Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Η κατάθεση, Κατερίνας Μόντη





«Έρχονται, εε.. έρχονται πάλι...».
   Θα ’ταν δεν θα ’ταν 10 χρονών —σαν να το ’βλεπε μπροστά της— που έτρεχε να προειδοποιήσει. Έρχονταν πάλι οι ασφαλίτες.
   Οι γονείς της κρατούσαν εκείνο το φεγγάρι ένα μικρό παντοπωλείο στη γειτονιά, και θα δέχονταν για άλλη μια φορά την εθιμική πλέον τρομοκρατική επίσκεψη της αστυνομίας, που συνήθως εκπροσωπούσε ο ταγματάρχης Μπέας, ένας κοντός και παχύς Μανιάτης, με αυστηρό προγούλι, πλούσια μουστάκα, και ρητορεία πολλών «ας υποθέσουμε» καρατίων. Μπορεί ο Πέτρος Ντήμας να μην ήταν για φυλακές και εξορίες, αλλά ο Μπέας φρόντιζε να του υπενθυμίζει ότι δεν έπαυε να θεωρείται εχθρός της πατρίδος, γι αυτό και το μάτι των οργάνων της τάξης έστεκε άγρυπνο επάνω του.
   «Μιλούσε!», ήταν η κατηγορία. Μπορεί να μην ανήκε σε οργανώσεις, αλλά μιλούσε, «είχε απόψεις φιλοκομμουνιστικάς και αθεϊκάς, τας οποίας και εκήρυττε δημοσίως εις κοινωνικάς συναθροίσεις». Και αφού οι συστάσεις που του έδιναν κάθε τόσο καλώντας τον στα γραφεία της Ασφαλείας Γιαννιτσών και Εδέσσης δεν φαίνονταν να αρκούν, ο Μπέας αναλάμβανε να του βάζει μυαλό με μηνύσεις. Κάθε τρεις και πέντε περνούσε από το μπακάλικο και τον έγραφε, μια έβρισκε το σακί με τη ζάχαρη ασκέπαστο, μια το ψωμί «προώρως σφραγισθέν», μια τα ζύγια αγυάλιστα, μέχρι και για ένα μαχαίρι του είχε κάνει δίκη, γιατί το βρήκε στραβο-ακονισμένο. Τους είχε τρελάνει στα πρόστιμα, και, πριν ακόμη εκπνεύσει η επταετία, θα προλάβαινε να απολαύσει τον θρίαμβο του οριστικού κλεισίματος του μαγαζιού, μετά την ανακάλυψή του ότι «το ύψος του κτίσματος υστερούσε κατά πέντε εκατοστά του νομίμου ορίου».
   Τρέχοντας εκείνη τη μέρα η Δέσποινα να ειδοποιήσει, σκόνταψε στο καλντερίμι και έπεσε κάτω φαρδιά πλατιά, πριν φτάσει ακόμη στο μαγαζί. Τίναζε ακόμη τα ρούχα της και σάλιωνε με τα δάχτυλα τα γόνατά της βουρκωμένη, όταν εκείνοι στάθηκαν μπροστά της. Ο Μπέας με τους αντίχειρες σκαλωμένους στη ζώνη κάτω από την κοιλιά του, της απευθύνθηκε με μια πονηρή σπίθα στη μιλιά του:
   «Εσύ, καλέ, δεν είσαι του Ντήμα; Η μικρή;»
   «Ναι». Δεν ξανασήκωσε το κεφάλι, ο τρόμος της όλος είχε καρφωθεί στις μύτες των παπουτσιών του.
   «Που είσαι και καλή μαθήτρια, μαθαίνω. Βλέπεις, χωροφύλαξ», απευθύνθηκε στον συνοδό του, «ο Πανάγαθος μας δοκιμάζει. Παράγουν και οι κομμουνισταί αριστούχους, που δικαιούνται να γίνουν και σημαιοφόροι... να κρατήσουν οι απάτριδες το έμβλημα της πατρίδος!»
   Η Δέσποινα μόνο άκουγε, τρέμοντας.
   «Και δεν μου λες, τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις, ας υποθέσουμε,  μπακάλισσα;
   »Ή θα σας ταΐσει η Ρωσία; Έτσι θα νομίζει ο μπαμπάκας σου, ο πεινασμένος προπαγανδιστής. Αν δεν βάλει μυαλό πες του, όχι στη σημαία δεν σε βλέπω στην παρέλαση, αλλά ούτε στις εξετάσεις για το γυμνάσιο δεν θα περάσεις. Λεφτά δεν έχετε, είδες που η μάνα σου έτρεξε στη Γερμανία να φέρει ψωμάκι; Μην κοιτάς που γύρισε άρον άρον. Είδες που το ξέρω; Όλα τα ξέρω εγώ, ας υποθέσουμε, και τι φαΐ τρώτε κάθε μέρα μαθαίνω!
   »Μη με φοβάσαι εμένα βρε μαϊμού, που κατάπιες τη γλώσσα σου. Τη φτώχια να φοβάσαι, και το ξερό το κεφάλι του πατέρα σου. Εγώ για το καλό σου τα λέω, γιατί έμαθα ότι είσαι του δέκα, χαράμι την εξυπνάδα, ας υποθέσουμε» αναφώνησε με θεατρικό οίκτο πριν την αφήσει σύξυλη και προχωρήσει κεφάτος προς το μαγαζί, για να κάνει μια μήνυση «δια νιπτήραν εις μη περίοπτον θέσιν».
   Από τις πολλές του επισκέψεις, αυτή είχε μείνει αξέχαστη στη Δέσποινα, όπως και μια άλλη, παλαιότερη, που ο μπαμπούλας είχε εμφανιστεί καβάλα σε μιαν αστραφτερή υπηρεσιακή μοτοσυκλέτα. Ήταν καλοκαίρι, και η μητέρα της καθόταν στο κεφαλόσκαλο του μαγαζιού με μια γειτόνισσα μιλώντας στα «δικά τους», με τη Δέσποινα δίπλα τους να παίζει με ένα γατάκι. Όταν ο Μπέας εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά, κυλώντας σβηστή τη μηχανή, οι γυναίκες έκοψαν τη συζήτηση μαχαίρι, κιτρινισμένες απ’ το φόβο.
   «Σας άκουσα, βρωμιάρες.Τι μιλούσατε; Κινέζικα; Βουλγάρικα;»
   «Δεν είναι βουλγ...» αποτόλμησε η γειτόνισσα.
   «Να σας στείλω εγώ κάπου, που θα σας εξηγήσουν πολύ καλά αν είναι κι αν δεν είναι; Πολύ ευχαρίστως. Την τραβάει η ψυχούλα σας μια Ικαρία. Χαλαρώσαμε, μου φαίνεται, ε; Το ξεχάσαμε το ρετσινόλαδο».2
   Η Δέσποινα τότε όρμησε κι αρπάχτηκε από τη μητέρα της, κλείνοντάς την στη δική της μικρή αγκαλιά. Μπορεί να μην τις είχε ζήσει, αλλά είχε ακούσει πολλές ιστορίες γι’ αυτήν την απαγορευμένη γλώσσα. Για τα βάσανα των παππούδων της. Φοβούμενη ότι είχε έρθει η σειρά της μαμάς, έμεινε κολλημένη πάνω της, πες να προσφέρει τον εαυτό της ασπίδα από τον ασφαλίτη, πες να πάρουν κι αυτήν μαζί σε όποιο «κάπου» τους ήτανε γραφτό —αυτό ας πούμε το «Ικαρία», που δεν ήξερε ακόμη ότι ήταν νησί.
   Έτσι αγκαλιασμένες και βουβές τις είχε αφήσει ο Μπέας, βάζοντας ξαφνικά μπρος τη μοτοσυκλέτα, με ένα σαρδόνιο χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση.


Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Κατερίνας Μόντη Η κατάθεση, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου