Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Αντωνία Κώστα Φώτη, Ακόμη στον παράδεισο, μυθιστόρημα, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ



Για χρόνια η μητέρα μου, από καλοσύνη και για να την αφήνω ήσυχη, με εγκατέλειπε γενναιόδωρα μπροστά από ένα χαμηλό ράφι με πολύχρωμα παιδικά βιβλία. Ενώ εκείνη ανακουφισμένη από τις μωρουδιακές μου κλάψες συνέχιζε την περιδιάβαση στην εσωτερικότητα των νεύρων της, εγώ με τη μορμολύκεια όψη μου ερπόμουν προς τον χρωματιστό θησαυρό.
   Αποδείχτηκε πως δεν μου άρεσαν τα βιβλία. Δεν έδειχναν διόλου διασκεδαστικά. Τα κοιτούσα με περιφρόνηση κι όταν τελικά καταδεχόμουν να πάρω ένα στα χέρια μου, οι λεζάντες με τις λέξεις, ερμητικά σκοτεινές, μου φαίνονταν ανούσιοι λεκέδες πάνω στις όμορφες ζωγραφιές. Το μυαλό μου καταδικασμένο στον παιδικό αναλφαβητισμό του, κατέφευγε σε επινοήσεις δικές του, δημιουργώντας αυθάδικα καινούργιες ιστορίες, χωρίς να νοιάζεται για το τι κρύβαν τα ακατανόητα εκείνα ιερογλυφικά.
   Με το που έμαθα να αποκρυπτογραφώ τα γράμματα —να διαβάζω— υπήρξαν εδώ κι εκεί μερικές σποραδικές και πρωτόγονες αναγνώσεις παιδικών βιβλίων. Διάβαζα τα κλασικά παγκόσμια παραμύθια, τους μύθους του Αισώπου, ακόμα και εκλεπτυσμένες παιδικές εκδόσεις της αρχαιοελληνικής μυθολογίας. Συνήθως παρείχαν μια πιο κόσμια εκδοχή της ελευθεριότητας των μύθων, αποφεύγοντας εκνευριστικά τις σκανδαλιστικές λεπτομέρειες των οργίων και της σεξουαλικής δραστηριότητας των Θεών. Οι ιστορίες τους μιλούσαν κυρίως για τα κατορθώματα ξακουστών ηρωικών φιγούρων και παρά την κολοβή τους εμφάνιση εξαιτίας όλων εκείνων των λογοκριτικών κόψε-ράψε, παρά την απλουστευμένη έκφραση (κανόνας που προφανώς επιβαλλόταν από κάποιο άγραφο πρέπει, ώστε να διατηρείται η αντιληπτική ικανότητα των μελλοντικών ενηλίκων διαχρονικώς στα ίδια περιορισμένα επίπεδα), οι ιστορίες αυτές με ενθουσίαζαν, καταφέρνοντας κάθε φορά να αιχμαλωτίζουν σθεναρά το ενδιαφέρον μου.
   Ωστόσο, η επίδρασή τους περιοριζόταν στο να με σπρώχνουν σε μια μιμητική μανία, την οποία εξαντλούσα αφειδώς τις ώρες του παιχνιδιού μου, όταν αναπαριστούσα με ζήλο τις εποποιικές διηγήσεις. Το μόνο που ήθελα ήταν να ζήσω κι εγώ ανάλογες περιπέτειες. Δεν είχα την παραμικρή συνείδηση για την πράξη της ανάγνωσης ούτε καταλάβαινα από πού εκπήγαζε η παιγνιώδης έμπνευσή μου.
   Ο πατέρας μου με επέπληττε. «Αν δεν ανοίξεις στα σοβαρά κανένα βιβλίο, θα καταλήξεις να δουλεύεις σε μαγειρείο!» έλεγε, και η νύξη αυτή, υπονοούμενο μιας τρομακτικής κατάστασης πεζότητας, με έκανε να τρέμω την ενδεχόμενη εκπλήρωση της μελλοντικής απειλής. 'Ημουν πια μέρος αυτού του κόσμου και το πού θα καταλήξω με απασχολούσε. Οι μέρες μου κυλούσαν βαρετά, ξεχειλισμένες από μια ανέκφραστη αγωνία. Η ζωή μού φαινόταν επίπεδη, μονοδιάστατη, απελπιστικά περιορισμένη.
   Ώσπου μια μέρα ένα βιβλίο μπήκε στη ζωή μου, αναπάντεχα, όπως όλοι οι μεγάλοι έρωτες.
   Πραγματευόταν την ιστορία ενός λαγού που τύγχανε να είναι παράλληλα και διαπλανητικός επισκέπτης. Σε καμία περίπτωση όμως δεν ήταν ένας τυχάρπαστος λαγός. Μιλούσε, είχε αναρίθμητες γνώσεις, σπινθηροβόλο πνεύμα και μπορούσε μάλιστα να αλλάξει μορφή και φύλο ανάλογα με τη διάθεσή του. Αυτή η ρευστή ταυτότητα, που ανέτρεπε όσα οι άνθρωποι πίστευαν ως τότε, με γοήτευσε αμέσως.
   Ήταν το πρώτο βιβλίο που με κατέκτησε, εκτός των άλλων, και ως φυσική παρουσία. Το χαρτί του σαν να ’ταν αλλιώτικο από τα άλλα, πιο φωτεινό, πιο χορταστικό. Η γραμματοσειρά ευκρινής, λιγάκι ντροπαλή βέβαια στην αρχή, μετεωριζόμενη λόγω κάποιου τυπογραφικού λάθους, γεγονός καθόλου δυσάρεστο, μιας και δεν πλήγωνε θανάσιμα την κατανόηση της φράσης κι έκανε το βιβλίο να φαντάζει κάπως ευάλωτο, ιδιάζον ίσως, και για αυτό προσεγγίσιμο και οικείο.
   Το εξώφυλλο, στο οποίο μπορούσες να δεις τον πρωταγωνιστή λαγό —κάτι που άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο πως ίσως και να ήταν υπαρκτό πρόσωπό— με τα μεγάλα μπροστινά δόντια του, τα ευθυτενή μυτερά αυτιά του και τη φουντωτή χαριτωμένη ουρά του, ήταν γεμάτο φωτεινά χρώματα σε ένα χαρούμενο κόκκινο περίβλημα. Και ήταν σκληρόπετσο, έτσι που αν χτυπούσες το χέρι σου επάνω του ήταν σαν να άκουγες το χτύπημα ενός επισκέπτη στην πόρτα σου. Το εκπληκτικότερο ήταν πως για να ακούσεις τον ιδιότυπο αυτό σφυγμό —που πιθανόν ανήκε στη βιβλιόμορφη οντότητα που θα σου αφηγούνταν εν τέλει την ιστορία— δεν χρειαζόταν πράγματι να χτυπήσεις τη γροθιά σου στο εξώφυλλο, μονάχα να ανοίξεις τις σελίδες, και τότε, μαγικά, όλα θα συνέβαιναν. Ο τίτλος ήταν ανάγλυφος και πριν ανοίξω το βιβλίο, χάιδεψα ντροπαλά τις ράχες των γραμμάτων.
   Ξεκινώντας να διαβάζω και εφόσον δεν είχα πρότερη εκπαίδευση σε «αληθινή» λογοτεχνία, προετοιμάστηκα να βαρεθώ.
   Διαψεύστηκα. Οι λέξεις έτρεχαν μπροστά στα μάτια μου, υψώνονταν στον ουρανό και δημιουργούσαν μια συγχορδία φράσεων σχηματίζοντας εικόνες απτές, στις οποίες μπορούσα να περιηγηθώ με πρωτόγνωρη άνεση. Πώς γίνεται οι άνθρωποι να πλήττουν χαμένοι στην οκνηρία όταν υπάρχουν τα βιβλία;
   Οι μεγάλοι με κοιτούσαν με συγκινημένη έκπληξη. Πολλές φορές εκείνη την ημέρα χτύπησαν απαλά την πόρτα μου κι ύστερα γλίστρησαν νυχοπατώντας μέσα στην κάμαρά μου για να ακουμπήσουν άηχα έναν δίσκο με κάποιο σάντουιτς και μπισκότα στο κομοδίνο μου, καμαρώνοντας σιωπηλά την προσήλωσή μου.
   Όταν μετά από έξι ώρες αναγνωστικού πάθους έφτασα επιτέλους στην 155η και τελευταία σελίδα, ανακάθισα στο κρεβάτι με ανάκατα συναισθήματα. Από τη μία ένιωθα το ναρκωτικό της αριστοτελικής κάθαρσης να διαχέεται μέσα μου, κάνοντας τα μυαλά μου να πλέουν σε μια ευχάριστη θάλασσα ντοπαμίνης. Από την άλλη ένα ανεπανόρθωτο αίσθημα κενού με κατέκλυσε. Αυτό ήταν. Ο λαγός είχε τελειώσει την αφήγησή του και δεν θα μιλούσε ποτέ πια. Τι είδους άρρωστο αστείο ήταν αυτό; Τι ανόητη υπόθεση τα βιβλία!
   Τον επόμενο καιρό ο πατέρας μου ενθαρρυμένος από το γεγονός της τοτινής αναγνωστικής μου αφοσίωσης, αγόρασε διάφορα παρόμοια βιβλία προκειμένου να με δελεάσει και να βουτηχτώ και πάλι σε μια νέα ιστορία. Κανένα δεν προσέλκυσε το ενδιαφέρον μου με τον ίδιο τρόπο. Δεν ήθελα να διαβάσω βιβλία, ήθελα το συγκεκριμένο βιβλίο και μόνο. Ποθούσα να επεκταθεί με έναν μαγικό τρόπο, να γίνει ατελεύτητο, αχανές. Μα κάθε φορά που το άνοιγα, οι σελίδες του παρέμεναν αριθμητικά ίδιες και αφηγούνταν και πάλι τη γνωστή ιστορία.
   Την ίδια εποχή ξεκίνησα το σχολείο. Μου κράτησαν το χέρι και με οδήγησαν σε εκείνο το πολυκαιρισμένο σοβαρό κτήριο. Οι ψηλοτάβανες αίθουσές του έκαναν τη ματιά σου να χάνεται σε έναν περιπλεγμένο λαβύρινθο από κίονες και εσωτερικά μπαλκόνια. Πιθανόν η ιδιότητα τού κτιρίου ως σχολείου ήταν μονάχα μια μετενσάρκωση από κάποια προηγούμενη πιο κοσμική —ίσως θεατρική ή κέντρου εκδηλώσεων— χρησιμότητά του.
   Οι συμμαθητές μου δεν ήταν απλώς απλοί ούτε απλοϊκοί. Ήταν αφόρητα απλουστευμένοι. Κάθονταν πειθήνια στα έδρανα και κοιτούσαν την καθηγητική αυθεντία κυριευμένοι από μια άνευρη και συνεσταλμένη πλήξη, ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τη γνώση με οποιαδήποτε άλλη τακτική εκτός από αυτήν της παρατεταμένης παθητικότητας, που στην καλύτερη περίπτωση θα τους οδηγούσε σε μια ανήμπορη αποστήθιση. Με αυτόν τον ντροπιαστικό τρόπο μάθαιναν τα γράμματα και τις λέξεις, και οι λέξεις ήταν αναγκασμένες να επαναλαμβάνονται κενές και κίβδηλες από τα στόματα αυτών των νεοσσών γέρων, αυτών των μικρογραφιών των μεγάλων, αυτών των πληκτικών παιδάριων.  
   Το σύστημα του σχολείου δεν βοηθούσε. Τα προσφερόμενα αναγνώσματα είχαν την αποκρουστική μυρωδιά της νομιμότητας και διέφεραν κατά πολύ από όσα βιβλία βρίσκονταν στα ράφια του σπιτιού μου. Δεν περιείχαν κανένα μυστήριο, κανένα μαγικό υπαινικτικό τίτλο. Επίπεδα, χωρίς κανέναν προεξέχοντα νοητό χώρο, είχαν έναν και μόνο σκοπό: να αραδιάζουν πληροφορίες εντελώς άτεχνα και στεγνά....

Απόσπαμα από το μυθιστόρημα της Αντωνίας Κώστα Φώτη, Ακόμη στον παράδεισο. εκδ. ΕΝΕΚΕΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου