Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Η μετάφραση ως πολιτική πράξη, Η μετάφραση ως πολιτική πράξη


Χαίρομαι ιδιαίτερα που έχω απόψε την τιμή να μιλήσω για το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ. Η τελευταία μου συνεργασία με το περιοδικό ήταν στο προηγούμενο τεύχος, όταν μετέφρασα ένα κείμενο ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Γερμανούς φιλοσόφους, του Bernhard Waldenfels. Το κείμενό του με τίτλο Ξενότητα, Φιλοξενία και Εχθρότητα αναλύει, όπως λέει ο ίδιος, τη «σχέση μεταξύ του Ξένου και του εχθρού, ενώ στο φόντο βρίσκεται ο φιλοξενούμενος ως μια μεταβατική μορφή. Η φιλοσοφική παράδοση της Δύσης προτρέπει, όπως και στην περίπτωση του Άγριου, να διαφοροποιήσουμε μεταξύ ενός καλού και ενός κακού Ξένου. […] Ο καλός Ξένος είναι γενικώς ένας δικός μας, ο κακός Ξένος αντιθέτως όχι. Ο κακός Ξένος είναι φυσικά πάντα ο Άλλος. […] για τον καλό Ξένο υπεύθυνος είναι ο διερμηνέας, για τον κακό η αστυνομία, συμπεριλαμβανομένης και μιας ιδεολογικής αστυνομίας που συχνά δρα μυστικά». 
   Το κείμενό του μοιάζει εξαιρετικά επίκαιρο στο διάλογο που γίνεται σήμερα στην Ελλάδα για τους μετανάστες, για την προσπάθεια καθορισμού ποιος είναι ο Έλληνας και ποιος ο ξένος αλλά και πόσο ξένος είναι ένας ξένος. Και είναι η πρώτη φορά που κείμενα του Waldenfels, παρά την έκταση και τη σημασία του έργου του, δημοσιεύονται στα ελληνικά. Ένα περιοδικό, λέει στο τελευταίο τεύχος ο Περικλής Σφυρίδης, διευθυντής έκδοσης του περιοδικού Τραμ και εκδότης του περιοδικού Παραφυάδα, πρέπει να ξεχωρίζει για την ποιότητα των μεταφράσεων που δημοσιεύει. Γιατί «από τα περιοδικά γνωρίζει το αναγνωστικό κοινό τα μοντέρνα αισθητικά κινήματα που εμφανίζονται στον υπόλοιπο κόσμο». 
   Και το ΕΝΕΚΕΝ έχει να επιδείξει μια σειρά από μεταφράσεις: τελείως ενδεικτικά αναφέρω ότι στο ίδιο τεύχος (τεύχος 14) με τον Waldenfels δημοσιεύεται επίσης για πρώτη φορά στα ελληνικά ένα κείμενο του Michael Löwy για τον Οικοσοσιαλισμό και το δημοκρατικό σχεδιασμό. Το καλοκαίρι του 2008 (τεύχος 11) ο Άρης Στυλιανού μεταφράζει το Γάλλο φιλόσοφο Alain Badiou ο οποίος παρουσιάζει ένα Πανόραμα σύγχρονης γαλλικής φιλοσοφίας. Την άνοιξη του 2008 (τεύχος 13) παρουσιάζεται ένα κείμενο του φιλόσοφου Walter Seitter με τίτλο Γραφή Εικόνα και Τέχνη σε μετάφραση της Σοφίας Παντελιάδου.
   Όσον αφορά τη μετάφραση, όμως, εξίσου σημαντικό με το να γνωρίσουμε το ξένο, το άλλο μέσα από τις μεταφράσεις που κάνουμε προς τη γλώσσα μας είναι και να δούμε και τον εαυτό μας έτσι όπως μας βλέπουν οι άλλοι, οι ξένοι, μέσα από τις μεταφράσεις ελληνικών κειμένων σε άλλες γλώσσες. Στο 12ο τεύχος, το χειμώνα του 2008, υπάρχει ένα αφιέρωμα στην ελληνική λογοτεχνία που έχει μεταφραστεί στην Κίνα. Για πρώτη φορά πέντε Κινέζοι μεταφραστές βρίσκονται μαζί και συνομιλούν για την πρόσληψη της ελληνικής λογοτεχνίας στην Κίνα. Μεταφράσεις μιας από τις ασθενείς γλώσσες του πλανήτη, όπως είναι τα ελληνικά, σε μία από τις ισχυρές, όπως είναι τα κινέζικα, όπου οι όροι ασθενής και ισχυρή αφορούν τον αριθμό των ανθρώπων που μιλούν την εκάστοτε γλώσσα.
   Και ενώ ο Μπαμπινιώτης δηλώνει ότι «η μετάφραση είναι το όχημα των ολιγότερο ομιλούμενων γλωσσών» , μια σύγχρονη τάση στη μεταφρασεολογική έρευνα, η οποία ασχολείται με τη μετάφραση και την παγκοσμιοποίηση, διαπιστώνει ότι στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης οι ασθενείς γλώσσες δεν μεταφράζονται. Στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη εποχή ακούμε όλοι τις ίδιες μουσικές, βλέπουμε τις ίδιες ταινίες στις multiplex κινηματογραφικές αίθουσες, μετέχουμε σε μια μαζική κουλτούρα μέσα από την κυρίαρχη εκδοτική βιομηχανία και τους μεγάλους δημοσιογραφικούς οργανισμούς. Αυτοί έχουν την ευθύνη να μεταφέρουν στον κόσμο των ιδεών και του πολιτισμού το συνεχώς μεταλλασσόμενο mainstream μιας ομογενοποιημένης κουλτούρας. Δεν θα ισχυριστώ ότι κάποιες μεγάλες επιτυχίες του Χόλιγουντ δεν είναι καλές ταινίες, ούτε ότι, για παράδειγμα, η γερμανική λογοτεχνία που μεταφράζεται στην Ελλάδα από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους δεν είναι εξαιρετική. Οι Γερμανοί λογοτέχνες όμως που φτάνουν ως εδώ είναι συνήθως αυτοί που τα πήγαν καλά στην πιθανώς μεγαλύτερη και σημαντικότερη διεθνή έκθεση βιβλίου στον κόσμο, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης. Η «μικρή» Διεθνής Έκθεση Βιβλίου της Λειψίας —που όπως και της Φρανκφούρτης επίσης διοργανώνεται εδώ και 400 χρόνια περίπου— τα τελευταία 20 χρόνια λειτουργεί μάλλον ως η έκθεση μιας πιο εναλλακτικής λογοτεχνίας και οι συγγραφείς που βραβεύονται εκεί, δεν έχουν μεταφραστεί ακόμη στα Ελληνικά —εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Διότι κάθε εποχή και κάθε κοινωνία μεταφράζει συγκεκριμένους συγγραφείς, από συγκεκριμένες γλώσσες και με συγκεκριμένο τρόπο. Για αυτό το λόγο η μετάφραση αποτελεί μια πολιτική πράξη.
   Όσον αφορά δε τους συγγραφείς που μεταφράζονται, αρκεί ίσως ως παράδειγμα η σύγκριση που ανέφερα σχετικά με την έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης και της Λειψίας, σε αντιπαράθεση με τον Waldenfels, τον Badiou και τον Löwy του ΕΝΕΚΕΝ. Ενώ όσον αφορά τις συγκεκριμένες γλώσσες που μεταφράζονται, τα στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου είναι σαφή: Το 2007 το ποσοστό των μεταφρασμένων τίτλων αντιπροσωπεύει το 42% επί της ελληνικής βιβλιοπαραγωγής με πρωταθλήτρια φυσικά την αγγλική γλώσσα σε ποσοστό 53%, ενώ από τα γαλλικά το ποσοστό μεταφράσεων είναι μόλις 12% και από τα γερμανικά 5%. Πάντα υπήρχε κάποια lingua franca —ήδη από την Αρχαιότητα τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά— και όταν κάποιος μετέφραζε από μια άλλη γλώσσα, εκτός της εκάστοτε κυρίαρχης, η μετάφρασή του σήμαινε μια στροφή σε μια νέα αισθητική αντίληψη. Για παράδειγμα ο Γερμανός συγγραφέας Gotthold Ephraim Lessing που τον 18ο αιώνα θέλει να απελευθερώσει το γερμανικό θέατρο από τα γαλλικά πρότυπα και να το προσανατολίσει σε αγγλικά και στη Γερμανία μεταφράζεται και ανακαλύπτεται εκ νέου ο Σαίξπηρ.
   Ως προς τον τρόπο που μεταφράζει κάθε εποχή και κάθε κοινωνία αρκεί να δούμε τις μεταφράσεις των θρησκευτικών κειμένων: Ο Λούθηρος που για πρώτη φορά μεταφράζει τη Βίβλο σε μια γλώσσα που θα είναι κατανοητή από το λαό και προκαλεί ένα σχίσμα στη δυτική εκκλησία. Η εποχή της Αναγέννησης που μεταφράζει και οικειοποιείται: ο μεταφραστής, δηλαδή, επεμβαίνει στο πρωτότυπο με σκοπό να το προσαρμόσει στην εποχή του. «Τα ήθη και έθιμα των αρχαίων Ελλήνων προσαρμόζονται στα ήθη του 17ου αιώνα». Στη γαλλική μετάφραση του Λουκιανού (1654) ο Γάλλος μεταφραστής Nicolas Perrot d’ Ablancourt (1606-1664) εξηγεί γιατί δεν μετέφρασε ορισμένα τμήματα του πρωτοτύπου: «Όλες οι συγκρίσεις που είχαν σχέση με τον έρωτα μιλούν για τον έρωτα για αγόρια, μια συνήθεια όχι ξένη μεταξύ των Ελλήνων, μόλο που φαίνεται φοβερή σήμερα σε εμάς».  Οι μεταφράσεις του είναι οι πρώτες που χαρακτηρίζονται «les belles infidèles», οι ωραίες άπιστες, έκφραση που παρομοιάζει τις μεταφράσεις με γυναίκες: αν είναι άσχημες είναι πιστές, αν είναι ωραίες είναι άπιστες! Το 19ο αιώνα, όταν η Αγγλία βρίσκεται στο απόγειο της δύναμής της, δηλαδή στη Βικτοριανή εποχή, οι μεταφράσεις γίνονται με έναν τρόπο εξαιρετικά ενδιαφέροντα και χαρακτηριστικό για την υπερδύναμη της Βρετανίας. Ο Edward Fitzgerald (1809-1863) γνωστός για τη μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Omar Khayyam (1858) δηλώνει: «Αποτελεί διασκέδαση για μένα να χειρίζομαι με όση ελευθερία επιθυμώ αυτούς τους Πέρσες, οι οποίοι (κατ’ εμέ) δεν είναι αρκετά Ποιητές ώστε να αποτρέψουν κάποιον από τέτοιες παρεκβάσεις, και οι οποίοι χρειάζονται λίγη Τέχνη να τους δώσει μορφή» . Και δεν θα αναφερθώ καθόλου στον τρόπο που γίνονταν οι μεταφράσεις από τις γλώσσες των αποικιών στις γλώσσες των αποικιοκρατών.
Ένα τελευταίο παράδειγμα θα αναφέρω μόνο, γιατί μας δείχνει ότι αυτή η τακτική δεν είναι άγνωστη και σήμερα ακόμη. Πρόκειται για μια μετάφραση-παραχάραξη: την απαλοιφή διαφόρων επίμαχων σημείων στη μετάφραση του βιβλίου του Louis de Bernières Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι (1995), του μπεστ-σέλερ που προβάλλεται ως χολιγουντιανή υπερπαραγωγή σε όλο τον κόσμο. Λέει το ελληνικό κείμενο: «Πριν προλάβουν να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες, άρχισε ο Εμφύλιος και η χώρα αιματοκυλίστηκε ακόμα χειρότερα» . Όμως το αγγλικό πρωτότυπο άλλα γράφει: «Πριν προλάβουν να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες, ξεφύτρωσαν από τη χειμερία νάρκη τους οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που ονομαζόταν τώρα ΕΑΜ, και επιβλήθηκαν με το ζόρι στο λαό με τη βοήθεια των βρετανικών όπλων που τους είχαν δοθεί κατά λάθος από τους Εγγλέζους, οι οποίοι πίστευαν ότι θα τα χρησιμοποιήσουν εναντίον των Ναζί» . Και παρακάτω αναφέρει το πρωτότυπο: «Στην Κεφαλονιά [οι αντάρτες] άρχισαν να εκτοπίζουν [τους αντιπάλους τους] σε στρατόπεδα συγκέντρωσης» και ότι οι κομμουνιστές «παρακολουθούσαν τόσα χρόνια από απόσταση τους Ναζί και είχαν πλέον ειδικευτεί σε όλες τις μορφές βιαιοπραγίας και καταστολής» και ότι «ο Χίτλερ θα ήταν περήφανος για τους τόσο επιμελείς μαθητές του» . Αυτά τα σημεία στο ελληνικό κείμενο έχουν παραληφθεί πλήρως.  Υποθέτω ότι η παραχάραξη αυτή οφείλεται στο ότι η άποψη του συγγραφέα για την εθνική αντίσταση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τη συντριπτική πλειοψηφία των σημερινών Ελλήνων αναγνωστών, ανεξάρτητα από την πολιτική τους τοποθέτηση. Όποιοι κι αν είναι όμως οι λόγοι που οδήγησαν τη γνωστή και καταξιωμένη μεταφράστρια, τον επιμελητή ή, το πιο πιθανόν, τον εκδότη σε αυτή την πράξη, η ουσία είναι ότι η μετάφραση αποτελεί το πρωτότυπο για τον αναγνώστη της και εύκολα μπορεί να μεταφέρει το μήνυμα που εκείνη θέλει.
   Κι αν αυτό συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, σε μια εποχή που η εξέλιξη της τεχνολογίας μάς έχει δώσει μια πρωτοφανή δυνατότητα πρόσβασης σε κείμενα αλλά και διαλόγου και επικοινωνίας, κι αν συμβαίνει με τη μετάφραση ενός έργου, από την κυρίαρχη ευρωπαϊκή γλώσσα —το οποίο μάλιστα, τουλάχιστον για όσο διάστημα γυριζόταν και προβαλλόταν η ταινία, δεν έπαψε να αναφέρεται στα ΜΜΕ με μια εθνική περηφάνια που μόνο μια Πενέλοπε μπορεί να μας χαρίσει— τότε τι μπορεί να συμβαίνει στις τόσες άλλες καθημερινές ανώνυμες μεταφράσεις που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, θρέφουν τις γνώσεις μας και διαμορφώνουν τη σκέψη μας; Διότι η παγκοσμιοποίηση μπορεί να έχει επιταχύνει το ρυθμό και τον όγκο των μεταφράσεων – όμως το τι μεταφράζεται, από ποια γλώσσα μεταφράζεται και ποιο μήνυμα μεταφέρει, θυμίζει δυστυχώς συχνά αυτό που ο Isaac Joshua λέει στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ: «Η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση είναι η παγκοσμιοποίηση του παγκόσμιου προλεταριάτου» . Με την ίδια αναλογία η παγκοσμιοποίηση στο χώρο της μετάφρασης, σημαίνει ότι μεταφράζεται ένα παγκόσμιο προλεταριάτο της γλώσσας και του πολιτισμού, και αυτή είναι μια ομογενοποίηση που εξ ορισμού μας κάνει πιο φτωχούς, ενώ η μετάφραση θα έπρεπε να σημαίνει έναν εμπλουτισμό της γλώσσας και της κουλτούρας υποδοχής χάρη στις επιρροές από άλλες γλώσσες και άλλες κουλτούρες.
   Ίσως τη δυνατότητα να ανατροφοδοτήσουμε την ταυτότητά μας την εποχή της παγκοσμιοποίησης να μας τη δίνουν περιοδικά σαν το ΕΝΕΚΕΝ που από τη φύση τους δεν έχουν στόχο να είναι κερδοφόρα ούτε να συμπλέουν με το κυρίαρχο ρεύμα. Ένας περιφερειακός ρόλος; Ίσως είναι ο ρόλος της περιφέρειας να προωθήσει το διαφορετικό. Η περιφέρεια με τη γεωγραφική της έννοια —κάτι που ταιριάζει στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με μεγάλη παράδοση σε καλά περιοδικά. Αλλά και η περιφέρεια με την πνευματική της έννοια— που καλείται να κάνει αντιπολίτευση στην παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα. Όπως περίπου η Αριστερά αντιπολιτεύεται το κυρίαρχο πολιτικό γίγνεσθαι. Και εκεί ενδεχομένως το περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ διαφοροποιείται από τη σημερινή Αριστερά, δεν ομφαλοσκοπεί και δεν αυτοαναφέρεται, αλλά ανοίγεται στην πολυφωνία, δημοσιεύει μεταφράσεις. Ανοίγει μια είσοδο στο ξένο και μας καλεί να έρθουμε αντιμέτωποι με άλλες όψεις της πραγματικότητας, άλλες απόψεις, διαφορετικές σκέψεις.
Αυτό ακριβώς – δηλαδή την πολιτική δύναμη της μετάφρασης - είχε καταλάβει πολύ καλά ένας άλλος μεγάλος αριστερός φιλόσοφος. Τόσο που όταν του έδωσαν για διόρθωση τη μετάφραση του έργου του στη γαλλική γλώσσα, ο Καρλ Μαρξ επεξεργάστηκε το Κεφάλαιο με τη μανιέρα των belles infidèles, γιατί όπως δήλωσε, είναι πολύ σημαντικό η μετάφραση αυτή να είναι καλή, γιατί «από τη γαλλική μετάφραση θα μεταφραστεί στα αγγλικά και στις άλλες ρομανικές γλώσσες».

H Ανθή Βηδενμάιερ διδάσκει μετάφραση λογοτεχνικών ειδκών κειμένων υποτιτλισμό και διερμηνεία, ως επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Γερμανικης Γλώσσας και Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Είναι η συγγραφέας του βιβλίου Το παζλ της μετάφρασης, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου