Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

ΤΟ ΤΡΕΛΟ ΒΟΥΝΟ, Γιώργος Γιαννόπουλος

Κι ἔπειτα ὡς τὸ φῶς 
ἔφερνε τὸ τρελὸ βουνὸ στὰ σπλάχνα του 
καὶ τὸ κερὶ στὸ πάτωμα 
ἔβαφε τὴ νύχτα 
στὴν πλάτη του βρέθηκε 
ὡς οἱ γυναῖκες οἱ γλυκασμένες 
ἀπὸ τὸν ἀβάστακτο ἔρωτα 

καὶ τὸ χέρι της στὸ δέρας του ἔφερε 
καὶ μὲ τὰ δάχτυλά της 
ἄρχισε ἕνα ἔνα νὰ μετρᾶ 
ἀργὰ καὶ σταθερὰ 
σὰν τὴν ἀκεραιότητα 
πληγές, οὐλές, 
σημάδια ἴχνη τῶν ἀστεριῶν,
τραύματα 

Κι ἦταν ἡ φωνὴ της βαθειὰ 
στὶς κλίμακες τῆς ἀγάπης 
αὐτὸ τὸ ἀγαπῶ, ἔλεγε 
κι αὐτὸ τὸ ἀγαπῶ 
κι ἄγγιζε τὴν γεωγραφία του 
καὶ τὸν καθιστοῦσε

Κι ἦταν ἀνατριχίλα 
ὡς ποῦ ἀνοίγει ἡ ζωὴ 
κι εἶναι τὸ μέλι της 
γιὰ τὰ τραγούδια 

Κι ἔπειτα μὲ τὰ γόνατα 
στὸ μέσα τῶν ποδιῶν του ἀκούμπισε 
κι αὐτὸς τοῦ φάνηκε πῶς εἶπε: 
les anges sont blancs 

κι ἄκουσε τὸ ποτάμι της 
τὴ σκήτη τοῦ κρεμασμένου 
τὸν τέττιγα τοῦ θέρους 
σαράκι τοῦ νοῦ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου