κορυφαία ένταση και συνθετότητα των παθών που προκαλούνται, έχοντάς την ως οντολογικό πυρήνα τους, από την εικόνα της ομορφιάς, στην πολλαπλότητα των ιδιαιτεροποιήσεών της5· τέλος, η θεϊκή προέλευση του έρωτα ως ορμητικής έκφρασης μιας εξάρτησης των ανθρώπων μεταξύ τους, διαμέσου της δημιουργικότητας των δύο διαφορετικών σωμάτων, εκείνων του άντρα και της γυναίκας, με νοηματική κορύφωση την ελκυστική ετερότητα των προσώπων τους6.
Με ποιον τρόπο η ιδιάζουσα σύμπλεξη της φαντασιακής δράσης με τη σωματικότητα, που προκαλείται από τη συνενεργοποίηση των προαναφερομένων πέντε παραγόντων, λειτουργεί, ώστε να καθιστά όλο και περισσότερο έκδηλη τη μοναδικότητα της ερωτικής σχέσης; Πώς ο εσωτερικός και εξωτερικός δυναμισμός της συνάντησης των δύο φύλων εκφράζεται —με βάση το υπαρξικό παιχνίδι μεταξύ των εικόνων και των κινήσεων, που υποβάλλει η οπτική του De La Barre— ως απελευθέρωση των στοιχείων ένωσης και ανταγωνισμού, μέσα στα οποία κάθε φορά πάλλεται η ιδιαιτερότητα της ερωτικής συνάντησης; Εκκινώντας από τη σχετική προβληματική του γάλλου φιλοσόφου, τονίζουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε προπάντων με την αυξανόμενη ένταση της εναλλαγής —σύμφωνα με ποικίλους ρυθμούς— αλλά και συχνά της συνεκδήλωσης εσωστρεφών με εξωστρεφείς μορφές συμπεριφοράς που, αμεσοποιώντας μια πρωταρχική και αρχικά ασυγκεκριμενοποίητη έλξη, εκφράζουν αντίστοιχες διαθέσεις του σώματος και της φαντασίας. Η αμοιβαία επιθυμία του ενός για το άλλο ωθεί το αρσενικό και το θηλυκό, ολοένα και πιο ορμητικά, να βιώνουν και να εξωτερικεύουν το σύνθετο μαγνητισμό —κυμαινόμενο ανάμεσα στη σεξουαλική διέγερση και την οντολογική εξιδανίκευση— που ασκεί στο καθένα η μορφή του άλλου. Σε όλους μας ο έρωτας έχει φανερωθεί, πριν απ' όλα, ως έλξη για μορφές που αισθανόμαστε ότι μας αφορούν με πολλούς τρόπους. Σε αυτούς αντιστοιχούν τα σχήματα, το ύφος, οι κινήσεις των σωμάτων, η επικοινωνία και η είσπραξη των συναισθημάτων, οι φανερές και οι κρυφές εκφράσεις του πόθου, της επιθετικότητας, της τρυφερότητας, της σκληρότητας, του δυναμισμού, της αγάπης⋅πρόκειται για μορφοποιήσεις των εκφάνσεων του συνολικού ζωικού σκιρτήματος ατόμων του αντίθετου φύλου, άλλοτε παράξενα οικείων μας, άλλοτε ανεξήγητα σαγηνευτικών, άλλοτε ερεθιστικών κυρίως για τις αισθήσεις μας, άλλοτε συνολικά ελκυστικών. Πολλά από αυτά τα γνωρίσματα οι άντρες τα εισπράττουμε από ή τα εκπέμπουμε προς την ίδια γυναίκα⋅ και οι γυναίκες νιώθουν να τα δέχονται από τον ή να τα επικοινωνούν στον ίδιο άντρα. Ούτως ή άλλως, ο κοινός παρονομαστής σε όλες τις περιπτώσεις είναι η ορμητική έλξη από και προς μορφές. Και ο έρωτας, που ζωντανεύει κάθε φορά είτε για να υποχωρήσει μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, είτε για να μεταποιηθεί σε άλλου είδους —ηπιότερα, λιγότερο ριψοκίνδυνα ή όχι τόσο απαιτητικά— συναισθήματα, είτε —ασφαλώς σπάνια— για να εξακολουθήσει να επιβιώνει μη παύοντας να ανανεώνει τις αντιστάσεις του, κερδίζει την —όποιας έκβασης—μοναδικότητά του, μέσα σε μια αμοιβαία, εξωτερική και εσωτερική σχέση μεταξύ μορφών που αλληλοαφορώνται, μεταξύ διαφορετικών σωμάτων που προσελκύονται αμοιβαία, ακόμα και όταν —τις περισσότερες φορές αδήλωτα— συγκρούονται. Ποια είναι η βαθιά εστία της τροπής αυτής της εμπαθούς, ηδονικής, αλλά και συχνά οδυνηρής περιπέτειας; Έχοντας πάντα κατά νου την —σύμφωνα με τον De La Barre— ετερότητα των προσώπων του άντρα και της γυναίκας, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε πώς οι σχέσεις μεταξύ της φαντασίας και των διαφορετικών σωμάτων των δύο φύλων, προσδίδοντας στο ερωτικό γίγνεσθαι τον ανεπανάληπτο κάθε φορά χαρακτήρα του, τη δυαδική του ιδιαιτερότητα, ευνοούν ή υπονομεύουν την εγγενή του ορμή, οδηγώντας το προς την ενδυνάμωση ή τη ρήξη.
Η κρίσιμη αρχή παράγεται καθώς, από τη μια και από την άλλη πλευρά, η είσοδος και η περαιτέρω απελευθέρωση των εικόνων της —υποκειμενοποιημένης ως όμορφης (:εύ-μορφης)— παρουσίας του άλλου (για τον άντρα της γυναίκας⋅ για τη γυναίκα, του άντρα) στη φαντασία συνοδεύει και αντανακλά τις διαθέσεις και τις κινήσεις του γοητευμένου σώματος, ενεργοποιώντας το πλέγμα των πιο ισχυρών και ποικίλων συναισθημάτων. Τούτα εδώ προκαλούν την εξωτερική εκδήλωση και την εσωτερική φανέρωση του ιδιάζοντος —διαφορετικού στον καθένα από τους δύο— σύμπαντος, μέσα στο οποίο η ορμή για την ένωση με τον άλλον συναντάται με την προϋπάρχουσα δυναμική της ψυχής. Τα ενδότερα τοπία, ενσυνείδητα ή ασυνείδητα, αναδιατάσσονται ή και —προσωρινά ή μόνιμα— μεταβάλλονται, καθώς δονούνται από την υποδοχή του κόσμου των ελκυστικών μορφών ενός άλλου όντος, το οποίο, με έναν όχι πάντα αποσαφηνισμένο τρόπο, τα αφορά. Οι οντολογικές μας προδιαθέσεις για αναμέτρηση, αλλά και για ένωση ή διάχυση αναλαμβάνονται από τη δύναμη της φαντασίας που, μορφοποιώντας τη συνθετότητα των ερωτικών συναισθημάτων, αναϋποκειμενοποιεί τη σχέση μας με τον κόσμο, ως επιθυμητική περιοχή μιας πρωτόγνωρης συνεύρεσης που νιώθουμε να μας μαγνητίζει. Έτσι, τα γεγονότα της σχέσης τροφοδοτούν, αλλά και εκπορεύονται από, τη φαντασία, στο μέτρο που μέσα από την τελευταία —στον άντρα, στη γυναίκα— βιώνεται με τον πυκνότερο τρόπο η ιστορία των ορατών και των μυστικών, των πιο ατελών και εφήμερων, αλλά και των πιο ριζικών και των πιο εξιδανικευμένων διαθέσεων των δύο σωμάτων, τα οποία κινούνται, μιλούν, σμίγουν, συλλογίζονται, συνεπαίρνονται, θυμώνουν μεταξύ τους, αγαπιούνται μεταξύ τους, και ονειρεύονται ή ονειροπολούν μέσα τόσο στην αμοιβαία πίστη τους όσο και στη συχνά αναπόφευκτη απιστία τους. Το σημαντικό, για το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι η εξωτερική ιστορία της σχέσης υποκειμενοποιείται αμοιβαία, μέχρι το σημείο να επαναποδεσμευθεί μέσα στη φαντασία το μορφικό πλέγμα γεγονότων, όπου αλληλοαναγνωρίζονται μόνον οι δύο, ο συγκεκριμένος άντρας και η συγκεκριμένη γυναίκα. Η ρώμη, που λανθάνει καθοριστικά μέσα στη λέξη και το νόημα «έρωτας»7, παράγει και από τις δύο πλευρές του ζευγαριού τον αόρατο, ιδιωτικό χώρο της σχέσης, τον γεμάτο από τα δρώμενα των παθών του προσωπικού πολέμου8 και της ένωσης. Κρυφά από κάθε άλλον, όχι σπάνια και από το ίδιο το ταίρι τους, αλλά ποτέ από το εσωτερικό του βλέμμα, ο άντρας και η γυναίκα, ζουν τους παλμούς της απρόσιτης τοπογραφίας, απ' όπου πηγάζει, και όπου καθίσταται οριστικά μοναδική, η πρωτοφανής υλικότητα —αλλού γαλήνια, αλλού διεγερμένη— αυτού που τους έκανε να πλησιαστούν μεταξύ τους. Εκεί, κάθε κύτταρο του έρωτά τους, από το ελάχιστο σάλεμα μέχρι τις συναγερμικές δονήσεις, κάθε πράξη-όψη του σοβαρού παιχνιδιού τους, από την αγριότητα ως την εκλέπτυνση, ανήκουν στο ανεπανάληπτο. Είναι μόνο ποιότητες· πολλαπλών εκφάνσεων, αλλά τίποτε άλλο από ποιότητες. Γι' αυτό και η δυαδικότητα και το σύμπαν της, η ηδονή και ο πόνος, το δράμα και η ευφορία της σχέσης, ακόμα και η εξωτερική καθημερινότητά της, αφορούν στα ιδιωτικά γεγονότα μιας ιστορίας μοναδικής, ατόφιας. Σ' εκείνον το χώρο κυριαρχεί αποκλειστικά ο τρόπος του έρωτα, δηλαδή η ορμή του στοιχήματος με τη γοητεία της ύλης και της ψυχής της. Οι όποιες μετρήσεις αυτών που συμβαίνουν και επιθυμούνται προέρχονται έξωθεν του έρωτα. Η ποσότητα είναι ξένη και, κυρίως, αδιάφορη υπόθεση. Από την άποψη αυτή, μεταξύ των δύο μελών του ζευγαριού δεν υφίσταται νοηματική σχέση σύγκρισης, υπεροχής· συνακόλουθα, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ισχύς της αντίθεσης «ίσος-άνισος» καθίσταται ανενεργός. Δεν υπάρχει παρά η πολύπλοκη ιδιαιτερότητα της σχέσης και η —πρακτική, λειτουργική, ενδότερη— δυαδικότητα του φαντασιακού χώρου αυτής της μοναδικότητας, δηλαδή του τόπου όπου η νοηματικά σύνθετη εκτατότητα της ιστορίας μεταξύ του άντρα και της γυναίκας αποκτά μια δυνατότητα ποιοτικής-οντολογικής εμβάθυνσης....
Με ποιον τρόπο η ιδιάζουσα σύμπλεξη της φαντασιακής δράσης με τη σωματικότητα, που προκαλείται από τη συνενεργοποίηση των προαναφερομένων πέντε παραγόντων, λειτουργεί, ώστε να καθιστά όλο και περισσότερο έκδηλη τη μοναδικότητα της ερωτικής σχέσης; Πώς ο εσωτερικός και εξωτερικός δυναμισμός της συνάντησης των δύο φύλων εκφράζεται —με βάση το υπαρξικό παιχνίδι μεταξύ των εικόνων και των κινήσεων, που υποβάλλει η οπτική του De La Barre— ως απελευθέρωση των στοιχείων ένωσης και ανταγωνισμού, μέσα στα οποία κάθε φορά πάλλεται η ιδιαιτερότητα της ερωτικής συνάντησης; Εκκινώντας από τη σχετική προβληματική του γάλλου φιλοσόφου, τονίζουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε προπάντων με την αυξανόμενη ένταση της εναλλαγής —σύμφωνα με ποικίλους ρυθμούς— αλλά και συχνά της συνεκδήλωσης εσωστρεφών με εξωστρεφείς μορφές συμπεριφοράς που, αμεσοποιώντας μια πρωταρχική και αρχικά ασυγκεκριμενοποίητη έλξη, εκφράζουν αντίστοιχες διαθέσεις του σώματος και της φαντασίας. Η αμοιβαία επιθυμία του ενός για το άλλο ωθεί το αρσενικό και το θηλυκό, ολοένα και πιο ορμητικά, να βιώνουν και να εξωτερικεύουν το σύνθετο μαγνητισμό —κυμαινόμενο ανάμεσα στη σεξουαλική διέγερση και την οντολογική εξιδανίκευση— που ασκεί στο καθένα η μορφή του άλλου. Σε όλους μας ο έρωτας έχει φανερωθεί, πριν απ' όλα, ως έλξη για μορφές που αισθανόμαστε ότι μας αφορούν με πολλούς τρόπους. Σε αυτούς αντιστοιχούν τα σχήματα, το ύφος, οι κινήσεις των σωμάτων, η επικοινωνία και η είσπραξη των συναισθημάτων, οι φανερές και οι κρυφές εκφράσεις του πόθου, της επιθετικότητας, της τρυφερότητας, της σκληρότητας, του δυναμισμού, της αγάπης⋅πρόκειται για μορφοποιήσεις των εκφάνσεων του συνολικού ζωικού σκιρτήματος ατόμων του αντίθετου φύλου, άλλοτε παράξενα οικείων μας, άλλοτε ανεξήγητα σαγηνευτικών, άλλοτε ερεθιστικών κυρίως για τις αισθήσεις μας, άλλοτε συνολικά ελκυστικών. Πολλά από αυτά τα γνωρίσματα οι άντρες τα εισπράττουμε από ή τα εκπέμπουμε προς την ίδια γυναίκα⋅ και οι γυναίκες νιώθουν να τα δέχονται από τον ή να τα επικοινωνούν στον ίδιο άντρα. Ούτως ή άλλως, ο κοινός παρονομαστής σε όλες τις περιπτώσεις είναι η ορμητική έλξη από και προς μορφές. Και ο έρωτας, που ζωντανεύει κάθε φορά είτε για να υποχωρήσει μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, είτε για να μεταποιηθεί σε άλλου είδους —ηπιότερα, λιγότερο ριψοκίνδυνα ή όχι τόσο απαιτητικά— συναισθήματα, είτε —ασφαλώς σπάνια— για να εξακολουθήσει να επιβιώνει μη παύοντας να ανανεώνει τις αντιστάσεις του, κερδίζει την —όποιας έκβασης—μοναδικότητά του, μέσα σε μια αμοιβαία, εξωτερική και εσωτερική σχέση μεταξύ μορφών που αλληλοαφορώνται, μεταξύ διαφορετικών σωμάτων που προσελκύονται αμοιβαία, ακόμα και όταν —τις περισσότερες φορές αδήλωτα— συγκρούονται. Ποια είναι η βαθιά εστία της τροπής αυτής της εμπαθούς, ηδονικής, αλλά και συχνά οδυνηρής περιπέτειας; Έχοντας πάντα κατά νου την —σύμφωνα με τον De La Barre— ετερότητα των προσώπων του άντρα και της γυναίκας, θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε πώς οι σχέσεις μεταξύ της φαντασίας και των διαφορετικών σωμάτων των δύο φύλων, προσδίδοντας στο ερωτικό γίγνεσθαι τον ανεπανάληπτο κάθε φορά χαρακτήρα του, τη δυαδική του ιδιαιτερότητα, ευνοούν ή υπονομεύουν την εγγενή του ορμή, οδηγώντας το προς την ενδυνάμωση ή τη ρήξη.
Η κρίσιμη αρχή παράγεται καθώς, από τη μια και από την άλλη πλευρά, η είσοδος και η περαιτέρω απελευθέρωση των εικόνων της —υποκειμενοποιημένης ως όμορφης (:εύ-μορφης)— παρουσίας του άλλου (για τον άντρα της γυναίκας⋅ για τη γυναίκα, του άντρα) στη φαντασία συνοδεύει και αντανακλά τις διαθέσεις και τις κινήσεις του γοητευμένου σώματος, ενεργοποιώντας το πλέγμα των πιο ισχυρών και ποικίλων συναισθημάτων. Τούτα εδώ προκαλούν την εξωτερική εκδήλωση και την εσωτερική φανέρωση του ιδιάζοντος —διαφορετικού στον καθένα από τους δύο— σύμπαντος, μέσα στο οποίο η ορμή για την ένωση με τον άλλον συναντάται με την προϋπάρχουσα δυναμική της ψυχής. Τα ενδότερα τοπία, ενσυνείδητα ή ασυνείδητα, αναδιατάσσονται ή και —προσωρινά ή μόνιμα— μεταβάλλονται, καθώς δονούνται από την υποδοχή του κόσμου των ελκυστικών μορφών ενός άλλου όντος, το οποίο, με έναν όχι πάντα αποσαφηνισμένο τρόπο, τα αφορά. Οι οντολογικές μας προδιαθέσεις για αναμέτρηση, αλλά και για ένωση ή διάχυση αναλαμβάνονται από τη δύναμη της φαντασίας που, μορφοποιώντας τη συνθετότητα των ερωτικών συναισθημάτων, αναϋποκειμενοποιεί τη σχέση μας με τον κόσμο, ως επιθυμητική περιοχή μιας πρωτόγνωρης συνεύρεσης που νιώθουμε να μας μαγνητίζει. Έτσι, τα γεγονότα της σχέσης τροφοδοτούν, αλλά και εκπορεύονται από, τη φαντασία, στο μέτρο που μέσα από την τελευταία —στον άντρα, στη γυναίκα— βιώνεται με τον πυκνότερο τρόπο η ιστορία των ορατών και των μυστικών, των πιο ατελών και εφήμερων, αλλά και των πιο ριζικών και των πιο εξιδανικευμένων διαθέσεων των δύο σωμάτων, τα οποία κινούνται, μιλούν, σμίγουν, συλλογίζονται, συνεπαίρνονται, θυμώνουν μεταξύ τους, αγαπιούνται μεταξύ τους, και ονειρεύονται ή ονειροπολούν μέσα τόσο στην αμοιβαία πίστη τους όσο και στη συχνά αναπόφευκτη απιστία τους. Το σημαντικό, για το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι η εξωτερική ιστορία της σχέσης υποκειμενοποιείται αμοιβαία, μέχρι το σημείο να επαναποδεσμευθεί μέσα στη φαντασία το μορφικό πλέγμα γεγονότων, όπου αλληλοαναγνωρίζονται μόνον οι δύο, ο συγκεκριμένος άντρας και η συγκεκριμένη γυναίκα. Η ρώμη, που λανθάνει καθοριστικά μέσα στη λέξη και το νόημα «έρωτας»7, παράγει και από τις δύο πλευρές του ζευγαριού τον αόρατο, ιδιωτικό χώρο της σχέσης, τον γεμάτο από τα δρώμενα των παθών του προσωπικού πολέμου8 και της ένωσης. Κρυφά από κάθε άλλον, όχι σπάνια και από το ίδιο το ταίρι τους, αλλά ποτέ από το εσωτερικό του βλέμμα, ο άντρας και η γυναίκα, ζουν τους παλμούς της απρόσιτης τοπογραφίας, απ' όπου πηγάζει, και όπου καθίσταται οριστικά μοναδική, η πρωτοφανής υλικότητα —αλλού γαλήνια, αλλού διεγερμένη— αυτού που τους έκανε να πλησιαστούν μεταξύ τους. Εκεί, κάθε κύτταρο του έρωτά τους, από το ελάχιστο σάλεμα μέχρι τις συναγερμικές δονήσεις, κάθε πράξη-όψη του σοβαρού παιχνιδιού τους, από την αγριότητα ως την εκλέπτυνση, ανήκουν στο ανεπανάληπτο. Είναι μόνο ποιότητες· πολλαπλών εκφάνσεων, αλλά τίποτε άλλο από ποιότητες. Γι' αυτό και η δυαδικότητα και το σύμπαν της, η ηδονή και ο πόνος, το δράμα και η ευφορία της σχέσης, ακόμα και η εξωτερική καθημερινότητά της, αφορούν στα ιδιωτικά γεγονότα μιας ιστορίας μοναδικής, ατόφιας. Σ' εκείνον το χώρο κυριαρχεί αποκλειστικά ο τρόπος του έρωτα, δηλαδή η ορμή του στοιχήματος με τη γοητεία της ύλης και της ψυχής της. Οι όποιες μετρήσεις αυτών που συμβαίνουν και επιθυμούνται προέρχονται έξωθεν του έρωτα. Η ποσότητα είναι ξένη και, κυρίως, αδιάφορη υπόθεση. Από την άποψη αυτή, μεταξύ των δύο μελών του ζευγαριού δεν υφίσταται νοηματική σχέση σύγκρισης, υπεροχής· συνακόλουθα, σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η ισχύς της αντίθεσης «ίσος-άνισος» καθίσταται ανενεργός. Δεν υπάρχει παρά η πολύπλοκη ιδιαιτερότητα της σχέσης και η —πρακτική, λειτουργική, ενδότερη— δυαδικότητα του φαντασιακού χώρου αυτής της μοναδικότητας, δηλαδή του τόπου όπου η νοηματικά σύνθετη εκτατότητα της ιστορίας μεταξύ του άντρα και της γυναίκας αποκτά μια δυνατότητα ποιοτικής-οντολογικής εμβάθυνσης....
Σημειώσεις.
1. François Poulain DE LA BARRE, Για την ισότητα των δύο φύλων [De l' égalité des deux sexes (πρώτη έκδοση: 1673)], δίγλωσση έκδοση, μετάφραση Κωνσταντίνα Μόσχου, επιμέλεια Ι. Σ. Χριστοδούλου, εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 1998.2. Βλ. όπ.π., σ. 180-1.
3.Βλ. όπ.π., σ. 178-81.
4. Βλ. όπ.π., σ. 184-5.
5. Βλ. όπ.π., σ. 196-7.
6. Βλ. όπ.π., σ. 188-9.
3.Βλ. όπ.π., σ. 178-81.
4. Βλ. όπ.π., σ. 184-5.
5. Βλ. όπ.π., σ. 196-7.
6. Βλ. όπ.π., σ. 188-9.
7. Βλ. Πλάτων, Φαίδρος, 238 c.
8. Για μια οντολογική προσέγγιση της πολεμικής διάστασης του έρωτα, ικανή να εγείρει ενδιαφέρουσες συζητήσεις, βλ. Γιάννη Τζαβάρα, Έρωτας - Πόλεμος, Δωδώνη, Αθήνα 1993
8. Για μια οντολογική προσέγγιση της πολεμικής διάστασης του έρωτα, ικανή να εγείρει ενδιαφέρουσες συζητήσεις, βλ. Γιάννη Τζαβάρα, Έρωτας - Πόλεμος, Δωδώνη, Αθήνα 1993
Ολόκληρο το κείμενο του Παναγιώτη Δόικου δημοσιεύεται στο τεύχος 12 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, Δεκέμβριος 2008. O Παναγιώτης Δόικος είναι επίκουρος καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Στις φωτογραφίες του Κώστα Ιωαννίδη στιγμιότυπα από την παρέμβαση του Παναγιώτη Δόικου στις εργασίες του ΙΙ Διεθνούς Συνεδρίου Ψυχανάλυσης και Φιλοσοφίας με θέμα «Το πρωταρχικό» που έγινε στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας από Παρασκευής έως την Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2010. Διακρίνονται επίσης οι καθηγητές φιλοσοφίας Σωκράτης Δεληβογιατζής, Γρηγόρης Καραμφίλης και ο ψυχαναλυτής Χρίστος Σιδηρόπουλος.
Γκιουλεκιάδα: Πολεμική σε ήπιο τόνο
Πριν κάμποσα χρόνια ο γλωσσολόγος Γεώργιος Μπαμπινιώτης συμπεριέλαβε στην έκδοση ενός λεξικού στο λήμμα «Βούλγαρος» και τη σημασία του οπαδού των ποδοσφαιρικών συλλόγων της Θεσσαλονίκης. Τούτο ήταν η αφορμή να δεχθεί δριμεία επίθεση από ακραίες εθνικιστικές ομάδες. Στη δημόσια αντιπαράθεση πήρε θέση και ο δημοσιογράφος του εθνικιστικού Ελληνικού Βορρά Κωνσταντίνος Γκιουλέκας, ο οποίος επέκρινε τον επιστήμονα για την υποτιθέμενη αστοχία του. Ο λεξικογράφος, σύμφωνα με τον επίδοξο γνωμηγήτορα του εθνικιστικού φύλλου, δεν έλαβε υπόψη του τους πιθανούς κινδύνους στους οποίους θα ενέπλεκε το ελληνικό Έθνος με την επιπόλαιη ενέργειά του να συμπεριλάβει στο λεξικό και τη σημασία που έχει μια λέξη στην ιδιόλεκτο των αθλητικών σταδίων.
Στο ίδιο λεξικό διαβάζουμε στο λήμμα «κόγχη» τα εξής: «κόγχη: ΓΕΩΛ. κοίλωμα με αμφιθεατρικό και ημικυκλικό σχήμα, που βρίσκεται στην επιφάνεια τού εδάφους και που σχηματίστηκε από τις διαβρωτικές διεργασίες, παγετώνα».
Δεν επιλέξαμε τυχαίως τη λέξη «κόγχη». Ο δημοσιογράφος Κ. Γκιουλέκας τη χρησιμοποιεί τακτικά σε σχόλια που αφορούν στην Ελλάδα και την ιστορία της. Η χώρα παρομοιάζεται με «μικρή κόγχη»: «…όσο υπάρχουν Έλληνες σε τούτη τη μικρή κόγχη της Μεσογείου…». Η Ελλάδα είναι κοίλωμα της Μεσογείου; Η μεταφορά ξενίζει, αλλά δεν έχει γίνει από παραδρομή.
Η λέξη κόγχη χρησιμοποιείται συχνά για να καταδειχθεί η δυσαναλογία ανάμεσα στη στενότητα του ιστορικού γεωγραφικού χώρου και το υποτιθέμενο διαχρονικό μεγαλείο των κατοίκων της: «...δεν σημαίνει ότι έπαψαν να κατοικούν σε τούτη την βραχώδη κόγχη της Βαλκανικής Έλληνες, όπως και εκείνοι οι παλαιοί…». Και είναι το αιώνιο φυλετικό ποιόν των κατοίκων της, το οποίο προσδίδει στη «χώρα-κόγχη» διαστάσεις θρύλου: «...όσο ζει αυτή η φυλή, που κατοικεί στη θρυλική τούτη κόγχη της Μεσογείου…». Η σπουδαιότητά της επιβεβαιώνεται διαρκώς από την εποχή του μύθου έως τη σημερινή των δύο κατόχων του βραβείου Νόμπελ στην ποίηση, οι οποίοι αποτελούν και τη σύγχρονη απόδειξη «ότι σε τούτη την κακοτράχαλη κόγχη της Μεσογείου καίει άσβεστη του Προμηθέα η δάδα και αναπαράγεται, επί 4.000 χρόνια, η ίδια φυλή, το ίδιο Γένος». Έτσι, «...σε τούτη τη μικρή αυτή κόγχη της Μεσογείου...» αναμετριόμαστε με τις «...χιλιετηρίδες της ζωής του ελληνικού Έθνους…». Η «κόγχη» φαίνεται ότι αποτελεί το δοκιμαστικό σωλήνα για τη βιολογική διαιώνιση της σπάνιας φυλής των Ελλήνων. Το Λεξικό του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ωστόσο, επιμένει, ότι «κόγχη» σημαίνει κοίλωμα. Ένας μικρός χηραμός η Ελλάδα στο χώρο της Μεσογείου;
Παρότι ο δημοσιογράφος στη διαμάχη για το λήμμα «Βούλγαρος» δε δίστασε να προτρέψει τον γλωσσολόγο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και να προτάξει το υποτιθέμενο εθνικό συμφέρον έναντι του επιστημονικού ενδιαφέροντος, ο ίδιος διατηρεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να αποφαίνεται και για την κακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, κατά την κρίση του, η ελληνική γλώσσα και, πέραν τούτου, να προειδοποιεί ακόμη και για τους «κινδύνους» που την περιβάλλουν.
Έτσι, ενώ ασχολείται με διάφορα «ιδιώματα» της καθημερινότητας, διαπιστώνει και αυτός —όπως και άλλοι «κινδυνολόγοι»— τη «γνωστή πενία λεξιλογίου, που μαστίζει τους νεοέλληνες»! Φαίνεται δε, πως ενοχλείται σφόδρα από το γεγονός, ότι «έχουμε καταντήσει να χρησιμοποιούμε και να συνεννοούμαστε μόνο με 500-600 λέξεις στην καθημερινή ζωή μας» και εξανίσταται γιατί ενώ οι ξένοι μαθαίνουν ελληνικά, εμείς «ξεχνάμε τη γλώσσα μας και το χειρότερο, τη νοθεύουμε με σολικισμούς και δανεισμούς ξένων λέξεων».
Ο μύστης της ελληνικής γράφει λανθασμένα τη λέξη σολοικισμός. Αλλά και γενικώς, ο συγκεκριμένος τιμητής της εθνικής μας λεξιπενίας, έχει προβλήματα με τον χειρισμό της γλώσσας. Δεν γράφει απλώς πρόχειρα, αλλά κακοποιεί διαρκώς την ελληνική. Η γραφή του είναι ρηχή, χωρίς συνοχή, με σωρεία ασυναρτησιών και ασυνταξιών, ενώ της λείπει το προσωπικό ύφος. Πολλές φορές η κατάσταση γίνεται αφόρητη για τον αναγνώστη, εξαιτίας της αδυναμίας του συντάκτη να διατυπώσει ορθώς μια ολοκληρωμένη πρόταση. Γραφή ανομοιογενής, προφανώς απόρροια ακουσμάτων, αποστηθίσεων και ετερογενών επιδράσεων σε σχεδόν ακατέργαστη μορφή, που συνθέτουν ένα μιξοβάρβαρο ύφος βουτηγμένο στους σολοικισμούς. Τούτο πέραν της γλωσσικής υστέρησης προδίδει και κάποια διανοητική αδυναμία του συντάκτη σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται. Από εδώ προέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, και η σολοικία. Ο Κ. Γκιουλέκας φαίνεται πως ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των δημοσιογράφων που στερούνται ικανοτήτων στον γραπτό λόγο.
Στο ίδιο λεξικό διαβάζουμε στο λήμμα «κόγχη» τα εξής: «κόγχη: ΓΕΩΛ. κοίλωμα με αμφιθεατρικό και ημικυκλικό σχήμα, που βρίσκεται στην επιφάνεια τού εδάφους και που σχηματίστηκε από τις διαβρωτικές διεργασίες, παγετώνα».
Δεν επιλέξαμε τυχαίως τη λέξη «κόγχη». Ο δημοσιογράφος Κ. Γκιουλέκας τη χρησιμοποιεί τακτικά σε σχόλια που αφορούν στην Ελλάδα και την ιστορία της. Η χώρα παρομοιάζεται με «μικρή κόγχη»: «…όσο υπάρχουν Έλληνες σε τούτη τη μικρή κόγχη της Μεσογείου…». Η Ελλάδα είναι κοίλωμα της Μεσογείου; Η μεταφορά ξενίζει, αλλά δεν έχει γίνει από παραδρομή.
Η λέξη κόγχη χρησιμοποιείται συχνά για να καταδειχθεί η δυσαναλογία ανάμεσα στη στενότητα του ιστορικού γεωγραφικού χώρου και το υποτιθέμενο διαχρονικό μεγαλείο των κατοίκων της: «...δεν σημαίνει ότι έπαψαν να κατοικούν σε τούτη την βραχώδη κόγχη της Βαλκανικής Έλληνες, όπως και εκείνοι οι παλαιοί…». Και είναι το αιώνιο φυλετικό ποιόν των κατοίκων της, το οποίο προσδίδει στη «χώρα-κόγχη» διαστάσεις θρύλου: «...όσο ζει αυτή η φυλή, που κατοικεί στη θρυλική τούτη κόγχη της Μεσογείου…». Η σπουδαιότητά της επιβεβαιώνεται διαρκώς από την εποχή του μύθου έως τη σημερινή των δύο κατόχων του βραβείου Νόμπελ στην ποίηση, οι οποίοι αποτελούν και τη σύγχρονη απόδειξη «ότι σε τούτη την κακοτράχαλη κόγχη της Μεσογείου καίει άσβεστη του Προμηθέα η δάδα και αναπαράγεται, επί 4.000 χρόνια, η ίδια φυλή, το ίδιο Γένος». Έτσι, «...σε τούτη τη μικρή αυτή κόγχη της Μεσογείου...» αναμετριόμαστε με τις «...χιλιετηρίδες της ζωής του ελληνικού Έθνους…». Η «κόγχη» φαίνεται ότι αποτελεί το δοκιμαστικό σωλήνα για τη βιολογική διαιώνιση της σπάνιας φυλής των Ελλήνων. Το Λεξικό του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ωστόσο, επιμένει, ότι «κόγχη» σημαίνει κοίλωμα. Ένας μικρός χηραμός η Ελλάδα στο χώρο της Μεσογείου;
Παρότι ο δημοσιογράφος στη διαμάχη για το λήμμα «Βούλγαρος» δε δίστασε να προτρέψει τον γλωσσολόγο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και να προτάξει το υποτιθέμενο εθνικό συμφέρον έναντι του επιστημονικού ενδιαφέροντος, ο ίδιος διατηρεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να αποφαίνεται και για την κακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει, κατά την κρίση του, η ελληνική γλώσσα και, πέραν τούτου, να προειδοποιεί ακόμη και για τους «κινδύνους» που την περιβάλλουν.
Έτσι, ενώ ασχολείται με διάφορα «ιδιώματα» της καθημερινότητας, διαπιστώνει και αυτός —όπως και άλλοι «κινδυνολόγοι»— τη «γνωστή πενία λεξιλογίου, που μαστίζει τους νεοέλληνες»! Φαίνεται δε, πως ενοχλείται σφόδρα από το γεγονός, ότι «έχουμε καταντήσει να χρησιμοποιούμε και να συνεννοούμαστε μόνο με 500-600 λέξεις στην καθημερινή ζωή μας» και εξανίσταται γιατί ενώ οι ξένοι μαθαίνουν ελληνικά, εμείς «ξεχνάμε τη γλώσσα μας και το χειρότερο, τη νοθεύουμε με σολικισμούς και δανεισμούς ξένων λέξεων».
Ο μύστης της ελληνικής γράφει λανθασμένα τη λέξη σολοικισμός. Αλλά και γενικώς, ο συγκεκριμένος τιμητής της εθνικής μας λεξιπενίας, έχει προβλήματα με τον χειρισμό της γλώσσας. Δεν γράφει απλώς πρόχειρα, αλλά κακοποιεί διαρκώς την ελληνική. Η γραφή του είναι ρηχή, χωρίς συνοχή, με σωρεία ασυναρτησιών και ασυνταξιών, ενώ της λείπει το προσωπικό ύφος. Πολλές φορές η κατάσταση γίνεται αφόρητη για τον αναγνώστη, εξαιτίας της αδυναμίας του συντάκτη να διατυπώσει ορθώς μια ολοκληρωμένη πρόταση. Γραφή ανομοιογενής, προφανώς απόρροια ακουσμάτων, αποστηθίσεων και ετερογενών επιδράσεων σε σχεδόν ακατέργαστη μορφή, που συνθέτουν ένα μιξοβάρβαρο ύφος βουτηγμένο στους σολοικισμούς. Τούτο πέραν της γλωσσικής υστέρησης προδίδει και κάποια διανοητική αδυναμία του συντάκτη σε σχέση με τα θέματα που πραγματεύεται. Από εδώ προέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, και η σολοικία. Ο Κ. Γκιουλέκας φαίνεται πως ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των δημοσιογράφων που στερούνται ικανοτήτων στον γραπτό λόγο.
Απόσπασμα από άρθρο-δημοσιογραφική έρευνα του Όμηρου Ταχμαζίδη που κυκλοφορεί στο περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ, τχ. 18ο.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010
ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΚΡΑΜΣI-του Κώστα Τορπουζίδη*
Ο Αντόνιο Γκράμσι ανήκει σε εκείνη τη σημαντική γενιά επαναστατών των αρχών του 20ού αιώνα, που με τη δράση και τις ιδέες τους σφράγισαν το επαναστατικό κίνημα του καιρού τους. Φέτος συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από το θάνατό του στις 27 Απρίλη 1937 από τους δήμιους του Μουσολίνι. Είναι μια ευκαιρία να ξαναφέρουμε το έργο του στην επικαιρότητα και να το εντάξουμε στους προβληματισμούς του σημερινού κινήματος.
Ο Γκράμσι υπήρξε ένας σοσιαλιστής επαναστάτης που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Γεννήθηκε το 1891 στη Σαρδηνία, στον φτωχό ιταλικό νότο. Το 1911 τελειώνει το λύκειο και κερδίζει υποτροφία για να σπουδάσει φιλολογία στο Τορίνο. Το Τορίνο είναι ήδη μια πόλη 500.000 χιλιάδων, όπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της είναι βιομηχανικοί εργάτες. Η πόλη θεωρείται ως η <<κόκκινη πρωτεύουσα>> της Ιταλίας. Είναι η έδρα της ΦΙΑΤ και της βαριάς βιομηχανίας του ιταλικού Βορρά και αποτελεί το προπύργιο του εργατικού κινήματος. Υπάρχει ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα ενώ μεγάλη είναι η επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Είναι η πόλη όπου το 1911 οι μεταλλεργάτες κηρύσσουν <<ανεπίσημη>> γενική απεργία και δημιουργούν για πρώτη φορά τις περίφημες <<εργοστασιακές επιτροπές>>. Ο Γκράμσι, σχεδόν αμέσως, εντάσσεται στη Σοσιαλιστική Νεολαία και από το 1915 αναπτύσσει έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα στον σοσιαλιστικό τύπο. Καθιερώνεται ως μόνιμος αρθογράφος της εφημερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος <<Φωνή του Λαού>>.
Η Ιταλία, μετά από έντονες διαμάχες στις διάφορες πτέρυγες της άρχουσας τάξης και τις μυστικές συμφωνίες που υπογράφει η πολιτική Δεξιά με τη Γαλλία και τη Βρετανία, συμμετέχει, έστω και καθυστερημένα, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ωστόσο, είναι το μόνο στην Ευρώπη που κρατάει αντιπολεμική θέση. Μαζί με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες καλεί σε ουδετερότητα. Ταυτόχρονα, συγκροτείται και η αριστερή του πτέρυγα η οποία, με ηγέτη τον Μπορντίγκα, καλεί σε ενεργή αντιπολεμική δράση. Μεγάλο τμήμα της νεολαίας του κόμματος, μαζί και ο Γκράμσι, συστρατεύονται με την άποψη αυτή.
Στο Τορίνο, όπου το 1915 η εργατική τάξη προέτρεψε σε γενική απεργία ενάντια στην είσοδο στον πόλεμο, ξεσπάει ―Αύγουστος 1917― η πρώτη μαζική εξέγερση που διαρκεί 4 μέρες, με αφορμή την έλλειψη ψωμιού. Η κυρίαρχη τάξη απαντάει με μαζική βία, χρησιμοποιώντας το στρατό, ενώ οι εργάτες αμύνονται στήνοντας οδοφράγματα στις λαϊκές συνοικίες.
Ήταν η πρώτη μαζική εργατική εξέγερση που κατέδειξε, ωστόσο, την αδυναμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αριστερής του πτέρυγας, να αναλάβει την οργάνωση και να συμβάλει στην εξάπλωσή της στην υπόλοιπη Ιταλία. Το χάσμα αυτό ανάμεσα στη συμβιβαστική και παθητική στάση της ηγεσίας του κόμματος και των συνδικάτων και την εντεινόμενη δράση και αυτοπεποίθηση των εργατών θα εκδηλωθεί εντονότερα τα επόμενα χρόνια.
Καταλύτης στη διαδικασία αυτή ήταν το ξέσπασμα και η επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσία. Ο απόηχος των γεγονότων είναι, βέβαια, πανευρωπαϊκός. Οι επιπτώσεις τους όμως στο Τορίνο είναι πιο έντονες ίσως από οπουδήποτε αλλού. Τον Αύγουστο του 1917 η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος προσκαλεί στην πόλη ρωσική αντιπροσωπεία. Θα την υποδεχθεί μια μεγάλη διαδήλωση 80.000 εργατών με το σύνθημα <<Ζήτω ο Λένιν>>.
Η άνοδος του κινήματος προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Στη διετία 1918-1920 η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας φθάνει από 250.000 στα 2.000.000 μέλη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα από 20.000 στα 180.000 μέλη, ενώ στις εκλογές το Νοέμβρη του 1919 παίρνει 2.000.000 ψήφους και εκλέγει 156 βουλευτές (στους 508). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ριζοσπαστικοποιείται και το 1919 ζητάει να ενταχθεί στην 3η Διεθνή. Στα εργοστάσια οι εργάτες ξεπερνούν στην πράξη τη ρητορεία των ηγετών τους. Αναγενννούν τις <<εργοστασιακές επιτροπές>> και τις μετατρέπουν σε εργαλείο μαζικής εξέγερσης και συντονισμού των αγώνων τους ενάντια στην αδράνεια των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Στο Νότο οι αγρότες προχωρούν σε καταλήψεις κτημάτων των φεουδαρχών. Το 1919-1920 η Ιταλία ζει την επαναστατική περίοδο των εργοστασιακών συμβουλίων που θα μείνει γνωστή ως η <<Κόκκινη Διετία>>.
Ο Γκράμσι συμμετέχει ενεργά στο κίνημα. Η συμμετοχή του αυτή θα καθορίσει τη σκέψη και τη δράση του για τα επόμενα χρόνια. Από το 1917 είναι πλέον εκδότης της Φωνής του Λαού και μέλος της επιτροπής πόλης του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Τορίνο. Όμως με την έκδοση της εφημερίδας Ordine Nuovo (Νέα Τάξη), τον Απρίλη του 1919, θα αναδειχτεί σε ένθερμο υποστηριχτή και ηγετική φυσιογνωμία των εργοστασιακών συμβουλίων. Η Ordine Nuovo το 1919 έχει κυκλοφορία 3.000 φύλλα και το 1920 ανεβαίνει στα 5.000, αλλά η επιρροή της είναι πολλαπλάσια. Ο ίδιος ο Γκράμσι θα γράψει τον Αύγουστο του 1920. <<Οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’ (αυτό μπορούμε να το βεβαιώσουμε με μεγάλη ικανοποίηση). Αλλά γιατί οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’; Επειδή στα άρθρα αυτής της εφημερίδας ξαναβρίσκανε ένα μέρος από τον εαυτό τους, το καλύτερο μέρος από τον εαυτό τους… Επειδή τα άρθρα της ‘Ordine Nuovo’ δεν ήταν ψυχρά διανοητικά κατασκευάσματα, αλλά αναβλύζανε από τις συζητήσεις μας με χιλιάδες εργάτες και επεξεργάζονταν αισθήματα, θελήσεις και πάθη πραγματικά της εργατικής τάξης του Τορίνο, που είχαν δοκιμαστεί και προκληθεί από μας…>>.1
Η ομάδα του Ordine Nuovo ανέδειξε το ρόλο της αυθόρμητης δράσης των μαζών την ίδια στιγμή που προωθούσε την ανάπτυξη των εργοστασιακών συμβουλίων σε θεσμούς που οργανώνουν όχι μόνο την ενότητα, αλλά και τη δημιουργικότητα και αυτοπεποίθηση των απλών εργατών, τόσο ενάντια στο αστικό κράτος και τα αφεντικά όσο και απέναντι στους συντηρητικούς συνδικαλιστές ηγέτες. Η βασική θέση του Γκράμσι είναι ότι τα εργοστασιακά συμβούλια επειδή είναι όργανα μάχης κάτω από τον άμεσο έλεγχο όλων των εργατών ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους, αποτελούν και τα έμβρυα των θεσμών μια νέας κοινωνίας, ενός εργατικού σοσιαλιστικού κράτους. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά αλλά και η δύναμή τους σε σχέση με τα συνδικάτα που περιορίζουν τη δράση τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής νομιμότητας χωρίς να αμφισβητούν την ταξική εξουσία.
Η εργατική τάξη του Τορίνο υλοποιεί πολύ γρήγορα αυτές τις ιδέες. Στα τέλη Μάρτη του 1920 οι εργοδότες στον κλάδο της μεταλλουργίας αναγγέλλουν το κλείσιμο των εργοστασίων τους σε απάντηση στην απεργία των μεταλλουργών, με αφορμή την πρόωρη εφαρμογή της θερινής ώρας, και θέτουν ως όρο τη διάλυση των <<εργοστασιακών επιτροπών>>. Ήταν η σπίθα για να ξεσπάσει γενική απεργία σε όλη την επαρχία του Τορίνο, η οποία διαρκεί δέκα μέρες. Οργανώνεται κεντρικό εργατικό συμβούλιο-Σοβιέτ της πόλης, το οποίο περιφρουρείται από ένοπλους εργάτες. Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των συνδικάτων αρνείται και πάλι να εξαπλώσει το κίνημα στην υπόλοιπη Ιταλία και να αναλάβει το συντονισμό του. Έτσι η εξέγερση οδηγείται στην ήττα. Πρόκειται για το σημείο καμπής που αναγκάζει την αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος να οργανωθεί σε κομμουνιστική ομάδα με σκοπό τη δημιουργία ενός κόμματος με μαρξιστικές αρχές.
Κεντρική σύλληψη της σκέψης του Γκράμσι είναι ότι η εργατική τάξη δεν αποτελεί απλά μια καταπιεσμένη τάξη. Λόγω της συλλογικότητας, της συνειδητής πειθαρχίας και της κεντρικής θέσης της στην παραγωγή μπορεί να απελευθερώσει όλους τους καταπιεσμένους, οργανώνοντας μια νέα κοινωνία μέσα από τα εργοστάσια. Η εργατική τάξη δεν είναι απλά αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά το συλλογικό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Αυτή η θέση είναι το κόκκινο νήμα που συνδέει τη σκέψη και τη δράση του Α. Γκράμσι με τους επαναστάτες από τον Μαρξ και τον Ένγκελς μέχρι τον Λένιν και τον Τρότσκι την ίδια περίοδο.
Αυτός είναι ο λόγος που, παρόλο που συμμερίζεται απόλυτα την κριτική της αριστερής πτέρυγας στην ηγεσία του Σ.Κ., διαβλέπει την αναγκαιότητα να οικοδομηθεί ένα επαναστατικό κόμμα που θα αποτελέσει το <<εργαλείο μάχης>> των εργατών ενάντια στους εργοδότες, αλλά και τη συμβιβαστική και διαλυτική στάση των ρεφορμιστών. Γράφει χαρακτηριστικά: <<Το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης δικαιώνεται μονάχα στο βαθμό που, συντονίζοντας δυναμικά την προλεταριακή δράση, αντιπαραθέτει μια πραγματική επαναστατική εξουσία στη νόμιμη εξουσία του αστικού κράτους και περιορίζει έτσι την ελευθερία πρωτοβουλίας και χειρισμών της τελευταίας: εάν το κόμμα δεν πραγματοποιεί την ενότητα και το συντονισμό των δυνάμεων και αποδείχνεται ένας οργανισμός καθαρά γραφειοκρατικός χωρίς ψυχή και θέληση, τότε η εργατική τάξη ενστικτωδώς θα τείνει να δημιουργήσει ένα άλλο κόμμα και να πλησιάζει τις αναρχικές τάσεις που σκληρά και ακατάπαυστα κριτικάρουν αυτό το συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία των πολιτικών κομμάτων>>.
Έχοντας μια τέτοια αντίληψη, στρέφει τη δράση του στη δημιουργία κομμουνιστικών πυρήνων μέσα στα εργοστάσια, χωρίς να περιορίζεται απλά στη σκληρή ιδεολογική κριτική της ηγεσίας του Σ.Κ., όπως ο Μπορντίγκα.
Το Σεπτέμβρη του 1920, μετά από νέες απειλές της εργοδοσίας για λοκ άουτ, ξεσπάει το δεύτερο κύμα καταλήψεων που ξεκινάει από το Μιλάνο και εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ιταλία. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες καλούν το Σ.Κ. να αναλάβει την οργάνωση του αγώνα, αλλά η ηγεσία του αποποιείται κάθε ευθύνη και καλεί τις οργανώσεις του Τορίνο να αναλάβουν αυτές. Με τη διαλυτική αυτή τακτική έρχονται σε συμφωνία με τον πρωθυπουργό Τζιολίτο οποίος τους δελεάζει με την πρόταση της εργοστασιακής συνδιαχείρισης. Ο ελιγμός αυτός γίνεται τη στιγμή που το κίνημα θέτει ξεκάθαρα το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, ενώ η πιο σκληρή πτέρυγα των αστών επιμένει στην άμεση και σκληρή καταστολή του. Τελικά η πρόταση θα τεθεί σε δημοψήφισμα στα μέλη των συνδικάτων, που αποτελούν ένα μόνο μέρος των εργατών στις εργοστασιακές καταλήψεις. Θα εγκριθεί με μικρή πλειοψηφία.
Η κομμουνιστική ομάδα με ηγέτη τον Μπορντίγκα εκπροσωπώντας 60.000 μέλη, από τα συνολικά 170.000, απαντά στην προδοσία της ηγεσίας με μαζική αποχώρηση από το Σ.Κ.. Τον Ιανουάριο του 1921, στο Λιβόρνο, ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. Όμως, καθώς το επαναστατικό κύμα υποχωρεί τόσο στην Ιταλία όσο και στις χώρες της Ευρώπης, η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται στη δράση των επαναστατών στη νέα περίοδο ύφεσης του επαναστατικού κινήματος.
Ο Γκράμσι είναι από τους πρώτους που από το 1921 θα επισημαίνει τον κίνδυνο μιας φασιστικής δικτατορίας. Στο νέο κόμμα δίνει τη μάχη για μια πολιτική ενιαίου μετώπου όλων των εργατών ενάντια στο φασισμό, όπως πρότεινε στο 3ο συνέδριό της η Κομμουνιστική Διεθνής. Είναι αυτός που σηκώνει το βάρος της αντιπαράθεσης με τις υπεραριστερές θέσεις του Μπορντίγκα που απέκλειαν οποιαδήποτε συμμαχία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα συνδικάτα και στην πράξη οδηγούσαν σε παθητική αντιμετώπιση της κατάστασης.
Το 1924 εκλέγεται γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και στο συνέδριό του το Γενάρη του 1926 στη Λυών πείθει την πλειοψηφία στην άποψη ότι ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί από μόνο του και στο όνομα της μαρξιστικής θεωρίας να αναγορεύεται σε <<ηγέτη>> των μαζών. Αντίθετα, πρέπει να λειτουργεί σαν την πρωτοπορία της τάξης, να επικοινωνεί με όλα τα τμήματά της και να τα παρακινεί, με τις πρωτοβουλίες του, σε κοινή δράση. Μόνον έτσι μπορεί να αποκαλύψει τη συμβιβαστικότητα και τον ψεύτικο ρεαλισμό των μεταρρυθμιστικών ηγεσιών και να κερδίσει την αναγνώριση των μαζών ως το δικό τους κόμμα.
Αργότερα, στα Τετράδια της φυλακής (1929-1933), ο Γκράμσι θα προχωρήσει στη θεωρητική επεξεργασία και ανάλυση αυτής της πολιτικής. Οι αναλύσεις του αυτές αποτελούν και μια απάντηση στην ολέθρια πολιτική γραμμή περί <<επικειμένης κατάρρευσης του καπιταλισμού>> και της <<άμεσης επαναστατικής επίθεσης>> που, από το 1928, θα επιβάλει η σταλινική ηγεσία σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα αδιαφορώντας ουσιαστικά για την πολιτική πραγματικότητα στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία των εργατών ή ακόμη περισσότερο το ενδεχόμενο μιας κοινής δράσης όλων, επαναστατών και ρεφορμιστών, ενάντια στο φασισμό.
Στα <<Τετράδια>> ουσιαστικά επεξεργάζεται την εμπειρία του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία της προηγούμενης δεκαετίας και αναδεικνύεται στον θεωρητικό της εργατικής επανάστασης στην αναπτυγμένη Δύση. Η αντίληψη ότι η εργατική τάξη είναι το υποκείμενο της αλλαγής και όχι ένα παθητικό υλικό προς διαφώτιση, τον οδήγησε στο να μην υποτιμά τις ιδέες και τις απόψεις που διαμορφώνουν οι εργάτες, με την εμπειρία των αγώνων τους, αποκρυσταλλώθηκε σε μια άλλη θεμελιώδη του άποψη· όλοι οι άνθρωποι είναι φιλόσοφοι, όλοι διαθέτουν μια κοσμοθεωρία για να εξηγούν την κοινωνία και να επιλέγουν τη στάση και τη δράση τους. Αυτή η κοσμοθεωρία, όμως, αναπτύσσεται σε μια ταξική κοινωνία, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν διαθέτει μόνον την οικονομική ισχύ αλλά και την ηγεμονία των ιδεών της.
Το αστικό κράτος δεν αποτελείται μόνο από θεσμούς υλικής βίας και καταστολής, δηλαδή από τον στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια. Διαθέτει σειρά άλλων μηχανισμών που αρχίζουν από τα εργοστάσια και φτάνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στα συνδικάτα, στα μέσα <<ενημέρωσης>>. Όλοι αυτοί οι <<θεσμοί>>, σε συνεργασία με το <<μακρύ χέρι>> της κρατικής καταστολής ―όταν αυτή είναι αναγκαία― επιβάλλουν, για κάποιο διάστημα, τη συναίνεση των καταπιεσμένων στην αστική εξουσία. Διαμορφώνουν, δηλαδή, μια <<κοινή λογική>> στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Μια <<λογική>> που συνυπάρχει με μιαν αντίρροπη <<ορθή αντίληψη>>, που δημιουργούν οι συλλογικές εμπειρίες και οι αγώνες των εργατών απέναντι στην εκμετάλλευσή τους.
Πρόκειται για μια αντιφατική συνείδηση που παίζει κρίσιμο ρόλο στη δράση του επαναστατικού κόμματος. Ο Γκράμσι αντιμετώπιζε τα ρεφορμιστικά κόμματα ως την οργανωμένη έκφραση αυτής της αντιφατικής συνείδησης· κόμματα που, ενώ προσφέρουν μιαν στοιχειώδη προστασία και άμυνα στους εργαζόμενους από τις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης, ταυτόχρονα αποτελούν τροχοπέδη στις προοδευτικές ιδέες και στις πρακτικές σύγκρουσης με το καπιταλιστικό σύστημα. Απ’ την άλλη, θεωρούσε το επαναστατικό κόμμα ως τον <<σύγχρονο ηγεμόνα>>, ως θεσμό που μπορεί να καταστεί συλλογικά ο πραγματικός ηγέτης των μαζών. Για να το καταφέρει αυτό το επαναστατικό κόμμα πρέπει να συνεκτιμήσει αυτή την αντιφατική συνείδηση και να μάθει να χρησιμοποιεί τη «μαιευτική μέθοδο» ―όπως έλεγε ο ίδιος― να αναδεικνύει, δηλαδή, και να γενικεύει τις καλύτερες εμπειρίες από την αυθόρμητη δράση των εργατικών μαζών. Να βρίσκεται μέσα στην πραγματική ζωή των εργατών, να ξεκινάει πάντα από τα προβλήματα, τα αιτήματα, τους αγώνες και τις εμπειρίες τους και πάνω σ’ αυτά να εκπαιδεύεται και το ίδιο να διαμορφώνει τις απαντήσεις του και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δράσης ταυτόχρονα. Σύμφωνα με μια διατύπωση του Λένιν που χρησιμοποιούσε και ο Γκράμσι, <<μπορούμε να διευθύνουμε μόνον όταν εκφράζουμε σωστά αυτό που συνειδητοποιεί ο λαός>>.
Κανένας από τους δύο δεν κήρυττε την υποταγή σε έναν ψεύτικο ρεαλισμό, στις συνθήκες όπως εμφανίζονται στατικά σε μια δεδομένη στιγμή. Ο Γκράμσι υποστήριζε ότι η έγκυρη πραγματικότητα δεν είναι κάτι στατικό, αλλά ένας συσχετισμός δύναμης σε συνεχή κίνηση και αλλαγή, που διαμορφώνεται εξίσου από τη συνειδητή δράση των ανθρώπων. Για το επαναστατικό κόμμα η ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών έχει σημασία προκειμένουν να αναλαμβάνει δράση, να δίνει μάχες όχι μόνο ιδεολογικές αλλά για να βοηθάει την ενωτική και νικηφόρα δράση των εργατών μέσα από συγκεκριμένους στόχους που ενισχύουν τη θέληση και την αυτοπεποίθησή τους για κοινωνική αλλαγή.
Στη μάχη αυτή ο Γκράμσι επιμένει ότι δεν μπορούμε να ξεχνάμε ποτέ την ισχύ του αστικού κράτους το οποίο απέναντι στο ανερχόμενο επαναστατικό κίνημα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ωμή βία των μηχανισμών καταστολής. Η τραγική εμπειρία της ανόδου του φασισμού ήταν άλλωστε πολύ σκληρή για να μπορεί κανείς να την ξεχνάει. Αποτελεί, λοιπόν, μονομερή και στρεβλωτική ερμηνεία των ιδεών του, η αντίληψη που θέλει τον Γκράμσι να απορρίπτει την προοπτική της επανάστασης στη Δύση και να προτείνει στη θέση της την κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> μια μακρά, δηλαδή, περίοδο ιδεολογικής διαφώτισης των μαζών ή ακόμη και τη συμμετοχή της πολιτικής αριστεράς σε κυβερνήσεις για τη σταδιακή αλλαγή του καπιταλισμού. Για τον Γκράμσι, η κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> δεν λύνει το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας, δηλαδή ποια τάξη ασκεί την οικονομική και πολιτική εξουσία.
Οι αναλύσεις του για τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη μπορεί να διαμορφώσει τη συνείδηση και την ικανότητα να ηγηθεί των καταπιεσμένων, να κερδίσει δηλαδή την ιδεολογική ηγεμονία, προσφέρουν συγκεκριμένες απαντήσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού στη Δύση. Οι θέσεις του αποτελούν την επεξεργασία της άποψης που υποστήριξε ο Λένιν, ήδη από το Μάρτιο του 1918, στο 7ο συνέδριο του Κ.Κ.Ρωσίας: <<Να αρχίσει όμως κανείς χωρίς προετοιμασία την επανάσταση σε μια χώρα όπου έχει αναπτυχθεί ο καπιταλισμός κι έχει δώσει το δημοκρατικό πολιτισμό και τη δημοκρατική οργάνωση και στον τελευταίο άνθρωπο, θα ήταν λαθεμένο και ανόητο>>.
Για τον Γκράμσι, οι επαναστάτες πρέπει να στηρίζονται και να στηρίζουν πάντα τα αυθόρμητα κινήματα. Διεξάγουν έναν <<πόλεμο θέσεων>> όχι μόνον σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και για να τα οργανώσουν ώστε να υπάρξουν νίκες, που ανεβάζουν το πνεύμα της συλλογικότητας και την αυτοπεποίθηση των εργαζόμενων. Προετοιμάζονται έτσι για τον <<πόλεμο ελιγμών>>, για την περίοδο και τη στιγμή που θα χρειαστεί να παλέψουν άμεσα για τον τελικό στόχο, την ανατροπή του αστικού κράτους και όλων των θεσμών του.
Στην πραγματικότητα το επαναστατικό κόμμα εκπαιδεύει τον εαυτό του για να μπορεί να διεξάγει και τους δύο πολέμους· τον <<πόλεμο>> του κινήματος σήμερα και τον πόλεμο της επανάστασης, τη στιγμή που οι συνθήκες του καπιταλισμού, η δράση του κινήματος και η παρέμβαση των επαναστατών φέρουν σε ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας. Έτσι, αποκτάει και την ικανότητα να προσαρμόζεται γρήγορα στη συγκυρία και να περνάει από τον <<πόλεμο θέσεων>> σε μια επιθετική τακτική όταν μεγάλες μάζες μπαίνουν στο προσκήνιο του αγώνα και επιδιώκουν αποφασιστικές νίκες ενάντια στις κυβερνήσεις και το κράτος.
Λειτουργώντας έτσι το επαναστατικό κόμμα γίνεται το πεδίο διαμόρφωσης αυτών που ο Γκράμσι ονόμαζε <<οργανικοί διανοούμενοι>>. Όχι, δηλαδή, των ακαδημαϊκών που ασχολούνται σχολαστικά με τη θεωρία, αλλά των επαναστατών διανοούμενων, που παρεμβαίνουν συλλογικά και αναπτύσσουν δράση μαζί με όλο το κίνημα. Για τον Γκράμσι, ο «οργανικός διανοούμενος» είναι ένας ειδικός-επιστήμονας του κινήματος, που ασχολείται με όλες τις πτυχές και τα ζητήματα της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής αλλά που ποτέ δεν αντιμετωπίζει το κίνημα αφ’ υψηλού, αλλά ως κομμάτι και οργανωτής του διδάσκεται απ’ αυτό. Ο μαρξισμός στην αντίληψή του δεν μπορεί παρά να είναι η φιλοσοφία της πράξης, της συλλογικής και ατομικής δράσης για την αλλαγή της κοινωνίας και της ζωής μας.
Οι εμπειρίες του κινήματος αποτελούν κριτήριο για την εγκυρότητα των αναλύσεων του Γκράμσι και σήμερα. Οι αγώνες φοιτητών και εργαζόμενων, τη χρονιά που πέρασε, έφεραν στο προσκήνιο το συσσωρευμένο ριζοσπαστισμό που εκφράστηκε με κοινό πλαίσιο δράσης, <<ανοιχτές>> συντονιστικές επιτροπές, ενωτικά συλλαλητήρια και προτροπή στο σύνολο της εργατικής τάξης για ενιαία κοινωνική δράση. Από τα κοινοτικά συμβούλια στη Βενεζουέλα μέχρι τις γενικές συνελεύσεις και τα συντονιστικά των φοιτητών, οι ιδέες του Γκράμσι αποκτούν πάλι σάρκα και οστά. Η γενιά του Σιατλ και της Γένοβας, του αντιπολεμικού κινήματος και <<του άρθρου 16>> έχει να διδαχθεί πολλά από το έργο του για να συνεχίσει τους αγώνες της κοινωνικής αλλαγής
Ο Γκράμσι υπήρξε ένας σοσιαλιστής επαναστάτης που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπόθεση της αλλαγής της κοινωνίας. Γεννήθηκε το 1891 στη Σαρδηνία, στον φτωχό ιταλικό νότο. Το 1911 τελειώνει το λύκειο και κερδίζει υποτροφία για να σπουδάσει φιλολογία στο Τορίνο. Το Τορίνο είναι ήδη μια πόλη 500.000 χιλιάδων, όπου το ένα τέταρτο των κατοίκων της είναι βιομηχανικοί εργάτες. Η πόλη θεωρείται ως η <<κόκκινη πρωτεύουσα>> της Ιταλίας. Είναι η έδρα της ΦΙΑΤ και της βαριάς βιομηχανίας του ιταλικού Βορρά και αποτελεί το προπύργιο του εργατικού κινήματος. Υπάρχει ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα ενώ μεγάλη είναι η επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Είναι η πόλη όπου το 1911 οι μεταλλεργάτες κηρύσσουν <<ανεπίσημη>> γενική απεργία και δημιουργούν για πρώτη φορά τις περίφημες <<εργοστασιακές επιτροπές>>. Ο Γκράμσι, σχεδόν αμέσως, εντάσσεται στη Σοσιαλιστική Νεολαία και από το 1915 αναπτύσσει έντονη δημοσιογραφική δραστηριότητα στον σοσιαλιστικό τύπο. Καθιερώνεται ως μόνιμος αρθογράφος της εφημερίδας του Σοσιαλιστικού Κόμματος <<Φωνή του Λαού>>.
Η Ιταλία, μετά από έντονες διαμάχες στις διάφορες πτέρυγες της άρχουσας τάξης και τις μυστικές συμφωνίες που υπογράφει η πολιτική Δεξιά με τη Γαλλία και τη Βρετανία, συμμετέχει, έστω και καθυστερημένα, στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, ωστόσο, είναι το μόνο στην Ευρώπη που κρατάει αντιπολεμική θέση. Μαζί με τις συνδικαλιστικές ηγεσίες καλεί σε ουδετερότητα. Ταυτόχρονα, συγκροτείται και η αριστερή του πτέρυγα η οποία, με ηγέτη τον Μπορντίγκα, καλεί σε ενεργή αντιπολεμική δράση. Μεγάλο τμήμα της νεολαίας του κόμματος, μαζί και ο Γκράμσι, συστρατεύονται με την άποψη αυτή.
Στο Τορίνο, όπου το 1915 η εργατική τάξη προέτρεψε σε γενική απεργία ενάντια στην είσοδο στον πόλεμο, ξεσπάει ―Αύγουστος 1917― η πρώτη μαζική εξέγερση που διαρκεί 4 μέρες, με αφορμή την έλλειψη ψωμιού. Η κυρίαρχη τάξη απαντάει με μαζική βία, χρησιμοποιώντας το στρατό, ενώ οι εργάτες αμύνονται στήνοντας οδοφράγματα στις λαϊκές συνοικίες.
Ήταν η πρώτη μαζική εργατική εξέγερση που κατέδειξε, ωστόσο, την αδυναμία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και της αριστερής του πτέρυγας, να αναλάβει την οργάνωση και να συμβάλει στην εξάπλωσή της στην υπόλοιπη Ιταλία. Το χάσμα αυτό ανάμεσα στη συμβιβαστική και παθητική στάση της ηγεσίας του κόμματος και των συνδικάτων και την εντεινόμενη δράση και αυτοπεποίθηση των εργατών θα εκδηλωθεί εντονότερα τα επόμενα χρόνια.
Καταλύτης στη διαδικασία αυτή ήταν το ξέσπασμα και η επικράτηση της επανάστασης στη Ρωσία. Ο απόηχος των γεγονότων είναι, βέβαια, πανευρωπαϊκός. Οι επιπτώσεις τους όμως στο Τορίνο είναι πιο έντονες ίσως από οπουδήποτε αλλού. Τον Αύγουστο του 1917 η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος προσκαλεί στην πόλη ρωσική αντιπροσωπεία. Θα την υποδεχθεί μια μεγάλη διαδήλωση 80.000 εργατών με το σύνθημα <<Ζήτω ο Λένιν>>.
Η άνοδος του κινήματος προσλαμβάνει εκρηκτικές διαστάσεις. Στη διετία 1918-1920 η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας φθάνει από 250.000 στα 2.000.000 μέλη, το Σοσιαλιστικό Κόμμα από 20.000 στα 180.000 μέλη, ενώ στις εκλογές το Νοέμβρη του 1919 παίρνει 2.000.000 ψήφους και εκλέγει 156 βουλευτές (στους 508). Το Σοσιαλιστικό Κόμμα ριζοσπαστικοποιείται και το 1919 ζητάει να ενταχθεί στην 3η Διεθνή. Στα εργοστάσια οι εργάτες ξεπερνούν στην πράξη τη ρητορεία των ηγετών τους. Αναγενννούν τις <<εργοστασιακές επιτροπές>> και τις μετατρέπουν σε εργαλείο μαζικής εξέγερσης και συντονισμού των αγώνων τους ενάντια στην αδράνεια των συνδικαλιστικών ηγεσιών. Στο Νότο οι αγρότες προχωρούν σε καταλήψεις κτημάτων των φεουδαρχών. Το 1919-1920 η Ιταλία ζει την επαναστατική περίοδο των εργοστασιακών συμβουλίων που θα μείνει γνωστή ως η <<Κόκκινη Διετία>>.
Ο Γκράμσι συμμετέχει ενεργά στο κίνημα. Η συμμετοχή του αυτή θα καθορίσει τη σκέψη και τη δράση του για τα επόμενα χρόνια. Από το 1917 είναι πλέον εκδότης της Φωνής του Λαού και μέλος της επιτροπής πόλης του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Τορίνο. Όμως με την έκδοση της εφημερίδας Ordine Nuovo (Νέα Τάξη), τον Απρίλη του 1919, θα αναδειχτεί σε ένθερμο υποστηριχτή και ηγετική φυσιογνωμία των εργοστασιακών συμβουλίων. Η Ordine Nuovo το 1919 έχει κυκλοφορία 3.000 φύλλα και το 1920 ανεβαίνει στα 5.000, αλλά η επιρροή της είναι πολλαπλάσια. Ο ίδιος ο Γκράμσι θα γράψει τον Αύγουστο του 1920. <<Οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’ (αυτό μπορούμε να το βεβαιώσουμε με μεγάλη ικανοποίηση). Αλλά γιατί οι εργάτες αγαπούσαν την ‘Ordine Nuovo’; Επειδή στα άρθρα αυτής της εφημερίδας ξαναβρίσκανε ένα μέρος από τον εαυτό τους, το καλύτερο μέρος από τον εαυτό τους… Επειδή τα άρθρα της ‘Ordine Nuovo’ δεν ήταν ψυχρά διανοητικά κατασκευάσματα, αλλά αναβλύζανε από τις συζητήσεις μας με χιλιάδες εργάτες και επεξεργάζονταν αισθήματα, θελήσεις και πάθη πραγματικά της εργατικής τάξης του Τορίνο, που είχαν δοκιμαστεί και προκληθεί από μας…>>.1
Η ομάδα του Ordine Nuovo ανέδειξε το ρόλο της αυθόρμητης δράσης των μαζών την ίδια στιγμή που προωθούσε την ανάπτυξη των εργοστασιακών συμβουλίων σε θεσμούς που οργανώνουν όχι μόνο την ενότητα, αλλά και τη δημιουργικότητα και αυτοπεποίθηση των απλών εργατών, τόσο ενάντια στο αστικό κράτος και τα αφεντικά όσο και απέναντι στους συντηρητικούς συνδικαλιστές ηγέτες. Η βασική θέση του Γκράμσι είναι ότι τα εργοστασιακά συμβούλια επειδή είναι όργανα μάχης κάτω από τον άμεσο έλεγχο όλων των εργατών ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους, αποτελούν και τα έμβρυα των θεσμών μια νέας κοινωνίας, ενός εργατικού σοσιαλιστικού κράτους. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά αλλά και η δύναμή τους σε σχέση με τα συνδικάτα που περιορίζουν τη δράση τους στα πλαίσια της καπιταλιστικής νομιμότητας χωρίς να αμφισβητούν την ταξική εξουσία.
Η εργατική τάξη του Τορίνο υλοποιεί πολύ γρήγορα αυτές τις ιδέες. Στα τέλη Μάρτη του 1920 οι εργοδότες στον κλάδο της μεταλλουργίας αναγγέλλουν το κλείσιμο των εργοστασίων τους σε απάντηση στην απεργία των μεταλλουργών, με αφορμή την πρόωρη εφαρμογή της θερινής ώρας, και θέτουν ως όρο τη διάλυση των <<εργοστασιακών επιτροπών>>. Ήταν η σπίθα για να ξεσπάσει γενική απεργία σε όλη την επαρχία του Τορίνο, η οποία διαρκεί δέκα μέρες. Οργανώνεται κεντρικό εργατικό συμβούλιο-Σοβιέτ της πόλης, το οποίο περιφρουρείται από ένοπλους εργάτες. Η ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των συνδικάτων αρνείται και πάλι να εξαπλώσει το κίνημα στην υπόλοιπη Ιταλία και να αναλάβει το συντονισμό του. Έτσι η εξέγερση οδηγείται στην ήττα. Πρόκειται για το σημείο καμπής που αναγκάζει την αριστερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος να οργανωθεί σε κομμουνιστική ομάδα με σκοπό τη δημιουργία ενός κόμματος με μαρξιστικές αρχές.
Κεντρική σύλληψη της σκέψης του Γκράμσι είναι ότι η εργατική τάξη δεν αποτελεί απλά μια καταπιεσμένη τάξη. Λόγω της συλλογικότητας, της συνειδητής πειθαρχίας και της κεντρικής θέσης της στην παραγωγή μπορεί να απελευθερώσει όλους τους καταπιεσμένους, οργανώνοντας μια νέα κοινωνία μέσα από τα εργοστάσια. Η εργατική τάξη δεν είναι απλά αντικείμενο εκμετάλλευσης αλλά το συλλογικό υποκείμενο της κοινωνικής αλλαγής. Αυτή η θέση είναι το κόκκινο νήμα που συνδέει τη σκέψη και τη δράση του Α. Γκράμσι με τους επαναστάτες από τον Μαρξ και τον Ένγκελς μέχρι τον Λένιν και τον Τρότσκι την ίδια περίοδο.
Αυτός είναι ο λόγος που, παρόλο που συμμερίζεται απόλυτα την κριτική της αριστερής πτέρυγας στην ηγεσία του Σ.Κ., διαβλέπει την αναγκαιότητα να οικοδομηθεί ένα επαναστατικό κόμμα που θα αποτελέσει το <<εργαλείο μάχης>> των εργατών ενάντια στους εργοδότες, αλλά και τη συμβιβαστική και διαλυτική στάση των ρεφορμιστών. Γράφει χαρακτηριστικά: <<Το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης δικαιώνεται μονάχα στο βαθμό που, συντονίζοντας δυναμικά την προλεταριακή δράση, αντιπαραθέτει μια πραγματική επαναστατική εξουσία στη νόμιμη εξουσία του αστικού κράτους και περιορίζει έτσι την ελευθερία πρωτοβουλίας και χειρισμών της τελευταίας: εάν το κόμμα δεν πραγματοποιεί την ενότητα και το συντονισμό των δυνάμεων και αποδείχνεται ένας οργανισμός καθαρά γραφειοκρατικός χωρίς ψυχή και θέληση, τότε η εργατική τάξη ενστικτωδώς θα τείνει να δημιουργήσει ένα άλλο κόμμα και να πλησιάζει τις αναρχικές τάσεις που σκληρά και ακατάπαυστα κριτικάρουν αυτό το συγκεντρωτισμό και τη γραφειοκρατία των πολιτικών κομμάτων>>.
Έχοντας μια τέτοια αντίληψη, στρέφει τη δράση του στη δημιουργία κομμουνιστικών πυρήνων μέσα στα εργοστάσια, χωρίς να περιορίζεται απλά στη σκληρή ιδεολογική κριτική της ηγεσίας του Σ.Κ., όπως ο Μπορντίγκα.
Το Σεπτέμβρη του 1920, μετά από νέες απειλές της εργοδοσίας για λοκ άουτ, ξεσπάει το δεύτερο κύμα καταλήψεων που ξεκινάει από το Μιλάνο και εξαπλώνεται σε ολόκληρη την Ιταλία. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες καλούν το Σ.Κ. να αναλάβει την οργάνωση του αγώνα, αλλά η ηγεσία του αποποιείται κάθε ευθύνη και καλεί τις οργανώσεις του Τορίνο να αναλάβουν αυτές. Με τη διαλυτική αυτή τακτική έρχονται σε συμφωνία με τον πρωθυπουργό Τζιολίτο οποίος τους δελεάζει με την πρόταση της εργοστασιακής συνδιαχείρισης. Ο ελιγμός αυτός γίνεται τη στιγμή που το κίνημα θέτει ξεκάθαρα το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, ενώ η πιο σκληρή πτέρυγα των αστών επιμένει στην άμεση και σκληρή καταστολή του. Τελικά η πρόταση θα τεθεί σε δημοψήφισμα στα μέλη των συνδικάτων, που αποτελούν ένα μόνο μέρος των εργατών στις εργοστασιακές καταλήψεις. Θα εγκριθεί με μικρή πλειοψηφία.
Η κομμουνιστική ομάδα με ηγέτη τον Μπορντίγκα εκπροσωπώντας 60.000 μέλη, από τα συνολικά 170.000, απαντά στην προδοσία της ηγεσίας με μαζική αποχώρηση από το Σ.Κ.. Τον Ιανουάριο του 1921, στο Λιβόρνο, ιδρύεται το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας. Όμως, καθώς το επαναστατικό κύμα υποχωρεί τόσο στην Ιταλία όσο και στις χώρες της Ευρώπης, η πολιτική σύγκρουση μετατοπίζεται στη δράση των επαναστατών στη νέα περίοδο ύφεσης του επαναστατικού κινήματος.
Ο Γκράμσι είναι από τους πρώτους που από το 1921 θα επισημαίνει τον κίνδυνο μιας φασιστικής δικτατορίας. Στο νέο κόμμα δίνει τη μάχη για μια πολιτική ενιαίου μετώπου όλων των εργατών ενάντια στο φασισμό, όπως πρότεινε στο 3ο συνέδριό της η Κομμουνιστική Διεθνής. Είναι αυτός που σηκώνει το βάρος της αντιπαράθεσης με τις υπεραριστερές θέσεις του Μπορντίγκα που απέκλειαν οποιαδήποτε συμμαχία με το Σοσιαλιστικό Κόμμα και τα συνδικάτα και στην πράξη οδηγούσαν σε παθητική αντιμετώπιση της κατάστασης.
Το 1924 εκλέγεται γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος και στο συνέδριό του το Γενάρη του 1926 στη Λυών πείθει την πλειοψηφία στην άποψη ότι ένα επαναστατικό κόμμα δεν μπορεί από μόνο του και στο όνομα της μαρξιστικής θεωρίας να αναγορεύεται σε <<ηγέτη>> των μαζών. Αντίθετα, πρέπει να λειτουργεί σαν την πρωτοπορία της τάξης, να επικοινωνεί με όλα τα τμήματά της και να τα παρακινεί, με τις πρωτοβουλίες του, σε κοινή δράση. Μόνον έτσι μπορεί να αποκαλύψει τη συμβιβαστικότητα και τον ψεύτικο ρεαλισμό των μεταρρυθμιστικών ηγεσιών και να κερδίσει την αναγνώριση των μαζών ως το δικό τους κόμμα.
Αργότερα, στα Τετράδια της φυλακής (1929-1933), ο Γκράμσι θα προχωρήσει στη θεωρητική επεξεργασία και ανάλυση αυτής της πολιτικής. Οι αναλύσεις του αυτές αποτελούν και μια απάντηση στην ολέθρια πολιτική γραμμή περί <<επικειμένης κατάρρευσης του καπιταλισμού>> και της <<άμεσης επαναστατικής επίθεσης>> που, από το 1928, θα επιβάλει η σταλινική ηγεσία σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα αδιαφορώντας ουσιαστικά για την πολιτική πραγματικότητα στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία των εργατών ή ακόμη περισσότερο το ενδεχόμενο μιας κοινής δράσης όλων, επαναστατών και ρεφορμιστών, ενάντια στο φασισμό.
Στα <<Τετράδια>> ουσιαστικά επεξεργάζεται την εμπειρία του επαναστατικού κινήματος στην Ιταλία της προηγούμενης δεκαετίας και αναδεικνύεται στον θεωρητικό της εργατικής επανάστασης στην αναπτυγμένη Δύση. Η αντίληψη ότι η εργατική τάξη είναι το υποκείμενο της αλλαγής και όχι ένα παθητικό υλικό προς διαφώτιση, τον οδήγησε στο να μην υποτιμά τις ιδέες και τις απόψεις που διαμορφώνουν οι εργάτες, με την εμπειρία των αγώνων τους, αποκρυσταλλώθηκε σε μια άλλη θεμελιώδη του άποψη· όλοι οι άνθρωποι είναι φιλόσοφοι, όλοι διαθέτουν μια κοσμοθεωρία για να εξηγούν την κοινωνία και να επιλέγουν τη στάση και τη δράση τους. Αυτή η κοσμοθεωρία, όμως, αναπτύσσεται σε μια ταξική κοινωνία, όπου η κυρίαρχη τάξη δεν διαθέτει μόνον την οικονομική ισχύ αλλά και την ηγεμονία των ιδεών της.
Το αστικό κράτος δεν αποτελείται μόνο από θεσμούς υλικής βίας και καταστολής, δηλαδή από τον στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια. Διαθέτει σειρά άλλων μηχανισμών που αρχίζουν από τα εργοστάσια και φτάνουν στο εκπαιδευτικό σύστημα, στα κόμματα, στο κοινοβούλιο, στα συνδικάτα, στα μέσα <<ενημέρωσης>>. Όλοι αυτοί οι <<θεσμοί>>, σε συνεργασία με το <<μακρύ χέρι>> της κρατικής καταστολής ―όταν αυτή είναι αναγκαία― επιβάλλουν, για κάποιο διάστημα, τη συναίνεση των καταπιεσμένων στην αστική εξουσία. Διαμορφώνουν, δηλαδή, μια <<κοινή λογική>> στη συνείδηση της πλειοψηφίας. Μια <<λογική>> που συνυπάρχει με μιαν αντίρροπη <<ορθή αντίληψη>>, που δημιουργούν οι συλλογικές εμπειρίες και οι αγώνες των εργατών απέναντι στην εκμετάλλευσή τους.
Πρόκειται για μια αντιφατική συνείδηση που παίζει κρίσιμο ρόλο στη δράση του επαναστατικού κόμματος. Ο Γκράμσι αντιμετώπιζε τα ρεφορμιστικά κόμματα ως την οργανωμένη έκφραση αυτής της αντιφατικής συνείδησης· κόμματα που, ενώ προσφέρουν μιαν στοιχειώδη προστασία και άμυνα στους εργαζόμενους από τις επιθέσεις της κυρίαρχης τάξης, ταυτόχρονα αποτελούν τροχοπέδη στις προοδευτικές ιδέες και στις πρακτικές σύγκρουσης με το καπιταλιστικό σύστημα. Απ’ την άλλη, θεωρούσε το επαναστατικό κόμμα ως τον <<σύγχρονο ηγεμόνα>>, ως θεσμό που μπορεί να καταστεί συλλογικά ο πραγματικός ηγέτης των μαζών. Για να το καταφέρει αυτό το επαναστατικό κόμμα πρέπει να συνεκτιμήσει αυτή την αντιφατική συνείδηση και να μάθει να χρησιμοποιεί τη «μαιευτική μέθοδο» ―όπως έλεγε ο ίδιος― να αναδεικνύει, δηλαδή, και να γενικεύει τις καλύτερες εμπειρίες από την αυθόρμητη δράση των εργατικών μαζών. Να βρίσκεται μέσα στην πραγματική ζωή των εργατών, να ξεκινάει πάντα από τα προβλήματα, τα αιτήματα, τους αγώνες και τις εμπειρίες τους και πάνω σ’ αυτά να εκπαιδεύεται και το ίδιο να διαμορφώνει τις απαντήσεις του και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δράσης ταυτόχρονα. Σύμφωνα με μια διατύπωση του Λένιν που χρησιμοποιούσε και ο Γκράμσι, <<μπορούμε να διευθύνουμε μόνον όταν εκφράζουμε σωστά αυτό που συνειδητοποιεί ο λαός>>.
Κανένας από τους δύο δεν κήρυττε την υποταγή σε έναν ψεύτικο ρεαλισμό, στις συνθήκες όπως εμφανίζονται στατικά σε μια δεδομένη στιγμή. Ο Γκράμσι υποστήριζε ότι η έγκυρη πραγματικότητα δεν είναι κάτι στατικό, αλλά ένας συσχετισμός δύναμης σε συνεχή κίνηση και αλλαγή, που διαμορφώνεται εξίσου από τη συνειδητή δράση των ανθρώπων. Για το επαναστατικό κόμμα η ανάλυση των οικονομικών και πολιτικών συνθηκών έχει σημασία προκειμένουν να αναλαμβάνει δράση, να δίνει μάχες όχι μόνο ιδεολογικές αλλά για να βοηθάει την ενωτική και νικηφόρα δράση των εργατών μέσα από συγκεκριμένους στόχους που ενισχύουν τη θέληση και την αυτοπεποίθησή τους για κοινωνική αλλαγή.
Στη μάχη αυτή ο Γκράμσι επιμένει ότι δεν μπορούμε να ξεχνάμε ποτέ την ισχύ του αστικού κράτους το οποίο απέναντι στο ανερχόμενο επαναστατικό κίνημα δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την ωμή βία των μηχανισμών καταστολής. Η τραγική εμπειρία της ανόδου του φασισμού ήταν άλλωστε πολύ σκληρή για να μπορεί κανείς να την ξεχνάει. Αποτελεί, λοιπόν, μονομερή και στρεβλωτική ερμηνεία των ιδεών του, η αντίληψη που θέλει τον Γκράμσι να απορρίπτει την προοπτική της επανάστασης στη Δύση και να προτείνει στη θέση της την κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> μια μακρά, δηλαδή, περίοδο ιδεολογικής διαφώτισης των μαζών ή ακόμη και τη συμμετοχή της πολιτικής αριστεράς σε κυβερνήσεις για τη σταδιακή αλλαγή του καπιταλισμού. Για τον Γκράμσι, η κατάκτηση της <<ιδεολογικής ηγεμονίας>> δεν λύνει το πρόβλημα της κρατικής εξουσίας, δηλαδή ποια τάξη ασκεί την οικονομική και πολιτική εξουσία.
Οι αναλύσεις του για τον τρόπο με τον οποίο η εργατική τάξη μπορεί να διαμορφώσει τη συνείδηση και την ικανότητα να ηγηθεί των καταπιεσμένων, να κερδίσει δηλαδή την ιδεολογική ηγεμονία, προσφέρουν συγκεκριμένες απαντήσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί η επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού στη Δύση. Οι θέσεις του αποτελούν την επεξεργασία της άποψης που υποστήριξε ο Λένιν, ήδη από το Μάρτιο του 1918, στο 7ο συνέδριο του Κ.Κ.Ρωσίας: <<Να αρχίσει όμως κανείς χωρίς προετοιμασία την επανάσταση σε μια χώρα όπου έχει αναπτυχθεί ο καπιταλισμός κι έχει δώσει το δημοκρατικό πολιτισμό και τη δημοκρατική οργάνωση και στον τελευταίο άνθρωπο, θα ήταν λαθεμένο και ανόητο>>.
Για τον Γκράμσι, οι επαναστάτες πρέπει να στηρίζονται και να στηρίζουν πάντα τα αυθόρμητα κινήματα. Διεξάγουν έναν <<πόλεμο θέσεων>> όχι μόνον σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και για να τα οργανώσουν ώστε να υπάρξουν νίκες, που ανεβάζουν το πνεύμα της συλλογικότητας και την αυτοπεποίθηση των εργαζόμενων. Προετοιμάζονται έτσι για τον <<πόλεμο ελιγμών>>, για την περίοδο και τη στιγμή που θα χρειαστεί να παλέψουν άμεσα για τον τελικό στόχο, την ανατροπή του αστικού κράτους και όλων των θεσμών του.
Στην πραγματικότητα το επαναστατικό κόμμα εκπαιδεύει τον εαυτό του για να μπορεί να διεξάγει και τους δύο πολέμους· τον <<πόλεμο>> του κινήματος σήμερα και τον πόλεμο της επανάστασης, τη στιγμή που οι συνθήκες του καπιταλισμού, η δράση του κινήματος και η παρέμβαση των επαναστατών φέρουν σε ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας. Έτσι, αποκτάει και την ικανότητα να προσαρμόζεται γρήγορα στη συγκυρία και να περνάει από τον <<πόλεμο θέσεων>> σε μια επιθετική τακτική όταν μεγάλες μάζες μπαίνουν στο προσκήνιο του αγώνα και επιδιώκουν αποφασιστικές νίκες ενάντια στις κυβερνήσεις και το κράτος.
Λειτουργώντας έτσι το επαναστατικό κόμμα γίνεται το πεδίο διαμόρφωσης αυτών που ο Γκράμσι ονόμαζε <<οργανικοί διανοούμενοι>>. Όχι, δηλαδή, των ακαδημαϊκών που ασχολούνται σχολαστικά με τη θεωρία, αλλά των επαναστατών διανοούμενων, που παρεμβαίνουν συλλογικά και αναπτύσσουν δράση μαζί με όλο το κίνημα. Για τον Γκράμσι, ο «οργανικός διανοούμενος» είναι ένας ειδικός-επιστήμονας του κινήματος, που ασχολείται με όλες τις πτυχές και τα ζητήματα της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής αλλά που ποτέ δεν αντιμετωπίζει το κίνημα αφ’ υψηλού, αλλά ως κομμάτι και οργανωτής του διδάσκεται απ’ αυτό. Ο μαρξισμός στην αντίληψή του δεν μπορεί παρά να είναι η φιλοσοφία της πράξης, της συλλογικής και ατομικής δράσης για την αλλαγή της κοινωνίας και της ζωής μας.
Οι εμπειρίες του κινήματος αποτελούν κριτήριο για την εγκυρότητα των αναλύσεων του Γκράμσι και σήμερα. Οι αγώνες φοιτητών και εργαζόμενων, τη χρονιά που πέρασε, έφεραν στο προσκήνιο το συσσωρευμένο ριζοσπαστισμό που εκφράστηκε με κοινό πλαίσιο δράσης, <<ανοιχτές>> συντονιστικές επιτροπές, ενωτικά συλλαλητήρια και προτροπή στο σύνολο της εργατικής τάξης για ενιαία κοινωνική δράση. Από τα κοινοτικά συμβούλια στη Βενεζουέλα μέχρι τις γενικές συνελεύσεις και τα συντονιστικά των φοιτητών, οι ιδέες του Γκράμσι αποκτούν πάλι σάρκα και οστά. Η γενιά του Σιατλ και της Γένοβας, του αντιπολεμικού κινήματος και <<του άρθρου 16>> έχει να διδαχθεί πολλά από το έργο του για να συνεχίσει τους αγώνες της κοινωνικής αλλαγής
❏
Ο Κώστας Τορπουζίδης είναι δικηγόρος. Το δοκίμιό του για τον Αντόνιο Γκράμσι δημοσιεύτηκε στο 8-9ο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








