Powered By Blogger

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Μια ιστορία για τα δικά σου παιδιά, του Πάνου Θεοδωρίδη



Εκτός από την ολόθερμη συνηγορία μου να διαβαστεί από πολλούς αυτό το βιβλίο, να εξαπλωθεί ως δυσκαταμάχητη ίωση στον κόσμο μας, κόσμο ιδεών και φυτών, λόγων και πρεμούρας, δε σκοπεύω να «χαρίσω πλοκή» στον αναγνώστη αυτής της κρίσης. Απλώς, μια Δέσποινα Ντήμα, ιατρός, ανακρίνεται προσφάτως, λόγω μιας έμμεσης μνείας της στο στοιχείο μιας γιάφκας. Σχεδόν ντόπια η ίδια (βόσκουν κάτι καραμανλήδες μεσοπολέμου) με κύριο ανακριτή της τον Παπακόιτση, με προφανώς εντόπικο όνομα.
   Η ανάκριση διατρέχει ένα δαιμονικά υφασμένο λογοτεχνικό υλικό, διατρέχει προχουντικές νύξεις, την επταετία, κυρίως τα νιάτα της δεκαετίας του '80, τη μετρημένη κι έπειτα ξέχειλη συναισθημάτων πεποικιλμένη σχέση με το ΚΚΕ και τας παραφυάδας αυτού, όπως δίδασκαν αρχαίοι ΕΑΜίτες, στα χρόνια μας άρτια περιποιημένοι αντικομμουνισταί. Η πλοκή είναι κυρίαρχο γεγονός στο βιβλίο, η ανάκριση περνάει από αλλεπάλληλα κόσκινα, ένα σπίτι (στο νησί όπου η Δέσποινα υπηρετεί) γίνεται φύλλο φτερό προσφάτως, σε λίγο θα έχουμε ΔΝΤ, κάποτε αντάρτες, μετά πειραχτήρια, μήτε καν βομβιστές, αργότερα, ακόμη και η διατήρηση ανάμνησης παραμένει προθάλαμος για υποψίες εγκλήματος. Από την «Κατάθεση» φαίνεται ότι μόνη ζείδωρος αύρα στη μεταπολεμική Ελλάδα είναι η διατήρηση, σε υπηρεσιακή ετοιμότητα, μιας παχυλής και απόλυτης βλακείας, ίδιας στα χρόνια του Πιουριφόι, αλλά και του λάπτοπ. Είναι ο μόνος συνδετικός, ζωντανός ιστός. Ο εχθρός γλιστρά από το «συμμορίτη» στον «πακιστανό». Εχει ήδη γλιστρήσει. Ενδιαμέσως, οι Νεοέλληνες, εμείς, η συγγραφέας, οι αναγνώστες και τα πάθη τους, άτομα που σέρνουν ματαίως αναμνήσεις με την ελπίδα να ξετυλιχτούν κάποτε.
   Το έργο, συμφωνώ με την κυρία Μόντη, δεν είναι αυτοβιογραφικό. Ως διδάσκαλος του δρομαίου ύφους, προσθέτω: αυτό μας έλειπε! Στην περίπτωση των σελίδων που μόλις εξεμέτρησα, ο σθλαβισμός και τα παρακλάδια του, οι πιπεράτες και βασανιστικές ιστορίες των σλαβομακεδόνων με άφθονο άρτυμα από ραγισμένες ιδεολογίες είναι απλώς ένα χρήσιμο σεναριακό υφάδι- μην ξεκινήσει κάποιος την ανάγνωση πιστεύοντας πως είναι η καλύβα του μπαρμπα - Θωμά των εντοπίων. Θα τα χάσει και θα χαθεί. Στο βιβλίο υπάρχει θυμός, ημιτελείς αλλά σπαρακτικές σκέψεις, ευθύ και κορυφαίο γράψιμο, πλην από αυτά που διαθέτουν τη βάση ενός συμβατικού, επισφαλούς υποβάθρου. Δε σας κρύβω πως ενίοτε, διαβάζοντας, φώναζα προς τους αιθέρες: «Κόψ' το αυτό λιγάκι, κυρία Κατερίνα!» ή «Σημείωσε να αλλάξεις διακόσιες λέξεις εδώ και όταν τις ξαναγράψεις, κλάψε γοερά ενδιαμέσως, επειδή συχνά το κείμενό σου καλύπτεται από ένα ψυχαναγκαστικό σπλην. Οχι, δεν είσαι Τσερόκι, δεν είσαι Βάσκα και Τσετσένα. Είσαι ακόμη στο μεγάλο, σκοτεινό βυθό. Τον ανεγνώριστο. Χωρίς αφρό».
   Το βιβλίο στην παρούσα του μορφή, γίνεται, συντομευμένο, ταινιάρα με τον Μάικλ Λι, ενώ γυρισμένο σε στρωτή διήγηση ένα σίριαλ που θα μπορούσε να γυριστεί από Ελληνες συντελεστές με επιτυχία. Είναι πολύ δυνατές οι εικόνες του, τα λόγια είναι ορθώς αδύναμα, οι θεωρίες ορθότατα ακυρωμένες πριν την έκφρασή τους. Η κυρία Μόντη, συλλέκτρια γραπτού πάθους, μπορεί να επιχειρήσει να γράψει επιτυχώς οτιδήποτε. Στους τυχερούς που θα το διαβάσουν εύχομαι καλό βόλι.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αγγελιοφόρος την Κυριακή 11 Μαρτίου 2012
http://www.agelioforos.gr/default.asp?pid=7&ct=7&artid=130970
petefris@otenet.gr 

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Το παζλ της μετάφρασης, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. Εμπειρίες μετάφρασης ...του Μιχάλη Πολίτη

Ένα βιβλίο που απευθύνεται σε εκείνους και σε εκείνες που, παρότι χρήστες των μεταφράσεων σε όλη τους τη ζωή, δε φαντάζονται πόσα κρύβονται πίσω από τις φαινομενικά ανώδυνες λέξεις «μετάφραση», «διερμηνεία» και «υποτιτλισμός» ή «μεταγλώττιση» ούτε τον ανυπολόγιστο αριθμό σελίδων που έχουν γραφεί γι’ αυτές. Ο ζήλος της ενασχόλησης με ζητήματα που αφορούν τη μετάφραση –και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, τη διερμηνεία– έχει αυξηθεί ιδιαίτερα, από τότε που η Μεταφρασεολογία αξίωσε και, εν μέρει, πέτυχε να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη επιστήμη, δηλαδή τα τελευταία σαράντα με πενήντα χρόνια. Σε αυτό το διάστημα η Μεταφρασεολογία γνώρισε διαφορετικούς προσανατολισμούς και διαφορετικές προσεγγίσεις, άσκησε τη γοητεία της σε νέους και νέες επιστήμονες, δεν κατόρθωσε, όμως, να συμβάλει ιδιαίτερα στην αναγνώριση του ρόλου των μεταφραστών και των διερμηνέων σε σχέση με τις κοινωνικές εξελίξεις ούτε στη βελτίωση του status του επαγγέλματός τους, το οποίο συνεχίζει να μην αναγνωρίζεται στις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Στο βιβλίο κυριαρχεί η δυαδική μορφή ανεκδοτολογικού και θεωρητικού λόγου, που επιδιώκει να υπομνήσει τη συνεχή εναλλαγή ανάμεσα σε δύο γλώσσες και δύο πολιτισμούς, την οποία βιώνει οποιοσδήποτε ασχολείται με κάποια μεταφραστική δραστηριότητα. Η εικόνα της μετάφρασης ως ειδώλου –τόσο του πρωτοτύπου όσο και της εποχής της, του ίδιου του μεταφραστή αλλά και του είδους της μετάφρασης– η οποία εμφανίζεται σε όλα τα πεδία που εξετάζονται, υπενθυμίζει συνεχώς το στιγμιαίο –και κατά κάποιον τρόπο απατηλό– χαρακτήρα κάθε μεταφράσματος. Έτσι, παρά τη διαφορετική τους θεματολογία, τα κεφάλαια του βιβλίου συνομιλούν μεταξύ τους, για να υπογραμμίσουν τα κοινά χαρακτηριστικά τα οποία διέπουν τη διαδικασία, τα προβλήματα και τη μεθοδολογία που εξετάζουν. Μοιάζει με αυτόν τον τρόπο να συντίθεται ένα «παζλ» –λέξη δάνεια και, σε πείσμα της μετάφρασης, αμετάφραστη– από παρόμοιες κι ωστόσο διαφορετικές δραστηριότητες με γνωστές και άγνωστες πτυχές, όπως άγνωστη παραμένει εν πολλοίς και η πολυπλοκότητα του μεταφραστικού εγχειρήματος.

Η Ανθή Βηδενμάιερ είναι πτυχιούχος μεταφράστρια (πανεπιστήμιο Μάιντς της Γερμανίας) για τη γερμανική, την ισπανική και την αγγλική γλώσσα. Η διδακτορική διατριβή της (Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο της Αθήνας) έχει ως θέμα τη μετάφραση της ποίησης. Εργάστηκε ως μεταφράστρια και διερμηνέας συνεδρίων για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Έχει μεταφράσει λογοτεχνικά και επιστημονικά έργα για εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα καθώς και μεγάλο αριθμό τεχνικών, οικονομικών και νομικών κειμένων. Συνεργάστηκε στην έκδοση του νέου ελληνογερμανικού και γερμανοελληνικού «Μεγάλου Λεξικού PONS» (2008). Δημοσιεύει επιστημονικά άρθρα, βιβλιοκρισίες μεταφρασεολογικών έργων και συμμετέχει με ανακοινώσεις σε μεταφρασεολογικά συνέδρια και εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Μεταφραστών (2002-2006). Δίδαξε μετάφραση στο «ΕΚΕΜΕΛ», στο “Ινστιτούτο Goethe” Θεσσαλονίκης και σε πανεπιστήμια της Γερμανίας. Σήμερα διδάσκει μετάφραση λογοτεχνικών και ειδικών κειμένων, υποτιτλισμό και διερμηνεία, ως επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Από το ιστολόγιο του Μιχάλη Πολίτη, Αναπληρωτή Καθηγητή στο ΤΞΓΜΔ του Ιονίου Πανεπιστημίου.

Το παζλ της μετάφρασης, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ, Του Δρ. Σταύρου Γ. ΝΤΑΓΙΟΥ

Η Ανθή Βηδεμάιερ είναι γνωστή στην ακαδημαϊκή κοινότητα και τη μεταφραστική αγορά για τη συμβολή της σε θέματα μεταφρασεολογίας και μεταφραστικής πρακτικής. Αλλά με το τελευταίο της βιβλίο Το παζλ της μετάφρασης μας εξέπληξε ξανά ευχάριστα. Για έναν σπουδαίο λόγο: για τη μεστωμένη προσέγγισή της σε θέματα θεωρητικής προσέγγισης της μεταφραστικής επιστήμης και την άμεση εφαρμογή τους στην μεταφραστική πρακτική.
Η Ανθή Βηδεμάιερ διδάσκει στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στο Τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας, μετάφραση του λογοτεχνικού λόγου, τεχνικές υποτιτλισμού, μεταγλώττισης και διερμηνείας ως επίκουρος καθηγητής. Η προγενέστερη όμως σταδιοδρομία της, κατά την οποία ολοκληρώθηκε ως επιστημονική προσωπικότητα, εργαζόμενη ως μεταφραστής στην «μεταφραστική παραγωγή», την βοήθησε να γνωρίζει καλά τις δυσκολίες της εφαρμογής της μεταφραστικής θεωρίας στην μεταφραστική πρακτική. Εδώ έγκειται η πραγματική χρησιμότητα του βιβλίου, καθώς δεν είναι αποκύημα της φαντασίας, με αφηρημένες έννοιες, εικασίες, θεωρίες και συλλογισμούς που αίρονται και υπεραίρονται όπως μας συνηθίζουν πολλοί περισπούδαστοι ακαδημαϊκοί απίθανοι τύποι, οι οποίοι από θέση αυθεντίας (ex cathedra) τα «ξέρουν όλα» και μπορούν να μιλήσουν επί παντός του επιστητού, ως διδάξαντες.  Πλην όμως αμφιβάλλω αν μπήκαν ποτέ στον κόπο να μεταφράσουν μια σελίδα και να δοκιμάσουν την επιστήμη τους στην καθημερινή μεταφραστική πράξη.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα βασικά κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στις διάφορες μορφές μεταφραστικής πράξης, το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη λογοτεχνική μετάφραση, το τρίτο κεφάλαιο πραγματεύεται ζητήματα που αφορούν τη θεωρία και την πράξη της διερμηνείας και το τέταρτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη μεταγλώττιση και τον υποτιτλισμό.
Στο βιβλίο της η Ανθή Βηδεμάιερ σημειώνει με έμφαση τη σημασία της μεταφραστικής πρακτικής, η οποία, όπως υποστηρίζει η συγγραφέας, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στη διαμόρφωση της σκέψης και της λογοτεχνίας και υπογραμμίζει ότι οι θεωρητικές προσεγγίσεις χρειάζονται να εμπλουτιστούν με νέα παραδείγματα. Το βιβλίο απανθίζεται από πλούσιες και αξιόπιστες βιβλιογραφικές και διαδικτυακές πηγές, φιλμογραφία και παραπομπές σε τηλεοπτικές εκπομπές.
Το έργο της Βηδεμάιερ συνιστά ολοκληρωμένη και υπολογίσιμη επιστημονική έρευνα για τα πράγματα της θεωρίας και της πρακτικής της μετάφρασης, πολύ χρήσιμο εργαλείο για τη μεταφραστική κοινότητα, είτε αυτή ανήκει στη θεωρητική μεταφρασεολογία είτε στην καθημερινή μεταφραστική παραγωγή.
Γραμμένο κομψά, με εύπορη, κατανοητή γλώσσα, πού και πού με χιούμορ και αυτοσαρκασμό, αλλά χωρίς αυτό να πλήττει το ακαδημαϊκό του κύρος, το βιβλίο είναι απαραίτητο μέσο για όλους τους ασχολούντες με την μεταφραστική τέχνη και επιστήμη.

Πρώτη ανάρτηση στο: http://blog.literatus.gr/?p=445

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Σχόλια Επικαιρότητα

Ροτόντα: φίλοι του μνημείου και φίλοι της ζωής

Προς τον Σύλλογο "Ροτόντα, οι φίλοι του μνημείου" και κάθε ενδιαφερόμενο

Δεν αντιλαμβανόμαστε τα ρίγη συγκίνησης για τον πομπώδη τάφο ενός ρωμαίου αυτοκράτορα ο οποίος ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τον αρχικό του προορισμό, καθώς ο Γαλέριος τέθηκε στο περιθώριο από ένα πολύ πιο αδίστακτο φονέα, τον Κωνσταντίνο τον λεγόμενο και "μέγα", ο οποίος τιμήθηκε για την εγκληματική του δραστηριότητα με την αγιοποίησή του από τη χριστιανική εκκλησία (αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...).
Οι κοινωνίες αλλάζουν τις χρήσεις των χώρων και των κτηρίων και έτσι η Ροτόντα είναι πράγματι ένα σημαντικότατο κτήριο, αλλά για τελείως διαφορετικούς λόγους απ' αυτούς για τους οποίους χτίστηκε. Η μακραίωνη και συνεχής χρήση της είναι που προσδίδει στη Ροτόντα τη σπουδαιότητά της. Αν μιλάμε για ιστορικότητα, ας θυμηθούμε ότι η Θεσσαλονίκη ήταν για αιώνες η κατεξοχήν πολυεθνική πόλη ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου. Κι αν μιλάμε για ιστορικότητα και σεβασμό της ιστορικότητας, ας θυμηθούμε ότι μέχρι την έλευση του καπιταλισμού, έξω από τα τζαμιά και τις κεντρικές εκκλησίες υπήρχαν πάντοτε παζάρια.

Επομένως είναι τουλάχιστον παράλογο να απαιτεί κανείς να φύγουν οι μικροπωλητές για να υπάρξει σεβασμός στην ιστορικότητα της Ροτόντας. Αλλά μιλάμε για ιστορικότητα σε μια πόλη την οποία, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, σταδιακά ισοπέδωσε ο εθνικός οδοστρωτήρας, η "ανήκομεν εις την Δύσιν" κουτοπονηριά και η αντιπαροχή.   
Σε μια πόλη που:
- κατέστρεψε την επί χιλιετηρίδες χάραξη της Εγνατίας οδού (περνούσε ξέρετε κάτω από την Καμάρα) για να την αποδώσει στα αυτοκίνητα και τα εμπορεύματα και να χτιστούν "ευρωπαϊκού τύπου μέγαρα",
- εξάλειψε τη μνήμη των εβραίων (σε ποιο σημείο στην πανεπιστημιούπολη αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή η περιοχή ήταν κάποτε το εβραϊκό νεκροταφείο, μια έκταση 360 στρεμμάτων με περισσότερους από 300.000 τάφους),
- μετέτρεψε σε ιδιωτικό πάρκινγκ την ιστορική για τη Θεσσαλονίκη Πλατεία Ελευθερίας (που είχε ονομαστεί έτσι το 1908 προς τιμή της εξέγερσης των νεότουρκων ενάντια στο Σουλτάνο, ήταν για χρόνια χώρος πολιτικών συγκεντρώσεων, ενώ στις 11 Ιουλίου 1942 οι ναζί συγκέντρωσαν εκεί 9.000 εβραίους για τους εξευτελίσουν δημόσια, προτού τους στείλουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπως και άλλους 40.000 θεσσαλονικείς ομοεθνείς τους),
- μετέτρεψε τους κήπους του Μπεχ Τσινάρ (Μύλος, Βίλκα, Σφαγεία) σε μια τοξική περιοχή βυρσοδεψείων, τα οποία με τη σειρά τους μετατράπηκαν σε τοξικούς ναούς καταναλωτισμού,
- κατέστρεψε το Φρούριο Τοπ Χανέ χτίζοντας ακριβώς επάνω του (επί χούντας) το έκτρωμα των δικαστηρίων και αξιοποιώντας ό,τι έμεινε άχτιστο για πάρκινγκ (το οποίο αποκαλούν "πλατεία δικαιοσύνης")
   Η ασέλγεια του εθνικού κορμού στην ιστορική μνήμη και την πολυεθνική Σαλονίκη δεν έχει τελειωμό.
Ποιος από τους κατοίκους της σήμερα γνωρίζει πού βρισκόταν ο εβραϊκός συνοικισμός Κάμπελ ο οποίος το 1931 πυρπολήθηκε από στίφη "αγανακτισμένων" ελλήνων πατριωτών, με επικεφαλής τους φασίστες της ΕΕΕ;
Ποιος γνωρίζει πού τυπωνόταν η Σολιδαριδάδ Ομπραδέρα, η πολύγλωσση εφημερίδα της Φεντερασιόν;
Πού βρισκόταν η Οθωμανική Τράπεζα που ανατινάχθηκε από τους βούλγαρους αναρχικούς το 1903;
Ποιος από τους κατοίκους της σήμερα γνωρίζει ότι το εμπορικό κέντρο στην Τσιμισκή που στεγάζει το αμερικάνικο προξενείο ήταν από τα κέντρα του αγώνα το Μάη του 1936;   Σε μια πόλη όπου κάθε τρεις και πέντε επανέρχεται ως "αναγκαιότητα" και "εκσυγχρονιστική επιταγή" η αν μη τι άλλο αντιεπιστημονική πρόταση για κατεδάφιση των καστρόπληκτων, με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση των τουριστικών λεωφορείων.
Σε μια πόλη που:
-έδιωξε τους ηλικιωμένους και τα παιδιά απο το κέντρο κλείνοντας τα καφενεία, ξηλώνοντας τις βρύσες από τα πάρκα και αχρηστεύοντας τις πλατείες με παρεμβάσεις "εξορθολογισμού",
-μετέτρεψε την παραλιακή σε ζώνη πανάκριβων καταστημάτων κι αν δεν άρχιζαν τις βόλτες οι μετανάστες τη δεκαετία του '90 να δώσουν το σύνθημα της επανάκτησης, η παραλία θα ανήκε μόνο στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα,
-εξόρισε τις λαϊκές από το κέντρο με "επιχειρήματα" ανάλογα με τα σημερινά των δήθεν προστατών της Ροτόντας (για να ανακαλύψουν τώρα τηλεοπτικά το "κίνημα της πατάτας")
-απέδειξε ότι η ονομασία της οδού Φράγκων προέρχεται από τα φράγκα, όταν η καθολική εκκλησία εκκένωσε την κατάληψη Επιβίωση αφήνοντας στο δρόμο δεκάδες άστεγους...
Σε μια πόλη που μετατρέπει σε σταθμό του μετρό το χώρο όπου έπεσαν οι πρώτοι νεκροί του Μάη του 1936...
   Σε αυτή την πόλη, η παρουσία των μικροπωλητών στη Ροτόντα και οι σχέσεις τους με τη νεολαία που χρησιμοποιεί την πλατεία όχι μόνο δεν είναι "βλαπτική για το μνημείο" αλλά αντιθέτως αποτελεί μια ελπιδοφόρο προοπτική για μια ανθρώπινη, κοινωνική Θεσσαλονίκη.
Το αίτημα για απομάκρυνσή τους δεν εξυπηρετεί καμμία ιστορικότητα, παρά μόνο τη λογική των εκκαθαρίσεων και της υποταγής στα σύμβολα εξουσίας. Η "εξυγείανση" που κάποιοι επιδιώκουν, ουσιαστικά θέλει να επαναφέρει τη Ροτόντα στην αρχική, αυτοκρατορική της χρήση: ένα μαυσωλείο όπου θα βασιλεύει η γαλήνη του νεκροταφείου (και ο βόμβος του τουρισμού...).

Εκτός και αν για εσάς ιστορικότητα της Θεσσαλονίκης είναι η επινόηση του φραπέ στη ΔΕΘ και ο διαγωνισμός λαγάνας του Ψωμιάδη....
 
Αναδημοσίευση από : Αντιρατσιστική Πρωτοβολία Θεσσαλονίκης
www.antiratsistiki.gr
 

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Η κατάθεση, Κατερίνα Μόντη




Aπό μικρή η Δέσποινα Ντήμα αγαπούσε τη συμμετοχή στα κοινά. Πολιτική, συνδικαλισμό, επιστημονικές και εθελοντικές δραστηριότητες. Το όνομά της είχε βρεθεί σε ψηφοδέλτια, διακηρύξεις, εκλεγμένες επιτροπές και συλλόγους, προγράμματα εκδηλώσεων, δημοσιεύματα στον Τύπο και στο διαδίκτυο. Και μπορεί από κόμματα ή ομάδες να είχε εν πολλοίς αποκοπεί, αλλά η φαγούρα για συμμετοχή και προσφορά επεβίωνε, με νέες κάθε φορά ευκαιρίες και μορφές.
   Ιδέα τώρα δεν είχε ποιο κομμάτι της δικής της ιστορίας θα μπορούσε να συμπληρώνει κάποιο ύποπτο παζλ. Θα χρειαζόταν άραγε, όπως ο πατέρας της πριν σαράντα τόσα χρόνια, να αποδείξει ότι ο «κουβάς» της λάμπει από αθωότητα; Και τι είδους αθωότητα; Λίγες ήταν οι ιστορίες για ανθρώπους που έπεσαν θύματα σκοπιμοτήτων, ή παρεξηγήσεων και συμπτώσεων; Ου μπλέξεις, τα εκάστοτε κυνηγητά κατά της τρομοκρατίας —πάντα το έλεγε— ήταν απλώς μια καλή πρόφαση για την τρομοκρατία της εξουσίας, κάτι στο οποίο προς μεγάλη της ικανοποίηση είχαν καταφέρει εντέλει να συμφωνήσουν με τη φιλενάδα της, η οποία παλαιότερα, σε μια συζήτηση για την υπόθεση «Κρυστάλλη», της είχε φορέσει πειρακτικά την ταμπέλα της αθεράπευτης κνίτισσας. Της Ράνιας τότε οι ιδέες φλέρταραν περισσότερο με τους «υποστηρικτές», για τους οποίους οι ένοπλοι εκτελεστές ήταν απλώς οι ανυπόμονοι εκβιαστές της ιστορίας. Με ενέργειες ίσως όχι πάντα αρεστές, αλλά με κίνητρα φιλολαϊκά και αγνά. «Θα ήθελες με αυτόν τον αγνό τους θυμό να αποφάσιζαν κάποτε για σένα;» την είχε ρωτήσει τότε η Δέσποινα. «Ξεχνάς για πόσα εγκλήματα αγνών και επαναστατικών κινήτρων  χρειάστηκε σαν αριστεροί να απολογηθούμε; Πόσους εξαφάνισε ο Στάλιν για... καλό σκοπό; Ούτε τα ίχνη τους στην ιστορία δεν άφηνε, τους έσβηνε στην κυριολεξία από ιστορικές φωτογραφίες. Και θα εμπιστευτούμε άγνωστους συνωμότες; Ποιον απειλούν μήπως; Ή, να το πω κι αλλιώς, θα ήθελες να μας κυβερνήσουν; Θα μας ρωτούσαν για τις επιλογές τους; Και, βέβαια, δεν είναι όλοι πράκτορες,  αλλά πώς εσύ μπορείς να ξέρεις ποιοι είναι;»
   Ήταν μια συζήτηση, που στην εξέλιξή της οι δύο φίλες είχαν καταλήξει σε πρώτη φάση να μοιραστούν την απόστάσή τους. Και στο πέρασμα του χρόνου, είδαν από την ίδια πλέον πλευρά, πολλούς μύθους να καταρρέουν, διεθνείς και εγχώριους.



Το ίδιο βράδυ, η Δέσποινα δέχτηκε πρόσκληση από συναδέλφους της από το νοσοκομείο, με τους οποίους συνέφαγε σε ένα συνηθισμένο φωνακλάδικο κομφούζιο από διαφόρων πολιτικών καρυδιών καρύδια. Κύριο καύσιμο της συζήτησης, η επανάκαμψη του ΠΑΣΟΚ και η επερχόμενη οικονομική κρίση. 
   «Τον ακούσατε ρε τον υπουργάρα τον απίστευτο; Του έλεγαν οι δημοσιογράφοι για τους απολυόμενους των stage ότι είναι κι αυτοί εργαζόμενοι, και τι είπε ρε ο ξεφτιλισμένος; Και οι πορτοφολάδες εργαζόμενοι είναι, ναι, το είπε, μ’ εκείνη τη μουτσούνα την ατάραχη. Ποιοι είναι οι πορτοφολάδες, ρε μπαγλαμά να πούμε, πες μου ποιοι-είναι-οι πορτοφολάδες μας-τόσα χρόνια, γαμώ την τυράγνια μου μέσα γαμώ», ο Ηλίας χτυπούσε αφρισμένος το τραπέζι.
   «Ναι αλλά, και οι εποχιακοί, με μέσον δεν είχαν βρεθεί στο Δημόσιο;»
   «Μην το πάμε πάλι από την αρχή ρε συ Τζένη, εδώ μιλάμε για το ελάχιστο ήθος, το επικοινωνιακό που λέμε, δεν τονε τρελαίνεις ρε τον κοσμάκη όταν τον απολύεις, μη μου τους δικαιολογείς και πάθω κανένα εγκεφαλικό».
   «Σας παρακαλώ, λίγο σεβασμό στο Μάη του ’68», αστειεύτηκε η Αλέκα, εξηγώντας στην Τζένη ότι αναφερόταν στα φοιτητικά χρόνια του εν λόγω υπουργού.
   «Τι να σου πω και μ’ αυτόν τον Μάη, λιγώθηκα τόσα χρόνια. Όλοι κουτσοί στραβοί ή σ’ αυτόν το Μάη ήτανε ή στο Πολυτεχνείο».
   «Μα, από αυτήν τη γενιά δεν προέρχονται οι σημερινοί πολιτικοί; Όλη η Ευρώπη λίγο πολύ από υποτιθέμενους σοσιαλιστές δεν κυβερνήθηκε; Ένα σωρό δικτάτορες δεν ανήκουν στη σοσιαλιστική Διεθνή; Ή μήπως δεν είναι ο δικός μας πρόεδρός της; Έχουν ξεφτιλιστεί σας λέω οι έννοιες».
   «Ναι, είδαμε και τους άλλους. Από τον Άννα στον Καϊάφα, σου λέω. Αλλά καλά να πάθουμε».
   «Τι συγκρίνεις κι εσύ τώρα; Εδώ λέμε για ιστορικά κόκαλα που τρίζουν».
   «Θα βάλουν το μαχαίρι, λέει, στο κόκαλο, Χρήστο, το άκουσες κι αυτό;»
   «Αμέ, γιατί; Το βγάζουν και καθόλου; Το θέμα είναι σε ποιανού το κόκαλο, μωρό μου».
   «Να σας πω εγώ περίπτωση, ρε, με την κυράτσα που την είχε χώσει ο μπάρμπας της στην τράπεζα και βγήκε στην πρόωρη απ’ τα σαραντακάτι της και την πληρώνουμε εσείς κι εγώ, ρε πούστη μου, το καταλαβαίνετε;»
   «Μα εκεί είναι τώρα το θέμα; Συγκρίνεται αυτό με τα μεγάλα σκάνδαλα;»
   «Δεν είναι εδώ, δεν είναι εκεί, πού είναι ρε παιδιά; Οι Γερμανοί θα μας το πούνε, μου φαίνεται, να το φχαριστηθούμε! Πού να μεταναστεύσω, Θε μου, πού, απ’ αυτήν την κωλοχώρα».
   «Πού να μεταναστεύεις ρε μαλάκα, ν’ αφήσουμε την Ελλάδα στους ξένους κι εμείς να φύγουμε;»
   «Κι αν δε φύγουμε, τι; Αφού αγορασμένη μας την έχουν. Περιμένατε ποτέ ολόκληρα κράτη να απειλούνται από οικονομικούς οίκους και χρηματιστές, λες και είναι μαγαζάκια; Ξέχνα σου λένε και τις κυβερνήσεις, τώρα μιλάνε οι αγορές».
   «Εγώ θα το έλεγα αυτό η ώρα της αλήθειας. Να θυμηθούμε επιτέλους τι είναι ο καπιταλισμός».
   «Τα παιδιά μας πάντως να φύγουνε, να φύγουνε. Εγώ στα δικά μου το λέω από καιρό, μακάρι να μ’ ακούσουν», ικέτευε με πάθος η Κλειτώ.
   «Εγώ πάντως τη φχαριστήθηκα τη βόμβα στη Βουλή», ξεχώρισε ξαφνικά η φωνή της Καλής σε μια στιγμή που οι φωνές κόπασαν.   «Όχι ότι αλλάζει και τίποτα, αλλά έτσι, γουστάρω που ξεφτιλίστηκε η αστυνομία».
   «Γειά σου Καλιτσάκι, τρομοκράτισσα!» την πείραξε ο άντρας της. «Παιδιά, το λέω: μην είστε σίγουροι για κανέναν, αυτήν τη γυναίκα Πασοκούλα την παντρεύτηκα, αλλά φαίνεται τώρα θύμωσε πολύ με τα σπρεντ και τα ομόλογα».
   Όταν στην ανοιχτή τηλεόραση της ταβέρνας παίχτηκε ρεπορτάζ από τη δίκη για τον Αλέξη, μοιραία η συζήτηση γύρισε στα Δεκεμβριανά του ’08 —φρέσκα ακόμη, έναν χρόνο μετά— και τα αίματα άναψαν για τα καλά.
   «Καλά, είναι δυνατόν να συζητάμε αν εξοστρακίστηκε ή όχι η σφαίρα; Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, όλο για εκπυρσοκροτήσεις και εξοστρακισμούς ακούμε».
   «Έναν καιρό, θυμάστε; Εκπυρσοκροτούσαν στις γυναίκες και τις φιλενάδες τους.»
   «Χα χα.. πού τη θυμήθηκες κι εκείνη τη μόδα;»
   «Ε, τι περιμένετε; Υποτίθεται πως έχουμε δημοκρατία, και η δημοκρατία ανέχεται. Απλώς, ρε παιδιά, μερικές φορές χάνει την ψυχραιμία της, πώς κάνετε έτσι;»
   «Βαρόμετρο λοιπόν της δημοκρατίας, η ψυχραιμία των οργάνων της».
   «Η δημοκρατία μας μάρανε. Απλώς αλλάζουν τα ονόματα, η ΚΥΠ έγινε ΕΥΠ, τα ΜΑΤ ΜΕΑ, και δε συμμαζεύεται».
   «Πάντως, μην ξεχνιόμαστε. Με τον Ανδρέα τουλάχιστον μπορέσαμε να μιλήσουμε ελεύθερα. Και η αστυνομία, άλλαξε».
   «Γιατί άλλαξε, ρε Καλή; Επειδή άρχισε να προσλαμβάνει πράσινα παιδιά;»
   «Γιατί, κακό ήταν; Μέχρι τότε, υπήρχε άνθρωπος σε κρατικά πόστα που να μην ήταν καραδεξιός; Μετά, μέχρι και συνδικαλισμό απέκτησαν».
   «Απ’ τα βλαχαδερά μπατσόνια λοιπόν και τους βασανιστές της χούντας, στην ευρωπαϊκή δεξιά και τον Τρίτο δρόμο».
   «Δεν ρωτάμε καλύτερα τους συνταξιούχους ποιο γκλομπ έτσουζε περισσότερο, το πράσινο ή το γαλάζιο; Και απ’ τα δυο δοκίμασαν».
   «Άσε, κάποιοι δοκίμασαν και κόκκινα».
   «Στο κάτω κάτω, τους χρειαζόμαστε, με τέτοια εγκληματικότητα που αρχίσαμε να έχουμε κι εμείς».
   «Αυτό πάλι! Να φτάσουμε να ζητάμε περισσότερη αστυνομία; Ποιος το περίμενε;»
   «Κουμής! Κανελλοπούλου! Θυμάστε τον Ράλλη; Και ο α-γ-χάγγελος φοβέ-γ-α θέλει». Ο Δημήτρης είχε σηκωθεί όρθιος από το πάθος του, απαριθμώντας στα δάχτυλα τα θύματα της μεταπολίτευσης. «Καλτεζάς! Ο μπάτσος λέει έχασε τότε την ψυχραιμία του επειδή —άκουσον άκουσον— φοβήθηκε, κι έφαγε το παιδί πισώπλατα. Γρηγορόπουλος! Δεν βρίσκω λόγια. Άσε διάφορους περιθωριακούς, μετανάστες, αλλοδαπούς, δεν θυμάμαι ονόματα. Εκείνον που τον εκτέλεσαν πισώπλατα στο μηχανάκι του, τον άλλον στο Ντάτσουν, κανα δυο στη Θεσσαλονίκη πάνω στην εξακρίβωση. Αναρωτιέμαι γιατί δεν εκπυρσοκροτούν ποτέ τα όπλα τους όταν κάνουν τους σωματοφύλακες στους άθλιους αυτούς που μας κυβερνάνε ή στους άλλους, λεφτάδες και δημοσιογράφους και δεν συμμαζεύεται. Και δεν σου βάζω συλλήψεις και κακοποιήσεις. Θυμάστε τους Πακιστανούς; Τη “ζαρντινιέρα”; Τα διάφορα ντου σε τσιγγάνικους καταυλισμούς; Και πόσα ξεχνάω. Μη σας πω ποιον θυμήθηκα τώρα. Εκείνον τον φουκαρά τον γιατρό, τον Τσιρώνη».
   «Τις πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις θα σου πω ότι ξεχνάς, φίλτατε», διαμαρτυρήθηκε ο Ηλίας. «Αυτούς που ποτέ δεν προκάλεσαν, ούτε παίζουν βεντέτες με τους μπάτσους, αλλά έπεσαν πάνω στους αγώνες».
   «Πάλι τα κουκουέδικα πιάσαμεεε».
   «Να μας πει όμως τότε και ο Ηλίας πόσο τιμάει τους αγωνιστές που δεν ανήκουν στο κόμμα του» συμπλήρωσε η Βίκυ.
   Ο αντίλογος που προκάλεσε ο Δημήτρης ήταν εξίσου παθιασμένος με τον ίδιο. Αντίλογος από διάφορες πλευρές, για την έννοια του (νεανικού συνήθως) αυθόρμητου, του άσκοπου, της δημοκρατίας, της προστασίας του πολίτη, της προβοκάτσιας, της τρομοκρατίας, του εγκλήματος, των «γνωστών-αγνώστων» και των κουκουλοφόρων. Όταν δε, έφτασαν και στο ποιοι νεκροί δικαιούνται τιμής, από τις φωνές δεν άκουγε πλέον κανείς κανέναν.
   Κάποια στιγμή, η φωνή του Χάρη κατάφερε να επιπλεύσει. «Ρε παιδιά, έλεος και για μένα το φτωχό κεντρώο! Δεν παρατάτε τα αναρχοκομμουνιστικά σας μνημόσυνα, αφού δεν ξέρετε κιόλας πού πρέπει ν’ ανάψετε το κερί σας; Και σ’ αυτά παναθεμά σας διασπασμένοι είστε. Κάντε παρακαλώ ένα διάλειμμα, έχω γενέθλια σήμερα, και θα σβήσω κεράκια».
   Η —μουτρωμένη στην αρχή— ανακωχή επισφραγίστηκε τελικά με πολλά γέλια για τη νέα υστερία συλλογής ταμειακών αποδείξεων, όταν ο Χάρης ζήτησε για δώρο γενεθλίων το λογαριασμό («Όχι βρε, να τον πληρώσω, το χαρτάκι να πάρω!»)

Η Δέσποινα δεν πολυμίλησε εκείνη τη βραδιά. Ήταν απορροφημένη σε μια δική της εσωτερική συζήτηση, στην πάλη να εκλογικεύσει και να παρηγορήσει τον φόβο που είχε αρχίσει να εισβάλει μέσα της σαν παράσιτο. Και απροσδιόριστα επίσης ενοχλημένη από ένα παράξενο ζευγάρι που είχε καθίσει δίπλα τους, απ’ τη δική της μεριά. Ξένοι, χειμωνιάτικα στο νησί, καθημερινή μέρα. Τους πρόσεχε που κοιτούσαν γύρω αμήχανα, χωρίς συζήτηση κανονική μεταξύ τους, λες και έστηναν πιο πολύ αυτί στην παρέα. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
   Βρε, λες; Κιόλας; σκεφτόταν ακόμη κι όταν επέστρεφε στο σπίτι. Παραδεχόμενη πως, όσο και αν της φαινόταν γελοίο και άλλο τόσο ντροπιαστικό, εκείνων η παρουσία ήταν ο κυριότερος λόγος που της είχε κοπεί η μιλιά και είχε χαλάσει τη διάθεσή της, έτσι ώστε να της φαίνεται ακόμη βαρύτερη η κουβέντα για τα διχασμένα μνημόσυνα...

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Κατερίνας Μόντη Η Κατάθεση που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ.
Photo: Γ. Γιαννόπουλος

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Interviews ENEKEN



Manolis Aligizakis—An Interview, ENEKEN

Five and One Questions

~Vangelis Serdaris



~In your “Vernal Equinox” the presence of the ‘woman’, is evidently dominant. The erotic element almost alive characterizes your poetry, don’t you believe?

~All along I have believed that women are ‘The Beauty of Earth’ and can be looked that way via the prism of poetry not only as something virginal but also as the emancipated female. Images come to us from the ancient days describing the Kore as well as the Maiden with the same exquisite mastery. As the poet says:

      I only remember of the sea
      that sang between your legs
     proudly upholding
     the beauty of Earth

~You’ve lived in Canada for over thirty years. How have you matured as a poet and within what poetic trend does your poetry fit?

~My first influences were the famous twentieth century Greek masters, Cavafy, Seferis, Ritsos, Elytis, who I have not just read but studied in detail for the most part of my life from my early adulthood to today, but I have been also influenced by the world celebrated and awarded poets such as Neruda, Lorca, Eliot, Milosz, Whitman, Pound, and of course a few Canadian poets, Yates, Musgrove, Cohen, Lane. Elements of these poets’ works can be seen in my poetry, yet I can not confine my work into a specific trend. I write in both Greek and English with the same ease and I have discovered that when I write a poem in one language and then write it in the other, and again go back and write it for the second time in the original language the poem takes that beautiful, graceful form that I consider as its most eloquent.

~What deeper need prompted you into publishing a book of poetry in Greek in Greece?

~After a few publications in English in Canada, England and the USA, with some of them having certain success, and having received good response from the reading public as well as a few very positive reviews in all three countries I decided it was time to go back to the roots, to present my work in my homeland as though searching for the warmth hidden in the Greek psyche that I have for so long felt nostalgic about.

~Greece is going through some very difficult times these days, in the economic world as well as in the social fabric of the country. How a Hellene of diaspora sees this situation?

~The Hellene of diaspora is almost foreign to the plight the country has got into for various reasons. One of them is that he doesn’t live the reality of the situation and he’s also quite uniformed, or rather, misinformed, because he gets his news from the established mass media outlets that only present one side of the coin. The same mass media that informs the Greeks in Greece are the media of this country and in the western world in general, don’t think that the mass media issue is only a Greek problem it exists here in North America as well. Therefore the Hellene of diaspora not knowing what to do and how to help he opts for doing nothing.

~In your short story “The Enemy” you write… “I also live with this (hatred) for years but I learned how to control it.” Do you believe that art can reconcile man with the pain and agony of his soul?

~I truly believe that art, in whichever form it may be expressed, the written word for instance that I delve into or any other, elevates man a step higher than the everyday and brings him closer to touching the godly, liberating man from himself by helping him transcend the flesh. As far as my short story is concerned, yes, ‘the enemy’, the Turk passenger whom the Greek taxi driver drives to the airport is also a victim, like his driver, of the concepts of borders and history. They are both living beings who don’t hate each other on the contrary they just care to raise their families, each in their own way and with their own means. However they are caught in the swirls of history and the past wars. They both suffer from the same kind of disease.

~In a society the lives off and for commerce and money based mentality, where the social inequalities are so obviously perpetrated by cynicism and self centeredness, where one finds meaning in writing poetry?

~As I said before, I truly believe that art is the only medium, especially literature, through which the psycho-spiritual side of human beings can be uplifted to a high level of perception, thus liberating and refining the every day lives of the masses. We see today the catastrophic effects that consumerism has on man and to what extend it has affected today’s values and life, not only here in Greece, but the world over.
Let me ask why is it so important to buy a new car every three to four years, or why is it so necessary to have four television monitors in each home in the western world while we know there are millions of people who live on 1 or 2 dollars per day? Where one sees justice in that? While at the same time the rich western societies exploit and take advantage of the poor of the  world in an never ending scenario of the multinationals and the special interest groups controlling what we see, what we hear, what we believe, what we have to think?
In such a society what may be found that it may help the people break the shackles of that kind of slavery? Only one medium: ART. Because art takes man from his everyday struggle and fills him with calm and relaxation, thus transposing him to a different level and filling his thoughts with hope for a better future.



“Vernal Equinox”, ENEKEN 2011, Thessaloniki, Greece—A review

~Vangelis Serdaris


The most striking characteristic in Manolis’ poetry is the powerful, sensual reference to the female body. The body that takes the form and appearance of a woman-goddess, of a woman-provocateur, of a woman of lust, of the woman one searches for, the woman one loses, the woman who never yields, the woman one loves, the one who defines one’s dream, the woman who defines one’s dream of love and life. Clear-cut poetry, sharp, to the point, full of emotion, beautiful images, erotic interludes that never took place, nostalgia, tyrannizing ambivalence, the game of relationships and in its very center the craving for the female body. It is poetry of the distance between two people, of the exile that unfolds in a collective and sometimes individual mode, of a paradise, of the undoubtedly lost innocence.