Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ; Βασιλική Καραβάκου

Γιώργος Αναστασιάδης, Πορτραίτο, λάδι, 50x50cm, 1983.

Για τη φιλοσοφία η υποκειμενικότητα είναι υπεύθυνη για τις μεγαλύτερες παρανοήσεις, παρεξηγήσεις και ανυπέρβλητα εμπόδια στις έρευνες γύρω από τη σχέση νου και σώματος, τη φύση της συνείδησης, τη σχέση συνείδησης και εγκεφάλου, τη σχέση του υποκειμένου με τον κόσμο των αντικειμένων, τη σημασία και το ρόλο της προσωπικής ταυτότητας. Αναφερόμαστε σε αυτό το εισαγωγικό σημείο στις δυσκολίες του θέματος και τις διασυνδέσεις που αυτό δημιουργεί με άλλες θεματικές, για να υπογραμμίσουμε το πόσο σημαντικό είναι να έχουμε επίγνωση των ζητημάτων που δημιουργεί τόσο η οντολογία όσο και η επιστημολογία του υποκειμένου.
   Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η σύγχρονη συζήτηση στη διεθνή βιβλιογραφία επιμένει περισσότερο στην επιστημολογική κατεύθυνση του ερωτήματος. Για τη σύγχρονη φιλοσοφία, που επιδιώκει την αποκατάσταση των σχέσεών της με την επιστήμη ή αποδέχεται, άλλοτε πρόθυμα και άλλοτε απρόθυμα, τη διεπιστημονική προσέγγιση της υποκειμενικότητας, η οντολογική κατεύθυνση του ερωτήματος είναι ακόμη περισσότερο ενοχλητική και δύσκολη. Στο πλαίσιο αυτών των εισαγωγικών επισημάνσεων, οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ποτέ άλλοτε η επιστημολογία του υποκειμένου δεν ήταν σε τόσο καλό ερευνητικό επίπεδο, με γόνιμες διερευνήσεις και ικανοποιητικά αποτελέσματα.
   Συγκεκριμένα, η παράδοση του δυϊσμού μετά το θεωρησιακό εγχείρημα του Hegel έχει δεχτεί ένα μεγάλο πλήγμα και ελάχιστοι σήμερα επιμένουν στον εσωτερικό διαμελισμό του υποκειμένου. Η παράδοση του σολιψισμού, του μεθοδολογικού ατομικισμού και του πολιτικού ατομισμού υποκύπτει σε μορφές κοινωνικής επιστημολογίας, διυποκειμενικότητας και κοινωνικών μορφών ζωής και πολιτικών θεωριών που υπογραμμίζουν τη διυποκειμενική αναγνώριση και τη συναίνεση ως προϊόν του διαλόγου και της διαβούλευσης. Τέλος, η παράδοση της αναπαραστατικής επιστημολογίας που έκρινε το υποκείμενο μέσα από τη σχέση του με το αντικείμενο και την επάρκεια των αντιστοιχίσεων που το πρώτο επιτυγχάνει σε σχέση με το δεύτερο, έχει και αυτή δεχτεί σφοδρή επίθεση τόσο από την εγελιανή έρευνα όσο και από την περιγραφική (ή χουσσερλιανή) και την ερμηνευτική (ή χαϊντεγγεριανή) φαινομενολογία.    
   Παρόλα αυτά, το κρίσιμο ερώτημα για την οντολογική προοπτική, για αυτό που στη συνέχεια θα ονομάζουμε «άποψη του υποκειμένου» (the subjective point of view) παραμένει ανοιχτό και ως προς αυτό η φιλοσοφία εξακολουθεί να είναι σε ευάλωτη θέση. Πολύ απλά, οι μεγαλύτεροι επιστήμονες από την περιοχή των νευροεπιστημών, της τεχνητής νοημοσύνης, της εξελικτικής βιολογίας και της νευροβιολογίας ομολογούν ότι αδυνατούν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση για την οντολογία του υποκειμένου. Απλώς διασκεδάζουν το ερώτημα, όταν πιεστούν από κάποιο δημοσιογράφο που θέτει ερωτήματα με σκοπό την εκλαΐκευση. Βασική μας πεποίθηση είναι —και αυτό θα επιδιώξουμε σε ό,τι ακολουθεί— να στραφούμε σε αυτήν τη δύσβατη περιοχή που αφορά στο οντολογικό status του υποκειμένου.
   Η πρωτοκαθεδρία της επιστημολογίας μετά την εμφάνιση του καντιανού υπερβατολογικού εγχειρήματος έχρισε το υποκείμενο «νοούμενο» και εμάς στοχαστές του, αλλά ποτέ γνώστες του, προς αποφυγή μίας αέναης παλινδρόμησης. Ποτέ όμως ο Kant δεν υπέσκαψε την οντολογία του υποκειμένου. Δεν θα προσέφερε ποτέ το καθήκον της υπερβατολογικής παραγωγής σε ένα «κάτι» για το οποίο ο ίδιος είχε σοβαρές αμφιβολίες. Στην Κριτική του Καθαρού Λόγου ο νους έχει συνείδηση της υπερβατολογικής του ενότητας χάρη στην οποία έχει συνείδηση των οποιωνδήποτε άλλων εμπειρικών δεδομένων. Ο νους δεν αναζητά την ταυτότητα της υποκειμενικής προοπτικής στην εμπειρική πολλαπλότητα των αναπαραστάσεων. Όταν έχουμε συνείδηση της υποκειμενικής προοπτικής του πρώτου προσώπου, έχουμε συνείδηση του εαυτού μας ως ένα ενικό, αδιαίρετο, μοναδικό ον, ένα Εγώ, με συνείδηση της πολλαπλότητας των αντικειμένων1. Επιπλέον, ενώ έχουμε τη δυνατότητα να προσθέσουμε (ή να αφαιρέσουμε) όποια και όσα στοιχεία επιθυμούμε από αυτή την πολλαπλότητα, δεν έχουμε τη δυνατότητα να μην σκεφτούμε τον εαυτό μας ως την ενοποιητική αρχή της πολλαπλότητας όλων των εμπειριών μας.
   Αλλά και ο Wittgenstein ποτέ δεν θα επέμενε στο τρίτο πρόσωπο (παραπέμποντας στις μορφές ζωής και τα γλωσσικά παίγνια), αν δεν προϋπέθετε το πρώτο πρόσωπο ικανό να συνθέσει και να ανασυνθέσει το σμήνος των παιγνίων. Αναντίρρητα ο Wittgenstein άσκησε δριμεία κριτική στην πανίσχυρη καρτεσιανή res cogitans, αλλά ποτέ δεν έθεσε ζήτημα απόδοσης (ascription) των σκέψεων και των συναισθημάτων ενός υποκειμένου στο πρώτο πρόσωπο αυτού του υποκειμένου στη βάση κάποιων συμπεριφοριστικών ή οποιωνδήποτε άλλων κριτηρίων. Η γνώση που έχει κανείς για τον εαυτό του από την υποκειμενική προοπτική του πρώτου προσώπου δεν υπακούει σε κανένα κριτήριο και σε καμία ανάγκη απόδειξης. Αυτό βέβαια ισχύει για το πρώτο πρόσωπο ως υποκείμενο (the use of “I” as subject, π.χ. στη φράση «έχω πονόδοντο») και όχι ως αντικείμενο (the use of “I” as object, π.χ. στη φράση «έχω σπάσει το χέρι μου»). Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί πράγματι να κάνoυμε λάθος, αλλά αυτό δεν συμβαίνει στην πρώτη περίπτωση.   Η κριτική που άσκησε ο Wittgenstein στον καρτεσιανό δυϊσμό ευθύνεται για το ότι αρνείται να δει το υποκείμενο ως μία άυλη υπόσταση κρυμμένη μέσα στη σωματικότητα των προσώπων2. Σε τίποτε όμως αυτό δεν τον εμποδίζει να διερευνήσει την υποκειμενική προοπτική του πρώτου προσώπου στις πρακτικές συνθήκες της πραγματικής ζωής. Σε αυτήν τη βάση ποτέ δεν μπορούμε, όπως λέγει χαρακτηριστικά, να αμφισβητήσουμε τον πόνο ή το φόβο άλλων υποκειμένων και το αντίστροφο3. 
   Επιπλέον, ποτέ ο Heidegger, όπως άλλωστε ο ίδιος ομολογεί στο Είναι και Χρόνος, δεν θα μιλούσε για την αλήθεια του Είναι, αν δεν υπήρχε ένα Dasein, ένα Εδωνά-Είναι να την ενσαρκώσει σε κατάσταση εγκόσμιας ρίψης. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον ο Heidegger συνδέει το υπαρκτικό υποκείμενο με τις προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της υπαρκτικής του αυθορμησίας και αυθεντικότητας. Διαβάζουμε στο Είναι και Χρόνος: «Επειδή σε κάθε περίπτωση το υπαρκτικό υποκείμενο (Dasein) είναι η δυνατότητα να είναι ο εαυτός του, έχει την ικανότητα, μέσα στο ίδιο το είναι του, να επιλέξει τον εαυτό του και να κερδίσει τον εαυτό του. Είναι επίσης ικανό να απολέσει τον εαυτό του και να μην τον κερδίσει ποτέ, ή μόνο να φαίνεται ότι τον έχει κερδίσει. Μόνο όμως στο βαθμό που είναι ένα ον, το οποίο μπορεί να γίνει αυθεντικό —με άλλα λόγια κάτι που ανήκει στον εαυτό του— μπορεί επίσης να έχει χάσει τον εαυτό του και να μην τον έχει ακόμη κερδίσει. Η αυθεντικότητα και η μη αυθεντικότητα, ως τρόποι του Είναι, εδράζονται στο γεγονός ότι το βασικό χαρακτηριστικό του κάθε υπαρκτικού υποκειμένου (Dasein) είναι ότι ανήκει στον εαυτό του»4. 
   Τέλος, ποτέ οι φαινομενολόγοι δεν θα ασκούσαν κριτική στη λιτή και φυσικοκρατικώς προσανατολισμένη οντολογία των θετικών επιστημών, αν δεν πίστευαν σε ένα ικανό ενσυνείδητο υποκείμενο5. Για τον Husserl, για παράδειγμα, κάθε ανθρώπινο ον που θα περνούσε τα στάδια τoυ φαινομενολογικού αναστοχασμού (epoche), «...θα μπορούσε σίγουρα ή ασφαλώς να αναγνωρίσει το έσχατο Εγώ του, το οποίο φυσικά λειτουργεί σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητές του»6. Στο συγκεκριμένο έργο, παρά το γεγονός ότι ο Husserl έρχεται τόσο κοντά (όσο ποτέ άλλοτε στα προηγούμενα έργα του) στις εγελιανές προδιαγραφές των διυποκειμενικών προϋποθέσεων της υποκειμενικής αυτοσυνείδησης (γεγονός που προκάλεσε αμφιβολίες για την εσωτερική συνέπεια του χουσσερλιανού συστήματος), τίποτε δεν τον εμποδίζει να αναγνωρίσει ότι πιστώνουμε το Εγώ σε πολλά άλλα Εγώ «...μεταξύ των οποίων όμως εγώ είμαι μόνο ένα Εγώ.» (ό. π., σελ. 182)
   Όλα τα συναφή ποιοτικά και αναπαραστατικά χαρακτηριστικά και ιδιότητες των ψυχονοητικών καταστάσεων που συνθέτουν τον ψυχικό βίο του ανθρώπου (για παράδειγμα οι πεποιθήσεις, οι επιθυμίες, τα αισθήματα, τα συναισθήματα και οι διαθέσεις), ως εγγενή ιδιωτικά (private) βιώματα, υποκειμενικώς και ενδοσκοπικώς προσπελάσιμα (first person privileged access), απροσπέλαστα στην εξωτερική παρατήρηση του τρίτου προσώπου (non-transparent), προικισμένα με ασυλία από την πιθανότητα λάθους (incorrigible and immune from error), τα οποία υποβαστάζουν νοηματοδοτώντας την ανθρώπινη δράση, όλα αυτά τα qualia, όπως τα συναντά κανείς στη σύγχρονη βιβλιογραφία, έχουν μία συγκεκριμένη ποιοτικότητα και προθετικότητα (intentionality) που δεν αφήνει πάντοτε πίσω της φυσικά ίχνη. Μάλιστα, για έναν επιστήμονα προερχόμενο από την περιοχή της Ιατρικής όπως ο Raymond Tallis, τα qualia αποτελούν το θεμέλιο της υποκειμενικής συνείδησης, το υλικό της εμπειρίας, την αίσθηση του «πώς είναι να είσαι σαν…» που προκύπτει από όλες τις νοητικές καταστάσεις των ανθρώπινων υποκειμένων7. Ο Tallis αντιστέκεται στον επιστημονισμό που αρνείται τη φαινομενολογία του πρώτου προσώπου και εξηγεί τη συνείδηση και την υποκειμενικότητα μέσα από όρους εγκεφαλικών συνάψεων. Υπερασπίζεται την προοπτική του υποκειμένου κάνοντας λόγο για «Το εκπληκτικό κατόρθωμα ενοποίησης που εξηγείται παραδειγματικά μέσα από κάθε εκούσια δραστηριότητα… Και αυτή η συνεκτικότητα αποτελεί μία προσωπική, μακροπρόθεσμη, εσωτερική συνεκτικότητα, η οποία δεν μπορεί να αναχθεί στην απρόσωπη συνεκτικότητα των συνάψεων»8. 
   Λαμβάνοντας αυτά σοβαρά υπόψη, θα πρέπει να δούμε την επίδραση από τα qualia ως ένα πελώριο ανάχωμα που ορθώνεται μπροστά στα εμπειρικά δεδομένα, για παράδειγμα από το ηχόχρωμα ενός μουσικού οργάνου τη γεύση του καφέ, την ταχύτητα του αυτοκινήτου, το άρωμα ενός ανθρώπου και την ανάγνωση ενός κειμένου που και πάλι, για παράδειγμα, ενδέχεται να έχουν σε εμάς, για τους δικούς μας λόγους, σε συγκεκριμένες συνθήκες, στο δικό μας υποκειμενικό σύστημα απόδοσης νοήματος στα βιώματα αυτά. Τα χαρακτηριστικά αυτά λειτουργούν κατά κάποιον τρόπο ως δείκτες που αφορούν όλους τους οργανισμούς ανθρώπινου τύπου και έχουν, επομένως, καθολικότητα. Άλλωστε στη βάση αυτή μπορούν κάποιοι άλλοι εξωτερικοί παρατηρητές να κατανοήσουν, ή να φανταστούν, την επίδραση που έχουν τα στοιχεία αυτά σε εμάς και στη δική μας ζωή. Αλλά τα qualia αυτά αποκτούν τη σημασία τους για εμάς μόνο επειδή και μόνο στο βαθμό που ανήκουν στη δική μας υποκειμενική προοπτική, ενώ αφήνουν ενδεχομένως την προοπτική κάποιων άλλων εξωτερικών παρατηρητών παγερά αδιάφορη, μόνο επειδή και μόνο στο βαθμό που συναντιούνται, ιεραρχούνται, αποτιμώνται, ενθαρρύνονται ή αποθαρρύνονται, μεταμορφώνονται ή/και απορρίπτονται στο δικό μας υποκειμενικό ορίζοντα.
   Το 1974 ο Thomas Nagel, πολυγραφότατος Αμερικανός φιλόσοφος σε θέματα Φιλοσοφίας του νου και Επιστημολογίας, δημοσίευσε στο έγκριτο φιλοσοφικό περιοδικό The Philosophical Review ένα άρθρο με το διάσημο τίτλο: “What is it like to be a bat?”, δηλαδή «Πώς είναι να είσαι νυχτερίδα;»9. Το συγκεκριμένο άρθρο έχει ασκήσει ίσως τη μεγαλύτερη επιρροή στις σύγχρονες φιλοσοφικές συζητήσεις περί υποκειμένου και έχει εμπνεύσει τη συγγραφή χιλιάδων εργασιών. Από το άρθρο αυτό αντλούμε και εμείς έμπνευση παραφράζοντας τον τίτλο του και χάνοντας ως ένα βαθμό τη δραματικότητα που είχε επιτύχει ο Nagel με την αναφορά στη νυχτερίδα. «Πώς είναι να είσαι υποκείμενο;» είναι λοιπόν το ερώτημα που εμείς θέτουμε ως πρόταση αντιμετώπισης του θέματος «Η θέση του Υποκειμένου». Ρωτώντας δηλαδή «πώς είναι να είσαι υποκείμενο;» θέτουμε ουσιαστικά το ερώτημα της θέσης, της άποψης και φυσικά της ενσυνείδητης εμπειρίας του ανθρώπινου υποκειμένου. Ξεκινούμε τον προβληματισμό μας με τις ακόλουθες υποθέσεις: 1) την πεποίθηση ότι το ανθρώπινο υποκείμενο έχει εμπειρία, 2) την πεποίθηση ότι αυτή η εμπειρία είναι σε μεγάλο βαθμό ενσυνείδητη, γεγονός που επηρεάζει τη φύση και την αξιοποίηση της εμπειρίας εκ μέρους του υποκειμένου, 3) την πεποίθηση ότι υπάρχει κάτι που ισοδυναμεί με το ότι αυτό το κάτι συνιστά το ανθρώπινο υποκείμενο, 4) την πεποίθηση ότι μεγάλης σημασίας και αξίας είναι τα χαρακτηριστικά, ή οι διαστάσεις, ή τα ενεργήματα του υποκειμένου και 5) την πεποίθηση ότι υπάρχει βαθειά, ιδιοσυστατική και άρρηκτη σχέση ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και αυτό που ονομάζουμε «θέση ή άποψη του υποκειμένου».
   Στο άρθρο του ο Nagel επεδίωξε να αντιπαρατεθεί και να πολεμήσει όλες τις υλιστικές θεωρήσεις του υποκειμένου, για τις οποίες η προοπτική της ενσυνείδητης υποκειμενικότητας μπορεί πολύ εύκολα και ακίνδυνα να τεθεί εκτός του πεδίου των ενδιαφερόντων μας. Βασική αρχή για το Nagel, που διαπνέει άλλωστε τις δικές μας παραδοχές, ήταν το γεγονός ότι κάθε φαινόμενο ή διάσταση του υποκειμένου συνδέεται αναγκαστικά και αναπόδραστα με την «άποψη του υποκειμένου» (the subjective point of view). Πράγματι, διαπιστώνουμε την ανυπέρβλητη αδυναμία ενός δικτύου θεωριών να εξηγήσουν την «άποψη του υποκειμένου». Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά και από τη δική τους σκοπιά, οι θεωρίες αυτές ενδέχεται να θεωρούν ότι εξηγούν την υποκειμενική προοπτική με το να ακυρώνουν ή να εγκαταλείπουν το υποκείμενο. Γυρνώντας στο ερώτημά μας, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για τις θεωρίες αυτές είναι δύσκολο ή/και αδύνατο να εκφράσουν σε αντικειμενιστικούς (objectivist), λειτουργικούς (functional) και εξωτερικούς όρους αυτό που τόσο εναγωνίως ρωτούμε «Πώς είναι να είσαι υποκείμενο;» Μάλιστα θεωρούν ότι βρίσκουν επιστημολογική υποστήριξη στη στρατηγική τους με την ομολογία φιλοσόφων, όπως για παράδειγμα ο Colin McGinn10, ότι η προοπτική της υποκειμενικής συνείδησης είναι πέρα από τις δικές μας κατανοητικές δυνατότητες.
   Αλλά ας δούμε αναλυτικά τι ακριβώς προβάλλει η αντίπαλη θέση, αυτή δηλαδή που αρνείται στο ανθρώπινο υποκείμενο τη θέση της ενσυνείδητης άποψης και εμπειρίας. Η αντίπαλη θέση, σε όλες τις διαφοροποιήσεις της, επιδιώκει μία αναγωγική ανάλυση του νοητού απολύτως λογικά συμβατή με την απουσία του νοητού. Η δική μας άποψη, στην οποία ο ίδιος ο Nagel φαίνεται να μας ενθαρρύνει να στραφούμε, είναι αυτή της φαινομενολογικής παράδοσης που επιτρέπει στο υποκείμενο την ενσυνείδητη θέση και εμπειρία του. Η φαινομενολογική παράδοση ξεκάθαρα υποστηρίζει ότι το ερώτημα «Πώς είναι να είσαι υποκείμενο;» απαντιέται αναγκαστικά από την υποκειμενική προοπτική του πρώτου προσώπου, απενοχοποιώντας ουσιαστικά την υποκειμενική προοπτική του πρώτου προσώπου από την κατηγορία του σολιψισμού. Στην παράδοση αυτή ανήκουν, ανεξάρτητα από τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, οι Hegel, Husserl, Merleu-Ponty, Gadamer, Ricoeur, (ακόμη και) ο Heidegger και πολλοί σύγχρονοι φαινομενολόγοι.

Απόσπασμα από το δοκίμιο της Βίκης Καραβάκου που δημοσιεύεται στο τεύχος 30 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. H Βασιλική Καραβάκου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου