Τρίτη, 19 Απριλίου 2011

Παύλος Τούλας, Το μεγάλο όνειρο, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ

  
Ένας Αλβανός μετανάστης στην Ελλάδα

Ανάθεμα τη ζωή μου


Περπατάμε όλη τη νύχτα, το χιόνι πέφτει αδιάκοπα κι εμείς συνεχίζουμε. Είχαμε γίνει ζωντανοί νεκροί. Σερνόμασταν στην κυριολεξία και τα βουνά δεν τελείωναν. Το μυαλό και όλα τα ζωτικά μας όργανα υπολειτουργούσαν. Πού κουράγιο για καμιά κουβέντα. Όλα τα στόματα σε καραντίνα. Τα μάτια, απλώς έβλεπαν μπροστά και όλα τα άλλα ακολουθούσαν μηχανικά. Έκαναν μια δουλειά που την ήξεραν καλά, που την κάνουν πάντα, όσο είναι γερά. Τα πόδια να περπατάνε. Η καρδιά να χτυπά ανάλογα με τις δυσκολίες που περνούσαμε, πότε αργά και πότε —το πιο σύνηθες— γρήγορα. Τα χέρια να μας ισορροπούν και να βοηθούν στις προμήθειες που είχαμε. Τα μάτια να μας δείχνουν, όσο μπορούσαν το δρόμο. Τα παγωμένα αυτιά μας, αποδυναμωμένα για οποιονδήποτε θόρυβο και κίνδυνο. Το μυαλό να απορεί για το εγχείρημα, αλλά και να μας δίνει δύναμη και κουράγιο.
   Και προχωρούσαμε, και όλο προχωρούσαμε! Και να δεις πώς λειτουργούσαν όλα! Απ’ την πυκνή ομίχλη και το χιόνι δε βλέπαμε στην κυριολεξία πού πηγαίναμε. Σ’ ένα εμφανές σημείο έγραψα πάνω στο χιόνι, σκάβοντας με το χέρι, «ανάθεμα τη ζωή μου». Συγχρόνως βλαστήμαγα, όχι το θεό, προς θεού που λέμε, αλλά την ώρα που γεννήθηκα, ως άλλος Ιώβ, που δεν τον ήξερα τότε, μετά τον έμαθα, στην Ελλάδα.
   —Χαμένο το έχεις;
   —Τι έκανα Κασέμ;
   —Εδώ προσπαθούμε να κερδίζουμε αντοχές κι εσύ προκαλείς τα χέρια σου;
   —Δεν πειράζει, με ικανοποίησε ψυχικά και το έκανα.
   —Καλά, αφού είναι έτσι, γράψε κι άλλα. 
   Συνεχίσαμε την πορεία...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου